Supreme Court dismisses appeal regarding admissibility of sworn affidavit in separate tort action.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court erred by excluding a sworn affidavit from a related document production suit, claiming it should apply to the main damages case. The court rejected this, ruling that the affidavit was inadmissible in the main suit because the lower court had already conducted evidence proceedings under Article 341 of the Code of Civil Procedure, and the facts did not concern only the summoned defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 341 and 559, paragraph 11, item 3, of the Code of Civil Procedure; The exclusion of a sworn affidavit from a related document production suit does not render it admissible in a separate main damages action if prior evidence proceedings were held under Article 341, and the affidavit's facts do not exclusively concern the summoned defendants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1093 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1093/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων-αναιρεσιβλήτων: Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5.Αικατερίνης Κολλέτ-Τζαβαλιά, η οποία απεβίωσε και συνεχίζουν τη δίκη τα τέκνα της Α και Β, Χ6, Χ7, Χ8, Χ9, Χ10, Χ11, Χ12, Χ13, Χ14 και Χ15. Οι 1ος, 10ος και 13ος παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Αντωνάκου και Αντωνίου Παπαδάκη. Οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους πληρεξούσιους δικηγόρους.
Των καθών η κλήση-αναιρεσειόντων: Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΜΠΟΡΙΟΥ κΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (πρωην ΕΗΣ), που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη και εκπροσωπείται νόμιμα, Ψ7 και Ψ8, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-1997 αγωγή των ήδη καθών η κλήση-αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3075/1998 προδικαστική, 4122/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 22-4-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε η 5564/2003 μη οριστική, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε τις αποφάσεις 8866/2003 μη οριστική και 2355/2004 οριστική. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες-καθών η κλήση επί της οποίας εκδόθηκε η 1491/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 6333/2006 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες και ήδη καθών η κλήση με την από 16-10-12006 αίτηση και τους από 6-2-2007 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1178/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ήδη η υπόθεση έρχεται προς συζήτηση με την από 5-6-2007 αίτηση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 8-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή, τόσο των προτεινομένων από την εισηγήτρια λόγων αναιρέσεως, όσο και των δεκτών γενομένων, κατά τα αναφερόμενα εις το σκεπτικό λόγων του κυρίου και προσθέτου δικογράφου αναιρέσεως την απόρριψη δε του δεύτερου, κατά τα ο δεύτερο μέρος αυτού, λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων-καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, με την από 5-6-2007 κλήση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1178/2007 παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. Α, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, επαναλαμβάνεται εκούσια από τους κληρονόμους του, με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή τους, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, απεβίωσε η αναιρεσίβλητη Χ5, η οποία, όπως δεν αμφισβητείτα από τους αναιρεσιβλήτους, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Α και Β. Επομένως οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν με τις προτάσεις τους, τόσο της προηγούμενης, όσο και της παρούσης συζήτησης, την εκούσια, στο όνομά τους, επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως (Ολ. ΑΠ 22/2000).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα : Οι από τους διαδίκους αδελφοί Ψ7 και Ψ8 αγόρασαν την 24-7-1995 από τον Γ1 και τη σύζυγό του Γ2 14.147.650 συνολικά μετοχές της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (ΑΕΜΕΤ)" (πρώην ΕΗΣ) και ήδη με τη νέα επωνυμία "ΑΛΚΑΡ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (πρώην ΕΗΣ), των οποίων (μετοχών) οι τελευταίοι ήταν κύριοι και κάτοχοι, αντί του συνολικού τιμήματος των 2.088.928.192 δραχμών, δυνάμει του από 24-7-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών (αδελφών Ψ7-Ψ8 και τους ζεύγους Γ1-Γ2). 'Ετσι οι αδελφοί Ψ7-Ψ8 έγιναν κύριοι του πλειοψηφικού πακέτου των μετόχων, δηλαδή ποσοστού 51% της τελευταίας ως άνω εταιρείας και έλεγχαν με την απόλυτη πλειοψηφία τους την εταιρεία αυτή, της οποίας εξέλεξαν το Διοικητικό Συμβούλιο, με πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης τους, που εκτελούσαν κατ' ουσίαν τις δικές τους επιλογές στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα.
Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος τους ΔΣ της εκκαλούσας εταιρείας ορίστηκαν οι εκκαλούντες Δ (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) και Ψ1 αντιστοίχως, ενώ οι λοιποί των εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσείοντες) Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5, ορίστηκαν μέλη του εν λόγω Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Τα ως άνω μέλη του ΔΣ, που είναι όλοι τους οικονομολόγοι, εκτός του Ψ5, που είναι δικηγόρος, είχαν ενεργό ανάμειξη στις δραστηριότητες και επιδιώξεις της ανωτέρω εταιρείας, είχαν δε τις σχετικές γνώσεις περί τα οικονομικά και εμπειρία και καθόριζαν μαζί με τους μεγαλομετόχους Ψ7-Ψ8 τις επενδυτικές δραστηριότητες της ΑΕΜΕΤ, η οποία συνεπώς ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί και εξαιτίας των οποίων δημιούργησαν υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων (άρθρο 71 ΑΚ).
Ο εκ τούτων δε ο Ψ5 ήταν και στο προηγούμενο ΔΣ της εκκαλούσας (και ήδη αναιρεσείούσας) εταιρείας, μέλος του και είχε και τις απαραίτητες νομικές γνώσεις και εμπειρία, καίτοι νεότερος όλων των μελών του ΔΣ, να αντιληφθεί το βάσιμο και αληθές των δημοσιευμάτων που γίνονταν εκ μέρους του ΔΣ στον τύπο και αφορούσαν τις εξελίξεις της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας εταιρείας και να διαχωρίσει τη θέση του, έχοντας την ευχέρεια της παραίτησής του από την ως άνω ιδιότητά του στην περίπτωση που δεν ενέκρινε και διαφωνούσε με τις όχι σύννομες επενδυτικές και χρηματοθηρικές επιδιώξεις της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Επίσης, οι δύο ως άνω αναιρεσείοντες αδελφοί Ψ7-Ψ8, κατέχοντες το 68% των μετόχων της εταιρείας, με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΣΕΛΟΝΤΑ ΑΕΓΕ", έλεγχαν εμμέσως και τις εξής εταιρείες, των οποίων η εν λόγω εταιρεία κατείχε τα πιο κάτω ποσοστά μετοχών, ήτοι την εταιρεία "Υδατοκαλλιέργειες Δυτικής Ελλάδος ΑΕΒΕ (RIOPESCA)" κατά ποσοστό 70% και την εμπειρία παραγωγής ιχθυοτροφών "Αqualium Hellemighe ΑΕ) κατά ποσοστό 50%, μέσω δε της εμμέσως ελεγχόμενης από αυτούς ως άνω εταιρείας "Υδατοκαλλιέργειες Δυτικής Ελλάδος ΑΕΒΕ (RIOPESCA)", έλεγχαν περαιτέρω και τις εξής εταιρείες, των οποίων η τελευταία κατείχε τα παρακάτω ποσοστά μετοχών και συγκεκριμένα την εταιρεία "Υδατοκαλλιέργειες Δυτικής Ελλάδος ΑΕΒΕ και Σία ΟΕ" κατά ποσοστό 97% και την εταιρεία "Υδατοκαλλιέργειες Δυτικής Ελλάδος ΟΕ" κατά ποσοστό 95%.
Η προαναφερόμενη δε Διοίκηση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας εταιρείας, ενεργώντας μετά από προτροπή και υπόδειξη των μεγαλομετόχων αυτής Ψ7-Ψ8, αλλά και οι ίδιοι οι δύο μεγαλομέτοχοι της "ΑΛΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (πρώην ΕΗΣ), μετά την απόκτηση από τους τελευταίους, κατά τα προεκτεθέντα, του πλειοψηφικού πακέτου της ως άνω αναιρεσείουσας εταιρείας (51%) και καθόν χρόνο ανακοινωνόταν δια του Ημερησίου Δελτίου Τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ότι η αξία της καθεμίας μετοχής της εταιρείας αυτής, είχε διαμορφωθεί στις 90 δραχμές, απευθύνθηκαν προς το επενδυτικό κοινό με διαφημιστική τους καμπάνια, με δημοσιεύματα, ανακοινώσεις, ειδήσεις και συνεντεύξεις, που οι ίδιοι, μέλη του ΔΣ της αναιρεσείουσας Εταιρείας, ενεργώντας για λογαριασμό αποκλειστικά και κατ' εντολήν των μεγαλομετόχων Ψ7-Ψ8, διοχέτευαν στον ημερήσιο τύπο και δη σε εφημερίδες οικονομικού περιεχομένου, διασπείροντες, εν γνώσει των Ψ7-Ψ8, ψευδώς και παραπλανητικώς, πληροφορίες και διαβεβαιώσεις προς το επενδυτικό κοινό, σχετικά με τα επιχειρηματικά επενδυτικά σχέδια των εταιρειών του ομίλου ..., στις οποίες ήδη είχε υπαχθεί και η αναιρεσείουσα εταιρεία, με αποκλειστικό και μόνο στόχο τους, δια της προβολής και διαφήμισης της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών της, τον επηρεασμό της τιμής της μετοχής αυτής.
Περαιτέρω το Εφετείο, αφού παραθέτει τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα, της 29-7-1995 στην εφημερίδα "Ισοτιμία", της 29-7-1995 στην εφημερίδα "Επενδυτής", της 5-8-1995 στην εφημερίδα "Ισοτιμία", της 26-8-1995 στην εφημερίδα "Ισοτιμία" και της 31-8-1995 στο "Ημερήσιο δελτίο τιμών χρηματιστηρίου Αθηνών", δέχεται στη συνέχεια ότι αποδείχθηκε ότι με αυτά οι ως άνω εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας εταιρείας, παρέσχον στο επενδυτικό κοινό ψευδείς διαβεβαιώσεις και αναληθείς πληροφορίες.
Συγκεκριμένα, διαβεβαίωσαν εν γνώσει τους ψευδώς: α) 'Ότι η πρώτη εναγομένη επρόκειτο να γίνει Holding (μητρική) εταιρεία των δραστηριοτήτων των δύο τελευταίων ως άνω εναγομένων μεγαλομετόχων (αδελφών Ψ7-Ψ8) που δεν ήταν μέσα στον Όμιλο Σελόντα και συγκεκριμένα των δικτύων διανομής ψαριών των εταιρειών Αστάρτη, Εurofish, τζίρου 3 δισ.
δραχμών και της εταιρείας Aquavest, που είχε συμμετοχές στα ιχθυοτροφεία Αργολίδας, Σκύρου Μεσογειακά και άλλα, τζίρου 1,5 δισ δραχμών και ότι θα εντάσσονταν σε αυτή (πρώτη εναγομένη) και οι δραστηριότητες των ιχθυοτροφείων της Σελόντα στο Κουβέϊτ, ενώ αυτή (εναγομένη) ούτε μητρική εταιρεία των παραπάνω εταιρειών Αστάρτη, Εurofish και Aquavest έγινε ποτέ, αλλ' ούτε υπήχθησαν σε αυτή οι δραστηριότητες των ιχθυοτροφείων Σελόντα στο Κουβέϊτ, β) ότι προς το τέλος Αυγούστου ή το αργότερο στις αρχές Σεπτεμβρίου 1995, δηλαδή αμέσως μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου 51% των μετοχών της πρώτης εναγομένης, θα γινόταν έκτακτη συνέλευση των μετόχων της, στην οποία θα ανακοινώνονταν τα σχέδια της νέας ιδιοκτησίας και πιθανότατα θα αποφασιζόταν αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καθώς υπήρχε δήθεν ενδιαφέρον να μετάσχουν στην εταιρεία ξένα επιχειρηματικά κεφάλαια, ενώ ούτε έκτακτη συνέλευση συνήλθε, ούτε απόφαση ελήφθη για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ επίσης γνώριζαν ότι ούτε σχετικό ενδιαφέρον συμμετοχής στην εταιρεία τους ξένων επιχειρηματικών κεφαλαίων υπήρχε, γ) ότι κύριος ρόλος της πρώτης εναγομένης θα ήταν, ως εταιρεία Ηοlding (μητρική) του Ομίλου των αδελφών Ψ7-Ψ8, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον πλαίσιο δήθεν συμφωνίας του ομίλου με την Κουβεϊτιανή Εταιρεία ΚΙΑ (Kuwait Investment Authority) για την ανάπτυξη ιχθυοκαλλιεργειών στον Αραβικό Κόλπο, προοπτική που συναντούσε δήθεν εξαιρετικό ενδιαφέρον από τις κυβερνήσεις της περιοχής, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγομένους είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν προσκόμισαν προς το δικαστήριο τούτο κάποιο σχετικό έγγραφο, αλλ' ούτε και απέδειξαν με άλλα αποδεικτικά μέσα την ύπαρξη κάποιας τέτοιας σχετικής συμφωνίας, δ) ότι η νέα ιδιοκτησία του πλειοψηφικού πακέτου της πρώτης εναγομένης σκόπευε να εντάξει σε αυτή τις δύο μονάδες ιχθυοπαραγωγής που έλεγχε, δηλαδή τα ιχθυοτροφεία Αργολίδας και τα ιχθυοτροφεία Ομβριού, καθώς επίσης και ολόκληρο το δίκτυο διανομής του Ομίλου των εταιρειών Σελόντα, Riopesca, Eurofish Μ.
Βρετανίας, την Aquafish Ιταλίας και την υπό ίδρυση Eurofish Γερμανίας, ενώ στην πραγματικότητα κανένα τέτοιο επιχειρηματικό σχέδιο δεν υπήρχε στις προθέσεις των εναγομένων και ούτε πραγματοποιήθηκε από αυτούς, ε) ότι η μετεξέλιξη της πρώτης εναγομένης σε εταιρεία holding του Ομίλου των εταιρειών των εναγομένων μεγαλομετόχων αδελφών Ψ7-Ψ8 θα την καταστούσε άμεσα κερδοφόρα, ενώ αυτή ουδέποτε, όπως προεκτέθηκε, μετεξελίχθηκε σε εταιρεία holding, ούτε παρουσίασε δυναμική εξέλιξης, σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή κερδοφορία, στ) ότι, επίσης, ιδιαίτερη σημασία έπρεπε να αποδοθεί στο ρόλο, που προοριζόταν να παίξει η πρώτη ως άνω εναγόμενη εταιρεία στην ευρύτερη περιοχή του Αραβικού Κόλπου, αφού επρόκειτο, δήθεν, να εντάξει στο χαρτοφυλάκιο της σε ποσοστό 100% την εταιρεία που επρόκειτο να δημιουργηθεί με Ελληνοαραβικά κεφάλαια, για να αναλάβει την αξιοποίηση από ιχθυοτροφική και ιχθυογεννητική άποψη του Αραβικού Κόλπου, ενώ στην πραγματικότητα η εν λόγω εναγομένη εταιρεία δεν επρόκειτο να παίξει, αλλ' ούτε και μέχρι σήμερα έπαιζε κανένα ρόλο στην περιοχή του Αραβικού Κόλπου και δεν ενέταξε ποτέ στο χαρτοφυλάκιό της σε ποσοστό 100% καμία εταιρεία, δημουργηθείσα με Ελληνοαραβικά κεφάλαια, που ήθελε να αναλάβει την αξιοποίηση από ιχθυοτροφική και ιχθυογεννητική άποψη του Αραβικού Κόλπου και ζ) ότι ο αντικειμενικός σκοπός της εξαγοράς από τους ως άνω εναγομένους αδελφούς Ψ7-Ψ8 του πλειοψηφικού πακέτου, ποσοστού 51% των μετοχών της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ήταν, από τη μία πλευρά η διοικητική και λειτουργική ενοποίηση των εταιρειών τους, που αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη μέγιστη αποτελεσματικότητά τους, προς επίτευξη μεγαλύτερων οικονομιών κλίμακος, αφού η διοίκηση επρόκειτο να ήταν ενιαία και από την άλλη πλευρά η δυνατότητα ένταξης των μεσοπροθέσμων επενδυτικών δράσεων, που είχαν σχέση με τη συνεργασία, που είχε δήθεν ξενικήσει στο Κουβέϊτ και ότι έτσι το ευρύ επενδυτικό κοινό θα αποκτούσε τη δυνατότητα να συμμετέχει σε αυτές τις δράσεις, μετατρέποντας την εν λόγω εναγομένη εταιρεία, που ήταν απλώς μία εταιρεία συμμετοχών, σε μοναδικό Ευρωπαϊκό Μεσογειακό φορέα στο χώρο των ιχθυοκαλλιεργειών. 'Οτι, επίσης, στα άμεσα σχέδια τους, ήταν να εντάξουν σε αυτήν (εναγομένη εταιρεία) όπως προεκτέθηκε στην αρχή, τα δίκτυα πώλησης ψαριών των εταιρειών Αστάρτη, Eurofish και τις μονάδες εκτροφής Aquavest, που έχουν συμμετοχές σε διάφορα ιχθυοτροφεία της χώρας, καθώς επίσης και τις δραστηριότητες, που θα επακολουθούσαν στο Κουβέϊτ, εφόσον η επιλογή συνεργασίας με το Κουβέϊτ, ήταν στα πλαίσια του στρατηγικού τους σχεδιασμού για την είσοδο της εναγομένης εταιρείας στις αγορές του Αραβικού Κόλπου. 'Ότι, ιδιαίτερα, η συμφωνία που είχαν δήθεν κάνει με την κουβεϊτιανή εταιρεία ΒUBLYAN Frisheries, αφορούσε τόσο το management της τελευταίας αυτής εταιρείας, όσο και τη προμήθεια της εταιρείας, με γόνο και ότι ήδη είχαν σταλεί 500.000 τεμάχια, ενώ μέσα στο Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (1995) επρόκειτο να σταλούν άλλα 500.000 τεμάχια, 'Ότι, δηλαδή, απέβλεπαν σε σημαντικές συνεργασίες, αφού ο βασικός πλειοψηφικός μέτοχος της πιο πάνω (κουβεϊτιανής) εταιρείας, ήταν η προεκτεθείσα επίσης κουβεϊτιανή εταιρεία ΚΙΑ (Kuwait Investment Authority), που αποτελούσε το μεγαλύτερο επενδυτικό κρατικό οργανισμό της χώρας αυτής και συνεπώς οι προοπτικές για επενδύσεις θα ήταν μεγάλες.
Στην πραγματικότητα όμως ουδείς από τους παραπάνω προβληθέντες μεγαλεπήβολους στόχους των αδελφών Ψ7-Ψ8, ως μεγαλομετόχων της εκκαλούσας εταιρείας, επιτεύχθηκε, διότι οι μεγαλομέτοχοι αυτοί δεν είχαν ειλικρινή πρόθεση να τους υλοποιήσουν και ούτε τους πραγματοποίησαν, γεγονός άλλωστε το οποίο γνώριζαν εκ των προτέρων οι ως άνω εκκαλούντες -εναγόμενοι.
Αυτοί, στην πραγματικότητα δεν απέβλεπαν στην επέκταση των επενδυτικών δραστηριοτήτων τους, τόσον εντός όσον και εκτός της Ελλάδας, αλλά στην προσέλκυση ευρέος επενδυτικού κοινού για αγορά των μετόχων της εκκαλουμένης -εναγομένης εταιρείας, το οποίο (επενδυτικό κοινό), με την προβολή δια του τύπου των ως 'άνω ψευδών δημοσιευμάτων και αναληθών πληροφοριών, υπό τη μορφή ειδήσεων, ανακοινώσεων, σχολίων και συνεντεύξεων, που διοχετεύθηκαν από τους δύο ως άνω εναγομένους-εκκαλούντες αδελφούς Ψ7-Ψ8, καθώς και από τους συγκροτούντες το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης εκκαλούσας-εταιρείας, καθ' υπόδειξη και κατ' εντολή των δύο ως άνω μεγαλομετόχων της, παρασυρόμενο με ευπιστία στα ανωτέρω δημοσιεύματα, απέβλεπε στην απόληψη μεγάλων κερδών σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Αποτέλεσμα των παραπάνω πράξεων των εναγομένων -εκκαλούντων, το οποίο και επιδίωκαν με τη διασπορά εν γνώσει τους, των παραπάνω ψευδών και παραπλανητικών πληροφοριών και διαβεβαιώσεων προς το επενδυτικό κοινό, σχετικά με τα επιχειρηματικά και επενδυτικά σχέδια της εκκαλούσας εταιρείας, ήταν να επηρεαστεί η τιμή της εισηγμένης στο χρηματιστήριο μετοχής της τελευταίας, τον οποίο (στόχο) και τελικά πέτυχαν αφού η χρηματιστηριακή τιμή αυτής, μετά τα ως άνω αναληθή δημοσιεύματα, από 90 δραχμές όπως αναφέρεται στα δημοσιεύματα αυτά, ανήλθε απότομα μέχρι και τις 310 δραχμές, με την οποία τιμή παρασύρθηκε και έσπευσε αθρόως να αγοράσει το ευρύ επενδυτικό κοινό, που πείστηκε με ευκολία και ανεξέλεγκτα στα εν λόγω παραπλανητικά δημοσιεύματα, στοχεύοντας σε κέρδη του, από σημαντική περαιτέρω αύξηση της τιμής τους και να προκληθεί έτσι τεχνητώς ταυτόχρονη κατακόρυφη άνοδος του όγκου των χρηματιστηριακών συναλλαγών επί της εν λόγω μετοχής.
Στη συνέχεια όμως και αφού επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος κυρίως από τους δύο μεγαλομετόχους της εκκαλούσας εταιρείας αδελφούς Ψ7-Ψ8, αθέμιτος σκοπός της ευχερούς παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού, το οποίο έσπευσε να αγοράσει μετοχές της εκκαλούσας εταιρείας σε τιμή μέχρι και 310 δραχμές για καθεμία, λόγω της αυξημένης ζήτησης αυτών, περιστατικό που ειδικά δεν αμφισβητήθηκε από τους δύο ως άνω εκκαλούντες, άρχισε η προβολή νέων δια του τύπου δημοσιευμάτων, υπό τη μορφή ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνεντεύξεων και σχολίων, που διοχετεύθηκαν από τους δύο ως άνω εκκαλούντες, ως και από το ΔΣ της εκκαλούσας εταιρείας, καθ' υπόδειξη και κατ' εντολή των πρώτων.
Περαιτέρω το Εφετείο, αφού παραθέτει τα δημοσιεύματα της 9.5.1996 στην εφημερίδα "Ισοτιμία", της 29.5.1996 στην εφημερίδα "Χρηματιστήριο", της 2.6.1996 στην εφημερίδα "Ισοτιμία", της 5.6.1996 στην εφημερίδα "Χρηματιστήριο", της 6.6.1996 στην εφημερίδα "Ημερησία", της 15.6.1996 στην εφημερίδα "Επενδυτής", της 15.6.1996 στην εφημερίδα "Ισοτιμία", της 25.9.1996 στην εφημερίδα "Χρηματιστήριο", της 1.10.1996 στην εφημερίδα "Κέρδος", της 15.10.1996 στην εφημερίδα "Εξπρές", της 15.10.1996 στην εφημερίδα "Ημερησία", της 4.12.1996 στην εφημερίδα "Κέρδος" και της 5.12.1996 στην εφημερίδα "Εξουσία", δέχεται στη συνέχεια ότι αποδεικνύεται ότι από τα δημοσιεύματα αυτά (του δευτέρου σταδίου) διαμορφώθηκε προς το επενδυτικό κοινό αντίθετη εικόνα για την παραπάνω μετοχή της ΑΕΜΕΤ, η οποία (μετοχή) εμφανίστηκε να ακολουθεί, εντέχνως, ραγδαία πτωτική τάση στην χρηματιστηριακή αγορά, με αποτέλεσμα να επανέλθει τελικά στην αρχική τιμή των 90 δραχμών και έτσι το επενδυτικό κοινό έσπευσε να πωλήσει τις μετοχές που είχε ήδη αγοράσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο μέσω διαφόρων χρηματιστηριακών εταιρειών, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει, άλλως μετριάσει την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, για να εξαγοραστεί η μετοχή αυτή από τους κερδοσκοπήσαντες, από την πτώση της, ύστερα από τα τελευταία δημοσιεύματα, δύο εκκαλούντες αδελφούς Ψ7-Ψ8, οι οποίοι την είχαν πωλήσει με τα αρχικά δημοσιεύματα περί ευοίωνης προοπτικής της εκκαλούσας εταιρείας των δύο μεγαλομετόχων εκκαλούντων σε τιμή, όπως προεκτέθηκε, περίπου τριπλάσια της αρχικής και μέχρι 310 δραχμές, συναποκομίζοντας τη διαφορά αυτών από τα θυλάκια των επενδυτών.
Η προαναφερθείσα ασυνήθης και σε βραχύ χρονικό διάστημα διακύμανση της μετοχής της αναιρεσείουσας εταιρείας υπήρξε, πράγματι, απότοκος των κατά τα προεκτεθέντα, κατ' εξακολούθηση ψευδών διαβεβαιώσεων των μεγαλομετόχων αδελφών Ψ7-Ψ8 και των καθ' υπόδειξη αυτών ενεργησάντων μελών του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας εταιρείας, προς το επενδυτικό κοινό, περί υπάρξεως δήθεν επενδυτικών σχεδίων (business plan), τα οποία επρόκειτο να τεθούν σε εφαρμογή, ενώ στην πραγματικότητα τέτοια σχέδια ήταν ανύπαρκτα.
Οι αναιρεσείοντες, καθόλο το χρονικό διάστημα που η τιμή της μετοχής της εναγομένης εταιρείας παρουσίαζε τις ανωτέρω διακυμάνσεις, δεν ενημέρωναν, όπως είχαν υποχρέωση, με ανακοινώσεις μέσω του τύπου, το επενδυτικό κοινό και κατά τα δύο ως άνω στάδια ανόδου και καθόδου της τιμής της μετοχής, για τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η προεκτεθείσα κατάσταση, ούτε έλαβαν τα επιβεβλημένα μέτρα προστασίας των επενδυτών, εξελισσομένης έτσι της από δική τους αποκλειστική υπαιτιότητα, διαμορφωθείσας κατάστασης (πλασματικής αφοράς) μέχρι ολοκληρωτικής οικονομικής καταστροφής των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, αφού περί τα τέλη Οκτωβρίου 1996, οπότε εκποιήθηκαν και οι τελευταίες μετοχές, η τιμή τους κάλυπτε πλέον το 30% της τιμής με την οποία αυτές είχαν αγοραστεί.
Με τις ως άνω παρασχεθείσες από τους δύο εκκαλούντες αδελφούς Ψ7-Ψ8 προς το επενδυτικό κοινό παραπλανητικές ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, τόσον κατά το πρώτο στάδιο, οπότε και οι δύο έδωσαν συνέντευξη, όσον και κατά το δεύτερο στάδιο, αλλά και με την πλήρη αδιαφορία τους, προς ενημέρωση του επενδυτικού κοινού, αφήνοντας τα δημοσιεύματα των οικονομικών εφημερίδων να αλληλοδιαδέχονται εαυτά, χωρίς να δίδουν πειστικές απαντήσεις προς αντίκρουσή τους, καθώς και άμεση διάψευσή τους, προς αποκατάσταση της αλήθειας, αλλ' αντιθέτως επιβεβαίωσαν τις ως άνω ψευδείς ανακοινώσεις και επισήμως με την προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών αποσταλείσα από 25.8.1995 επιστολή του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας ΑΕ, που δημοσιεύθηκε την 31.8.1995 στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χρηματιστηρίου και έτσι δημιουργήθηκε μια αθρόα προσφορά των επενδυτών προς αγορά και ακολούθως, μια αθρόα προσφορά των επενδυτών (αντίστροφης βούλησης) προς πώληση των μετοχών, από τις προαναφερθείσες αθέμιτες επιδράσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες παραβιάστηκε η διεθνώς παραδεδεγμένη και ισχύουσα και στην Ελληνική έννομη τάξη, της μη δημιουργίας "πλασματικής αγοράς" δηλαδή της ανεξάρτητης και ανεπηρέαστης από αθέμιτες επιδράσεις λειτουργίας της αγοράς και διαμόρφωσης της τιμής κάθε κινητής αξίας, η οποία είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σε τρόπο ώστε με την ανεπηρέαστη εκδήλωση της προσφοράς και της ζήτησης, αφενός μεν να διαμορφώνεται η τιμή της υπό διαπραγμάτευση κινητής αξίας (στην προκειμένη περίπτωση της μετοχής της ΑΕΜΕΤ - ΑΛΚΑΡ), που να αντανακλά κατά τον πληρέστερο και ταχύτερο τρόπο όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες για την εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών επιχείρηση και τα επενδυτικά και επιχειρησιακά σχέδιά της, αφετέρου δε να εμπεδώνεται η εμπιστοσύνη του επενδυτικού κοινού και έτσι να εξυπηρετείται πλήρως το συμφέρον της θεσμικής αποτελεσματικότητας της αγοράς.
Έτσι, όλοι οι αναιρεσείοντες - φυσικά πρόσωπα, τελώντας εν γνώσει των συνεπειών των ενεργειών και παραλείψεών τους, είτε ως μεγαλομέτοχοι της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας είτε ως μέλη του Δ.Σ. αυτής, με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας, εν γνώσει τους, μεταχειρίστηκαν μέσα επιτήδεια προς παραπλάνηση του κοινού χάριν επηρεασμού των τιμών του χρηματιστηρίου, αλλά και με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας, ενήργησαν ανακριβείς δηλώσεις και έδωσαν ψευδείς διαβεβαιώσεις, δια των εφημερίδων ή δημοσιευμάτων ή συνεντεύξεων, επιδιώκοντας τη δημόσια εγγραφή, αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων, διασπείροντας συγχρόνως εν γνώσει τους ψευδείς πληροφορίες καθ' οιονδήποτε τρόπο, οι οποίες επηρέασαν την τιμή της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχής της εταιρείας ΑΕΜΕΤ (πρώην ΕΗΣ).
Επί πλέον, οι ίδιοι αναιρεσείοντες όντες οι μεν Ψ7-Ψ8 ιδρυτές και μεγαλομέτοχοι και οι λοιποί ενεργά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας (ΑΕΜΕΤ), μετά την ίδρυση αυτής, με πρόθεση ενεργώντας για να προκαλέσουν εγγραφές μετοχών (αγορά και στη συνέχεια πώληση αυτών) και για να επηρεάσουν τη χρηματιστηριακή τιμή τους, προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις προς το κοινό διά των προμνημονευόμενων δημοσιευμάτων και συνεντεύξεων, που αφορούσαν την εγγραφή και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, την τιμή εκδόσεως των μετοχών, την επεκτατική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας εταιρείας ως ευνοϊκή αρχικά για τους επενδυτές και στη συνέχεια μετ' αιφνίδιο περιορισμό αυτής, όχι ευνοϊκή για τους επενδυτές και κατόχους πλέον των μετοχών, με προηγούμενη αγορά τους σε υψηλή τιμή.
Συνακόλουθα, όλα τα από τους αναιρεσείοντες φυσικά πρόσωπα για τις πράξεις και παραλείψεις τους που προαναφέρθηκαν και είναι παράνομες και υπαίτιες και δη με πρόθεση τελεσθείσες, κατά τρόπο συνάμα αντίθετο και προς τα χρηστά ήθη, όπως αυτά νοούνται, κατά την κρατούσα στην επιστήμη και τη νομολογία άποψη, οι ιδέες του εκάστοτε κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου, όπως αυτή (αντίληψη) νοείται όχι μόνον η ατομική ηθική, αλλά και η κοινωνική ηθική που διαμορφώνεται εντός του ευρύτερου επαγγελματικού κοινωνικού και τοπικού χώρου προσώπων και εν γένει εντός του θεσμικού κύκλου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ευθύνονται προς αποζημίωση εκείνων που υπέστησαν ζημίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι.
Παράλληλα, ευθύνεται προς αποζημίωση των ιδίων παθόντων και η αναιρεσείουσα εταιρεία, αφού όλα τα φυσικά πρόσωπα αναιρεσείοντες ενήργησαν ως καταστατικά όργανά της (μέλη του ΔΣ αυτής ή ως ιδρυτές - μεγαλομέτοχοι αυτής).
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι περιλαμβάνονται μεταξύ των επενδυτών, μεγάλων ή μικρών, που παραπλανήθηκαν από τα προπαρατεθέντα αναληθή δημοσιεύματα και συνεντεύξεις, έσπευσαν να αγοράσουν αρχικά και στη συνέχεια να πωλήσουν τις ίδιες μετοχές της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και έτσι από την υπαίτια και παράνομη, αλλά και αντικειμένη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά όλων των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων, η οποία (συμπεριφορά), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια, διότι ήταν ικανή αιτία και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, αυτοί υπέστησαν οικονομική ζημία, που συνίσταται για μεν τους πρώτο έως και έκτο των εφεσιβλήτων, όγδοο έως και δέκατο τέταρτο από αυτούς, στη διαφορά μεταξύ του συνολικού διατεθέντος ποσού για την αγορά μετοχών της εκκαλούσας εταιρείας και του συνολικού εισπραχθέντος ποσού από τη μετέπειτα πώληση όλων ή μερικών των ίδιων μετοχών, με βάση τη χρηματιστηριακή τους αξίας της 15.1.1997, για δε τους λοιπούς έβδομη και δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν πώλησαν τις μετοχές αυτές, στη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού που διέθεσαν για την αγορά τους και της διαμορφωθείσας κατά την 15.1.1997 χρηματιστηριακής τιμής, χωρίς να αποτελεί αντικείμενο έρευνας η περαιτέρω εξέλιξή της, ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη το ότι από της 10ης Αυγούστου 1999, για λόγους προστασίας του επενδυτικού κοινού, ανεστάλη προσωρινώς η διαπραγμάτευση της μετοχής της ΑΛΚΑΡ ΑΕΜΕΤ (πρώην ΕΗΣ), επειδή η εταιρεία αυτή για σημαντικό χρονικό διάστημα δεν αναπτύσσει ουδεμία σχεδόν δραστηριότητα, τα δε επιχειρηματικά της σχέδια παραμένουν ασαφή.
Με το παραπάνω περιεχόμενο των δημοσιευμάτων, που είναι ίδιο `με αυτό των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή, και τις άλλες παραδοχές του Εφετείου, για την οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας εταιρίας, το Εφετείο που έκρινε και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες και επιδίκασε σε αυτούς τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση θετικές ζημίες συνολικού ποσού ευρώ 754.665 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικού ποσού ευρώ 30.757, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Τα αναφερόμενα στα προαναφερθέντα δημοσιεύματα οικονομικών εφημερίδων σχετικά με την πτωτική πορεία της τιμής της μετοχής της αναιρεσείουσας εταιρίας και ειδικότερα η αναφορά στο πρώτο δημοσίευμα της 9-5-1996 ότι η πτώση της αξίας της μετοχής είχε επέλθει εβδομάδες πριν από το δημοσίευμα αυτό, δεν έρχονται σε αντίφαση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι από τα δημοσιεύματα της δεύτερης φάσης, που αναφέρονται στην πτωτική πορεία της μετοχής, διαμορφώθηκε προς το επενδυτικό κοινό αντίθετη εικόνα για τη μετοχή της αναιρεσείουσας, η οποία (μετοχή) εμφανίσθηκε να ακολουθεί, εντέχνως, ραγδαία πτωτική τάση στην χρηματιστηριακή αγορά, με αποτέλεσμα να επανέλθει τελικά στην αρχική τιμή τω 90 δραχμών και έτσι το επενδυτικό κοινό έσπευσε να πωλήσει τις μετοχές, που είχε ήδη αγοράσει, σε πολύ μικρότερη τιμή από αυτήν της αγοράς τους, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει, άλλως μετριάσει την προκληθείσα σε βάρος του ζημία β) ότι η προαναφερθείσα ασυνήθης και σε βραχύ χρονικό διάστημα διακύμανση της μετοχής της αναιρεσείουσας εταιρίας, υπήρξε πράγματι απότοκος των κατ' εξακολούθηση ψευδών διαβεβαιώσεων των μεγαλομετόχων αδελφών Ψ7-Ψ8 και των καθ' υπόδειξη αυτών ενεργησάντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας προς το επενδυτικό κοινό, περί υπάρξεως δήθεν επενδυτικών σχεδίων, τα οποία επρόκειτο να τεθούν σε εφαρμογή, ενώ στην πραγματικότητα τέτοια σχέδια ήταν ανύπαρκτα και γ) ότι όλοι οι αναιρεσείοντες, είτε ως μεγαλομέτοχοι της αναιρεσείουσας εταιρίας, είτε ως μέλη του Δ.Σ.
αυτής, με σκοπό αθέμιτης ωφελείας, εν γνώσει τους, μεταχειρίσθηκαν μέσα επιτήδεια προς παραπλάνηση του κοινού, χάριν επηρεασμού των τιμών του χρηματιστηρίου, αλλά και με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας, ενήργησαν ανακριβείς δηλώσεις και έδωσαν ψευδείς διαβεβαιώσεις, δια των εφημερίδων ή δημοσιευμάτων ή συνεντεύξεων, επιδιώκοντας τη δημόσια εγγραφή, αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων, διασπείροντας συγχρόνως εν γνώσει τους ψευδείς πληροφορίες καθ' οιονδήποτε τρόπο, οι οποίες επηρέασαν την τιμή της εισηγμένης στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχής της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση, στις παραδοχές του Εφετείου ότι η ασυνήθης και σε βραχύ χρονικό διάστημα διακύμανση της μετοχής της αναιρεσείουσας, υπήρξε απότοκος όχι μόνο των ψευδών και παραπλανητικών διαβεβαιώσεων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, είτε ως μεγαλομέτοχοι, είτε ως μέλη του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας εταιρίας, μεταχειρίσθηκαν μέσα επιτήδεια προς παραπλάνηση του κοινού δια των εφημερίδων ή δημοσιεύσεων ή συνεντεύξεων, αλλά και α) της παράλειψης των αναιρεσειόντων να ενημερώσουν όπως είχαν υποχρέωση, με ανακοινώσεις μέσω του τύπου το επενδυτικό κοινό και κατά τα δύο στάδια ανόδου και καθόλου της τιμής της μετοχής, για τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η κατάσταση και να λάβουν τα επιβεβλημένα μέτρα προστασίας των επενδυτών και β) της αδιαφορίας τούτων (αναιρεσειόντων), που άφησαν τα προαναφερθέντα δημοσιεύματα οικονομικών εφημερίδων να αλληλοδιαδέχονται εαυτά, χωρίς ενημέρωση του κοινού και αντίκρουση των δημοσιευμάτων αυτών με πειστικές απαντήσεις και διάψευσή τους, προς αποκατάσταση της αλήθειας.
Δηλονότι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι η αυξομείωση της τιμής της μετοχής και η απ' αυτή ζημία των αναιρεσιβλήτων οφείλεται τόσο στις προαναφερόμενες πράξεις, όσο και παραλείψεις των αναιρεσειόντων, όχι μόνο δεν έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και αποτελούν επάλληλες βάσεις της ένδικης αγωγής και αυτοτελή ερείσματα, τόσο του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, που διατυπώνεται, όπως προεκτέθηκε, με αρκετή σαφήνεια και πληρότητα, όσο και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενώ, εξ άλλου τα προαναφερθέντα δημοσιεύματα αποτελούν απλά αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) που συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο ως δικαστικά τεκμήρια με τις άλλες αποδείξεις για το σχηματισμό του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως οι προβαλλόμενες με τους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις για αντίθεση του περιεχομένου των δημοσιευμάτων αυτών με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ως αναγόμενες σε έλλειψη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα, είναι απορριπτέες και για το λόγο αυτό.
Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνίσταται στο ότι, ενώ στους έβδομο και όγδοο αναιρεσείοντες (αδελφούς Ψ7-Ψ8) αποδίδονται μόνο τέσσερα δημοσιεύματα και στους λοιπούς αναιρεσείοντες μόνο μία ανακοίνωση προς το χρηματιστήριο Αθηνών, αντίθετα και αντιφατικά εντοπίζεται ή αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων στη σκόπιμη και μεθοδευμένη διαρροή από αυτούς δέκα οκτώ παραπλανητικών δημοσιευμάτων που επέφεραν την αιτούμενη από τους αναιρεσιβλήτους ζημία.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο αποδίδει στους έβδομο και όγδοο αναιρεσείοντες, αδελφούς Ψ7-Ψ8, μόνο τέσσερα δημοσιεύματα, της 29-7-1995, 5-8-1995, 25-8-1995 και 15-10-1996 και στους λοιπούς αναιρεσείοντες, εταιρία και μέλη του διοικητικού Συμβουλίου, μόνο ένα δημοσίευμα της 28-8-1995, ενώ το Εφετείο αποδίδει σε όλους τους αναιρεσείοντες, όλα τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύματα.
Είναι δε και αβάσιμος, αφού στο ίδιο αποτέλεσμα θα οδηγούνταν το Εφετείο και αν έκρινε ότι οι αδελφοί Ψ7-Ψ8 ευθύνονται μόνο για τα τέσσερα αυτά δημοσιεύματα, οι δε λοιποί αναιρεσείοντες μόνο για το ένα δημοσίευμα. Πρέπει επομένως για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί ο λόγος αυτός του προσθέτου δικογράφου αναίρεσης.
Με τον πρώτο από το άρθρο 558 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγο του κυρίου δικογράφου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο ως προς την αναιρεσείουσα εταιρία και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως είναι η έλλειψη περιστατικών προέλευσης των δημοσιευμάτων αυτών από τους αναιρεσείοντες εταιρία και μέλη του διοικητικού της Συμβουλίου και διοχέτευσης από αυτούς στον τύπο.
Όπως όμως, προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτή συμπληρώθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων της πρώτης στο πρώτο βαθμό συζήτησης, αυτοί προέβαλαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Η Διοίκηση της πρώτης εναγομένης ( αναιρεσείουσας) εταιρείας, καθώς και οι αδελφοί Ψ7-Ψ8 .......
εν τη προσπαθεία τους να προσδώσουν καθώς διετείνοντο το ιστορικόν κύρος και το οικονομικόν μεγαλείον που είχε η πάλαι ποτέ εταιρεία "Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων"...... απευθύνθησαν προς το επενδυτικό κοινό με άριστα οργανωμένη διαφημιστική καμπάνια μέσω του επίσημου ημερήσιου Δελτίου Χρηματιστηρίου Αξιών, ως και μέσω των οικονομικών εφημερίδων και περιοδικών που αναγιγνώσκονται κυρίως από επενδυτές, δια σειράς κατ' εξακολούθησιν ανακοινώσεων, ειδήσεων και συνεντεύξεων με στόχο πάντοτε την προβολή και την διαφήμιση της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας και των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετόχων της ως ακολούθως.......
Οτι μετά τα ως άνω παραπλανητικά δημοσιεύματα των αδελφών Ψ7-Ψ8 (ένατου και δέκατου εναγομένων), των οποίων το παραπλανητικό περιεχόμενο επιβεβαιώνεται και με την υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας υποβληθείσαν επιστολήν προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δημοσιευθείσα και εις επίσημον όργανον αυτού, τουτέστιν στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.....
και αφού δι' αυτών των δημοσιεύσεων επετεύχθη ολοσχερώς ο υπ' αυτών επιδιωκόμενος σκοπός της παραπλανήσεως του επενδυτικού κοινού, σπεύσαντος αθρόως υπό το κράτος της παραπλανήσεως τελούντος να αγοράσει μετοχάς της αναιρεσείουσας (ΑΕΜΕΤ) στη τιμή μέχρι και 310 δραχ. από 90 δρχ., λόγω της ηυξημένης ζητήσεως τούτων, προκληθείσης εκ των παραπλανητικών ως άνω δημοσιευμάτων, ήρχισε η προβολή νέων δια του τύπου δημοσιευμάτων υπό την μορφήν ειδήσεων, ανακοινώσεων και σχολίων, απευθυνομένων και τούτων προς το επενδυτικόν κοινόν, που είχε προηγουμένως σπεύσει να αγοράσει μετοχάς της ΑΕΜΕΤ με την ως άνω τεχνητώς προκληθείσαν άνοδο της χρηματιστηριακής τιμής, σκοπούντων δια των νέων τούτων δημοσιευμάτων να διαμορφώσουν προς το επενδυτικό κοινό αντίθετον εικόνα της μετοχής της ΑΕΜΕΤ ( αναιρεσείουσας), εμφανίζουσα αυτήν ως ακολουθούσαν ραγδαία πτωτικήν τάσιν εις την αγοράν του χρηματιστηρίου, επανερχόμενης της αξίας αυτής εις την πρώτην χρηματιστηριακήν τιμήν των 90 δραχ.
και ούτω το επενδυτικόν κοινόν να σπεύσει πανικόβλητον.... να προσφέρει προς πώλησιν τας πρότερον αγορασθείσας μετοχάς της αναιρεσείουσας ΑΕΜΕΤ....... Τεθείσης εν προκειμένω εις εφαρμογήν της πασιγνώστου μεθόδου εις τους γνωρίζοντας τα χρηματιστηριακά πράγματα δια της οποίας μεθοδεύεται εντέχνως πρόκληση ζητήσεως συγκεκριμένου τίτλου μετοχής με σκοπό την άνοδο της τιμής του δια να μεθοδευθεί εν συνεχεία εντέχνως και πάλι η πτώση της τιμής και εντεύθεν μάζεμα των μετοχών λόγω των προσφερομένων αθρόως προς πώλησιν μετοχών επί ζημία πάντοτε του παραπλανηθέντος επενδυτικού κοινού, των επακολουθησάντων νέων παραπλανητικών δημοσιευμάτων εχόντων ως κάτωθι :
α) εις την εφημερίδα "ΙΣΟΤΙΜΙΑ" κατεχωρήθη.......... Ότι εξ αφορμής των κατ' εξακολούθησιν καταχωρουμένων εις τον τύπον παραπλανητικών πληροφοριών, ως και της υποβληθείσης παρά της πρώτης εναγομένης ( αναιρεσείουσας) εταιρείας επιστολής της στο χρηματιστήριο Αξιών, δημοσιευθείσης στο Δελτίον τιμών του χρηματιστηρίου για τους δήθεν επιχειρηματικούς σχεδιασμού της και της αναβαθμίσεώς της σε HOLDING Company......
ηναγκάσθη ο Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αθηνών......... Ότι αντί της πραγματοποιήσεως των υπό των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) εταιρείας, των μελών του Δ.Σ. αυτής (2ο έως και 8ο εναγόμενων) και των κατεχόντων το πλειοψηφικόν πακέτο αυτής 51% και ως εκ τούτου ελεγχόντων την εταιρείαν και το υπ' αυτών διορισθέν Συμβούλιο, Αφων Ψ7-Ψ8 (ένατος και δέκατος των εναγομένων) αναγγελθέντων δια του τύπου και δια της προς το Χρηματιστήριο Αξιών επιστολής των περί επενδυτικών σχεδίων ήρχισε η δημοσιεύσις εις τον τύπον κατ' εξακολούθησιν ειδήσεων περί πτώσεως της τιμής των μετοχών της ΑΕΜΕΤ, περί συρρίκνωσης της τιμής της, περί πανικού του επενδυτικού κοινού μέχρι σημείου να αναγράφεται εις τον τύπο το ερώτημα......
Ότι η διοίκηση της πρώτης εναγομένης δεν είχε επιχειρηματικά και επενδυτικά σχέδια έτοιμα προς εφαρμογήν. Ότι τα δια των δημοσιευμάτων και δια της επιστολής της Διοικήσεως της α' εναγομένης (αναιρεσείουσας) ΑΕΜΕΤ προς το Χρηματιστήριο Αξιών ανακοινωθέντα δήθεν επιχειρηματικά και επενδυτικά σχέδια αναφερόμενα......
Και ότι η Διοίκηση της πρώτης εναγομένης ( αναιρεσείουσας)...... παρεβίασε με πρόθεση τη νομοθεσία (που έχει θεσπισθεί για τους υποψήφιους επενδυτές) με τα ψευδή και παραπλανητικά ως άνω δημοσιεύματα, δίδουσα στο επενδυτικό κοινό ψευδή και παραπλανητική πληροφόρηση για τις προοπτικές και τα μελλοντικά επενδυτικά και αναπτυξιακά σχέδία της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) εταιρείας ΑΕΜΕΤ.
Τα περιστατικά αυτά, σε συνδυασμό προς το υπόλοιπο περιεχόμενο της αγωγής, θεμελιώνουν επαρκώς το ένδικο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων και κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, τα οποία συνήγαγε από τις αποδείξεις, τις οποίες εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες αντλεί τα πραγματικά επιχειρήματα για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής, χωρίς να επέλθει μεταβολή της βάσης της.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια και ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδ. β Κ.Πολ.Δικ -όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο (1997) άσκησης της από 23-1-1997 κύριας αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση - στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δικ.
δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 210/2006, ΑΠ 625/1999). Ενώ εξ άλλου κατ' άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. "ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση". 'Ετσι σε περίπτωση πλειόντων αντιδίκων, ως εις ολόκληρον, υποχρεων προς αποζημίωση, καίτοι υπάρχει μεταξύ τους απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να καλούνται άπαντες πριν από την πιο πάνω προθεσμία, εκτός αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά, αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο, ορισμένων εκ των ομοδίκων.
Τούτο δε γιατί αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά, αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης που είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ' ανάγκη, εφ' όσον και επί απλής ομοδικίας, η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη προς απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης, ή δεν θα ληφθούν υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν δέχθηκε προς εκτίμηση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τη με αριθ. .../... ένορκη βεβαίωση του Ε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Περιστερίου Αικατερίνης Μαμουζέλου - Σπηλιακοπούλου, γιατί οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) στην από 22-4-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή για επίδειξη εγγράφων Ψ7-Ψ8 κλήτευσαν μόνον έντεκα από τους δεκαπέντε παρεμπιπτόντως εναγομένους (και ήδη αναιρεσιβλήτους).
Περαιτέρω από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι επί της ως άνω από 23-1-1997 κύριας αγωγής των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3075/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις επί των κρίσιμων ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίες και διεξήχθησαν κατά το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δικ..
Με βάση αυτά ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ., γιατί δεν έλαβε υπόψη, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, την προαναφερθείσα με αριθ. 24004/2003 ένορκη βεβαίωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος α) γιατί πρόκειται για υπόθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, επί της οποίας εκδόθηκε προδικαστική απόφαση περί αποδείξεων, οι οποίες διεξήχθησαν κατά το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δικ.
και επομένως κατά τα προεκτιθέμενα δεν ήταν παραδεκτές. Το επιτρεπτό δε της ένορκης αυτής βεβαίωσης στη δίκη της από 22-4-2003 παρεμπίπτουσας αγωγής των εβδόμου και ογδόου αναιρεσειόντων Ψ7-Ψ8 για επίδειξη εγγράφων, δεν καθιστά επιτρεπτή αυτή και στην κύρια δίκη της από 23-1-1997 κύριας αγωγής αποζημώισης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγείτο η απαγόρευση της ένορκης αυτής βεβαίωσης στη κύρια αυτή δίκη.
Ο λόγος δε αυτός (δεύτερος) αναίρεσης δεν πλήττει τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της επίμαχης με αριθ. .../... ένορκης βεβαίωσης στην δίκη της παρεμπίπτουσας αυτής αγωγής για επίδειξη εγγράφων, αλλά στη δίκη της κύριας αγωγής για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και β) γιατί οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επίμαχη αυτή ένορκη βεβαίωση ότι τα αναφερόμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά αφορούν στοιχεία της ένδικης αξίωσης μόνο για τους κλητευθέντες και όχι και για τους μη κλητευθέντες αναιρεσιβλήτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2006 αίτηση των Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6) της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (πρωην ΕΗΣ), Ψ7 και Ψ8 για αναίρεση της υπ' αριθ. 6333/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ