Supreme Court dismisses appeal against administrative dismissal decision as inadmissible under specific procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against a first-instance court decision rejecting an administrative dismissal. The appellant argued the appeal was valid, but the court found the underlying decision was final and not subject to this specific remedy. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 of Law 263/1968; Art. 552 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a decision rejecting an administrative dismissal is inadmissible because such decisions are final and do not fall within the scope of the leave to appeal remedy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.
Αριθμός 1094/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπολόφη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ψ2, κατοίκου .... Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αικατερίνη Γαλάνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, και που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φιλιατών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:11/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 14-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-Κατ' άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθήκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../26-3-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντα, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2. Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος προσηκόντως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει παρά την απουσία του να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., σαν ήταν παρών και αυτός.
Στο άρθρο 2 παράγρ. 3 του α.ν. 263/1968, που έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 23 Ιανουαρίου 1968 (Τευχ. Α' φύλλο 12) ορίζεται, πλην άλλων, ότι, κατά του αναφερόμενου στην παράγρ. 1 του άρθρου αυτού πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, από δημόσιο κτήμα, που συντάσσεται από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και κοινοποιείται στον αποβαλλόμενο, επιτρέπεται ανακοπή, ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδίκη, ασκούμενη εντός προθεσμίας τριάντα ημερών, από τήν κοινοποίηση και εκδικαζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΓΨΖ'/1911 "περί προσωρινών μέτρων εν ταις περί διακατοχής διαφοραίς", αναλόγως εφαρμοζόμενες (εδάφια α' και γ' της παράγρ. 3, όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παράγρ. 3 του α.ν. 317/1968), ότι κατά της απόφασης του Ειρηνοδίκη, επιτρέπεται έφεση ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών, ασκούμενη εντός προθεσμίας τριάντα ημερών και εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία που καθορίζεται στην Πολιτική Δικονομία για τις περιπτώσεις του άρθρου 634 αυτής, χωρίς όμως να επιτρέπεται η κατά το άρθρο 635 περ.
β' παραπομπή (εδαφ. ζ' της παράγρ. 3), ότι "κατά της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών ουδέν ένδικον μέσον χωρεί" (εδ. θ' της παράγρ. 3) και ότι η απόφαση που εκδίδεται με τη διαδικασία του ανωτέρω άρθρου δεν παρακωλύει την επιδίωξη ικανοποιήσεως των τυχόν δικαιωμάτων κάθε διαδίκου κατά την τακτική διαδικασία (εδ.
τελευταίο της παράγρ. 3). Οι προαναφερόμενες διαδικαστικές διατάξεις, και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 2 παράγρ. 3 εδ. θ' του α.ν. 263/1968, η αποκλείουσα την προσβολή με οποιοδήποτε ένδικο μέσο, συνεπώς και με αίτηση αναιρέσεως, της αποφάσεως που εκδίδεται, για την έφεση, από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών (ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
του ΚΠολΔ), όπως και η διάταξη ζ' της αυτής παραγράφου, η επιτρέπουσα έφεση, μόνο, κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδίκη, δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 4 του ΕισΝΚΠολΔ. Ούτε, ειδικώς, οι διατάξεις του άρθρου 2 παράγρ. 3 εδ. θ' και ζ' του α.ν. 263/1968 έχουν καταργηθεί, ως προς το ανεπίτρεπτο αιτήσεως αναιρέσεως, με το άρθρο 1 στοιχ.
ε', στ' του ανωτέρω Εισαγωγικού Νόμου, συνδυαζόμενο με το άρθρο 552 ΚΠολΔ, περί των υποκειμένων σε αίτηση αναιρέσεως αποφάσεων. Διότι η διάταξη του άρθρου 4 του ΕισΝΚΠολΔ, ως διάταξη του α.ν. 44/1967, που είχε, δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 26η Ιουνίου 1967 (Τευχ. Α' φύλλο 106), είναι προγενέστερη, υπό την κρίσιμη άποψη του χρόνου αποκτήσεως τυπικής νομικής ισχύος, των διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, που δημοσιεύθηκε, όπως αναφέρθηκε, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 23η Ιανουαρίου 1968 (από την οποία άρχισε και ουσιαστικώς να ισχύει, κατά το άρθρο 11 αυτού), και παρά τήν έναρξη της ουσιαστικής ισχύος της την 16η Σεπτεμβρίου 1968 (άρθρο ακροτελεύτιο του α.ν. 44/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 του ν.δ. 958/1971), δεν έχει, συνεπώς, καταργητική των νεότερων διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, δύναμη.
Οι δε διατάξεις του άρθρου 1 στοιχ. ε', στ' του αυτού Εισαγωγικού Νόμου, όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 70 παράγρ. 1 του ν.δ. 958/1971, προϋποθέτουν, σύμφωνα με την έννοιά τους, για την οριζόμενη κατάργηση, από της εισαγωγής του ΚΠολΔ, δηλαδή από της 16ης Σεπτεμβρίου 1968 (κατά το ακροτελεύτιο άρθρο του α.ν. 44/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 του ν.δ. 958/1971), αν ελλείπει διάφορος ειδικός ορισμός, διατάξεων που αντίκεινται στον Κώδικα ή αφορούν θέματα που ρυθμίζονται με αυτόν και είναι ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις του, ότι πρόκεινται διατάξεις άλλου νόμου που είχαν ήδη αποκτήσει τυπική ισχύ στο χρόνο ενάρξεως της τυπικής ισχύος του α.ν. 44/1967, δηλαδή στις 26 Ιουνίου 1967, και όχι διατάξεις που την απέκτησαν κατά το μεταξύ της 26ης Ιουνίου 1967 και 16ης Σεπτεμβρίου 1968 χρονικό διάστημα της ουσιαστικής αδρανείας του.
Η διάταξη τέλος του άρθρου 552 του ΚΠολΔ, η οποία, όπως διαμορφώθηκε, με αντικατάσταση του άρθρου 570 του ΚΠολΔ, υπό τη διατύπωση του α.ν. 44/1967, στο άρθρο 42 παράγρ. 1 του ν.δ. 958/1971, απέκτησε τυπική δύναμη στις 15 Σεπτεμβρίου 1971, ημέρα δημοσιεύσεως του διατάγματος αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ουσιαστικά την 1η Οκτωβρίου 1971, κατά το άρθρο 74 αυτού), ως διάταξη γενική, δεν είχε καθεαυτή δύναμη κατάργησης των ειδικών, για το ανεπίτρεπτο αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της επί της εφέσεως ή της ανακοπής εκδιδομένης αποφάσεως, διατάξεων του άρθρου 2 παράγρ. 3 εδ.
θ', ζ' του α.ν. 263/1968, εφόσον από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει νομοθετική βούληση καταργήσεως ειδικών διατάξεων, οι οποίες, σκοπούσες, όπως οι προκείμενες, στην ταχεία επίλυση διοικητικής διαφοράς, υπαγχθείσης στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δεν επιτρέπουν το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατάργηση δε των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, ούτε τα άρθρα 20 παράγρ. 1 και 111 παράγρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, συνδυαζόμενα, επέφεραν, αφού οι διατάξεις αυτές (του α.ν. 263/1968), δεν μπορούν, ενόψει και των υποθέσεων που αφορούν, να θεωρηθούν ως ματαιούσες ή περιορίζουσες, σε τέτοιες υποθέσεις, την κατά το άρθρο 20 παράγρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παράγρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, διασφαλιστέα, εκ μέρους της Πολιτείας, παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, για την επιβαλλόμενη ουσιαστικότητα της οποίας δεν προϋποτίθεται το προσβλητό της εκδιδόμενης αποφάσεως με αίτηση αναιρέσεως (σχ.
ΟλΑΠ 8/2003, ΑΠ 1737/2002).
Συνεπώς αίτηση αναιρέσεως με την οποία προσβάλλεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, απορριπτικής ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, εκδιδομένου κατά το άρθρο 2 παράγρ. 1 του α.ν. 263/1968, ή η τελεσίδικη, τυχόν πρωτοβάθμια ειρηνοδικειακή απόφαση, είναι απαράδεκτη, επειδή προσβάλλει απόφαση μη υποκείμενη στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 269/2004, ΑΠ 1829/2001, ΑΠ 119/1988). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η προκειμένη από 8-12-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 207/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία, σύμφωνα με το αναιρετήριο, έχει απορριφθεί στην ουσία η από 24-9-2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ.11/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Φιλιατών, που απέρριψε την από 21-11-2002 ανακοπή του κατά του υπ' αριθ. 2/2002 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του από ακίνητο, που εξέδωσε ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσπρωτίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 207/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ