Legislator Case Law & Legislation
1093/2012 AI generated

1093/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1093/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1093/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Keywords

AI generated
suspension of unemployment benefits female unemployment cessation of benefits unemployment insurance administrative body employment subject to social contributions posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1093/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", που εδρεύει στον Αγ. Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά - Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αποστολόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3644/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο αρθρ. 80§1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το αρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο αρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ...

§6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1- 2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του αρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ.

της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του αρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 € από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' αρθ. 1 § 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του αρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το αρθ. 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (αρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω αρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το αρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του αρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του αρθ. 12 ν. 320512003, ενώ και με το αρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά.

Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του αρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του αρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής, όπως είναι και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων σε συγκεκριμένη κατηγορία αυτών, διότι τα επιδόματα αυτά (λ.χ.

επίδομα εξόδων κίνησης), χορηγήθηκαν για σκοπό άλλο από αυτόν της αύξησης των αποδοχών. Έτσι, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (αρθ. 8 του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που συνεκδίκασε ως Εφετείο τις αντίθετες εφέσεις κατά της 45/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης για την καταβολή της πιο πάνω πρόσθετης παροχής του άρ. 14 του ν. 3016/2002, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 3644/2010 απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Αγίου Δημητρίου" με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες σε αυτό από 31-12-2001 έως 1-7-2002, από 7-1-2003 έως 6-9-2003, από 6-2-2004 έως 5-10-2004 με την ειδικότητα της εργάτριας καθαριότητας, ανήκουσα στον κλάδο ΥΕ Εργατών Καθαριότητας, επίσης δυνάμει σύμβασης ορισμένου χρόνου από 8-8-2005 έως 7-4-2006 με την ειδικότητα της εργάτριας κήπων, ανήκουσα στον κλάδο ΥΕ Εργατών κήπων και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 2-10-2006 έως το χρόνο σύνταξης της αγωγής, με την ειδικότητα της εργάτριας καθαριότητας ...

Ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής της για την παροχή των υπηρεσιών της, ρυθμίζονταν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και ειδικότερα μέχρι 31-12-2003 σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 ... δικαιούμενη, συνεπώς, όλων των παροχών που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτές, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, του άρθρου 14 § 2 του ν. 3016/2002, ανεξάρτητα αφενός μεν από το δικαίωμα της προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτή, ως εργαζόμενη στον εναγόμενο ΟΤΑ, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας της, αφετέρου δε του εάν αποτελεί μέλος του Συλλόγου των Υπαλλήλων του εν λόγω ΟΤΑ ή όχι, καθώς και του εάν οι δυνατότητες προϋπολογισμού του τελευταίου επέτρεπαν τη χορήγησή της.

Ωστόσο, η προαναφερόμενη εργαζόμενη, καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής της, δεν έλαβε για τη χρονική περίοδο από 1-1-2002 έως 31-8-2007 την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 14 και 22 του Συντάγματος), ενόψει του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και ν.π.δ.δ., χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της, ως εκτίθεται στη μείζονα πρόταση, εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας ήτοι γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ν. 2470/1997 με τις μετέπειτα τροποποιήσεις του, αλλά και στην αντίστοιχη του ν. 3205/2003.

Συνεπώς, η εξαίρεση της ενάγουσας από την απόληψη της εν λόγω παροχής ενώ τελεί υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες συνιστά, ως στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση αυτής έναντι των ρητώς κατονομαζομένων στις υπουργικές αποφάσεις ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4§1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία - άρθρο 22§1εδ.

β' του Συντάγματος). Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί και για αυτή, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, εφόσον αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ένδικης παροχής, δηλαδή υπάγεται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, δεδομένου του ότι δεν γίνεται μνεία ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14§2 του ν. 3016/2002 ούτε στις ως άνω ΚΥΑ, περί ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της συναρτώμενης από το είδος, την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής.

Περαιτέρω, μη συμψηφιστέες κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, θα πρέπει να θεωρηθούν τόσο η χορηγούμενη σε αυτούς, ως υπαλλήλους ν.π.δ.δ. υπαγομένων σε ΟΤΑ χρηματική παροχή του "επιδόματος ειδικής απασχόλησης" (ν. 2768/1999), η οποία παρασχέθηκε στη συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων, καθώς και στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτοί στις ως άνω υπηρεσίες παρέχουν την εργασία τους, στοιχείο το οποίο ενισχύεται άλλωστε και από το γεγονός ότι δικαιούχοι του εν λόγω ειδικού επιδόματος είναι μόνο όσοι προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του (άρθρο 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997), όσο και η χρηματική παροχή των "εξόδων κίνησης" (ν. 2346/1995, όπως τροποποιήθηκε με ν. 2685/1999 σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 2040222/4110/0022/ 9-6-1998 και τις διαδοχικές τροποποιήσεις αυτής), καταβαλλόμενη σε αυτούς από την 1-1-2001 και εντεύθεν σε μηνιαία βάση, καθόσον η εν λόγω χρηματική παροχή αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ενόψει του ότι αμφότερες αποτελούν παροχές άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και με την φύση των καθηκόντων των υπαλλήλων των συγκεκριμένων υπηρεσιών, και επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς σε σύγκριση με την επίδικη του άρθρου 14§2 του ν. 3016/2002, η οποία αποτελεί κατά την προεκτεθείσα ερμηνεία των διατάξεων, τακτική εισοδηματική παροχή, ήτοι γενική μισθολογική προσαύξηση ...".

Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με βάση τις αναφερόμενες περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφασή του σκέψεις, που δεν ενδιαφέρουν τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, έκρινε ότι η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να επιδικασθεί στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.168 ευρώ και επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ίδια, απέρριψε κατ' ουσία τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις.

Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως, πρέπει ν απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι τέσσερεις λόγοι αναίρεσης, όλοι από το αρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο, επιπλέον, η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 κατέληξε εσφαλμένα στην κρίση ότι η αντίδικος δικαιούται την ένδικη παροχή, ενώ η αναιρεσίβλητος ενάγουσα "δεν ανέφερε στην αγωγή της ρητά αν ελάμβανε επιδόματα και σε ποιο ποσό ανήρχοντο αυτά προκειμένου να κριθεί εάν υπερβαίνουν ή όχι το επίδικο ποσό των 176 € μηνιαίως, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα μοναδική προϋπόθεση χορήγησης της ένδικης παροχής είναι να μη λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή ...", ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος.

Τούτο δε, διότι αληθώς ο αναιρεσείων προβάλλει με την αιτίαση αυτή αοριστία της αγωγής, λόγω ελλείψεως εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ποσοτικής αοριστίας), η οποία ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, προβάλλει, δηλαδή, μη προβλεπόμενο στην εξεταζόμενη περίπτωση, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερόμενων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το αυτό πιο πάνω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, είτε ως λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είτε ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 281 § 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 157/2010) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", για αναίρεση της 3644/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ