Legislator Case Law & Legislation
1093/2007 AI generated

1093/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1093/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1093/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με μεταβίβαση, λόγω αγοράς από τους ...., ..... , ..... και ..... , με το το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Εμμανουήλ Σκούφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία και νομέας του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ενός αγρού, με αριθμό τεμαχίου ...., εκτάσεως 5.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." της περιφέρειας του Δήμου .....

Keywords

AI generated
agricultural law farmers' movement rural land ownership agricultural markets common flat-rate scheme for farmers previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1093/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ...., και 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλεξάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του [άρθρο 1051 Α.Κ.].

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με μεταβίβαση, λόγω αγοράς από τους ...., ..... , ..... και ..... , με το το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Εμμανουήλ Σκούφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία και νομέας του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ενός αγρού, με αριθμό τεμαχίου ...., εκτάσεως 5.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." της περιφέρειας του Δήμου .....

και ο οποίος είχε περιέλθει κατά κυριότητα στους πωλητές δικαιοπαρόχους της με υπεισέλευση στην κληρονομία του κατά το έτος 1942 αποβιώσαντος πατέρα και παπού τους Ζ1, στον οποίο είχε παραχωρηθεί με τον .... τίτλο ( πωλητήριο) της Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων. Από της ως άνω κατά το έτος 1957 αγοράς του επιδίκου ακινήτου η ενάγουσα νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 1996 που για πρώτη φορά το κατέλαβαν και το καλλιέργησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής.

Ειδικότερα η ενάγουσα μέχρι το έτος 1962, που εγκαταστάθηκε στο ....., καλλιεργούσε η ίδια τον επίδικο αγρό, στον οποίο τότε υπήρχαν αμπέλι και αμυγδαλιές, από τα οποία συνέλεγε τους καρπούς, μετά το έτος 1962 επισκεπτόταν τακτικά το επίδικο και κατά το έτος 1967 εκμίσθωσε αυτό για επτά συνεχή έτη στον ....., μετά την αποχώρηση του οποίου συνέχισε να το καλλιεργεί δια των μελών της πατρικής οικογένειάς της και ιδίως της αδελφής της .....

και του συζύγου της τελευταίας ....., οι οποίοι και συνέλεγαν τους καρπούς από τα εναπομείναντα δένδρα αμυγδαλιάς και το αμπέλι μέχρι το έτος 1996, κατά το οποίο τα δέντρα αυτά, λόγω της γήρανσής τους, καταστράφηκαν και στη συνέχεια εκριζώθηκαν κατ' εντολή της από τον ανεψιό της ..... . Έτσι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου τόσο με τον παράγωγο τρόπο της αγοράς, όσο και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκαν οι θεμελιωτικοί της ενστάσεως ιδίας κυριότητας ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ζ1 στις 10-5-1940 πώλησε ατύπως το επίδικο στον Ζ2, ότι ο Ζ2 το έτος 1960 μεταβίβασε αυτό με άτυπη δωρεά στο γιό του Ζ3, ότι ο Ζ3 το έτος 1975 το πώλησε ατύπως στον Ζ4, ότι ο Ζ4 κατά το ίδιο έτος δώρησε αυτό ατύπως στη σύζυγό του Ζ5, ότι η Ζ5, με το .....

προσύμφωνο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελένης Κουμουλίδου, το πώλησε στη δεύτερη εναγομένη και ότι η ίδια εναγομένη και οι ως άνω φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί της νέμονταν και κατείχαν το επίδικο συνεχώς από το έτος 1933, έτσι ώστε αυτή (δεύτερη εναγομένη), με την προσμέτρηση του χρόνου νομής εκείνων, να αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι και οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου το επίδικο. Και τούτο, διότι οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί τους θεωρούσαν ότι το επίδικο ανήκε ανέκαθεν στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι σε ιδιώτες, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το ότι ουδείς εξ αυτών προέβη ποτέ σε νομότυπη πράξη μεταβίβασης τούτου.

Αλλά και οι ίδιοι οι εναγόμενοι θεωρούσαν ότι το επίδικο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και γι' αυτό προέβησαν στη μίσθωση αυτού από την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, με το από 23-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, για τέσσερα έτη, δηλαδή μέχρι την 23-4-2000. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία, με έκτακτη χρησικτησία, του επιδίκου ακινήτου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας με τους προαναφερόμενους τρόπους και ότι επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας περί ιδίας αυτής κυριότητας , αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς της στο επίδικο, έσφαλε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι ούτε η δεύτερη αναιρεσείουσα από της 23-4-1996 μέχρι τις 23-4-2000, ούτε πριν από αυτήν οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί της ασκούσαν νομή επί του επιδίκου και συνεπώς δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής οι απαιτούμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας από τη δεύτερη αναιρεσείουσα με έκτακτη χρησικτησία και έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ.

Ειδικότερα ανεπάρκεια των αιτιολογιών του Εφετείου δεν υφίσταται από την παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι της δεύτερης αναιρεσείουσας θεωρούσαν ότι το επίδικο ανήκε ανέκαθεν στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού από την παράθεση αυτή δεν προκύπτει παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη δεν απέκτησε των κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία λόγω μη υπάρξεως στο πρόσωπο αυτής καλής πίστεως.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 του ΑΚ και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α΄ ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του, αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών, δεν θεωρείται δε νόμιμη επαναφορά του η ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως, και η γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές. Η επιβαλλόμενη, όμως, με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ ρύθμιση του τρόπου επαναφοράς "ισχυρισμών", όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.

Συνεπώς για τη λήψη από το Εφετείο ισχυρισμών περιεχομένων στην αγωγή, ως προς την οποία μεταβιβάσθηκε σ' αυτό η υπόθεση με έφεση του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς τους από τον εκκαλούντα ενάγοντα με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αφενός με παράγωγο τρόπο και αφετέρου πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ότι στον απώτατο δικαιοπάροχο αυτής Ζ1 είχε περιέλθει η κυριότητα του επιδίκου το έτος 1933 με μεταβίβαση προς αυτόν από τη Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων και ότι οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι απέβαλαν αυτήν από το επίδικο κατά το έτος 1998, έστω και αν η ενάγουσα- εκκαλούσα δεν τους επανέφερε με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ο δε τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α΄ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2005 αίτηση αναιρέσεως των .... και ..... κατά της υπ' αριθμ. 644/2004 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ