Legislator Case Law & Legislation
1093/2013 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on mortgage conversion title invalidity due to lack of certified court decision copy.

Case Number 1093/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Patras Court of Appeal's decision to remove a mortgage from a property. The bank argued that a prior court judgment converting a pre-notice into a mortgage was invalid because the bank failed to submit a certified copy of the judgment to the Land Registry, only providing a draft. The court held that without a certified copy, the Land Registry's action based on the invalid title was legally flawed, and the 90-day statute of limitations for conversion had expired before the property was transferred to the appellant. Consequently, the Supreme Court upheld the lower court's ruling to remove the mortgage and ordered the bank to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1260, 1261, 1263 of the Civil Code; Article 1323 of the Civil Code; Article 1329, paragraph 3 of the Civil Code; Article 449, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 52 of Law 3026/1954: A pre-notice converts to a mortgage only upon final judgment and registration within 90 days; failure to submit a certified court decision to the Land Registry renders the conversion invalid, and the statute of limitations prevents retroactive registration on the new owner's title.

Keywords

AI generated
mortgage conversion pre-notice validity Land Registry registration statute of limitations certified court decision property transfer invalid title

Cited Legislation

AI generated
Articles 1260, 1261, 1263 of the Civil Code
Article 1277 of the Civil Code
Article 1323 of the Civil Code
Articles 1276, 1277, 1278 of the Civil Code
Article 28, paragraph 2 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Articles 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1297, 1295 of the Civil Code
Article 977, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 993, paragraph 1, section b of the Code of Civil Procedure
Article 1007, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1329, paragraph 3 of the Civil Code
Article 449, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 52 of Law 3026/1954
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1093/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και έδρα την Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της πρώην Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χαρμπίλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 799/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 524/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1260, 1261 και 1263 ΑΚ προκύπτει, ότι για την απόκτηση υποθήκης απαιτείται τίτλος που χορηγεί αυτό το δικαίωμα, τέτοιο δε τίτλο αποτελεί και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, εφόσον επιδικάζει χρηματική ή άλλη αποτιμητή σε χρήμα παροχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1277 ΑΚ "η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης.

Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης". Κατά δε το άρθρο 1323 ΑΚ απόσβεση της προσημειώσεως επέρχεται και, αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση, δεν τράπηκε σε υποθήκη.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278 ΑΚ και 28 παρ. 2 Εισ.Ν.ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης, αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρουμένη με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση περιήλθε στην κυριότητα άλλου.

Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1297, 1295 ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδάφ. β' και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαίωμα υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του και εμπράγματη αγωγή στην οποία υπόκειται και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο.

Η εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και από τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση υποθήκης δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση. Η δυνατότητα αυτή της έγερσης της ως άνω εμπράγματης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 993 παρ. 1 εδάφ.

β' του ΚΠολΔ και 41 του ΕισΝομΚΠολΔ. Επομένως, ο προσημειούχος δανειστής μπορεί, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων να ασκήσει την εμπράγματο αγωγή και κατά του τρίτου κυρίου ή κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το προσημειωμένο ακίνητο και ο οποίος έτσι ευθύνεται εμπράγματα, εφόσον βέβαια έχει ως προαναφέρθηκε τίτλο εκτελεστό.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1268, 1272, 1276, 1277, 1302, 1305, 1306, 1307, 1330 παρ. 3 ΑΚ, 7, 8, 9 και 10 ΒΔ 533/1963, ο αιτών την εγγραφή υποθήκης και, επομένως, και ο αιτών την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, η οποία είναι προϋπόθεση της συστάσεως της υποθήκης, πρέπει να υποβάλλει αίτηση στον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα, προσκομίζοντας ταυτόχρονα, εκτός των άλλων, τον τίτλο εγγραφής υποθήκης είτε σε πρωτότυπο, είτε σε έγκυρο αντίγραφο.

Για την τροπή δε της προσημείωσης σε υποθήκη με τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει την απαίτηση, επισυνάπτεται στην αίτηση επικυρωμένο αντίγραφο αυτής εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 90 ημερών από την τελεσίδικη επιδίκαση της απόφασης, οπότε η υποθήκη θεωρείται εγγεγραμμένη από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και από τότε επάγεται τις έννομες συνέπειές της.

Εάν η εγγραφή της υποθήκης γίνει μετά την παρέλευση των 90 ημερών, συνίσταται μεν υποθήκη στο ακίνητο του οφειλέτη με βάση τον δικαστικό αυτό τίτλο, στην περίπτωση όμως αυτή η υποθήκη αποκτά τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο της εγγραφής της, όχι δηλαδή τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης.

Ειδικότερα δε, από τη διάταξη του άρθρου 1278 ΑΚ προκύπτει, ότι, ακόμη και αν το ακίνητο μετά την εγγραφή της προσημείωσης περιέλθει στην κυριότητα τρίτου, η τροπή σε υποθήκη ισχύει και κατά του τρίτου, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1265 και 1271 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που παραχωρεί την υποθήκη απαιτείται να είναι κύριος στα ακίνητα κατά το χρόνο της εγγραφής της (ΑΠ 1423/1981).

Περαιτέρω, κατά με το άρθρο 449 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, κατά δε το άρθρο 52 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του, είναι δε υπεύθυνος για την ακρίβεια αυτών.

Εκ τούτων έπεται ότι η επίδοση αντιγράφου οριστικής αποφάσεως του οποίου δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια σε σχέση με το πρωτότυπο από τον υπάλληλο που το εξέδωσε, ισοδυναμεί με παράλειψη επιδόσεως και δεν κινεί την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, ούτε υποχρεώνει το διάδικο να διαπιστώσει κατ' άλλο τρόπο την ακρίβεια αυτού.

Και ναι μεν ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του, τα οποία έχουν ισχύ αντιπεφωνημένου αντιγράφου, πλην όμως το απλό αντίγραφο της αποφάσεως, έστω και σε φωτοτυπία, δεν είναι από τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του. Η απόφαση του δικαστηρίου, ως διαδικαστικό έγγραφο, υπάρχει σε πρωτότυπο στη γραμματεία και όχι στα χέρια του δικηγόρου.

Με το πιο πάνω άρθρο 52 του Κώδικα περί δικηγόρων αναγνωρίζεται στον δικηγόρο το δικαίωμα να εκδίδει αντίγραφα των πρωτοτύπων ή αντιγράφων που βρίσκονται στα χέρια του και για το λόγο αυτό στην επικύρωση πρέπει να αναφέρεται αν το αντίγραφο που εκδίδει ο δικηγόρος προέρχεται από το "πρωτότυπο" ή από "επικυρωμένο αντίγραφο", για να μην διαφεύγει το χαρτόσημο που καταβάλλεται για την έκδοση επικυρωμένου αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο, η έλλειψη καταβολής του οποίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 62 του Π.Δ.

της 28-7-1931 "περί Κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου", όπως το άρθρο 27 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 199/1969, επιφέρει την ακυρότητα της επίδοσης του επικυρωμένου αντιγράφου της απόφασης (ΑΠ 1133/2008). Έτσι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 4 παρ. 1, 2, 3, 14 Α.Ν. 386/1936, που ισχύει από 1-6-1938, τα εκδιδόμενα αντίγραφα, μετά την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου που τα εκδίδει, θεωρούνται για τη νόμιμη χαρτοσήμανσή τους και για την κατά σειρά της παραγγελίας έκδοσή τους από τον προϊστάμενο του τμήματος έκδοσής τους.

Η θεώρηση αυτή γίνεται με τις λέξεις "θεωρήθηκε για τη νόμιμη χαρτοσήμανση και για τη σειρά προτεραιότητας που εκδόθηκε", τίθεται δε χρονολογία, η ιδιότητα και η υπογραφή του υπαλλήλου που θεωρεί. Χωρίς την θεώρηση αυτή, τα εκδιδόμενα αντίγραφα και πιστοποιητικά είναι απαράδεκτα και δεν επάγονται καμία έννομη συνέπεια, εάν προσαχθούν ενώπιον των δικαστηρίων ή οποιασδήποτε άλλης αρχής.

Είναι δε απαράδεκτα και τα εκδιδόμενα από του δικηγόρους αντίγραφα ή πιστοποιητικά, εάν δεν αναγράφεται σ' αυτά η ανωτέρω θεώρηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1329 περ. γ' ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί τροπής προσημείωσης σε υποθήκη , η εγγραφή υποθήκης είναι άκυρη, αν έγινε με βάση άκυρο τίτλο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1314 ΑΚ, λάθη ή ελλείψεις που προέρχονται από υπαιτιότητα των μερών, διορθώνονται μόνο με βάση έγγραφα όμοια με εκείνα που απαιτούνται για την πρώτη εγγραφή.

Οι διορθώσεις ισχύουν από την ημέρα που έγιναν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει, ότι η σύσταση της υποθήκης δεν επέρχεται, αν η εγγραφή είναι άκυρη, ενώ η ακυρότητα αυτή μπορεί να οφείλεται σε ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους, οπότε στη δεύτερη περίπτωση είναι δυνατή η θεραπεία της ακυρότητας με την διόρθωση των λαθών ή τη συμπλήρωση των ελλείψεων της εγγραφής.

Αντίθετα, αν η εγγραφή είναι άκυρη για ουσιαστικό λόγο, πρέπει να επαναληφθεί. Όμως, και όταν ακόμη πρόκειται για τυπική ακυρότητα, το δικαίωμα της υποθήκης υπάρχει μόνον από τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της κατ' αρχήν άκυρης εγγραφής. Έτσι, αν η εγγραφή της υποθήκης έγινε με βάση προσκομιζόμενο άκυρο αντίγραφο δικαστικής αποφάσεως, η εγγραφή είναι άκυρη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 29-10-1982 σύμβαση δανείου, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία ήδη σήμερα έχει απορροφηθεί από την εκκαλούσα - εναγομένη εταιρία, χορήγησε, δυνάμει της από 29-7-1982 σύμβασης , ενυπόθηκο δάνειο ποσού 2.600.000 δρχ.

στην εδρεύουσα στην Πάτρα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Π. Κ. & ΣΙΑ ΟΕ". Προς εξασφάλιση του δανείου αυτού παραχωρήθηκε, υπέρ της ως άνω δανείστριας εταιρίας και δυνάμει της 2269/1982 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προσημείωση υποθήκης για ποσό 3.640.000 δρχ. και ήδη 10.682,32 ευρώ, η οποία καταχωρήθηκε στον τόμο 453 και με αριθμό 79254 στο βιβλίο υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, επί ακινήτου ιδιοκτησίας της δανειολήπτριας, ήτοι επί ενός καταστήματος επιφανείας 75,50 τ.μ., με στοιχεία ΓΙΩΤΑ ΔΥΟ (Ι-2) του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Πάτρα, επί της οδού ...

αρ. 33-35, αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο με W.C και παταριού και συνορεύει ανατολικά με την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας και με το κλιμακοστάσιο, δυτικά με πολυκατοικία Γ., αρκτικά με ακάλυπτο χώρο και μεσημβρινά με την οδό ... και το οποίο έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών με ΚΑΕΚ ... .

Έτσι, η εφεσίβλητη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη δικαιούχος του σχετικού εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ανωτέρω ακινήτου. Εν συνεχεία, μετά από αγωγή της πρώην Ε.Κ.Τ.Ε. (δανείστριας), κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και των ομορρύθμων μελών της Π. Κ. του Α., Α. Κ. του Α. και Λ. Α. του Γ., εκδόθηκε η 6755/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε νομότυπα την 1-10-1998 στους ανωτέρω τότε εναγομένους, κατέστη δε τελεσίδικη ως προς την απαίτηση της δανείστριας.

Στις 22-1-1999 η ανωτέρω δανείστρια υπέβαλε την 100/358886/22-1-1999 αίτηση της στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών και η προαναφερθείσα προσημείωση τράπηκε σε υποθήκη. Μεταξύ των απαιτουμένων για την τροπή σε υποθήκη της προσημείωσης η δανείστρια προσκόμισε αντίγραφο της 6755/1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο στο τέλος αυτού φέρει την ακόλουθη βεβαίωση, "Ακριβές φωτ/φο εκ του εις χείρας μου επισήμου, όπερ επικυρώ.

Πάτρα 19-1-99. Ο επικυρών Δικηγόρος Νίκος Τ. Φιλόπουλος", ακολουθούσε δε υπογραφή και σφραγίδα του επικυρούντος. Η εν λόγω όμως θεώρηση της δικαστικής αποφάσεως δεν είναι η απαιτούμενη, αφού δεν εμφαίνονται στο φωτοαντίγραφο αυτής οι υπογραφές του δικαστή ο οποίος την εξέδωσε και του γραμματέα που συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, ούτε περαιτέρω βεβαίωση του γραμματέα του αρμοδίου τμήματος των δικαστηρίων:

α) σχετικά με την ακρίβεια του αντιγράφου σε σχέση με το πρωτότυπο, β) τη νόμιμη χαρτοσήμανσή του και γ) την κατά σειρά προτεραιότητας παραγγελίας έκδοσή του από τον προϊστάμενο του τμήματος. Ως εκ τούτου ο ανωτέρω προσκομισθείς τίτλος για την τροπή της προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη ήταν άκυρος. Η ακυρότητα δε αυτή δεν θεραπεύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο προς αντιπαραβολή από την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα επικυρωμένο αντίγραφο της ίδιας αποφάσεως, το οποίο φέρει:

α) τις υπογραφές του δικαστού και του γραμματέως που συμμετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου, β) ημερομηνία 26-5-1998, γ) νόμιμη χαρτοσήμανση, δ) θεώρηση και ε) υπογραφή από τον αρμόδιο γραμματέα, δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε τέτοιο αντίγραφο στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών, αλλά το προαναφερθέν απλό σχέδιο της 6755/1996 αποφάσεως, το οποίο στερείται κύρους και αποδεικτικής δυνάμεως.

Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο με στοιχεία 1α λόγος της εφέσεως. Ως αβάσιμος κατ' ουσίαν όμως πρέπει ν' απορριφθεί και ο με στοιχεία 1β λόγος της εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίον, επειδή το εκδοθέν από τον Υποθηκοφύλακα Πατρών πιστοποιητικό περί τροπής της προσημειώσεως υποθήκης σε υποθήκη δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν πρόκειται περί πλαστότητος ή μη του συνταχθέντος υπό του Υποθηκοφύλακας Πατρών από 22-1-1999 πιστοποιητικού τροπής της προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη, αλλά περί ακυρότητας του συνυποβληθέντος με την αίτηση τίτλου, οπότε η τροπή αυτή, ως πράξη του Υποθηκοφύλακα, είναι άκυρη ως βασισθείσα σε άκυρο τίτλο, το δε συνταχθέν εν συνεχεία από τον τελευταίο πιστοποιητικό, δεν καθιστά έγκυρη την ανωτέρω τροπή εκ μόνου του γεγονότος ότι δεν προσβλήθηκε ως πλαστό.

Εν συνεχεία, ο Υποθηκοφύλακας Πατρών στον οποίο υποβλήθηκε ο τίτλος, προφανώς από αμέλεια, με την από 22-1-1999 πράξη του, δέχθηκε ως έγκυρο αυτόν, προέβη στην τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη και την καταχώρισε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ... και με α.α. 79.254. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του .../1984 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Ανδριανής Ανδρικοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων, στον τόμο ...

και με α.α. 274499, η οφειλέτρια εταιρία μεταβίβασε το προαναφερόμενο κατάστημα, με το εμπράγματο επ' αυτού βάρος στους Ε. Μ. του Σ. και τη Μ. συζ. Ε. Μ., το γένος Π. Δ., οι οποίοι εν συνεχεία το μεταβίβασαν, επίσης με το εμπράγματο αυτό βάρος, στην κόρη τους Ε. Μ. του Ε. και Μ., ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει του .../1997 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Σπανού, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ...

και με α.α. 114. Κατά τη διάρκεια της κτηματογραφήσεως της πόλης των Πατρών, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα από παραδρομή δεν προέβη εμπρόθεσμα στην υποβολή δηλώσεως εγγραπτέου δικαιώματος, με αποτέλεσμα, μετά το πέρας των πρώτων εγγραφών, στο κτηματολογικό φύλλο που αφορά στο ανωτέρω ακίνητο, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ..., ήδη ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης Ε.

Μ., να φαίνεται ως απαλλαγμένο από το προαναφερόμενο εμπράγματο βάρος, ήτοι της προσημείωσης υποθήκης και της τροπής της σε υποθήκη. Έτσι, η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπέβαλε την 9016/19-7-2005 αίτησή της για καταχώριση εγγραπτέας πράξης, την οποίαν κοινοποίησε νόμιμα στην κυρίως παρεμβαίνουσα (εφεσίβλητη - ενάγουσα-αναιρεσείουσα), ήδη ιδιοκτήτρια του ακινήτου στις 25-7-2005.

Η τελευταία με τις από 3-8-2005 και με α.π. 1659/5-8-2005 αντιρρήσεις της στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών, εναντιώθηκε στην προαναφερόμενη αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, ο Προϊστάμενος του οποίου με την 2051/13-10-2005 πράξη του αρνήθηκε την καταχώριση, δεχόμενος τις ως άνω αντιρρήσεις της παρεμβαίνουσας (αναιρεσίβλητης).

Εν συνεχεία η αναιρεσείουσα με την 2458/9-6-2006 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, ζήτησε να υποχρεωθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών να εγγράψει την ως άνω υποθήκη. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, η 146/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι, αν και η τροπή της προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη βασίσθηκε σε άκυρο τίτλο και ως εκ τούτου είναι άκυρη, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών δεν έχει αρμοδιότητα να προβεί σε επανέλεγχο της εγκυρότητας της πράξεως του Υποθηκοφύλακα Πατρών, δεδομένου ότι αυτό είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστή, ο οποίος αποφασίζει κατόπιν ασκήσεως ενώπιόν του αγωγής περί εξαλείψεως της υποθήκης.

Έτσι, υποχρέωσε τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου να εγγράψει στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, την προσημείωση υποθήκης που ετράπη σε υποθήκη κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Η απόφαση αυτή (146/2007) δεν αποδείχθηκε ότι έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους, έτσι ώστε να παρέλθει η προθεσμία της ασκήσεως ενδίκων μέσων, οπότε δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, πλην όμως κατ' άρθρο 763 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην εκούσια δικαιοδοσία, κατ' απόκλιση από τη ρύθμιση στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, η προθεσμία και η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλουν την ισχύ της απόφασης, αλλά η ενεργοποίηση της διαπλαστικής ενέργειας και της εκτελεστότητας της απόφασης επέρχονται αμέσως με τη δημοσίευσης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι' αυτήν η επίδοσή της.

Επομένως, το γεγονός ότι δεν κατέστη τελεσίδικη η 146/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη, με την οποίαν κρίνεται η αξίωση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης να εξαλειφθεί η υποθήκη τόσο από τα σχετικά βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, όσο και από το κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών.

Στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η διόρθωση της ανωτέρω εγγραφής, με την προσκόμιση έγκυρου τίτλου, ήτοι ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου της 6755/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να διορθωθεί η προαναφερθείσα άκυρη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Επειδή όμως, η ανωτέρω εγγραφή θα πραγματοποιηθεί μετά την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας των 90 ημερών, θα αποκτήσει την τάξη που αντιστοιχεί στην ημέρα εγγραφής και όχι στην ημέρα εγγραφής της προσημείωσης, που αποσβέσθηκε, οπότε δεν θα έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στο άρθρο 1278 ΑΚ και συνεπώς, εφόσον ήδη το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, δεν είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης επ' αυτού, ως μη ανήκον πλέον στην οφειλέτρια εταιρεία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι το προσκομισθέν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών αντίγραφο της 6755/1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως τίτλος για την τροπή της προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη ήταν άκυρος, διότι η θεώρηση της άνω δικαστικής αποφάσεως δεν ήταν η απαιτούμενη κατά νόμο, ότι η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται από το αναφερόμενο προς αντιπαραβολή από την αναιρεσείουσα επικυρωμένο αντίγραφο της ίδιας αποφάσεως, αφού δεν υποβλήθηκε τέτοιο αντίγραφο στο Υποθηκοφυλακείο, αλλά το αναφερόμενο απλό σχέδιο της αποφάσεως, το οποίο στερείται κύρους και αποδεικτικής δυνάμεως, ότι η τροπή αυτή, ως πράξη του Υποθηκοφύλακα, είναι άκυρη ως βασισθείσα σε άκυρο τίτλο, το δε συνταχθέν στη συνέχεια από τον τελευταίο πιστοποιητικό, δεν καθιστά έγκυρη την άνω τροπή από μόνο το γεγονός, ότι δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, ότι το γεγονός ότι δεν κατέστη τελεσίδικη η 146/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, με την οποία κρίνεται η αξίωση της αναιρεσίβλητης να εξαλειφθεί η υποθήκη και ότι η διόρθωση της εγγραφής με την προσκόμιση έγκυρου τίτλου είναι επιτρεπτή, η εγγραφή όμως αυτή θα πραγματοποιηθεί πλέον μετά την αποκλειστική προθεσμία των 90 ημερών και έτσι θα αποκτήσει την τάξη που αντιστοιχεί στην ημέρα εγγραφής και όχι στην ημέρα εγγραφής της προσημείωσης που αποσβέστηκε και δεν είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου, αφού τούτο έχει πλέον μεταβιβασθεί στην αναιρεσίβλητη και δεν ανήκει πλέον στην οφειλέτρια εταιρεία.

Κατόπιν τούτου, δέχτηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζητούσε να διαταχθεί η εξάλειψη της αναφερόμενης υποθήκης από το βιβλίο Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών και από το σχετικό κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1260, 1261, 1263, 1265, 1268, 1271, 1272, 1276, 1277, 1278, 1302, 1305, 1306, 1307, 1314, 1330 παρ. 3 ΑΚ, 7, 8, 9 και 10 ΒΔ 533/1963, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 1329 περ. 3 του ΑΚ, 449 παρ. 1 ΚΠολΔ και 52 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται, αντίστοιχα, ότι ο Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1329 περ. 3 ΑΚ, 449 παρ. 1 ΚΠολΔ και 52 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" και ότι η κρίση ότι ο τίτλος για την τροπή της προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη ήταν άκυρος δεν στηρίζει το διατακτικό, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 524/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ