Legislator Case Law & Legislation
1093/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on paternity recognition statute of limitations and procedural grounds.

Case Number 1093/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's dismissal of a paternity recognition claim. The appellant argued the statute of limitations had not expired due to specific knowledge of the mother's relationship, but the court found this knowledge legally irrelevant. Furthermore, the court held that since the lower court dismissed the suit as inadmissible without examining the merits, it could not have erred in its substantive assessment or evidence evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1479 para. 1, Art. 1483 para. 1, Art. 1483 para. 2 lit. b, Art. 1473 of the Civil Code; The statute of limitations for paternity recognition begins upon the child's majority and is not interrupted by subsequent marriage unless the child's knowledge of the relationship is legally relevant to the claim's validity.

Keywords

AI generated
paternity recognition statute of limitations Civil Code provisions admissibility of suit appeal grounds rejection

Cited Legislation

AI generated
Art. 1479 para. 1 of the Civil Code
Art. 1483 para. 1 of the Civil Code
Art. 1483 para. 2 lit. b of the Civil Code
Art. 1473 of the Civil Code
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 40/1988
Supreme Court 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.093/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπασωτηρίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4172/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6559/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Απριλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της καθένας την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1479 παρ. 1 ΑΚ προβλέπεται ότι το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του 'χει δικαίωμα να ζητήσει έναντι του πατέρα του με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας. Το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 1483 παρ. 1 ΑΚ, αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωση του τέκνου, ενώ, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 1483 παρ.2 εδ.

β' και 1473 ΑΚ, δεν υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία στην περίπτωση που επακολουθήσει γάμος των γονέων του και η αναγνώριση της πατρότητας ζητείται μετά την τέλεση του γάμου. Δικαιολογητικός λόγος της προβλέψεως αποκλειστικής προθεσμίας είναι η προστασία του εναγομένου, η δυνατότητα του οποίου να αποκτήσει αποδεικτικά μέσα προς απόκρουση της αγωγής εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου, καθώς και το εν γένει ενδιαφέρον προς άρση της αβεβαιότητας προς χάριν της σταθερότητας των οικογενειακών σχέσεων, ενώ δικαιολογητικός λόγος διαφοροποιήσεως στην περίπτωση που επακολούθησε γάμος των γονέων του τέκνου είναι η μεγάλη πιθανότητα πατρότητας, η οποία αγγίζει τη βεβαιότητα, που απορρέει από την τέλεση γάμου από τους γονείς του τέκνου, καθώς και η δημιουργία με το γάμο οικογενειακής καταστάσεως, η σταθερότητα της οποίας όχι μόνο δεν απειλείται, αλλ' αντιθέτως ενδυναμώνεται με την αναγνώριση.

Εξάλλου, ο νόμος δεν εξαρτά την έναρξη της ανωτέρω ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας από άλλο πλην της ενηλικιώσεως του τέκνου γεγονός, όπως η εκ μέρους του γνώση του προσώπου του πατέρα ή των συνθηκών συλλήψεώς του. Περαιτέρω η θέσπιση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας δεν προσκρούει στις διατάξεις α) του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας, β) του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της ανεμπόδιστης προσβάσεως σε δικαστήριο και γ) του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει το δικαίωμα της ελεύθερης αναδείξεως της προσωπικότητας του ανθρώπου και της συμμετοχής του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.

Και τούτο, διότι από τις ανωτέρω διατάξεις δεν αποκλείεται ο νομοθέτης να θέτει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, περιορισμούς στην ικανοποίηση των δικαιωμάτων και ειδικότερα χρονικούς περιορισμούς στις δικαστική επιδίωξή τους. Επίσης η κατά τα άνω διαφοροποίηση της ρυθμίσεως ως προς τους χρονικούς περιορισμούς του δικαιώματος αναγνωρίσεως της πατρότητας, στις περιπτώσεις που επακολούθησε γάμος των γονέων του τέκνου δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και του άρθρου 14 ΕΣΔΑ, που απαγορεύει τις κάθε είδους διακρίσεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, που ορίζει ότι η οικογένεια καθώς και γάμος τελούν υπό την προστασία του κράτους, και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής.

Διότι η εν λόγω διαφοροποίηση δεν είναι αδικαιολόγητη, αφού, ενόψει του κατά τα άνω σκοπού της, επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, και επομένως η θέσπισή της δεν αποκλείεται από τις προαναφερόμενες υπερνομοθετικού χαρακτήρα διατάξεις. Εξάλλου, με το μεν άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής συμβάσεως για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους ορίζεται ότι η συγγένεια με τον πατέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του μπορεί να πιστοποιηθεί ή να ιδρυθεί με εκούσια αναγνώριση ή με δικαστική απόφαση, με το δε άρθρο 5 της Συμβάσεως αυτής ότι σε δίκες που αφορούν τη συγγένεια με τον πατέρα, οι επιστημονικές αποδείξεις που συντελούν στη διαπίστωση ή στον αποκλεισμό της πατρότητας πρέπει να γίνονται δεκτές.

Τέλος, κατά το άρθρο 255 εδ β' ΑΚ, εφαρμοζόμενο αναλόγως και επί αποσβεστικών προθεσμιών, σύμφωνα με το άρθρο 279 ΑΚ, η αποσβεστική προθεσμία αναστέλλεται, αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο τον δικαιούχο να ασκήσει την αξίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος είναι φυσικός του πατέρας, ισχυριζόμενος τα ακόλουθα: Ότι γεννήθηκε εκτός γάμου στις 9-1-1981. Ότι η μητέρα του διατηρούσε σαρκικές σχέσεις με τον εναγόμενο κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης. Ότι η μητέρα του, η οποία απεβίωσε στις 10-8-2001, για τους λόγους που αναφέρονται στην αγωγή δεν του είχε αποκαλύψει την ταυτότητα του πατέρα του μέχρι και τις 10-8-2001, λίγο πριν από το θάνατό της, οπότε του ανέφερε ότι πατέρας του είναι ο εναγόμενος.

Ότι στις 31-8-2001 ο ενάγων συναντήθηκε με τον εναγόμενο προκειμένου να του ανακοινώσει ότι είναι τέκνο του, ο τελευταίος δε αρνήθηκε και τον απέπεμψε, δηλώνοντάς του ότι δεν θέλει να έχει καμμιά σχέση μαζί του και ότι η μητέρα του, που του ανέφερε σχετικά, ήταν τρελή και δεν ήξερε τι έλεγε. Ότι παρά τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου παρέμεινε στον ενάγοντα η υπόνοια ότι μπορεί να είχε σχέση με τη μητέρα του και ότι, ύστερα από σχετική έρευνα μεταξύ των προσώπων του περιβάλλοντός του, πληροφορήθηκε στις 23-12-2002 από τη νονά του και μία προσωπική φίλη της μητέρας του, ότι η τελευταία είχε ερωτική σχέση και σαρκική συνάφεια με τον εναγόμενο από τα τέλη Ιουλίου 1979 έως αρχές Ιουλίου 1980, διάστημα που συμπίπτει με τον κρίσιμο χρόνο συλλήψεώς του.

Ότι κοινοποίησε προς τον εναγόμενο την από 23-12-2002 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση προκειμένου να προβεί αυτός στις απαραίτητες ενέργειες για την εκούσια αναγνώρισή του, ως τέκνο του, έλαβε δε προφορική αρνητική απάντηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ότι δολίως παραπλανήθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος με την ως άνω δήλωσή του εκλόνισε με δόλιο τρόπο την πίστη του στον λόγο της μητέρας του ότι αυτός είναι ο φυσικός του πατέρας.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, έκρινε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως ασκηθείσα μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το νόμο αποσβεστικής προθεσμίας, αφού έκρινε ως απορριπτέα την ένσταση αναστολής της προθεσμίας αυτής, με την αιτιολογία ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν δόλια και παραπλανητική συμπεριφορά κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 255 ΑΚ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος είχε υποπέσει στην αποκλειστική προθεσμία της διατάξεως του άρθρου 1483 παρ.1 ΑΚ, η εφαρμογή της οποίας δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 20 παρ. 1, 21 του Συντάγματος και 6 παρ.1, 8 παρ.1 και 14 της ΕΣΔΑ, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επίσης δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 της Ευρωπαϊκής συμβάσεως για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους, αφού αυτές δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί του προκειμένου ζητήματος της αποκλειστικής προθεσμίας, μη περιέχουσες ασυμβίβαστη με την πρόβλεψη αυτής ρυθμίσεις, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αντίθετη εκδοχή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, απορρίπτοντας το Εφετείο τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί αναστολής της αποκλειστικής προθεσμίας δεν παρεβίασε τα άρθρα 255 εδ. β' και 279 ΑΚ καθώς και τα συναφή 257 και 261 ΑΚ, διότι η επικαλούμενη προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού συμπεριφορά δεν συνιστά δόλια αποτροπή του δικαιούχου να ασκήσει εμπροθέσμως την αγωγή του, αφού οι επικαλούμενες δηλώσεις συνιστούν μέσο προς διατύπωση ευθείας αρνήσεως των γεγονότων που στηρίζουν το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα και όχι παραπλανητική συμπεριφορά, δυνάμενη με οποιοδήποτε τρόπο να οδηγήσει σε απραξία του ενάγοντος μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 40/1988). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ., διότι δεν έλαβε υπόψη του την αντένσταση του αναιρεσείοντος ότι η ενιαύσια αποσβεστική προθεσμία δεν άρχισε να τρέχει πριν από τις 28.12.2002, οπότε αυτός έλαβε γνώση κατά τρόπο συγκεκριμένο τη σχέση της μητέρας του με τον αναιρεσίβλητο και τις συνθήκες συλλήψεώς του.

Όμως σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν η γνώση των γεγονότων αυτών αποτελεί νομικώς αδιάφορο και, κατ' ακολουθίαν η εν λόγω αντένσταση δεν είναι νόμιμη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ, 19 Κ.Πολ. Δ., της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, ελέγχονται οι ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της αποδεικνυομένης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου.

Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που έκρινε ως απορριπτέα την αγωγή χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσεως, επειδή δεν έχει νόμιμη αιτιολογία.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (Ολ.ΑΠ 3/1997). Γι' αυτό ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του, τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερθέντα το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και να προβεί σε εκτίμηση αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.4.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6559/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ