Legislator Case Law & Legislation
1092/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments regarding evidence evaluation are inadmissible.

Case Number 1092/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'B. K. KAI SIA EE' against the First Instance Court of Ioannina's decision. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence and failed to properly address the defendant's claim regarding property ownership. The court rejected these claims as inadmissible, stating they constituted mere arguments rather than substantive legal grounds requiring independent review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that allegations regarding the lower court's evaluation of evidence or lack of specific reasoning do not constitute grounds for appeal if they merely challenge the factual analysis without presenting new substantive legal issues.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation inadmissible arguments procedural dismissal code of civil procedure substantive review legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 614(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of the Ninth Article of Law 4335/2015
προστατεύεται η προσωπικότητα και, κατ' επέκτασιν, η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (Α.Π.
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1092 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1092/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και δ.τ. "ΟΜΙΛΟΣ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δήμο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Γιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 10-3-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 47/26-10-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 201/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της (στις 26-8-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 201/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "Β.

Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου αθλητικού σωματείου, με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", την από 10-2-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 444/20-3-2015) αγωγή της, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει του από 15-2-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μισθώσεως, το εναγόμενο σωματείο εκμίσθωσε στους Β.

Σ. και Κ. Β. τα περιγραφόμενα στην αγωγή εστιατόριο και αναψυκτήρια, μετά των υπαιθρίων χώρων και χώρου σταθμεύσεως αυτών, που βρίσκονται στα Ιωάννινα, στην θέση "..." και επί της οδού ... Ότι η μίσθωση μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων μερών ορίσθηκε 12ετής, αρχόμενη την 15η-02-2004 και λήγουσα την 14η-2-2016, ενώ το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 3.800 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο σε ποσοστό 5% μετά την έναρξη του δεύτερου μισθωτικού έτους και σε ποσοστό 2% ετησίως από την έναρξη του τρίτου μισθωτικού έτους και εφεξής επί του ανά έτος αναπροσαρμοζόμενου μισθώματος και, επιπλέον αυτού, κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτός θα καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 9 όρου του ως άνω συμφωνητικού επετράπη η παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε μία ή και σε δύο προσωπικές εταιρείες, που θα συστήνονταν με την συμμετοχή των δύο ως άνω αρχικών μισθωτών ή και των συζύγων τους. Ότι, βάσει του ως άνω όρου, ήδη από τον Απρίλιο του 2006 υπεισήλθε στην μισθωτική σχέση και στα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις η ίδια (ενάγουσα), η οποία κατά τον χρόνο εκείνο είχε την μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Β.

Κ. - Σ. Β. Ο.Ε.". Ότι η μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και του εναγομένου μισθωτική σχέση εξελίχθηκε ομαλά μέχρι και το έτος 2012, οπότε και πληροφορήθηκε το πρώτον ότι ένα σημαντικό τμήμα του ακινήτου και δη το παραλίμνιο τμήμα του, δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτησία του εναγομένου, αλλά του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι η ίδια, δυνάμει του ως άνω συμφωνητικού, προέβη σε εκτεταμένες εργασίες ανακαινίσεως και συντηρήσεως των μισθίων χώρων, μεταξύ των οποίων και του ως άνω τμήματος, τις οποίες αναγκάσθηκε να καθαιρέσει το έτος 2014.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει: α) το ποσό των 132.924,75 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις δαπάνες ανακαινίσεως και συντηρήσεως του επιδίκου τμήματος του μισθίου στις οποίες προέβη και β) το ποσό των 60.073,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις δαπάνες καθαιρέσεως και αποξηλώσεως των ως άνω εργασιών, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει:

α) το ποσό των 75.274,18 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα διαφυγόντα εισοδήματά της κατά τις θερινές περιόδους 2014 και 2015 και β) το ποσό των 42.907 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 263/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων την από 10-10-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 103/16-10-2017) έφεσή της, η οποία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1673/2022).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθμό 1 προβλεπόμενο λόγο (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017, Α.Π. 343/2023, Α.Π. 34/2023). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπ' όψιν από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψιν από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1564/2023). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1564/2023).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από τον μισθωτή προς τρίτον, εκτός των προβλεπόμενων, στο άρθρο 12 του ίδιου Π.Δ. 34/1995, περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους, ύστερα από συναίνεση του εκμισθωτή. Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτον μισθωτή στην σχέση αυτή και, συνεπώς, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από την μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 11 του Π.Δ. 34/1995, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρία, που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση, όμως, αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτον, είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρείας, είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικώς με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικώς την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).

Έτσι, η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με την σύσταση εταιρείας. Αλλά έναντι του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρεία, στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρ. 481 του Α.Κ.).

Επομένως και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικώς και παθητικώς να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα, που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων.

Έτσι, από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως, δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ' αυτόν και, επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχωρήσεως της χρήσεως σε εταιρεία, που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών ή στην οποία θα συμμετέχει και ο μισθωτής.

Μόνο αν συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε, όμως, πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (Ολ.

Α.Π. 23/1992, Α.Π. 1255/2019, Α.Π. 1175/2019, Α.Π. 455/2017, Α.Π. 640/2016, Α.Π. 1177/2015, Α.Π. 759/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας εννόμου σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Αντιθέτως, δεν νοείται, ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία απλώς για αναγνώριση πραγματικών περιστατικών ή για αναγνώριση προϋποθέσεων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων (Ολ. Α.Π. 18/2005). Για την νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επιδίκου εννόμου σχέσεως και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποιήσεως ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση (Ολ.

Α.Π. 25/2008, Α.Π. 458/2017). Εξάλλου, ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον, επιπλέον, είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας εννόμου σχέσεως (άκυρη δικαιοπραξία κ.λπ.) προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής αποφάσεως.

Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποιήσεως των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει, μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.

Α.Π. 25/2008, Α.Π. 236/2020, Α.Π. 1595/2014, Α.Π. 772/2014, Α.Π. 1617/2011, Α.Π. 337/2010, Α.Π. 1622/2009).

Η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 14 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 του Ν. 813/1978 και ήδη 11 του Π.Δ. 34/1995 και ότι, παρά τον νόμο, κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή της, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.

α', 11 περ. γ', 14 και 20 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 του Ν. 813/1978 και ήδη 11 του Π.Δ. 34/1995, ότι δεν έλαβε υπ' όψιν το από 15-10-2012 μεταγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό, άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού και ότι, παρά τον νόμο, κήρυξε απαράδεκτο, επειδή απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή της, ενώ με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, παρά τον νόμο, απέρριψε ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη την ένδικη αγωγή της.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, τα οικεία σκέλη των δύο πρώτων λόγων και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη και, κατ' επέκτασιν, ως απαράδεκτη την αγωγή της, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, προεχόντως, γιατί η διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποιήσεως των διαδίκων και του εννόμου συμφέροντος, δεν περιέχει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 201/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής της αναφέρει επί λέξει ότι οι Β.

Σ. και Κ. Β. μίσθωσαν δυνάμει του από 15-2-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης από το εναγόμενο τα φερόμενα ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία του εστιατόριο κι αναψυκτήρια μετά των υπαιθρίων χώρων τους και χώρου στάθμευσης που βρίσκονται στα Ιωάννινα, στη θέση .... Περαιτέρω αναφέρει ότι με τον όρο 9 του εν λόγω συμφωνητικού επετράπη η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε μία ή και σε δύο προσωπικές εταιρείες που θα συστήνονταν με τη συμμετοχή των δύο ως άνω αρχικών μισθωτών ή και των συζύγων τους κι ότι ήδη από τον Αύγουστο του 2006 υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση και στα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις η ενάγουσα, η οποία τότε είχε την επωνυμία "Β.

Κ. - Σ. Β. Ο.Ε." και την νομική μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ανωτέρω από 15-2-2004 συμφωνητικού "απαγορεύεται απόλυτα η μετατροπή της χρήσης του μισθίου και εν γένει η χρησιμοποίηση του για σκοπό διάφορο του συμφωνηθέντος, η ολική ή μερική και η σιωπηρή ή εμφανής υπομίσθωση του, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης καθώς και η ολική ή μερική και η με οποιονδήποτε τρόπο (με ή χωρίς αντάλλαγμα) παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε οποιονδήποτε τρίτο ...

Κατ' εξαίρεση πάντως επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου οποτεδήποτε, ολικά ή μερικά και με οποιονδήποτε τρόπο, για χρήση οπωσδήποτε όμοια με την ήδη συμφωνηθείσα και για χρόνο όχι μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος με το παρόν χρόνου διάρκειας της μίσθωσης σε μία ή και σε δύο εταιρείες προσωπικές που θα συσταθούν με τη συμμετοχή και των δύο μισθωτών κατά ποσοστό 50% συνολικά ή με την συμμετοχή του ενός ή των δύο μισθωτών και της μίας ή και των δύο συζύγων τους επίσης κατά ποσοστό 50% συνολικά ...

Κατά τα λοιπά η μίσθωση θα συνεχιστεί με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο παρόν, ενώ έναντι του εκμισθωτή θα ευθύνονται εις ολόκληρο, για όλες τις απορρέουσες από την παρούσα μίσθωση οφειλές και υποχρεώσεις, βάσει των όρων του παρόντος, τόσο η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου όσο και ο καθένας από του μισθωτές ξεχωριστά με την ατομική τους περιουσία".

Σύμφωνα με το από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ του εναγόμενου σωματείου, των αρχικών ως άνω μισθωτών και της ενάγουσας (με την προηγούμενη νομική μορφή της) συμφωνήθηκε ότι "με το παρόν οι Β. Σ. και Κ. Β. με τις ιδιότητες με τις οποίες ενεργούν και υπογράφουν στο παρόν, ήτοι ατομικά για τον εαυτό τους και ως νόμιμοι εκπρόσωποι της τέταρτης συμβαλλόμενης ομόρρυθμης εταιρείας δηλώνουν ότι κατ' εφαρμογή των όσων ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του 9ου όρου του από 15-2-2004 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού έχουν παραχωρήσει από την 15η Αυγούστου 2006 τη χρήση του παραπάνω μισθίου στην τέταρτη των συμβαλλομένων ομόρρυθμη εταιρεία Β.

Κ. - Σ. Β. Ο.Ε. και τον διακριτικό τίτλο ΟΜΙΛΟΣ η οποία συνεστήθη με μοναδικούς εταίρους τον δεύτερο και τρίτο των συμβαλλομένων που συμμετέχουν με ποσοστό 50% ο καθένας, ότι η εν λόγω παραχώρηση έγινε για χρήση απολύτως όμοια με την συμφωνηθείσα στο από 15-2-2004 συμφωνητικό ... Αφετέρου το πρώτο συμβαλλόμενο σωματείο δηλώνει ότι έλαβε γνώση της παραπάνω παραχώρησης της χρήσης του μισθίου στην τέταρτη των συμβαλλομένων ομόρρυθμη εταιρεία.

Κατά τα λοιπά οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν και δηλώνουν ότι σύμφωνα με την 3η παράγραφο εδαφ. β' του 9ου όρου του παραπάνω από 15-2-2004 μισθωτηρίου συμφωνητικού η με αυτό συναφθείσα μίσθωση συνεχίστηκε μέχρι σήμερα και θα συνεχιστεί με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο εν λόγω μισθωτήριο συμφωνητικό, ενώ έναντι του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρο για όλες τις απορρέουσες από την μίσθωση οφειλές και υποχρεώσεις βάσει των όρων του μισθωτηρίου τόσο η τέταρτη των συμβαλλομένων ομόρρυθμη εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου όσο και ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτο των συμβαλλομένων ξεχωριστά με την ατομική τους περιουσία".

Επίσης στο από 15-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ του εναγόμενου σωματείου, του ενός εκ των αρχικών ως άνω μισθωτών Κ. Β. (ενώ ο έτερος Β. Σ. αδυνατεί να παραστεί όπως αναφέρεται σ' αυτό) και της ενάγουσας αναφέρεται και πάλι ότι "από τον Απρίλιο του 2006 παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου στην 2η εκ των αμφοτέρων συμβαλλομένων εταιρεία" ενώ επαναλαμβάνεται ο όρος "Κατά τα λοιπά συνεχίζεται η υφιστάμενη μίσθωση με όλους τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στο από 15-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και στο από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό".

Από τις ανωτέρω έγγραφες συμφωνίες που ομολογούν και τα δύο διάδικα μέρη προκύπτει σαφώς ότι οι αρχικοί μισθωτές Β. Σ. και Κ. Β., κάνοντας χρήση του ως άνω σχετικού όρου, παραχώρησαν μεν τη χρήση του μισθίου στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Β. Κ. - Σ. Β. Ο.Ε.", η οποία ακολούθως μετατράπηκε στην ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, και το εναγόμενο, ως εκμισθωτής, έλαβε γνώση αυτής της παραχώρησης, πλην όμως, αυτό δε σημαίνει ότι μεταβλήθηκαν τα πρόσωπά της μισθωτικής σχέσης και ότι έπαυσαν να είναι μισθωτές οι ίδιοι.

Η ενάγουσα εταιρεία σύμφωνα με τα ανωτέρω συμφωνητικά δεν κατέστη ποτέ καθολική διάδοχος των αρχικών μισθωτών, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, όπως η ίδια υποστηρίζει, παρά μόνο ευθύνεται έναντι του εκμισθωτή εις ολόκληρον με τους μισθωτές. Επομένως ακόμα και μετά την κατά τα ανωτέρω παραχώρηση της χρήσης του μισθίου εξακολουθούν να παραμένουν μισθωτές οι Β.

Σ. και Κ. Β., ως φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι έχοντας αυτήν την ιδιότητα σύμφωνα με την έγγραφη σύμβαση, μόνοι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά στην άσκηση των οποιονδήποτε δικαιωμάτων και αξιώσεων που απορρέουν από τη μισθωτική σχέση, όπως η ένδικη αγωγή. Εξάλλου η ενάγουσα εταιρεία τόσο με το δικόγραφο της αγωγής της όσο και με τις προτάσεις της κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν επικαλείται διάφορη συμφωνία μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων και συγκεκριμένα δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει βεβαίως την ύπαρξη ρητής συμφωνίας μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτών και παραχωρησιούχου για την έξοδο από την σχέση των αρχικών μισθωτών και την υπεισέλευση στη θέση τους αυτής ως παραχωρησιούχου, οπότε θα είχαμε μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως προς αυτήν ούτε ακόμα επικαλείται και δεν αποδεικνύει με κανένα τρόπο ότι αυτή έλαβε με τον συνδυασμό εκχωρήσεως απαιτήσεων και αναδοχής χρέους, κατόπιν μεταγενέστερης συναινέσεως του εκμισθωτή - εναγομένου.

Μόνη η παραχώρηση σ' αυτήν της χρήσεως του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτών), παρόλο που ο εκμισθωτής - εναγόμενο έλαβε γνώση κι ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου. Επομένως η συσταθείσα ομόρρυθμη εταιρεία δεν κατέστη καθολικός διάδοχος των αρχικών μισθωτών, όπως αυτή υποστηρίζει, ιδιότητα υπό την οποία άσκησε την ένδικη αγωγή, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης αφού και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, οι αρχικοί μισθωτές συνεχίζουν να είναι μισθωτές και μόνο αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών και του εκμισθωτή.

Άλλωστε, είναι απολύτως προφανές και ομολογούν και τα δύο διάδικα μέρη ότι όλες οι μεταξύ τους σχέσεις ρυθμίζονται από το αρχικό από 15-02-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο παραπέμπουν ρητώς και οι έγγραφες τροποποιήσεις του με τα από 24-09-2009 και 15-12-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία είναι σαφής η έγγραφη εκδήλωση της κοινής πρόθεσης όλων και η συμφωνία των εκάστοτε συμβαλλομένων μερών να συνεχίζεται και να λειτουργεί η μίσθωση με τους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται σ' αυτό.

Εξάλλου η ανταλλαγή εξωδίκων του εναγόμενου με την ενάγουσα, από τα οποία σαφώς μεν προκύπτει η γνώση κι η συναίνεση του εναγόμενου για την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου στην ενάγουσα όχι όμως και η μεταγενέστερη συναίνεση του για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά ομολογία ούτε υποκαθιστά την σύμβαση μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης που εκλείπει.

Ούτε όμως και η έκδοση της υπ' αρ. .../2015 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά της ενάγουσας που αναγνωρίζει κι επιδικάζει την υποχρέωση της προς πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, υποχρέωση που είχε αναλάβει με τα ανωτέρω συμφωνητικά, την καθιστούν μισθώτρια, όπως ανακριβώς επικαλείται η εκκαλούσα.

Η εκκαλούσα δεν κάνει καμία απολύτως μνεία πως η ανωτέρω διαταγή πληρωμής παράγει δεδικασμένο αφού δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι αυτή κοινοποιήθηκε δύο φορές νόμιμα κι εμπρόθεσμα ούτε ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή κατ' αυτής ή ότι ασκήθηκε και ποιο το αποτέλεσμα επ' αυτής, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, κι επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης της είναι παντελώς αόριστος".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς στην άσκηση της ένδικης αγωγής της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 263/2017 εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 813/1978 και ήδη 11 του Π.Δ. 34/1995, αφού δέχθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 του από 15-2-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε καταρτισθεί μεταξύ του εναγομένου ως εκμισθωτή και των Β. Σ. και Κ. Β. ως μισθωτών, καθώς των μεταγενέστερων καταρτισθέντων μεταξύ αυτών από 24-9-2009 και 15-12-2012 ιδιωτικών συμφωνητικών, συνάγεται ότι και αν ακόμη η χρήση του μισθίου ακινήτου παραχωρήθηκε στην ενάγουσα εταιρεία, που καταρτίσθηκε μεταξύ των προαναφερθέντων μισθωτών, δεν μεταβλήθηκαν τα πρόσωπα της μισθωτικής σχέσεως, ώστε να παύσουν να είναι μισθωτές οι Β.

Σ. και Κ. Β. και να καταστεί η ενάγουσα καθολική διάδοχος αυτών, αλλά η μισθωτική σχέση εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβληθέντων μερών, ενώ το Εφετείο δεν χρειάζονταν να προσφύγει στις διατάξεις των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., για να αναζητήσει την πραγματική βούληση των μερών και να ερμηνεύσει το άρθρο 9 του από 15-2-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, ούτε, άλλωστε, έπραξε τούτο, δεδομένου ότι δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως.

Περαιτέρω, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπ' όψιν από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρεται και το καταρτισθέν μεταξύ του εναγομένου και των Β. Σ. και Κ. Β. από 15-10-2012 μεταγενέστερου ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν. Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στην προαναφερθείσα κρίση του, πλέον του προαναφερθέντος από 15-10-2012 μεταγενέστερου ιδιωτικού συμφωνητικού, συνεκτίμησε και άλλα, μνημονευόμενα από αυτήν, προσκομισθέντα έγγραφα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτος σκέλος του, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022).

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του Α.Κ.), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ., είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (Α.Π. 1188/2020, Α.Π. 864/2014, Α.Π. 137/2005).

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε, μάλιστα, μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 του Α.Κ. και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (Α.Π. 1188/2020, Α.Π. 292/2015).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ. προστατεύεται η προσωπικότητα και, κατ' επέκτασιν, η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (Α.Π. 1188/2020, Α.Π. 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμορφώσεώς του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είναι από άποψη εννόμου τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και πταίσμα του προσβολέα (Ολ. Α.Π. 8/2008, Α.Π. 1394/2017). Τέλος, το νομικό πρόσωπο δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον πρόκειται περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προσβάλλοντος, από την οποία πλήττεται η πίστη, η φήμη, το επάγγελμα ή το μέλλον του (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1156/2015).

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 330, 914, 932 και 59 του Α.Κ. και εκ πλαγίου, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικώς με την έλλειψη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου εις βάρος της κατά την κατάρτιση της επιδίκου συμβάσεως μισθώσεως.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 201/2019 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως προς την ζημία της τελευταίας: "....Δυνάμει του από 15-02-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού (εμπορικής) μίσθωσης, το εναγόμενο σωματείο εκμίσθωσε στους Β.

Σ. του Χ. και Κ. Β. του Π. ένα εστιατόριο και αναψυκτήρια μετά των υπαίθριων χώρων και χώρου στάθμευσης αυτών, που βρίσκονται στα Ιωάννινα, στη θέση "..." και επί της οδού ... Ειδικότερα, στο ως άνω συμφωνητικό και στον υπ' αριθμ. 1 όρο αυτού περιγράφεται ότι "το μίσθιο αποτελείται από το ευρισκόμενο αριστερά της κυρίας εισόδου κτίριο του εστιατορίου με την υπάρχουσα σε αυτό σοφίτα και το χώρο που χρησιμοποιείται σήμερα ως γραφείο του ΝΟΙ (σ.σ.

Ναυτικού Ομίλου Ιωαννίνων), από το ευρισκόμενο δεξιά της κυρίας εισόδου αναψυκτήριο με τις συνεχόμενες παλαιές καμπίνες λουσμένων και με τον υπαίθριο πλακόστρωτο χώρο που βρίσκεται μπροστά από αυτά, από το ευρισκόμενο στην παραλία υπαίθριο αναψυκτήριο (πίστα) και από ολόκληρο τον υπόλοιπο υπαίθριο χώρο, που αρχίζει από το όριο της ιδιοκτησίας του εκμισθωτή - ΝΟΙ με την ιδιοκτησία ΕΑΝΚΙ - πλην της οικίας φύλακος που βρίσκεται πίσω από το κτίριο του εστιατορίου - και εκτείνεται έως και την υφιστάμενη σήμερα περίφραξη που ορίζει και διακρίνει τους ως άνω χώρους με τον κυρίως χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων του ΝΟΙ καθώς και από το χώρο στάθμευσης που βρίσκεται προ της κυρίας εισόδου".

Η μίσθωση μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων ορίστηκε 12ετής, αρχόμενη την 15η-02-2004 και λήγουσα την 14η-02-2016, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 3.800,00 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% μετά την έναρξη του δεύτερου μισθωτικού έτους και σε ποσοστό 2% ετησίως από την έναρξη του τρίτου μισθωτικού έτους και εφεξής επί του ανά έτος αναπροσαρμοζόμενου μισθώματος και επιπλέον αυτού κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτός θα καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 9 όρο του ως άνω συμφωνητικού επετράπη η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε μία ή και δύο προσωπικές εταιρείες που θα συστήνονταν με τη συμμετοχή ενός ή και των δύο ως άνω αρχικών μισθωτών ή και των συζύγων τους, ενώ ειδικότερα ορίστηκε ότι "η σύμβαση της παραχώρησης της χρήσης του μισθίου (...) πρέπει να γνωστοποιούνται έγγραφα στον εκμισθωτή (...).

Κατά τα λοιπά η μίσθωση θα συνεχιστεί με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο παρόν (...)". Δυνάμει του τελευταίου αυτού όρου, οι ως άνω αρχικοί μισθωτές, Β. Σ. και Κ. Β., παραχώρησαν στις 15-04-2006 τη χρήση του μισθίου στην ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο εκείνο είχε τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β.

Κ. - Σ. Β. Ο.Ε.", με ομορρύθμους εταίρους τους ως άνω μισθωτές, η δε παραχώρηση αυτή γνωστοποιήθηκε στο εναγόμενο δυνάμει του από 24-09-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ακολούθως με την έναρξη της μίσθωσης οι αρχικοί μισθωτές όσο και η ενάγουσα - εταιρεία που σύστησαν και στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου προέβησαν σε εργασίες ανακαίνισης ολοκλήρου του μισθίου, ενώ κατά την διάρκεια της μίσθωσης προέβησαν επίσης σε εργασίες συντήρησης αυτού.

Σύμφωνα με την αναλυτική περιγραφή του μίσθιου χώρου όπως γίνεται στο ανωτέρω συμφωνητικό, αν και δεν υπολογίστηκε εμβαδομετρικά η συνολική επιφάνεια του δομημένου κι ακάλυπτου χώρου που μισθώθηκε, εντούτοις είναι σαφές ότι οι μισθωτές μίσθωσαν και παρέλαβαν στην χρήση τους τα υφιστάμενα κτίρια (εστιατόριο με σοφίτα και γραφείο, αναψυκτήριο με καμπίνες λουσμένων) και τον υπαίθριο χώρο που εκτείνεται μπροστά από το αναψυκτήριο (πλακόστρωτο), τον ευρισκόμενο στην παραλία υπαίθριο αναψυκτήριο (πίστα) και την υπόλοιπη έκταση που εκτείνεται από τα όρια της ιδιοκτησίας του εκμισθωτή ΝΟΙ με την ιδιοκτησία ΕΑΝΚΙ έως την περίφραξη που ξεχωρίζει τον κύριο χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων του ΝΟΙ καθώς και από τον χώρο στάθμευσης προς της κυρίας εισόδου του χώρου.

Από την λεπτομερή περιγραφή των υπό μίσθωση χώρων γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν οριοθέτησαν το όριο της υπό μίσθωσης έκτασης που συνορεύει με την αιγιαλίτιδα ζώνη της λίμνης .... Τούτο δε είναι απολύτως λογικό αφενός γιατί κατά τον χρόνο υπογραφής της εν λόγω σύμβασης δεν είχε οριοθετηθεί νομίμως κι αφετέρου η κίνηση και η ποσότητα των υδάτων της λίμνης ανά τις εποχές αυξομείωνε την εν λόγω έκταση γεγονός που δεν έκανε εύκολα διακριτά τα όρια της λίμνης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την από 19-09-2008 έκθεση της επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας του Νομού Ιωαννίνων, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ηπείρου και δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 12-11-2008 (Φ.Ε.Κ. 540/Τεύχος Τέταρτο/12-11-2008), καθορίσθηκαν διοικητικά τα όρια της όχθης και της παρόχθιας ζώνης στην ευρύτερη περιοχή του ... - ...

που περιλαμβάνει και την παραπάνω θέση όπου βρίσκεται και το επίδικο μίσθιο, σύμφωνα δε με τον καθορισμό αυτό, τμήμα του μισθίου και συγκεκριμένα το ευρισκόμενο στην παραλία υπαίθριο αναψυκτήριο (πίστα), περιλαμβάνεται στην περιοχή της οριογραμμής της όχθης και συνεπώς δεν ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου αλλά αποτελεί κοινόχρηστη δημόσια έκταση.

Ανάλογες συνέπειες της διοικητικής εφαρμογής του καθορισμού της όχθης και της παρόχθιας ζώνης είχε ολόκληρη η περιοχή του ... - ... που γειτνίαζε κατά μήκος με την αιγιαλίτιδα ζώνη της λίμνης ... Το εναγόμενο αποδείχθηκε ότι έλαβε γνώση του ως άνω καθορισμού των ορίων της όχθης της λίμνης ... στις 14-03-2011 οπότε και του κοινοποιήθηκε το υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-2011 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων, ενώ στις 08-11-2011 του κοινοποιήθηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2011 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της ως άνω Υπηρεσίας και στις 28-05-2012 το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2012 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης κοινόχρηστου χώρου της ιδίας ως άνω Υπηρεσίας, το οποίο την ίδια ημέρα κοινοποιήθηκε και στην ενάγουσα, οπότε και έλαβε γνώση και αυτή.

Στη συνέχεια το εναγόμενο άσκησε στις 13-05-2011 αίτηση ακυρώσεως κατά της προαναφερθείσας απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ηπείρου και της από 19-09-2008 έκθεσης της επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας του Νομού Ιωαννίνων, ενώ ακολούθως άσκησε και ανακοπές κατά των ως άνω πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής και καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης.

Ένεκα των ανωτέρω, η ενάγουσα αναγκάστηκε το Μάιο και τον Ιούνιο του 2014 να προβεί σε εργασίες καθαίρεσης και αποξήλωσής των εργασιών που είχε πραγματοποιήσει στο ως άνω τμήμα του μισθίου. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το εναγόμενο γνώριζε ή έστω από βαριά αμέλεια αγνοούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο σύναψη της σύμβασης ότι το επίδικο τμήμα του μισθίου δεν ανήκε στην κυριότητά του.

Τουναντίον η όλη παραπάνω συμπεριφορά του και η άσκηση των ανωτέρω ενδίκων μέσων προσιδιάζουν μόνο στον έχοντα εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας επί της εν λόγω έκτασης και με αυτή του την ιδιότητα, ως κυρίου, προέβη στην άσκηση αυτών. Άλλωστε το γεγονός ότι η ενάγουσα προσκομίζει το υπ' αριθμ. ...-1955 συμβόλαιο πώλησης αγρού του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ.

Τ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της αποτελεί τον μόνο τίτλο κτήσης του μισθίου από το εναγόμενο και στο οποίο αναφέρεται ότι η πωληθείσα προς το τελευταίο έκταση δεν υπερβαίνει τα 2 στρέμματα, ενώ το μίσθιο το οποίο η ίδια μίσθωσε υπερβαίνει το διπλάσιο αυτής, δεν δύναται να στερήσει από το εναγόμενο την ιδιότητά του ως κυρίου και την διεκδίκηση μεγαλύτερης έκτασης και συνεπώς και αυτής από την οποία αποβλήθηκε επικαλούμενο διαφορετικό τρόπο κτήσης της κυριότητας του επ' αυτού, πόσο μάλλον όταν το εν λόγω τμήμα της παρόχθιας ζώνης προήλθε από την μακροχρόνια πτώση των υδάτων της λίμνης ...

κατά το παρελθόν κι επομένως δεν αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι το εναγόμενο τελούσε σε πλήρη γνώση του ότι το μίσθιο δεν του ανήκε. Άλλωστε ολόκληρη την έκταση που περιγράφεται στο από 15-02-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το εναγόμενο όπως ομολογεί και η ενάγουσα, εκμίσθωνε επί δεκαετίες προηγουμένως, χωρίς ποτέ κανείς να αμφισβητήσει την κυριότητά της επ' αυτού και συνάμα και το δικαίωμά της να την εκμισθώνει.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί και πάλι ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης το 2004 δεν συνήφθη μεταξύ του εναγομένου και της ενάγουσας, αλλά μεταξύ του πρώτου και των μισθωτών Β. Σ. και Κ. Β., οι οποίοι ενεργούσαν ως φυσικά πρόσωπα. Κατά τον χρόνο δε σύναψή της δεν υφίστατο η ενάγουσα ως νομικό πρόσωπο και συνεπώς είναι ανακριβής ο ισχυρισμός ότι το εναγόμενο γνώριζε κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης ότι το επίδικο τμήμα του μισθίου δεν ανήκε στην κυριότητά του και εντούτοις την διαβεβαίωσε δια του νομίμου εκπροσώπου του ότι το σύνολο του μισθίου ανήκε στην κυριότητά του, αφού η οποιαδήποτε τυχόν παράσταση ψευδών γεγονότων δεν δύνατο να γίνει προς το πρόσωπο της ενάγουσας, αλλά μόνο προς τους τελευταίους με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους.

Κατά τα ανωτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το εναγόμενο γνώριζε ή έστω από βαριά αμέλεια αγνοούσε κατά την ανωτέρω σύναψη της σύμβασης ότι το επίδικο τμήμα του μισθίου δεν ανήκε στην κυριότητά του. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο γνώριζε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης μίσθωσης ότι το επίδικο τμήμα του μισθίου δεν του ανήκε, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί υπαιτιότητας και, ως εκ τούτου, περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικώς την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 263/2017 πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 10-2-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως με το από 15-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν γνώριζε ή έστω από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι το επίδικο τμήμα του μισθίου δεν του ανήκε.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 330, 914 και 932 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη ότι εκμίσθωνε για πολλά έτη το επίδικο μίσθιο, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα της κυριότητάς του επ' αυτού, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.

α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 297, 298, 330, 914 και 932 του Α.Κ., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερθέντων άρθρων, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η κρίση της αυτή.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, το 2004, δεν γνώριζε ότι τμήμα του επιδίκου μισθίου δεν ανήκε στην κυριότητά του. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα την έλλειψη της γνώσεως του τελευταίου περί του ότι τμήμα του επιδίκου δεν περιέχονταν στην εκμισθωθείσα από αυτό ιδιοκτησία του, δηλαδή ότι, κατά την κατάρτιση της μισθώσεως τα συμβαλλόμενα μέρη δεν οριοθέτησαν το όριο της εκμισθωθείσας εκτάσεως, που συνορεύει με την αιγιαλίτιδα ζώνη της λίμνης ..., επειδή κατά τον χρόνο υπογραφής της εν λόγω συμβάσεως δεν είχε οριοθετηθεί νομίμως και η κίνηση και η ποσότητα των υδάτων της λίμνης ανά τις εποχές αυξομείωνε την εν λόγω έκταση, γεγονός που δεν έκανε εύκολα διακριτά τα όρια της λίμνης, ότι το αναιρεσίβλητο πληροφορήθηκε το πρώτον ότι η κυριότητά του αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο, ως κοινόχρηστη δημόσια έκταση, με την από 19-9-2008 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας του Νομού Ιωαννίνων, με την οποία καθορίσθηκαν διοικητικά τα όρια της όχθης και της παρόχθιας ζώνης στην ευρύτερη περιοχή του ... - ..., όπου βρίσκεται και το επίδικο μίσθιο, ενώ αυτό (αναιρεσίβλητο) έλαβε γνώση του ως άνω καθορισμού των ορίων της όχθης της λίμνης ...

στις 14-3-2011, οπότε και του κοινοποιήθηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2011 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων και στις 8-11-2011 του κοινοποιήθηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2011 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της ως άνω Υπηρεσίας και στις 28-5-2012 το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2012 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως κοινόχρηστου χώρου της ιδίας ως άνω Υπηρεσίας.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι δέχθηκε ότι τα μέρη κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως δεν οριοθέτησαν τον μίσθιο χώρο, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της γνώσεως του αναιρεσιβλήτου ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως το 2004 το μίσθιο δεν ανήκε ολόκληρο στην κυριότητά του.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της (αναιρεσείουσας), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την ανυπαίτια έλλειψη γνώσεως του αναιρεσιβλήτου περί μη κυριότητάς του σε ολόκληρο το μίσθιο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως.

Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθεται αναλυτικώς η νομική κατάσταση του μισθίου πριν και μετά την εκμίσθωσή του από το αναιρεσίβλητο το έτος 2004 και η το πρώτον το έτος 2008 προβολή των δικαιωμάτων κυριότητας επί τμήματος αυτού από το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 201/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ