Supreme Court dismissed appeal on procedural grounds regarding late filing and improper service of documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay legal costs. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to prove proper service of the appeal request on the respondent, who was absent. Furthermore, the court rejected arguments regarding the respondent's employment status and the validity of the initial complaint's admissibility, relying on established procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922 of the Civil Code and 559(8), 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to prove proper service of the request on the respondent, and substantive arguments regarding employment status or the admissibility of the original complaint are rejected if they do not affect the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.094/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θεμιστοκλής Σωτηριάδης Α.Χ.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8549/1996 μη οριστική και 4110/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2637/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του και τους με ιδιαίτερο από 31 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1556/17.11.2006 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 287/31-10-2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2637/13-4-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ... και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γ. Ανεστόπουλου, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 1556/17.11.2006 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 287/31.10.2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2637/13.4.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και του προσθέτου δικογράφου, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (3.12.2007), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον δεύτερο των αναιρεσίβλητων (Ψ2) με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (3.12.2007), κατά την οποία, απολιπομένου του εν λόγω αναιρεσίβλητου, διαδοχικά αναβλήθηκε, αρχικά για την δικάσιμο της 6.10.2008 και στη συνέχεια για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (16.2.2009), οπότε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτού για εκάστη μετ' αναβολή δικάσιμο, εφόσον είχε νομότυπα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για εκείνη που είχε αρχικώς ορισθεί (ΚΠολΔ 573 παρ.1, 226 παρ.4 εδ. 3).
Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την ένδικη 1556/17.11.2006 αίτηση αναιρέσεως και του με ιδιαίτερο, 287/31.10.2007. δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 2637/13.4.2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, Α.
με την 11142/30-11-1995 αγωγή, με ενάγοντα τον Χ και εναγόμενους (1) τον ΑΑ, (2) την ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣΤ. ΣΩΤ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ ΑΧΕ" και (3) τον Ψ2 ο δι' αυτής ενάγων διετείνετο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, "ότι ο πρώτος των εναγομένων ΑΑ ήτο υπάλληλος (αντικριστής) της δευτέρας εναγομένης ως άνω ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν Θεμιστοκλής Σωτ.
Σωτηριάδης ΑΧΕ (εφεξής: ΑΧΕ), της οποίας ο τρίτος εναγόμενος Ψ2 είναι χρηματιστηριακός εκπρόσωπος. Ότι τον Μάρτιον του έτους 1994 ανέθεσεν εις την άνω ΑΧΕ την αγοράν και πώλησιν εισηγμένων εις το χρηματιστήριον μετοχών και ότι εις τα πλαίσια αυτής της χρηματιστηριακής εντολής κατέβαλεν εις αυτήν την 10.3.1994 το ποσόν των 5.000.000 δρχ με την συμφωνίαν να ανοιχθή μεταξύ των αλληλόχρεως λογαριασμός.
Ότι αυτή ανέθεσεν εις τον πρώτον εναγόμενον, υπάλληλόν της, την εκτέλεσιν της χρηματιστηριακής εντολής. Ότι την 15.5.1994 ο ανωτέρω εισέπραξεν δια λογαριασμόν του ενάγοντος από την δευτέραν εναγομένην, εκ του άνω καταβληθέντος ποσού, το ποσόν των 500.000 δρχ. άνευ εντολής του και άνευ εγκρίσεώς του πλαστογραφών την υπογραφήν του ενάγοντος υπό την ένδειξιν "ο πελάτης" εις την σχετικήν απόδειξιν την οποίαν εξέδωσεν η άνω ΑΧΕ, εν γνώσει του τρίτου εναγομένου διότι ενώπιόν του επλαστογράφησεν την υπογραφήν του και ιδιοποιήθη παρανόμως το άνω ποσόν.
Ότι παραπλανηθείς υπό των εναγομένων την 6.4.1994 υπέγραψεν εξουσιοδότησιν προς τον πρώτον εναγόμενον δια της οποίας ενέκρινεν τις μέχρι τότε ενέργειές του δια λογαριασμόν του ενάγοντος. Ότι την 21.10-1994 έδωσεν εντολήν εις τον τρίτον εναγόμενον υπό την άνω ιδιότητά του να συμμετάσχη εις την αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "Θεσσαλική Οινοπνευματοποιία ΑΕ" και κατέθεσεν το εν λόγω ποσόν εις μετρητά εις την ΑΧΕ ως και 1.500 παλαιές μετοχές της άνω εταιρείας, καθ' όσον ως παλαιός μέτοχος εδικαιούτο να αγοράση εκάστην νέαν μετοχήν προς 700 δρχ.
και δια του ποσού αυτού θα ηδύνατο να αγοράση 12.107 νέας μετοχάς. Ότι ο πρώτος εναγόμενος αντί να του παραδώση τις άνω αγορασθείσες δια λογαριασμόν του μετοχές του παρέδωσεν την 14.12.1994 μόνον 7.202 εξ ων οι 1.500 ήσαν οι ήδη παραδοθείσες εις την δευτέραν εναγομένην. Ότι την 21.11.1994 ο αυτός εναγόμενος παρέλαβεν από την άνω εναγομένην μίαν επιταγήν εκδόσεως της ιδίας εις διαταγήν του δια ποσόν 1.589.294 δρχ.
την οποίαν δεν παρέδωσεν εις αυτόν αλλά πλαστογραφήσας την υπογραφήν του ενάγοντος ως οπισθογράφου (λήπτου) ενεφάνισεν αυτήν προς πληρωμήν εις την πληρώτριαν Τράπεζαν και ιδιοποιήθη παρανόμως το ισόποσον. Ότι οι άνω παράνομοι πράξεις του πρώτου εναγομένου εγένοντο τη συνδρομή του τρίτου τούτων, ενεργούντος υπό την άνω ιδιότητα του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της δευτέρας τούτων.
Ότι πέραν των άνω ιδιοποιηθέντων παρανόμως πόσών εκ 500.000 δρχ. και 1.589.294 δρχ. ο ενάγων εζημιώθη και 29.088.878 δρχ. ήτοι την χρηματιστηριακήν αξίαν των άνω 7.202 μετοχών κατά Νοέμβριον 1994 και 7.273.000 δρχ. λόγω της διαφοράς της χρηματιστηριακής αξίας των 7.000 παραδοθεισών μετοχών μεταξύ του χρόνου καθ' ον έδει να παραδοθούν (τέλος Οκτωβρίου 1994) και του άνω χρόνου παραδόσεως αυτών", με διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα την εις ολόκληρον καταδίκη των εναγομένων σε καταβολή του εντεύθεν προκύπτοντος συνολικού ποσού των 38.451.172 δρχ.
Και Β) με την 1384/1996 αγωγή, με ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΩΤ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ ΑΧΕ" και εναγόμενο τον Χ, η ενάγουσα εξέθεσε " ότι είναι Χρηματιστηριακή Εταιρεία, ότι την 10.3.1994 συνεφώνησεν μετά του εναγομένου μέσω του παρ' αυτού εξουσιοδοτηθέντος ΑΑ να αγοράζη και να πωλή δια λογαριασμόν του μετοχάς ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων εις το Χρηματιστήριον Αξιών Αθηνών και ότι προς διευκόλυσιν είχον συμφωνήσει να τηρηθή μεταξύ των αλληλόχρεος ανοικτός λογαριασμός όπου θα κατεχωρούντο οι εκατέρωθεν πιστοχρεώσεις ο οποίος θα διήρκει καθ' ον χρόνον θα διήρκει και η σύμβασις χρηματιστηριακής εντολής. Παραθέσασα δε και την κίνησιν του άνω λογαριασμού εκθέτει ότι την 27.2.1995 έκλεισε τούτον και κατήγγειλεν τον αλληλόχρεον λογαριασμόν, ο οποίος έφερεν χρεωστικόν κατάλοιπον 7.819.311 δρχ. Ότι ο εναγόμενος ελέγξας αυτό, δεν αμφισβήτησεν τούτο", με διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα την καταψήφιση του εν λόγω ποσού.
Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενων αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε αρχικά η 8549/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, ερήμην του πρώτου των εναγομένων, η 4110/2005 οριστική απόφαση. Με την εν λόγω απόφαση (α) απορρίφθηκε η με στοιχ.
Α αγωγή κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου των εναγομένων και (β) έγινε δεκτή κατά την κατεύθυνσή της (ι) κατά του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων για την κατ' αυτών εις ολόκληρο αξίωσή του ενάγοντος ποσού 1467, 35 ευρώ (500.000 δρχ) και (ιι) κατά του πρώτου των εναγομένων για την κατ' αυτού απαίτησή του ποσού [(7202 μετοχές χ 8, 79) 63305, 58 + 4664, 10 (1587.294 δρχ)] 67.969, 68 ευρώ και β) έγινε δεκτή η με στοιχ.
Β αγωγή για την κατά του εναγομένου αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας για το αιτούμενο ποσό των 21480 ευρώ (7.319.311.δρχ). Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλαν, ο ενάγων στη με στοιχ. Α αγωγή και εναγόμενος στη με στοιχ. Β αγωγή με την Ι. 8964/14-10-2005 έφεση και τους με ιδιαίτερο, 26/9-1-2006, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους και η εναγομένη στη με στοιχ.
Α αγωγή με την ΙΙ. 8311/29-9-2005 έφεση και παράλληλα ο δι' αυτής ενάγων με την ΙΙΙ. 27/9-1-2006 σ' αντέφεση. Επί των εν λόγω και με στοιχ. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ χαρακτηριζόμενων ένδικων μέσων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 2637/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία (α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της με στοιχ. Ι εφέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του απολιπόμενου δεύτερου των εφεσιβλήτων (ΑΑ), απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά την κατεύθυνσή της κατά της πρώτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας και κατά την αξιολόγησή της ως αντεφέσεως, ως και η με στοιχ.
ΙΙΙ αντέφεση και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου των εφεσιβλήτων (Ψ2) και (β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με στοιχ. ΙΙ έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής με αναιρεσίβλητους την ανώνυμη εταιρεία και τον Ψ2 εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτής ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα Ι) Κύριο δικόγραφο(1) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου κατά το άρθρο 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέρχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.
Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτήν ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.
Από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των αμέσως παρακάτω σημειουμένων κατά περίπτωση δικογράφων βεβαιώνονται τα ακόλουθα. Με την με στοιχ. ΙΙ έφεση η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία στη με στοιχ. Α αγωγή προσέβαλε την 4110/2005 πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την κατ' αυτής παραδοχή της για την αξίωση του ενάγοντος ποσού 1.467, 35 ευρώ (500.000 δρχ), προς αποκατάσταση, κατά τις αιτιολογίες της, της ισόποσης θετικής ζημίας που υπέστη ο ενάγων από την άδικη και υπαίτια πράξη του μετ' αυτής ενεχομένου εις ολόκληρο και από εκείνη προστηθέντος συνεναγομένου της ΑΑ της παρανόμου ιδιοποιήσεως, με την κατάρτιση πλαστής αποδείξεως, ποσού 500.000δρχ.
Παράλληλα ο αυτός ενάγων με τη με στοιχ. Ι έφεσή του και τη με στοιχ. ΙΙΙ αντέφεση προσέλαβε την αυτή απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν την απόρριψη της με στοιχ. Α αγωγής του κατά την απέυθυνσή της κατά της εφεσίβλητης - αντεφεσίβλητης για τις αξιώσεις του ποσού 1589.294 και 29.088.878 δρχ. από τις άδικες και υπαίτιες πράξεις του αυτού συνεναγομένου της τής υπεξαιρέσεως, με πλαστογράφησή της, της ισόποσης αξίας τραπεζικής επιταγής και των 7202 μετοχών.
Προφανές είναι ότι εκάστη τούτων αξίωση, θεμελιούμενη επί διάφορης ιστορικής αιτίας, αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μη αναγκαίως συνεχόμενο με το άλλο και με την έννοια αυτή με τη στοιχ. ΙΙ έφεση της εναγόμενης στην με στοιχ. Α αγωγή μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την κατ' αυτής αξίωση, ποσού 500.00δρχ, σε αντιδιαστολή με τη στοιχ.
Ι έφεση και με στοιχ. ΙΙΙ αντέφεση του ενάγοντος, που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια αυτής. Επομένως, κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση απέρριψε με την αυτή αιτιολογία τη με στοιχ. ΙΙΙ αντέφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, ως και την με στοιχ.
Ι έφεσή του κατά την αξιολόγησή της ως αντεφέσεως κατά την απεύθυνσή τους κατά της εν λόγω εφεσίβλητης μετά την απόρριψή της κατά τούτο ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, κατά την μη προσβαλλόμενη περί τούτου κρίση της. Κατά συνέπεια ο υποστηρίζων τα αντίθετα, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.πολ.Δ, πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 532, 553 παρ. 1 και 564 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για τον διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αρχίζει όχι από την επίδοσή της απορριπτικής αποφάσεως του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αφότου έγινε τελεσίδικη.
Στην περίπτωση αύτη με την επίδοση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου τρέχουν διαδοχικώς οι προθεσμίες των τριάντα ημερών της εφέσεως και της αναιρέσεως, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, η δε αναίρεση στρέφεται κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η αντίθετη εκδοχή, δηλαδή η λήψη υπόψη ως εναρκτηρίου χρονικού σημείου ασκήσεως αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, της επιδόσεως της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη, θα παρείχε η δυνατότητα στο διάδικο, ασκώντας οποτεδήποτε εκπρόθεσμη έφεση, να καταστρατηγεί της διατάξεις για την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως.
Κατά τις μη πληττόμενες κατά τούτο παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η πρωτοβάθμια 4110/2005 οριστική απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια της εναγομένης στη με στοιχ. Α αγωγή στον δι' αυτής ενάγοντα στις 5-9-2005, με έκτοτε διαδοχική διαδρομή της οριζόμενης προθεσμίας των (30) ημερών για την άσκηση κατ' αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως (Κ.Πολ.Δ 518 παρ. 1) και της αναιρέσεως (Κ.Πολ.Δ 564 παρ. 1), με άμεση δικονομική συνέπεια η ένδικη 1556/17-11-2006 αίτηση αναιρέσεως, με προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση την δευτεροβάθμια απόφαση αντί της πρωτόδικης, να αξιολογείται επιπρόθεσμα ως εκπρόθεσμη, ασκηθείσα μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος εξήντα (60) ημερών από της επιδόσεως της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, λήγοντος στις 4-1-2005, λόγο για τον οποίο και προεχόντως πρέπει να απορριφθεί κατά την απεύθυνσή της κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (Κ.Πολ.Δ 577 παρ. 1, 2).
Αντίθετα, το τυπικά παραδεκτό αυτής κατά την κατεύθυνσή της κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων δικαιολογεί την εξέταση των λόγων αυτής που προσιδιάζουν στο αντίστοιχο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια, με βάση τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Την 10ην Μαρτίου 1994 μεταξύ του ενάγοντος, Χ και της δευτέρας εναγομένης ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Θεμιστοκλής Σωτ.
Σωτηριάδης ΑΧΕ" καταρτίσθη άτυπος σύμβασις χρηματιστηριακής παραγγελίας, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβεν την υποχρέωσιν, έναντι αμοιβής (προμήθειας) να καταρτίζη επ' ονόματι και δια λογαριασμόν του άνω ενάγοντος κατόπιν εντολών του χρηματιστηριακές πράξεις, δηλαδή αγορές και πωλήσεις μετοχών εισηγμένων εις το Χρηματιστηρίον Αξιών Αθηνών, προς τούτο δε της κατέβαλεν αυθημερόν το χρηματικόν ποσόν των 5.000.000 δραχμών.
Τις εντολές του προς διενέργειαν των άνω πράξεων ο ενάγων διεβίβαζεν εις την άνω χρηματιστηρικήν εταιρείαν δια του εναγομένου, ΑΑ, μετά του οποίου διετήρει προσωπικήν γνωριμίαν πριν ή προέλθη εις την κατάρτισιν της άνω συμβάσεως. Ο ανωτέρω ήτο παραγωγός χρηματιστηριακών εργασιών και συγχρόνως υπάλληλος αυτής μέχρι την 31ην Οκτωβρίου 1994, οπότε παρητήθη και απεχώρησεν από την υπηρεσίαν της άνω εταιρείας.
Την 15ην Απριλίου 1994 ο ανωτέρω. ΑΑ, καθ' όν χρόνον ήτο και υπάλληλος της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, εισέπραξεν εν αγνοία του ενάγοντος από τον χρηματιστηριακόν λογαριασμόν τον οποίον διετήρει αυτός εις την άνω χρηματιστηριακήν εταιρείαν το ποσόν των 500.000 δραχμών (ποσόν αντιστοιχούν ήδη εις 1.467, 35).
Προς τούτο έθεσεν άνευ εντολής του ανωτέρω ενάγοντος κατ' απομίμησην την υπογραφή αυτού (ενάγοντος) υπό την ένδειξιν "Ο πελάτης" ως δήθεν προερχόμενην υπό τούτου εις την σχετικήν υπ' αριθ. ... απόδειξιν πληρωμής της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας και το ποσόν τούτου το ιδιοποιήθη παρανόμως, προξενών ισόποσον περιουσιακήν ζημίαν εις τον ενάγοντα.
Δια την άνω παράνομον και υπαίτιον πράξιν του άνω υπαλλήλου της συνευθύνεται και η άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, διότι κατά τον άνω χρόνον αυτός ήτο υπάλληλος αυτής και ενήργησεν ούτως κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του εις αυτήν, υπέχει δ' ευθύνην και αύτη, ως προστήσασα αυτόν, η δε ζημία του Χ προεκλήθη από τον παρ' αυτής προστηθέντα επ' ευκαιρία της εκτελέσεως της υπηρεσίας του και η πράξις προήλθεν από την δυνατότητα την οποίαν παρέσχεν εις τον προστηθέντα η εις αυτήν υπηρεσία του, ήτοι από την δυνατότητα αυτού να χρησιμοποίηση δι' άλλον σκοπόν τα μέσα τα οποία του διετέθησαν, δηλαδή η υπηρεσία του άνω προστηθέντος απετέλεσεν το αναγκαίον μέσον δια την επιχείρησιν της ζημιογόνου πράξεως και μεταξύ αυτής και της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται στενός αιτιώδης σύνδεσμος, υπό την έννοιαν ότι η πρώτη δεν θα ηδύνατο να ύπαρξη χωρίς την δευτέραν.
Την 6ην Οκτωβρίου 1994 ήτοι μετά την άνω λήξιν της εργασιακής σχέσεως του ανωτέρω μετά της άνω ΑΧΕ, ο ενάγων παρέσχεν σχετικήν εξουσιοδότησιν προς τον ανωτέρω πρώην υπάλληλον της ΑΧΕ, θεωρημένην δια το γνήσιον της υπογραφής του από την Αστυνομία. Δι' αυτής του έδωσε την εντολήν να ενεργή δια λογαρισμόν του και δια χρημάτων του χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, να παραλαμβάνη τις αγοραζόμενες μετοχές και να παραδίδη τις πωλούμενες και να προβαίνη εις την πληρωμήν ή εισπραξιν του τιμήματος των συναλλαγών εις τις οποίες θα προέβαινεν.
Εντός των πλαισίων αυτής της εντολής την 21ην Οκτωβρίου 1994 ο ανωτέρω, ενεργών πλέον ούχι ως προστηθείς της άνω ΑΧΕ αλλά μόνον ως πληρεξούσιος του ενάγοντος, εισέπραξεν από τον άνω χρηματιστηριακόν λογαριασμόν του ενάγοντος το ποσόν των 8.891.410 δραχμών, δια να συμμετάσχη δια λογαριασμόν του εις την αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Θεσσαλική Οινοπνευματοποιία ΑΕ" και δη δια την αγοράν 12.702 νέων μετοχών, διότι ο ενάγων, ως παλαιός μέτοχος της άνω εταιρείας, εδικαιούτο να αγοράση εκάστην νέαν μετοχήν αντί τιμήματος μόνον 700 δραχμών.
Προς τούτο ο ενάγων του παρέδωσεν 1.500 δικαιώματα παλαιών μετοχών της άνω εταιρείας. Από τις άνω 12, 702 νέες μετοχές και τα δικαιώματα των 1.500 παλαιών μετοχών ο άνω ΑΑ παρέδωσεν εις τον ενάγοντα μόνον 7.000 νέες μετοχές, ενώ κατά παράβασιν της δοθείσης εντολής παρεκράτησεν τις λοιπές 7.202 μετοχές (5.702 νέες και 1.500 παλαιές μετοχές) τις οποίες και ιδιοποιήθη παρανόμως.
Την 21ην Νοεμβρίου 1994 ο αυτός ως άνω ΑΑ βάσει της άνω προς αυτόν εξουσιοδοτήσεως του ενάγοντος, παρέλαβεν από τον εναγόμενον και ήδη εφεσίβλητον Ψ2, ο οποίος ήτο υπάλληλος της άνω ΑΧΕ και όχι εκπρόσωπος αυτής, την υπ' αριθ. ... επιταγήν επί της Εθνικής Τραπέζης εκδόσεως της άνω ΑΧΕ εις διαταγήν του ενάγοντος, ποσού 1.589.294 δραχμών (ποσού αντιστοιχούντος ήδη εις 4.664, 10 ευρώ).
Την επιταγήν αυτήν ο ανωτέρω δεν παρέδωσεν εις τον ενάγοντα αλλ' άνευ σχετικής εντολής αυτού επλαστογράφησεν την υπογραφήν τούτου ως λήπτου, την οπισθογράφησεν και την ενεφάνισεν εις την πληρώτριαν Τράπεζαν, όπου και εισέπραξεν το άνω ποσόν αυτής, το οποίον ιδιοποιήθη παρανόμως, ζημιώσας τον ενάγοντα κατά το ισόποσον.
Τις τελευταίες δύο ως άνω παρανόμους και υπαιτίους πράξεις (της 6ης Οκτωβρίου 1994 και της 21ης Νοεμβρίου 1994) ο άνω ΑΑ ενήργησε υπό μόνην την ιδιότητα του εντολοδόχου του ενάγοντος, βάσει της άνω εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου προς αυτόν και όχι ως ανήκων εις την οργανικήν δομήν της άνω ΑΧΕ, ήτοι ως προστηθείς υπ' αυτής εις την υπηρεσίαν της, ουδέ προς εκτέλεσιν έργου ανήκοντος εις τον κύκλον των ανηκουσών εις αυτήν υπηρεσιών. Από τα άνω αποδεικτικά μέσα δεν απεδείχθη συμμετοχική δράσις οργάνων της άνω ΑΧΕ ή προστηθέντων υπ' αυτής εις τις ως άνω δύο παρανόμους πράξεις του ΑΑ και δη τοιαύτη του Ψ2. Ειδικώτερον ουδόλως απεδείχθη ότι ο Ψ2 προέστησεν τον ΑΑ.
Περαιτέρω, δεν απεδείχθη η ύπαρξις σχέσεως εντολής μεταξύ της άνω ΑΧΕ και του ενάγοντος εν σχέσει προς τις πράξεις αυτές, ούτε ότι είχεν αυτή την ιδιότητα της προστησάσης τον ΑΑ, διότι, ως εσημειώθη, ο τελευταίος κατά το χρόνον καθ' ον ενήργησεν τις άνω δύο πράξεις είχεν παύσει να έχη την ιδιότητα του υπαλλήλου της, ο δε εφεσίβλητος Ψ2, απεδείχθη ότι δεν υπήρξεν κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της άνω ΑΧΕ, ως ο ενάγων αναληθώς ισχυρίσθη. Σημειούται ότι η ιδιότης του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της Χρηματιστηριακής Εταιρείας, ως αύτη προβλέπεται υπό του αρθρ. 6 Ν 1806/1988, αποκτάται μετά από έγκρισιν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, (αρθρ. 6 παρ. 5 Ν 806/1988), δηλαδή δεν νοείται εν τοις πράγμασιν διορισμός ή εν τοις πράγμασιν άσκησις τοιούτων καθηκόντων. Τούτο απεδείχθη προς τοις άλλοις και από την υπ' αριθ. ... βεβαίωσιν του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Κατά το κρίσιμον δ' εν προκειμένω χρονικόν διάστημα από 15.4.1994 έως τέλη Δεκεμβρίου έτους 1994 ήτο απλούς υπάλληλος της άνω ΑΧΕ εκτελών χρέη διευθυντού, ενώ μεταγενεστέρως (από 27.11.1995 μέχρι 23.1.1997) υπήρξεν και αντικριστής της, διωρίσθη δε χρηματιστηριακός αυτής εκπρόσωπος επί τι διάστημα πολύ βραδύτερον, δηλαδή από 8.4.1997.
Δεν απεδείχθη δε ότι αυτός έχει ευθύνην ουδέ δια την πρώτην παράνομον πράξιν του ΑΑ, αλλ' ούτε και εις τις λοιπές ως άνω δύο παρανόμους και υπαίτιας πράξεις αυτού (ΑΑ) απεδείχθη οιασδήποτε μορφής συμμετοχική δράσις αυτού, και δεν ευθύνεται συνεπώς δι' αυτάς, κατά τα προδιαληφθέντα. Συναφώς, από την κατάθεσιν της μάρτυρος ΒΒ απεδείχθη ότι ο άνω Ψ2 δεν έδινε εντολές εις τον ΑΑ. Από την κατάθεσιν του μάρτυρος ΓΓ απεδείχθη ότι ο ενάγων ήτο πελάτης του ΑΑ, ο οποίος μετά την αποχώρησίν του από την ΑΧΕ ενεργούσε ως ανεξάρτητος παραγωγός και ότι ο Ψ2 δεν έδιδε εντολές εις τον ΑΑ. Ο ίδιος μάρτυς κατέθεσεν και από την κατάθεσιν του απεδείχθη ότι ο ΑΑ ενεφανίζετο εις την άνω ΑΧΕ ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος δια να διενεργή δια λογαριασμόν τους τις απαραίτητες πράξεις. Δεν απεδείχθησαν περαιτέρω οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι ο Ψ2 δολίως παρέπεισεν τον ενάγοντα να υπογράψει την άνω εξουσιοδότησιν προς τον ΑΑ. Από την κατάθεσιν της άνω μάρτυρος ΒΒ απεδείχθη ότι την εξουσιοδότησιν αυτήν απήτησεν η άνω ΑΧΕ προς ασφάλειαν αυτής, ως έπραττεν με όλους του πελάτες της οσάκις μεσολάβει μεταξύ αυτής ανεξάρτητος παραγωγός. Αντιθέτως ο μάρτυς ΔΔ, ο οποίος εξητάσθη επιμέλεια του ενάγοντος δεν έχει ιδίαν γνώσιν των πραγμάτων και μεταφέρει απόψεις και εκτιμήσεις του ενάγοντος, ως και ιδίας αυτού εκτιμήσεις.
Συνεπώς τα υπ' αυτού κατατεθέντα ότι η ΑΧΕ απέλυσε "τυπικά" τον ΑΑ (τον εχρησιμοποίει ως ανεξάρτητον παραγωγόν) δεν ανταποκρίνεται εις τα πράγματα καθ' ο μέρος δι' αυτού εξυπονοείται ότι ο ΑΑ δεν ενεφανίζετο εις την άνω ΑΧΕ ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος αλλ' ως στέλεχος του δικτύου προσώπων δια των οποίων η ΑΧΕ επραγματοποίει τις συναλλαγές της και, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω, ως συνεργός του Ψ2.
Τέλος η κατάθεσις του ανωτέρω ότι "απ' ότι πιστεύει" ο Ψ2 εγνώριζεν τις παράνομες πράξεις του ΑΑ και ότι δεν ήτο δυνατόν οι πράξεις αυτές να εγένοντο εν αγνοία του Ψ2, δεν είναι πειστική, διότι ο ίδιος δεν μεταφέρει ιδίαν αυτού γνώσιν περί γεγονότων, αλλά κρίσιν εξαγομένην από το ότι ο ΑΑ συνέχιζεν και μετά την αποχώρησίν του από υπάλληλος της άνω ΑΧΕ να συνεργάζεται μετ' αυτής ως ανεξάρτητος πλέον παραγωγός." (2) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτά προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, ή δεν είναι βάσιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (β' ΟλΑΠ 14/2004).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση της υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία που τελέσθηκε από τον προστηθέντα και βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνεται ότι ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων ήταν υπάλληλος της πρώτης τούτων ανώνυμης εταιρείας, εκτελώντας χρέη γενικού διευθυντή, διορίσθηκε δε χρηματιστηριακής αυτής εκπρόσωπος από 8-4-1997, χωρίς παράλληλα να δέχεται σχέση προστήσεως μεταξύ αυτού κα του ΑΑ ή οποιασδήποτε μορφής συμμετοχική αυτού δράση στις άδικες και υπαίτιες πράξεις του τελευταίου.
Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λοιποί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια την μη λήψεως υπόψη του (μη νομίμου) εν λόγω ισχυρισμού του και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 922 ΑΚ, με την παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωσή του στην ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησή των μαρτυρικών καταθέσεων και την περί πραγμάτων κρίση του, ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο Με τον σχετικό λόγο του προσθέτου δικογράφου επαναδιατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση του κυρίου δικογράφου της παρά το νόμο κηρύξεως ως απαράδεκτης της με στοιχ. Ι εφέσεως κατά την αξιολόγησή της ως αντεφέσεως, η οποία αξιολογήθηκε ως αβάσιμη. Οι διατυπούμενοι λοιποί λόγοι αναιρέσεως του κυρίου και προσθέτου δικογράφου αναφέρονται και συνδέονται με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αφορά την απεύθυνση της με στοιχ. Α αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά την απεύθυνσή της κατά της πρώτης των αναιρεσίβλητων, αίτηση αναιρέσεως η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αξιολογήθηκε κατά τούτο ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1556/17.11.2006 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 287/31.10.2007, δικόγραφο, πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 2637/13.4.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800, 00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ