Supreme Court dismisses appeal against final appeal court decision on defamation damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the final appeal court judgment in a defamation damages case. The appellant argued the lower court distorted evidence and failed to consider specific documents, but the court found these claims baseless. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the defendants, and the appeal fees were remitted to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to propose the inadmissibility of evidence in the court of first instance or fails to cite the specific document in the appeal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1093 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1093/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία … και ήδη … που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Βακρατσά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Φ. του Π., 2) Π. Φ. του Σ., 3) Σ.Ε. του Κ., συζύγου Σ. Φ., κατοίκων Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τέλλιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκε η 78/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 152/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία είχε απορριφθεί η με αριθ. καταθ. 61/22-3-2012 αγωγή της για καταβολή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και ειδικότερα εξαιτίας της προσβολής από τους αναιρεσίβλητους της εμπορικής της φήμης με την υποβολή αναληθών καταγγελιών σε βάρος της και διάδοση ψευδών γεγονότων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα: 1) Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, ενώ έλαβε υπόψη της τα ρητά μνημονευόμενα έγγραφα, ήτοι: α) την από 18-11-2007 καταγγελία του πρώτου αναιρεσίβλητου στο Α.Τ.
…, β) την από 19-11-2007 αυτοψία των οργάνων του Α.Τ. …, γ) το με αριθ. πρωτ. …έγγραφο του Α.Τ. … προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών …, δ) το με αριθ. πρωτ. … έγγραφο της ανωτέρω Διεύθυνσης, ε) το με αριθ. πρωτ…. έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης και στ) το απόσπασμα χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, οδηγήθηκε, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, στο εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα, που δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα αυτά, ούτε από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, ότι η πτώση του τοιχίου της ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων, οφείλεται στη συγκέντρωση υδάτων εντός του λατομικού χώρου της αναιρεσείουσας και στην έλλειψη κατασκευής από την τελευταία τεχνικών έργων παροχέτευσης αυτών, ενώ, εσφαλμένα κρίνοντας, δεν δέχεται τα αντίθετα γεγονότα που προκύπτουν από τα ως άνω έγγραφα, καθώς και ότι οι αντίδικοι γνώριζαν την μη ύπαρξη ευθύνης της αναιρεσείουσας για την πρόκληση σ' αυτούς οποιασδήποτε βλάβης. 2) Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της από 19-11-2007 αυτοψίας του Α.Τ.
… και το με αριθ. πρωτ. … έγγραφο του ίδιου Αστυνομικού Τμήματος προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών …, απέρριψε τον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι η πτώση του τοιχίου της ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων οφείλεται στην αυθαίρετη, πλημμελή και κακότεχνη κατασκευή του, γεγονός που γνώριζε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος ισχυριζόταν και διέδιδε σε βάρος της τα αντίθετα αναληθή γεγονότα, δεχόμενο ως βάσιμα διαφορετικά πραγματικά γεγονότα από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, το περιεχόμενο των οποίων δεν δέχθηκε ως αληθές, χωρίς να επικαλείται άλλα έγγραφα που να αντικρούουν ή να αποδυναμώνουν ή σε κάθε περίπτωση να διαφοροποιούν το περιεχόμενο αυτών.
Ισχυρίζεται, δε, με το λόγο αυτό, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. 3) Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στην παραμόρφωση του περιεχομένου της από 11-11-2010 έκθεσης αυτοψίας του περιβαλλοντολόγου Κ.
Θ.. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε σφάλμα δεχόμενη ότι από τη διαπίστωση στην ως άνω έκθεση αυτοψίας ότι κατά το χρόνο που διενεργήθηκε δεν υπήρχε ροή υδάτων από το σωλήνα παροχέτευσης, συνάγεται ότι ο συγκεκριμένος τρόπος παροχέτευσης δεν ήταν ορθός και για το λόγο αυτό υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να βρει άλλο τρόπο παροχέτευσης των ομβρίων υδάτων από το λατομικό χώρο της επιχείρησής της, και έτσι παραμόρφωσε, με την εσφαλμένη αυτή κρίση της, το περιεχόμενο της άνω έκθεσης αυτοψίας, καθόσον δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, δεδομένου ότι η μη ύπαρξη ροής υδάτων που διαπιστώνεται με την έκθεση αυτοψίας, δεν αποδεικνύει τον εσφαλμένο τρόπο παροχέτευσης αυτών ή το αναποτελεσματικό του τρόπου-μέσου ροής, αφού ο ενεργήσας την αυτοψία κατέγραψε τη μη ύπαρξη ροής τη συγκεκριμένη στιγμή. 4) Με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ μνημονεύει ως αποδεικτικό μέσο την από … έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού …, ενεργηθείσα μετά την από 21-7-2011 αίτηση των πρώτου και δευτέρου αναιρεσίβλητων, και στην οποία αναφέρεται ότι το κλιμάκιο της Υπηρεσίας αυτής επισκέφθηκε τρεις φορές το χώρο μέσα σε δύο μήνες (22-9-2011, 13-10-2011 και 16-11-2011) και διαπίστωσε ότι δεν συνέβαινε τίποτα από όσα αναφέρονται στην αίτηση εκείνων, κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμά της ότι τα καταγγελλόμενα περί των επιβλαβών επενεργειών της λειτουργίας του λατομείου της αναιρεσείουσας δεν ήταν αληθή, όμως οι άνω αντίδικοι δεν αποσκοπούσαν με την αίτησή τους στη βλάβη της εμπορικής πίστης, της φήμης και του επιχειρηματικού μέλλοντος της αναιρεσείουσας, αλλά στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους.
Το σφάλμα της προσβαλλόμενης έγινε, επειδή αποσιώπησε τη σχετική περικοπή της έκθεσης αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία "Η επιχείρηση, τόσο το λατομείο όσο και η μονάδα κοπής επεξεργασίας μαρμάρου βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία. Δεν διαπιστώθηκε στην περιοχή παχύ στρώμα άσπρης λάσπης σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα, παρά το γεγονός ότι την προηγούμενη νύχτα στις 22-9-2011 είχε βρέξει ισχυρά στην περιοχή.
Δεν παρατηρήθηκε σκόνη που να προέρχεται από τον σπαστήρα κατά τη λειτουργία του. Ο θόρυβος που μετρήθηκε στα όρια της επιχείρησης πλησίον του δημόσιου δρόμου και με κατεύθυνση το σπίτι του καταγγέλλοντα για θόρυβο, ήταν με τη λειτουργία του σπαστήρα 54,5 dbA και χωρίς τη λειτουργία του σπαστήρα 48,4 dbA. Υπερχείλιση από το σύστημα ανακύκλωσης νερού, της μονάδας κοπής μαρμάρου, χρησιμοποιείται για πότισμα δένδρων του ιδιοκτήτη". 5) Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16-11-2011 έκθεσης αυτοψίας, καθόσον, ενώ η άνω έκθεση αυτοψίας ανέφερε ότι "εγγύς του λατομείου υπήρχαν όμβρια, τα οποία διοχετεύονταν διαμέσου αντλίας και σωλήνα μήκους 2 χιλ.
σε ιδιόκτητο οικόπεδο ιδιοκτησίας του νομίμου εκπροσώπου αυτής, που βρίσκεται νότια του χώρου διάθεσης στείρων υλικών του λατομείου" και συνεπώς υπήρχε το σύστημα αυτό διαχείρισης πριν την υποβολή της από 21-7-2011 αίτησης των αναιρεσίβλητων, το Εφετείο, παραβλέποντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, δέχθηκε εσφαλμένα ότι λόγω της υποβολής της αίτησης εκείνων η διοίκηση εξανάγκασε την αναιρεσείουσα να προβεί σε έργα διαχείρισης των ομβρίων υδάτων, στηριζόμενη σε παρατήρηση της από … έκθεσης αυτοψίας σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα όφειλε να καταθέσει στην υπηρεσία αυτή αντίγραφα των αιτήσεων ανανέωσης των ΕΠΟ των λατομικών χώρων και να συμπεριληφθούν τα σχετικά με τη διαχείριση των ομβρίων, το σύστημα παροχέτευσης και το χώρο διάθεσης αυτών από την πλατεία του λατομείου, αν και απ' αυτό δεν αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχαν τα έργα αυτά, όπως εσφαλμένα παρερμήνευσε η απόφαση και ενώ το αληθές είναι ότι η ως άνω αρμόδια διεύθυνση διαπίστωσε σε τρεις επισκέψεις της (22-9-2011, 13-10-2011 και 16-11-2011) ότι η αναιρεσείουσα είχε ήδη κατασκευάσει συγκεκριμένο σύστημα διαχείρισης όμβριων υδάτων. 6) Με το δεύτερο μέρος του όγδοου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του ΑΠ 1734/25-6-2015 εγγράφου της Περιφέρειας …-Τμήμα Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας Περιφερειακής Ενότητας … με το οποίο αποστέλλεται η από … έκθεση αυτοψίας κλιμακίου του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας, καθώς εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν εκτίμησε σε όλη την έκταση και περιεχόμενο, αφού παρέλειψε την σαφή και κατηγορηματική αναφορά αυτής στην παράγραφο Α στην οποία αναφέρεται ότι "κατά την αυτοψία διαπιστώθηκαν τα παρακάτω....Ο εν λόγω σωλήνας χρησιμοποιείται για την παροχέτευση με την χρήση αντλίας των ομβρίων υδάτων που συγκεντρώνονται στην πλατεία μέσα σε δύο δεξαμενές στις οποίες καθιζάνει η αιωρούμενη μαρμαρόσκονη και λάσπη (χώματα) του παραπάνω αναφερόμενου λατομείου (σ.σ.
του επιδίκου) μετά από έντονη βροχόπτωση, στο προαναφερόμενο ιδιόκτητο αγροτεμάχιο και από εκεί στο παρακείμενο κεντρικό ρέμα του Λιμένα Θάσου σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη περιβαλλοντικών όρων..." και συνεπώς προκύπτει εξ αυτού σαφώς ότι η παροχέτευση από το λατομικό χώρο της αναιρεσείουσας γίνεται κατά τον τρόπο που είχε εγκριθεί από την τεχνική μελέτη περιβαλλοντικών όρων που με επίκληση είχε προσκομίσει, χωρίς να προκαλείται επίπτωση στο περιβάλλον και β) την με ημερομηνία 2-7-2015 έκθεση αυτοψίας της Επιθεωρήτριας Περιβάλλοντος Σ.
Χ., από την οποία προκύπτει ότι τηρούνται οι όροι της ισχύουσας τότε μελέτης περιβαλλοντικών όρων που σχετίζονται με τη διαχείριση των ομβρίων, δεν το λαμβάνει υπόψη για την απόδειξη των ισχυρισμών του περί αναληθών δηλώσεων και καταγγελιών των αντιδίκων της. Με το επικαλούμενο ως άνω περιεχόμενο, οι προτεινόμενοι λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Τούτο διότι η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο εσφαλμένη κρίση ως προς την αλήθεια των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, εξαιτίας της αποδιδόμενης εσφαλμένης ερμηνείας, αξιολόγησης, εκτίμησης του περιεχομένου και συναγωγής συμπερασμάτων, παράβλεψης των εγγράφων ή περικοπών αυτών, διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί η ίδια ότι προκύπτει από τα συγκεκριμένα έγγραφα και ότι είναι ορθή.
Η αναιρεσείουσα, στους ανωτέρω λόγους δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα τα έγγραφα αυτά και δέχθηκε ότι σ' αυτά μνημονεύονται πραγματικά περιστατικά καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται στο περιεχόμενό τους. Η αποδιδόμενη εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στηρίχθηκε μόνο ή κυρίως στα έγγραφα των οποίων επικαλείται παραμόρφωση για την απόδειξη των επιμέρους πραγματικών περιστατικών που καθένα αφορά, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του πορίσματός του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει σε κρίση ως προς τα ειδικότερα ζητήματα και όχι μόνο ή κυρίως σε καθένα από τα έγγραφα αυτά.
Πέραν, δε, τούτων, ειδικότερα, ως προς την αιτίαση της αποσιώπησης από την προσβαλλόμενη απόφαση των αναφερόμενων περικοπών της από 16-11-2011 έκθεσης αυτοψίας, στην οποία η αναιρεσείουσα επιχειρεί τη θεμελίωση του δεύτερου μέρους του πέμπτου αναιρετικού λόγου, αβάσιμα ισχυρίζεται τέτοια παράλειψη του Εφετείου, δεδομένου ότι ρητά αναφέρονται οι διαπιστώσεις στη μνημονευόμενη ως άνω έκθεση αυτοψίας, που υπογράφεται από τις Α.
Κ., μηχανικό περιβάλλοντος, Ε. Β., μηχανικό περιβάλλοντος, Γ. Π. ΕΔΥ της Διεύθυνσης Υγείας και το δασολόγο Σ. Σ., ότι, κατά το χρόνο της αυτοψίας δεν διαπίστωσε παχύ στρώμα άσπρης λάσπης, ούτε σκόνη που να προέρχεται από τη λειτουργία του σπαστήρα και ότι βεβαιώνει ότι ο θόρυβος που μετρήθηκε κατά τη λειτουργία του σπαστήρα βρέθηκε εντός των επιτρεπόμενων ορίων σε περιοχές όπου είναι επικρατέστερο το βιομηχανικό στοιχείο, καθώς και ότι τα όμβρια ύδατα του λατομείου διοχετεύονταν δια μέσου αντλίας και σωλήνα στην ιδιοκτησία του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, δεν μπορεί δε να θεμελιωθεί η αποδιδόμενη πλημμέλεια στην παραδοχή από το Εφετείο ως αληθινών πραγματικών περιστατικών διαφορετικών εκείνων που προκύπτουν από την ως άνω έκθεση αυτοψίας, αιτίαση που αφορά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, συναγομένη από τη συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Επίσης, αναφορικά με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, πλήττει, με το δεύτερο μέρος του, την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη εκτίμηση του … εγγράφου της Περιφέρειας … σε όλο το περιεχόμενό του και μολονότι από αυτό προκύπτει ότι η παροχέτευση των υδάτων από το λατομικό χώρο γίνεται με τον τρόπο που προβλεπόταν και είχε εγκριθεί από την τεχνική μελέτη περιβαλλοντικών όρων και καμία επίπτωση δεν έχει για το περιβάλλον, δέχθηκε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.
Πλην, όμως, παρεκτός του ότι το σφάλμα εντοπίζεται στη μη εκτίμηση όλου του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και όχι στην ιδρύουσα τον προβαλλόμενο λόγο μη ανάγνωση μέρους του, ουδόλως εκτίθεται, για το ορισμένο, και συνεπώς παραδεκτό, του λόγου αναίρεσης, η σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού για τα ως άνω ζητήματα, ήτοι αναφορικά με το εάν η παροχέτευση των όμβριων υδάτων από το λατομικό χώρο της αναιρεσείουσας γίνεται κατά τον τρόπο που είχε εγκριθεί από την τεχνική μελέτη περιβαλλοντικών όρων, ούτε ποια είναι τα διαφορετικά πράγματα που δέχθηκε το Εφετείο.
Εξάλλου, σχετικά με την από … έκθεση αυτοψίας της Επιθεωρήτριας Περιβάλλοντος Σ. Χ., η αναιρεσείουσα αιτιάται, με το ίδιο ως άνω μέρος του λόγου αυτού, ότι αν και προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας η τήρηση των όρων της ισχύουσας μελέτης που σχετίζονται με τη διαχείριση των όμβριων υδάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως λαμβάνει τούτο υπόψη της για την απόδειξη των ισχυρισμών του.
Όμως, η αποδιδόμενη παράλειψη, δεν θεμελιώνει τον, προσδιοριζόμενο και ενάριθμα, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Αλλά, και αν ήθελε κριθεί, με βάση την αιτίασή του, ως λόγος από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της μη λήψης υπόψη του συγκεκριμένου εγγράφου, είναι αβάσιμος, καθόσον ρητά μνημονεύεται η λήψη υπόψη αυτού του αποδεικτικού μέσου από το Εφετείο και μάλιστα αφού κρίθηκε παραδεκτή η, με επίκληση, προσκόμισή του για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό, η, δε, μη ειδική αξιολόγηση του εγγράφου αυτού και ο σχηματισμός από το Εφετείο τυχόν διαφορετικής κρίσης από τα αναφερόμενα στο περιεχόμενο του εγγράφου, δεν στοιχειοθετούν τον προτεινόμενο αναιρετικό λόγο.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ήτοι ότι δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, με τις ακόλουθες ειδικότερα αιτιάσεις: 1) Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό γεγονός τη δική της ευθύνη για την κατάρρευση του τοιχίου των αντιδίκων της, συνεπεία της καταστροφής του δάσους λόγω της διάνοιξης του λατομικού χώρου και της ανυπαρξίας τεχνικών έργων, μολονότι τούτο δεν αποδεικνύεται από κανένα έγγραφο και χωρίς να μνημονεύει ότι την κρίση της μόρφωσε από κάποιο επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο που την κατονομάζει ως υπαίτια της καταστροφής. 2) Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αυθαίρετο συμπέρασμα περί κατάρρευσης του τοιχίου των αντιδίκων συνεπεία της συγκέντρωσης ιδιαίτερα μεγάλου όγκου ομβρίων υδάτων στο λατομικό χώρο και την έλλειψη έργων παροχέτευσης αυτών, μολονότι τα ανωτέρω δεν προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση και οποιοδήποτε έγγραφο που προσκομίστηκε με επίκληση από τους αντιδίκους. 3) Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι μετά την πτώση του τοιχίου των αντιδίκων η αναιρεσείουσα τοποθέτησε πλαστικό σωλήνα παροχέτευσης των εντός του λατομείου υδάτων, που, όμως, δεν ήταν αποτελεσματικός και δεν βοήθησε στη λύση του προβλήματος, ενώ δεν προέκυψε από οποιοδήποτε έγγραφο ή μαρτυρία ότι η τοποθέτηση σωλήνα έγινε μετά το συμβάν της πτώσης του τοιχίου και ότι αυτός ήταν ανεπαρκής.
Με το ίδιο μέρος του λόγου αυτού ισχυρίζεται ότι, είναι αυθαίρετη και σχηματίστηκε χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, η ερμηνεία της προσβαλλόμενης ότι αφού δεν αναφερόταν στην με αριθμό … έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων του Λατομείου η τοποθέτηση του σωλήνα παροχέτευσης των ομβρίων υδάτων, τεκμαίρεται ότι δεν υπήρχε και ότι τοποθετήθηκε μετά το συμβάν του έτους 2007. 4) Με το τρίτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε την εμφάνιση προβλημάτων που αντιμετώπιζε η τρίτη των αντιδίκων από τη συσσώρευση ομβρίων υδάτων στο λατομείο της αναιρεσείουσας το χρονικό διάστημα των ετών από 2007 έως 2010, ενώ τούτο δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. 5) Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αντίδικοι έχουν υποστεί δυσμενείς συνέπειες από τη λειτουργία του λατομείου επί πολλά έτη, χωρίς τα γεγονότα αυτά να αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο, μαρτυρία, αποδεικτικό υλικό (φωτογραφίες, μελέτες, χημικές αναλύσεις) και χωρίς να μνημονεύει από ποια αποδεικτικά μέσα σχημάτισε την κρίση της.
Οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου, καθώς και τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μερικά των οποίων προσδιορίζονται ειδικά κατά την παράθεση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.
Υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, προσβάλλεται η ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Οι προταθέντες, όμως, ως άνω λόγοι της αναίρεσης, δεν μπορούν να θεμελιωθούν στο ότι το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την αξιολόγηση αυτών, κατέληξε σε παραδοχή διαφορετικών γεγονότων από εκείνα που θεωρεί αληθινά η αναιρεσείουσα, ακόμη και εάν έσφαλε στην κρίση του.
Δεν ήταν, δε, αναγκαίο να μνημονεύει το Εφετείο από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε, ούτε η μη αναφορά ιδρύει τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).
Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).
Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος, και κατ' ακολουθία παραδεκτός, ο, από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση, που αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών και οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, δηλαδή να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης) υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 905/2017, ΑΠ 793/2015).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1376/2011). Δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 286/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον στήριξε την κρίση της σε αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα, δέχεται, αφενός μεν ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη υπέβαλε την έγκλησή της με σκοπό όχι την κατασυκοφάντηση της αναιρεσείουσας, αλλά προκειμένου να βρεθούν οι πραγματικοί υπεύθυνοι του προβλήματος που αντιμετώπιζε επί πολλά έτη, αφετέρου ότι εκείνη (τρίτη αναιρεσίβλητη) γνώριζε εκ προοιμίου και άνευ ελέγχου ότι υπαίτια της ζημίας της ήταν η αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι, προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με καταχώρηση του περιεχόμενου αυτής, τουλάχιστον κατά το κρίσιμο για την έρευνα του λόγου αναίρεσης μέρους της και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει μόνο το κατά την εκτίμηση της ίδιας πραγματικό γεγονός που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, το οποίο χαρακτηρίζει αυθαίρετο και εσφαλμένο. Τούτο, όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αρκεί για την ίδρυση του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης, ούτε επιτρέπεται να συμπληρωθεί ο λόγος αυτός με την παραπομπή στις σελίδες της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες διατυπώνονται οι σχετικές κρίσεις αυτής.
Πέραν δε τούτου, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, από το παραδεκτά επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι υπάρχει παραδοχή του Εφετείου περί της γνώσης της τρίτης αναιρεσίβλητης, εκ προοιμίου και άνευ ελέγχου, ότι υπαίτια της ζημίας της ήταν η αναιρεσείουσα.
Αντίθετα, η απόφαση δέχεται ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη, την από 8-6-2010 έγκλησή της, έστρεψε κατά παντός υπευθύνου, ώστε οι αρμόδιες υπηρεσίες να διαπιστώσουν τους πραγματικούς υπεύθυνους του προβλήματος που δημιουργούνταν στην ιδιοκτησία της από τα όμβρια ύδατα που κατέληγαν σ' αυτήν από τις υπερκείμενες λατομικές επιχειρήσεις, και όχι αποκλειστικά κατά της αναιρεσείουσας, ανεξάρτητα από την προσωπική της πεποίθηση ότι υπαίτια του προβλήματος ήταν η αναιρεσείουσα.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, δεν αλληλοσυγκρούονται ούτε αλληλοαναιρούνται και συνεπώς δεν εμφιλοχωρεί αντιφατικότητα αυτών. Είναι σαφές ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη με την έγκλησή της, είχε πρόθεση να βρεθούν οι υπεύθυνοι της εμφάνισης του σχετικού προβλήματος και όχι η συκοφάντηση της αναιρεσείουσας και από το ότι έστρεψε αυτήν κατά παντός υπευθύνου.
Για την κρίση του αυτή συνήγαγε επιχείρημα και από το ότι παρά την πεποίθησή της ότι υπεύθυνη για την εισροή ομβρίων υδάτων στην ιδιοκτησία της ήταν η αναιρεσείουσα, την έγκληση δεν απηύθυνε προσωπικά κατ' αυτής. Αυτά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ούτε δέχεται το Εφετείο ότι αυτή την προσωπική της πεποίθηση για την αναιρεσείουσα, η τρίτη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων, ώστε να αποτελεί αντίφαση προς την παραδοχή της διαπίστωσης έλλειψης πρόθεσης συκοφάντησης εκείνης.
Κατ' ακολουθία, ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νόμιμα υποβληθέντες ισχυρισμούς της ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν ότι ήταν αναληθή τα καταγγελλόμενα από αυτούς περί της κάλυψης των ρεμάτων της περιοχής από παχύ στρώμα λάσπης λόγω της διοχέτευσης των αποβλήτων από την επιχείρησή της στα ρέματα και κατ' επέκταση στις ιδιοκτησίες τους, ότι δεν τηρούνταν οι κανονισμοί εγκατάστασης ηχοαπορροφητικών υλικών για την απόσβεση των θορύβων και ότι εξαιτίας της εκπομπής μολυσμένων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα από την κοπή και επεξεργασία των μαρμάρων υπήρχε εναπόθεση λεπτού στρώματος σκόνης σε ολόκληρη την επιφάνεια εντός και εκτός των οικιών τους, και ότι εν γνώσει της αναλήθειας προέβησαν στις σχετικές καταγγελίες.
Ο προτεινόμενος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη του τον θεμελιωτικό αυτό ισχυρισμό της αγωγής και ερεύνησε αυτόν. Ως προς τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι το κλιμάκιο της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος με την από 16-11-2011 έκθεση αυτοψίας αναφέρει ότι κατά το χρόνο της αυτοψίας δεν διαπίστωσε παχύ στρώμα λάσπης ούτε σκόνης που να προέρχεται από τη λειτουργία σπαστήρα, καθώς, επίσης, διαπίστωσε ότι ο θόρυβος ήταν εντός των επιτρεπομένων ορίων για περιοχές όπου είναι επικρατέστερο το βιομηχανικό στοιχείο.
Παρά την ως άνω παραδοχή, που αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η παράθεση των πραγματικών αυτών περιστατικών στην από 21-7-2011 αίτηση των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, δεν αποσκοπούσε να βλάψει την εμπορική πίστη, τη φήμη και το μέλλον της αναιρεσείουσας, αλλά στο να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα και να παύσουν οι βλαπτικές ενέργειες στις οποίες αυτοί απέδιδαν την καταστροφή του περιβάλλοντος και της ακίνητης περιουσίας τους, και συνεπώς στα πλαίσια επιδίωξης υπεράσπισης των συμφερόντων τους και των δικαιωμάτων τους που πλήττονταν, κρίνοντας ότι η σχετική ως άνω αίτησή τους ήταν αναγκαία για το σκοπό αυτό και επιβαλλόμενο και αναγκαίο μέσο, χωρίς το οποίο η διαφύλαξή του δεν ήταν δυνατή.
Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον άνω αναιρετικό λόγο, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζεται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1256/2019, ΑΠ 192/2018, ΑΠ 279/2015).
Τέτοια υποχρέωση έχει ο εναγόμενος του οποίου απορρίφθηκε η ένσταση και μετά ταύτα έγινε δεκτή η αγωγή, οπότε για να ερευνηθεί η ένστασή του, πρέπει να την επαναφέρει με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο αυτής (ΑΠ 1710/2012). Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης και με το τρίτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη της και δέχθηκε ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων περί εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 περ.
γ' του ΠΚ, για την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους, μολονότι οι αναιρεσίβλητοι, τον ισχυρισμό αυτό δεν επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, θεμελιούμενος στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος, καθόσον, από τα ιστορούμενα στην αναίρεση και την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, με την 141/2015 πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε κατά την κύρια βάση της την με αριθμό κατάθεσης 61/22-3-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος της τελεσθείσα από τους αναιρεσίβλητους αδικοπραξία, συντελεσθείσας με τις παρατιθέμενες στο δικόγραφο ψευδείς καταγγελίες τους και τη διάδοση των αναφερόμενων ψευδών γεγονότων που προσβάλλουν την εμπορική της φήμη, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, δεχόμενη και ως ουσιαστικά βάσιμη, την κριθείσα νόμιμη ένσταση των αναιρεσίβλητων, ότι όσα ισχυρίστηκαν και διέδωσαν θεωρούσαν αληθή και προέβησαν στις επίδικες ενέργειες προκειμένου να διαφυλάξουν το νόμιμο δικαίωμά τους στην περιουσία τους από τη ροή των όμβριων υδάτων, καθώς και το δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους σε ένα υγιεινό περιβάλλον, χωρίς πρόθεση να βλάψουν τη φήμη της αναιρεσείουσας, αποτέλεσε δε η ενέργειά τους το αναγκαίο μέσο για να καταστήσουν γνωστή στη διοίκηση την έλλειψη συστήματος απορροής των όμβριων υδάτων και την αιτία να λάβει η αναιρεσείουσα μέτρα διαφύλαξης των περιουσιών τους.
Ήτοι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την προβληθείσα από τους αναιρεσίβλητους ένσταση που θεμελιώνεται στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ. Κατά της απορριπτικής της αγωγής της απόφασης, άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα και συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, μεταβιβάστηκε, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, η υπόθεση ως σύνολο στο Εφετείο, ήτοι όχι μόνο ως προς την αγωγή, αλλά και ως προς την ως άνω ένσταση των αναιρεσίβλητων και δεν ήταν αναγκαίο να την επαναφέρουν οι ίδιοι με τις προτάσεις τους, προκειμένου να ερευνηθεί η ένσταση αυτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Έτσι, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, επίσης, ότι κατά παραδοχή της ενστάσεως αυτής, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισης της αναιρεσείουσας από τους αναιρεσίβλητους, και καταλήγοντας σε όμοια με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίση, απέρριψε την έφεση, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 270 παρ. 2 εδ.α' , β' , 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σε αυτά.
Εξάλλου, κατά την περ. β' του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν", και κατά την περ. γ' αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Απαιτείται δηλαδή, όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου ή η μη επίκληση του ληφθέντος υπόψη (ΑΠ 926/2007, ΑΠ 679/2005). Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς '' ισχυρισμών'' έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 836/2018, ΑΠ 401/2017). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 454/2016, ΑΠ 1677/2013).
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, απαιτείται το αποδεικτικό μέσο να είναι ουσιώδες (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 323/2008) και το δικαστήριο να στηρίχτηκε κύρια σ' αυτό. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το πόρισμά της κυρίως σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα και μόνο επαλλήλως ή επικουρικά συνεκτιμήθηκαν τα προσκομισθέντα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν είχε γίνει επίκληση (ΑΠ 470/2015, ΑΠ 1798/2014, ΑΠ 769/2014, ΑΠ 1688/2013, ΑΠ 257/2008).
Για το παραδεκτό, όμως, του λόγου αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο απαράδεκτα έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτού, θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 868/2015, ΑΠ 1499/2014, ΑΠ 974/2014, 1312/2012, ΑΠ 315/2008).
Εξάλλου, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται, εκτός των άλλων, το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο κατά τέτοιο μάλιστα τρόπο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 1499/2014).
Αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, το οποίο αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2103/2017, ΑΠ 898/2015, ΑΠ 373/2011, ΑΠ 1711/2008). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός με τη μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει το δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 325/2007).
Επίσης, ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, για να δημιουργηθεί όμως, ο αναιρετικός λόγος από τη μη λήψη αυτής υπόψη, πρέπει ο αναιρεσείων, ως ωφελούμενος από αυτή διάδικος, να επικαλέστηκε με τις προτάσεις του την ομολογία του αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1356/2010).
Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι πρότεινε την ομολογία του αντιδίκου του στο δικαστήριο της ουσίας και τον τρόπο προβολής της (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 661/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
β' και γ' ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: 1) Με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν μνημονεύει τη δικαστική ομολογία στην οποία είχαν προβεί πρωτόδικα οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, ότι ο … υποσχέθηκε ότι θα αποζημίωνε αυτούς για την καταστροφή που υπέστησαν αποδεχόμενος εμπράκτως ότι η οποιαδήποτε ευθύνη δεν αποδίδεται στην αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και κατ' ακολουθία απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την δυνατότητα του Εφετείου να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την ομολογία των διαδίκων, για την ίδρυση του λόγου από τη μη λήψη υπόψη της ομολογίας των αντιδίκων της, πρέπει να είχε επικαλεστεί αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας και να διαλαμβάνει στο αναιρετήριο ότι την είχε προτείνει, καθώς και τον τρόπο προβολής της.
Τέτοια πρόταση περί ομολογίας των αντιδίκων της δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον δεν αναφέρεται σε παραδοχή και αναγνώριση των αναιρεσίβλητων ότι η ευθύνη για τη ζημία τους δεν βαρύνει την αναιρεσείουσα, αλλά σε έμπρακτη αποδοχή της έλλειψης ευθύνης της από το…. 2) Με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ότι αν και η αναιρεσείουσα προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου την αθωωτική για τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ν.
Χ. απόφαση για την κατηγορία, εκτός των άλλων, και για την παροχέτευση υδάτων που συλλέγονται εντός του λατομικού της χώρου, με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε δρόμο μπροστά από την οικία της τρίτης αναιρεσίβλητης, κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων, δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ψευδών καταγγελιών των αντιδίκων της, που αποδείχθηκε με την απόφαση αυτή και έτσι παρέβη τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αφού την απόφαση αυτή που αποτελεί αποδεικτικό μέσο προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει στο αναιρετήριο κατά τα στοιχεία της (αριθμός απόφασης, εκδώσαν δικαστήριο) την αθωωτική απόφαση που προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο και δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την αλήθεια του ισχυρισμού της για ψευδή σε βάρος της καταγγελία των αναιρεσίβλητων, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα της απόφασης αυτής.
Πέραν δε τούτου, ρητά αναφέρει στο λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο μνημονεύει την έκδοση αυτής της απόφασης, της οποίας η συνεκτίμηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προκύπτει ευθέως και από τη ρητή αναφορά της στην προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται.
Συνεπώς, αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη λήψη υπόψη του της συγκεκριμένης απόφασης, τη διάταξη του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε ο λόγος αυτός μπορεί να ιδρυθεί από το διαφορετικό προς το αποτέλεσμα της απόφασης αυτής πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας. 3) Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα έγγραφα:
α) το με αριθ. πρωτ. … έγγραφο του Α.Τ. …, β) το ΑΠ … έγγραφο της Περιφέρειας … Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδοοικονομίας Περιφερειακής Ενότητας … και γ) την από … έκθεση αυτοψίας της Επιθεωρήτριας Περιβάλλοντος Σ. Χ. του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων Βορίου Ελλάδος, τα οποία συντάχθηκαν μετά την άσκηση της αγωγής της, χωρίς να γίνεται ρητή επίκληση αυτών από τους αναιρεσίβλητους που τα προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του που συνίσταται στο ότι η αναιρεσείουσα που προβάλει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, δεν επικαλείται στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας το ανεπίτρεπτο των προσκομιζόμενων εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων, επειδή δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτών από τους αναιρεσίβλητους, και για τη μη πρόταση του απαράδεκτου αυτού στο Εφετείο δεν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 152/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των εχόντων ενιαία παράσταση αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία… για αναίρεση της 152/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)