Supreme Court allows appeal against appellate court rejection of payment defense based on bill of exchange possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Regional Court's final decision, which had rejected the defendant's payment defense based on the possession of a bill of exchange. The defendant argued that the appellate court failed to consider this crucial fact, which creates a legal presumption of payment under Article 424 of the Civil Code. Consequently, the Court annulled the specific portion of the lower court's ruling that dismissed this defense and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 424, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The failure of an appellate court to examine a defense based on the possession of a bill of exchange, which triggers a statutory presumption of payment, constitutes a ground for annulment requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1093 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1093/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτκό τίτλο "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαλλιακούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μελίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1065/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 11-11-2019 (αρ. καταθ. 364/11-11-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 1065/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την από 12-2-2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 252/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δέχθηκε στο σύνολό της, την από 30-12-2011 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, από σύμβαση πώλησης, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), με την από 30-12-2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ισχυρίστηκε, ότι, ο ίδιος διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών τζάμια, καθρέπτες, κουρτινόξυλα, στο ..., ότι στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής, με τις αναφερόμενες στην αγωγή τέσσερις συμβάσεις πώλησης, πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα - εναγομένη ανώνυμη εταιρία, με αντικείμενο εργασιών της, ξυλουργικές εργασίες στην ..., διάφορες ποσότητες των ανωτέρω τζαμιών διπλής υάλωσης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια, με αριθμούς .../3-1-2007, …/4-12-2007, .../20-11-2009 και .../17-12-2009, όπου αποτυπώνονταν αναλυτικά κατ` είδος και αξία τα πωλούμενα εμπορεύματα και το τίμημα αυτών, ανερχόμενο μετά του ΦΠΑ, στα ποσά των 31.026,87 ευρώ, 6.623,34 ευρώ, 7.723 ευρώ και 5.271,70 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 50.644,91 ευρώ, το οποίο η εναγομένη αρνείται να του καταβάλει.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 50.644,91 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση εξόφλησης του επίδικου χρέους (άρθρ. 416 ΑΚ), με μετρητά και την είσπραξη επιταγών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 252/2014 απόφασή του, με την οποία αφού απέρριψε την ένσταση εξόφλησης, δεχόμενο ότι οι επικαλούμενες καταβολές αφορούσαν πιστωμένο υπόλοιπο από προηγούμενες πωλήσεις μεταξύ των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης με αριθμό 1065/ 2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού δέχθηκε κατά ένα μέρος την επαναφερθείσα παραδεκτά ενώπιόν του, με σχετικό λόγο έφεσης ένσταση εξόφλησης του τιμήματος, με τις επικαλούμενες από την εναγομένη αναιρεσείουσα τέσσερις επιταγές, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 12.950,21 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με την ίδια δε απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση εξόφλησης της εναγομένης, μέρους του τιμήματος, ποσού 10.800 ευρώ, με την ισόποση με αριθμό ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης του μέλους του ΔΣ αυτής, Ι. Κ., πληρωτέα σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου στις 30-4-2009, από τον αναφερόμενο λογαριασμό του εκδότη στην άνω Τράπεζα.
Κατά το άρθρο 424 ΑΚ, ''ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους''. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζονται δύο υποχρεώσεις του δανειστή, ο οποίος δέχεται την καταβολή προς απόσβεση (ολική ή μερική) χρέους του οφειλέτη, ήτοι:
α) Να συντάξει, υπογράψει και παραδώσει σ' αυτόν εξοφλητική απόδειξη, δηλαδή έγγραφο με το οποίο βεβαιώνει ότι έλαβε αυτό που του καταβλήθηκε και β) εφόσον η εξόφληση είναι ολοσχερής, υποχρεούται, πέραν της εξοφλητικής απόδειξης, να αποδώσει στον οφειλέτη το χρεωστικό έγγραφο. Τούτο είναι έγγραφο που φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή του δικαιοπαρόχου του, με το οποίο αποδεικνύεται η ύπαρξη του χρέους, αδιαφόρως αν συντάχθηκε, ως συστατικό ή αποδεικτικό.
Από την ως άνω διάταξη (424 εδ. β ΑΚ) καθιερώνεται νόμιμο, γνήσιο, δικονομικό αλλά μαχητό τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του χρέους. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 εδ. α του ν. 5960/1933, ''ο πληρωτής πληρώνων την επιταγή δύναται ν' απαιτήσει όπως του εγχειρισθεί αυτή εξοφλημένη υπό του κομιστού'', ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου ν. 5960/1933, ''πας υπόχρεος, κατά του οποίου ασκείται αναγωγή ...
δύναται να απαίτηση κατά την πληρωμήν την προς αυτόν παράδοσιν της επιταγής...''. Επομένως, η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτή πρόσωπο παράγει το τεκμήριο της καταβολής του ποσού της απ' αυτόν που την κατέχει σε εκείνον που του την παρέδωσε (ΑΠ 774/2004). Απόκειται περαιτέρω στο δανειστή να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, ισχυριζόμενος ότι η κατοχή του τίτλου από τον οφειλέτη δεν οφείλεται σε απόδοση λόγω εξόφλησης, αλλά σε άλλον λόγο (ΑΠ 905/2018, ΑΠ 1506/2006, ΑΠ 1506/2003).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 563/2016).
Επίσης, δεν θεωρούνται ''πράγματα'', κατά την προαναφερθείσα έννοια της άνω διάταξης, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει συνεπώς τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 720/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008). Ο παραπάνω δε λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1079/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 720/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστώμενη στο ότι, κατά την απόρριψη του νόμιμα προβληθέντος με λόγο της έφεσής της, ισχυρισμού της, περί εξόφλησης μέρους της ένδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου, σε βάρος της, από το τίμημα των μεταξύ τους καταρτισθεισών συμβάσεων πώλησης, με την καταβολή του ποσού 10.800 ευρώ, με την ισόποση με αριθμό ...
επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, έκδοσης του μέλους του ΔΣ αυτής, Ι. Κ., πληρωτέα σε διαταγή του αναιρεσίβλητου, στις 30-4-2009, που πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή από τον αναφερόμενο λογαριασμό του εκδότη στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, δεν έλαβε υπόψη, την επικαλούμενη εκ μέρους της κατοχή του σώματος αυτής (επιταγής), που παραδόθηκε στην ίδια μετά την πληρωμή της, ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο του οποίου προσκόμισε με τις προτάσεις της, με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι η πληρωμή της επιταγής αυτής έλαβε χώρα όχι κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή, όπως εκ παραδρομής ανέφερε στην έφεση, αλλά μετά τη σφράγιση της, λόγω έλλειψης υπολοίπου, οπότε και παραδόθηκε το σώμα αυτής στην ίδια, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με τον άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε επί λέξει, τα εξής: ''Η εκκαλούσα - εναγομένη (αναιρεσείουσα) εξάλλου επικαλείται το πρώτον με την κρινόμενη έφεσή της (δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει βαρεία της αμέλεια ή πρόθεση στρεψοδικίας) προς υποστήριξη της ένστασης εξόφλησης και την καταβολή ποσού 10.800 ευρώ, με την έκδοση της με αριθμό ...
επιταγής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης του ενεργούντος κατ' εντολήν της, Ι. Κ., πληρωτέα σε διαταγή του εφεσιβλήτου, την 30-4-2009, η οποία (επιταγή) κατά τα διαλαμβανόμενα στην έφεση, πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή, πλην, όμως, δεν προκύπτει η εξόφληση της δοθείσας χάριν καταβολής ως άνω επιταγής, σημειουμένου ότι η εκκαλούσα στη μεν έφεσή της αναγράφει ότι η επιταγή αυτή πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή, ενώ στις από 21-9-2018 προτάσεις της αναφέρει ότι αυτή πληρώθηκε μετά τη σφράγισή της ελλείψει υπολοίπου''.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα - εκκαλούσα, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, της έφεσης και των προτάσεών της στο Εφετείο, για τη θεμελίωση της ένστασής της περί μερικής εξόφλησης με την καταβολή του ποσού των 10.800 ευρώ, επικαλέστηκε την εκ μέρους της κατοχή του σώματος της άνω με αριθμό ...
επιταγής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης του Ι. Κ., πληρωτέας σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου στις 30-4-2009, από τον αναφερόμενο λογαριασμό του εκδότη στην άνω Τράπεζα, που παραδόθηκε σ' αυτή μετά την πληρωμή της και βρισκόταν στην κατοχή της, επικαλούμενη ότι η πληρωμή της επιταγής αυτής έλαβε χώρα, όχι κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή, όπως εκ παραδρομής αναφέρθηκε στην έφεση, αλλά μετά τη σφράγιση της λόγω έλλειψης υπολοίπου, οπότε και παραδόθηκε το σώμα αυτής στην ίδια, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της και προσκόμισε ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο αυτής.
Από τις άνω, όμως, παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι, κατά την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη ''πράγμα'', που είχε ουσιώδη επίδραση στη δίκη και είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα, ήτοι τον αυτοτελή ισχυρισμό της τελευταίας περί κατοχής του σώματος της άνω επιταγής, που στηρίζει το αίτημα της άνω ένστασης εξόφλησης και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δημιουργεί το τεκμήριο που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 424 εδ.
β του ΑΚ, που ορίζει, όπως προεκτέθηκε, ότι από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους και οδηγεί στην παραδοχή της ένστασης εξόφλησης. Επομένως, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την άνω ένσταση εξόφλησης και να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.
Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1065/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το προεναφερθέν μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ