Legislator Case Law & Legislation
1093/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment based on acquisitive prescription. The Greek State's appeal is rejected as baseless.

Case Number 1093/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Instance Court's confirmation of property ownership. The State argued against the plaintiff's acquisition, but the court found the lower courts correctly applied acquisitive prescription laws. The decision rests on the established facts that the plaintiff exercised control over the property for over twenty years, satisfying the legal requirements for ownership.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 1046, 1051 of the Civil Code; Article 974 of the Civil Code; Article 15/28-7-1938 of the State Property Law: Acquisitive prescription requires twenty years of possession, regardless of the method of acquisition, and the lower court's application of these rules is not subject to appeal if based on accepted facts.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription property ownership possession duration state property law appeal dismissal civil code provisions legal title creation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1, 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 571, 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1045, 1046, 1051 and 974 of the Civil Code
Article 15/28-7-1938 of the State Property Law
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1093/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγούλα Λαγκαδίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Β. συζ. Π. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σκανδάλη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 24-4-2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2124/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-5-2022 αίτησή του. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε στη δικάσιμο 7-2-2024 και, σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, με την από 8-2-2024 κλήση της αναιρεσίβλητης.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-05-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 488/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν επικυρώθηκε η 2124/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 11-11-2013 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και είχε απορριφθεί η από 24-04-2013 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου.

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046, 1051 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού.

Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δύο στοιχεία: α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και η οποία υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (ΟλΑΠ 15/2004).

Τέτοιες δε υλικές πράξεις νομής είναι, μεταξύ άλλων, η διαμονή στην επί του ακινήτου οικία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η φροντίδα και η περίφραξη του ακινήτου. Περί της συνδρομής δε ή όχι των ανωτέρω στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.

Εξάλλου η νομή, κατά τα άρθρα 983, 1051, 1846 και 1872 παρ. 1 ΑΚ, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα και χωρίς αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης. Τέλος, ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, που κατέχει το κοινό ακίνητο, θεωρείται ότι το κατέχει και για τους άλλους συγκυρίους, εναντίον των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει έκτακτη χρησικτησία, αν δεν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν την απόφασή του αυτή και αν δεν λάβουν γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, οι άλλοι συγκύριοι. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός που κατέχει ολόκληρο το κοινό να νέμεται εφεξής αυτό αποκλειστικώς για τον εαυτό του.

Εξάλλου, με το θεσμό της αστικής αποκατάστασης προσφύγων μεταβιβάζεται η κυριότητα κάποιου αστικού ακινήτου για ανέγερση οικίας με το σύστημα της αυτοστέγασης ή παραχωρείται η χρήση ακινήτου αντί τιμήματος ή με μίσθωση ή χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας ή του οργάνου που εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο.

Για την κτήση της κυριότητας από τον αποκατασταθέντα πρόσφυγα του παραχωρηθέντος κρατικού ακινήτου προβλέπει ειδικά η νομοθεσία αστικής αποκατάστασης προσφύγων, ήτοι ο Ν 6076/1938, το ΒΔ 15/28-7-1938, ο Ν.2044/1952, το ΒΔ 27-1/9-2-1953, το ΒΔ 330/1960 κλπ. Για να κριθεί όμως ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί για την κτήση της κυριότητας από τον προς ον η παραχώρηση πρόσφυγα, πρέπει να ερευνάται ο χρόνος της παραχώρησης του ακινήτου.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 10, 12, 16, 20 και 70 του από 15/28-7-1939 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας", το οποίο εφαρμόζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως εκ του χρόνου της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή παραχώρησης του επίδικου προσφυγικού ακινήτου, προκύπτει σαφώς, ότι προκειμένου περί ακινήτων της τέως Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), που διατέθηκαν σε αστούς πρόσφυγες, νόμιμο τίτλο κυριότητας αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η αναγραφή του δικαιούχου προσφυγικής αποκατάστασης στους εκτιμητικούς πίνακες των αστικών προσφυγικών συνοικισμών που παραδόθηκαν από την ΕΑΠ στο Υπουργείο και ότι, υπάρχοντος του πιο πάνω τίτλου, εκείνος προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση αποκτά, μετά παρέλευση έτους από την αποπληρωμή του τιμήματος, πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, ανεξάρτητα από την έκδοση παραχωρητηρίου και τη μεταγραφή αυτού (ΟλΑΠ 341/1981), η οφειλή δε του υπέρ ου η παραχώρηση για το τίμημα του ακινήτου, που του παραχωρήθηκε πριν από την 11-11-1944 λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι έκτοτε εξοφλήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 18/1944 και 1 παρ. 3 του α.

ν. 1073/1946, με τις οποίες, υποχρεώσεις κάθε φύσης από γενεσιουργό αιτία προϋφιστάμενη της ισχύος του ν. 18/1944, που παρέμειναν ανεξόφλητες μέχρι την παραπάνω ημερομηνία (11-11-1944), λογίζονται ότι εξοφλήθηκαν κατά την ημερομηνία αυτή. Παρέπεται ότι από την παρέλευση έτους από την προαναφερόμενη πλασματική αποπληρωμή του τιμήματος, το ακίνητο που παραχωρήθηκε δεν ανήκει πλέον στο Δημόσιο, αφού το τελευταίο έπαυσε έκτοτε να έχει οποιαδήποτε εξουσία ή δικαίωμα σ' αυτό και, συνακόλουθα, είναι δυνατή η κτήση της κυριότητας του από τρίτο, ο οποίος το νεμήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά δε τη συμπλήρωση του απαιτούμενου γι' αυτήν από το νόμο χρόνου νομής καμιά πλέον δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός της έκδοσης παραχωρητηρίου στο όνομα του αρχικού δικαιούχου ή των κληρονόμων του.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Το υπ' αριθ. 18 οικόπεδο του υπ' αριθ. 76 Ο.Τ. του Αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Αμφιάλης της περιφέρειας Δήμου Κερατσινίου, εμβαδού 204,9 τμ, κείμενο στην οδό ..., μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, επιφάνειας 45 τμ, συγκειμένης εξ ενός μαγειρείου και ενός δωματίου, το οποίο εμφαίνεται στο κατατεθέν στο Υπουργείο Κοινωνικής Υγείας και Πρόνοιας υπ' αριθ. ....1940 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Σ.

Π., αλλά και στο από Μαΐου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Β. Ζ., παραχωρήθηκε προσωρινά κατά χρήση στις Σ. Σ. και Α. Χ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία το έτος 1940, για την εκπλήρωση του σκοπού αποκατάστασης αστών προσφύγων, με αναγραφή των ονομάτων τους στους εκτιμητικούς πίνακες των εγκατασταθεισών προσφυγικών οικογενειών του Κρατικού Αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Αμφιάλης (βλ.

υπ' αριθ. πρωτ. ΔΥΠΠ/7300/15.4.2005, υπ'αριθ. πρωτ. 406/16.4.2014 και υπ'αριθ. πρωτ. 616/26.3.2012 έγγραφα της Περιφέρειας Αττικής) του γεγονότος αυτού αποτελούντος μη οριστικό νόμιμο τίτλο (άρθρο 23 παρ. 4 βδ 330/1960). Οι ανωτέρω δικαιούχοι εγκαταστάθηκαν, (η μεν πρώτη με την οικογένειά της στο έμπροσθεν δωμάτιο, η δε δεύτερη μόνη της στο μαγειρείο του ανωτέρω ακινήτου) πριν την έκδοση και μεταγραφή παραχωρητηρίων, συνέχισαν δε μέχρι το θάνατο της Α.

Χ. το έτος 1963 (βλ. κατάθεση μάρτυρα στα πρακτικά), ασκώντας τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής. Για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου της δικαιούχου Σ. Σ., εξεδόθη το υπ' αριθ. ....2004 οριστικό παραχωρητήριο της ανωτέρω Υπηρεσίας που διορθώθηκε με την υπ' αριθ. ....2004 απόφαση αυτής, επ' ονόματι της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ως κληρονόμου της Σ.

Σ. Μετά το θάνατο της έτερης συνδικαιούχου, Α. Χ., εγκαταστάθηκε στο κοινό ακίνητο και δη στο μαγειρείο του οικήματος, ο γιός της, Λ. Χ., ο οποίος παρέμεινε μέχρι το 1964. Ωστόσο, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - ενάγουσας, Σ. Σ., εναντιώθηκε στην παραμονή του στο ακίνητο ("επαναστάτησε", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει μάρτυρας στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης) στο οποίο είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά της κατά τα ανωτέρω.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. ....1963 έγγραφο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας του τότε Βασιλείου της Ελλάδος που κοινοποιήθηκε και στο Αστυνομικό Τμήμα Πειραιώς, είχε αποκαλυφθεί ότι ο ανωτέρω, Λ. Χ. κατείχε δύο ακόμη προσφυγικά καταλύματα, (ήτοι τα αναφερόμενα στο ανωτέρω έγγραφο ως "παραπήγματα" υπ' αριθ. 860 β και 612, στο συνοικισμό Δραπετσώνας), επιπλέον δε, εκτός από τη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης, κατά της παραμονής του στο επίδικο αντέδρασε στην εγκατάστασή του και το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας του ως άνω Υπουργείου, το οποίο με το ως άνω έγγραφο του έταξε προθεσμία 15 ημερών, ήτοι μέχρι τις 30.4.1963, προκειμένου να υποβάλει δήλωση εγκατάστασης είτε στο επίδικο (μαγειρείο), παραδίδοντας τα άλλα δύο καταλύματα, είτε στα άλλα δύο καταλύματα, παραδίδοντας το επίδικο (μαγειρείο), άλλως θα αποβαλλόταν διοικητικά.

Εν όψει της πραγματικής και νομικής αυτής εξέλιξης, ο εν λόγω Λ. Χ., επέλεξε να περιοριστεί στα άλλα δύο καταλύματα που κατείχε στη Δραπετσώνα, εγκαταλείποντας το επίδικο στο οποίο δεν επανήλθε ούτε αξίωσε δικαιώματα. Έκτοτε, η Σ. Σ., συνέχισε να διαβιώνει με την οικογένειά της στο επίδικο, χρησιμοποιώντας εν γνώσει του Λ.

Χ. αυτό ως κατοικία, μετά δε το θάνατό της παρέμεινε ο γιός της μέχρι το θάνατό του το έτος 1987, ενώ από το 1980 χρησιμοποιεί το επίδικο και η εφεσίβλητη - ενάγουσα ως κατοικία της ίδιας και των τέκνων της (βλ. υπ'αριθ. πρωτ. 7300/15.4.2005 αίτησή της προς την Περιφέρεια Αττικής προς έκδοση παραχωρητηρίου του επιδίκου).

Σημειωτέον, ότι οι λοιποί, πλην της εφεσίβλητης - ενάγουσας, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Σ. Σ., δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, παραιτήθηκαν των κληρονομικών δικαιωμάτων τους επ' αυτού. Στη συνέχεια, το έτος 1996, οι κληρονόμοι της Α. Χ., υπέβαλαν αίτηση προς την ίδια ως άνω Υπηρεσία, προκειμένου να εκδοθεί παραχωρητήριο στο όνομά τους, πράγμα που δεν έγινε μέχρι σήμερα.

Ωστόσο, από το έτος 1963, οπότε αποχώρησε ο Λ. Χ. και ο γιος της αρχικής δικαιούχου Σ. Σ. συνέχισε να κατοικεί στο όλο ακίνητο ήτοι και στο επίδικο μέχρι το θάνατό του το 1987, οπότε συνέχισε να κατοικεί σε αυτό η εφεσίβλητη - ενάγουσα με τα τέκνα της ασκώντας και οι δύο τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής επ' αυτού και δη εν γνώσει του κληρονόμου της έτερης δικαιούχου Λ.

Χ., ο οποίος δεν αντέδρασε στη γνωστή σε αυτόν κατά τα ανωτέρω αντιποίηση της νομής του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της μητέρας του, παρήλθε χρόνος άνω της εικοσαετίας, μέχρι τουλάχιστον το έτος 1987, οπότε πέθανε ο γιος της Σ. Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την εφεσίβλητη - ενάγουσα μετά και την παραίτηση των λοιπών κληρονόμων της.

Σημειωτέον, ότι όπως προκύπτει από την ως άνω υπ' αριθ. 7300/2005 αίτηση της εφεσίβλητης - ενάγουσας, αυτή κατοικούσε στο επίδικο από το 1980 και είχε φροντίσει να εκδίδονται στο όνομά της οι λογαριασμοί ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και τηλεφωνικής σύνδεσης, διευκολύνοντας την ομαλή χρήση του. Έτσι, η τελευταία είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, ήτοι της αρχικής δικαιούχου και του γιού της, πολύ πριν την υποβολή της αίτησης των κληρονόμων της Α.

Χ. για έκδοση παραχωρητηρίου, δοθέντος, ότι όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, από την πραγματική ή πλασματική αποπληρωμή τους τα αστικά προσφυγικά ακίνητα καθίστανται δεκτικά χρησικτησίας και το δημόσιο αποξενώνεται από κάθε δικαίωμα επ' αυτών. Τέλος, το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ενάγουσα υπέβαλε την ως άνω αίτηση προς έκδοση παραχωρητηρίου επί του επιδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι φανερώνει ότι δεν είχε διάνοια κυρίου (είχε κακή πίστη) κατά την άσκηση της υπερεικοσαετούς νομής, αντιθέτως δε, δηλώνει ότι έχουσα την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία επιχείρησε τη δημιουργία νόμιμου τίτλου, ανεξαρτήτως του ότι η αρμόδια υπηρεσία του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δεν είχε στην πραγματικότητα τέτοια αρμοδιότητα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, πράγμα που ενίοτε δεν είναι κατανοητό στους, μη έχοντες νομικές γνώσεις, πολίτες".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο (αστικό προσφυγικό ακίνητο), μετά την αποπληρωμή του (πραγματική ή πλασματική), είχε καταστεί δεκτικό χρησικτησίας και ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ καθώς και αυτές του ΒΔ 15/28-7-1938, αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτήν αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Ενόψει τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-05-2022 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 488/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ