Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for new legal argument not raised at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal's procedural admissibility but rejected the third ground as inadmissible because the legal argument regarding Article 178 of the Civil Code was not raised before the Court of First Instance. The court held that since the lower court examined Article 138 instead, the new claim violated the principle of contradiction and could not be introduced for the first time at the appellate level. Consequently, the appeal was allowed only to remand the case for retrial, while the losing party was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 569 of the Code of Civil Procedure; A new legal ground based on a different substantive rule than that examined at the second instance is inadmissible if not raised before the lower court, violating the principle of contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1092 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1092/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Τσάτσα.
Της αναιρεσίβλητης: Α. - Ι. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Στυλιανή Σφακιανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1444/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 753/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2020 αίτησή του και τους από 27-9-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 753/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614-615 του ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης της κρινόμενης από 24-2-2020 αίτησης αναίρεσης της υπ'αριθμ.753/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά ορίστηκε αρχικά η δικάσιμος της 5-11-2021 και μετ' αναβολή η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (16-9-2022), ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 27-9-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 29-9-2021.
Από την υπ' αριθ. ..1-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Ναυπλίου Γ.. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 1-10-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω. Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε.
Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πράγματι στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δικαιοπραξία, όχι μόνο όταν είναι μονομερής, αλλά και όταν είναι σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Για την ακυρότητα, ως εικονικής, μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση (ΑΠ 1195/2017), ούτε, αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της η πρόθεση εξαπατήσεως κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαιτήσεως προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 160/2013). Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ.
Η εικονικότητα, εξάλλου, δεν εμποδίζεται, αν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία ( ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 563/2016, ΑΠ 1615/2013). Εξάλλου, σε περίπτωση καταχωρημένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως εκμισθώσεως ακινήτου, αν οι αντίστοιχες για τη μίσθωση δηλώσεις βουλήσεως, αφενός του εκμισθωτή και αφετέρου του μισθωτή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνον έγιναν φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν, είτε να μην υπάρχει υποχρέωση του εκμισθωτή να παραδώσει το εκμισθούμενο ακίνητο και η υποχρέωση του μισθωτή να πληρώσει το μίσθωμα, είτε να μην υπάρχει μία μόνον από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση αυτή λόγω της εικονικότητας είναι άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη.
Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω, ότι απόλυτη είναι η εικονικότητα της μισθώσεως, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμιά έννομη μεταβολή. Αντιθέτως, σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία (ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 429/2015, ΑΠ 1671/2000).
Ακολούθως, έχει γίνει δεκτό ότι είναι εικονική η μίσθωση, η οποία έχει συναφθεί για καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του νέου κτήτορα του μισθίου. Στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην εικονικότητα της μίσθωσης είναι: η μεγάλη, σε σχέση με τη συνηθιζόμενη στις συναλλαγές, διάρκειά της, η προκαταβολή μισθωμάτων πολλών μηνών, το μικρό μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο της αγοράς, η μη καταβολή εγγύησης, η πρόβλεψη μικρής αναπροσαρμογής του μισθώματος.
Η ανωτέρω ακυρότητα χωρεί ipso jure και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτή από το δικαστήριο (ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009). Επίσης, εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο σύμβαση μίσθωσης κατά την έννοια του άρθρου 573 επ.
ΑΚ, αλλά και εμπορική μίσθωση διεπόμενη από τον Ν. 813/1978 και ήδη ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999), με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 180 και 574 ΑΚ, διότι διέλαβε ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας ή μη των από 21-5-2007 και 19-1-2010 συμβάσεων μίσθωσης, που καταρτίστηκαν μεταξύ της αποβιώσασας επικαρπώτριας του επίδικου μισθίου ακινήτου Σ.
Λ. ως εκμισθώτριας και της αναιρεσίβλητης ως μισθώτριας και κρίνοντας αυτές ως έγκυρες (συμβάσεις μίσθωσης) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 31.7.2002 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 29.12.2006 Χ. Λ., παππού του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Α.
Π. - Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα (βλ. το ..9.3.2007 Πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών), ο ανωτέρω άφησε μετά τον θάνατό του μεταξύ άλλων την εφ' όρου ζωής επικαρπία ενός ισόγειου καταστήματος 96 τ.μ., κειμένου στον …Αττικής επί της πλατείας…., στην εν ζωή σύζυγό του Σ. Λ., γιαγιά του ενάγοντος και σ' αυτόν την ψιλή κυριότητα αυτού.
Δυνάμει των με αρ. ... πράξεων αποδοχής κληρονομιάς των συμβ/φων Αθηνών, Α. Π. - Κ. και Αγ. ..., αντίστοιχα, νομίμως μεταγραμμένων στο κτηματολογικό γραφείο Νίκαιας, οι ως άνω τιμημένοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά. Δυνάμει του από 21.5.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης η ως άνω επικαρπώτρια εκμίσθωσε το ως άνω κατάστημα στην εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) για χρονικό διάστημα 12 ετών, αρχομένου από 21.5.2007 και λήγοντος 20.5.2019, για να το χρησιμοποιήσει μεταξύ άλλων και για οποιαδήποτε εμπορική χρήση και με δικαίωμα υπομίσθωσης, με μηνιαίο μίσθωμα 1.100 ευρώ πλέον τελών και φόρων.
Την ίδια ακριβώς ημερομηνία η εναγομένη με το από 21.5.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσε το ως άνω κατάστημα στον Γ. Σ. για 12 έτη αντί μηνιαίου μισθώματος 5.000 ευρώ. Στη συνέχεια, στις 19.1.2010, και προτού ακόμη λήξει η μίσθωση της εναγομένης με την ως άνω επικαρπώτρια, οι δύο τους προέβησαν στη σύναψη νέας σύμβασης μίσθωσης, που περιλήφθηκε το τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου με το υπ' αρ. ...
συμβόλαιο του συμβ/φου Λουτρακίου Κορίνθου Π. Θ. Γ., το οποίο καταχωρίστηκε στο κτηματολογικό γραφείο Νίκαιας με αρ. ..., σύμφωνα με το οποίο η επικαρπώτρια εκμίσθωσε το επίδικο κατάστημα στην εναγόμενη με τους ίδιους όρους και δικαίωμα υπομίσθωσης, όπως και πριν, για χρονικό διάστημα 12 ετών αρχομένου από 1.5.2010 έως 30.4.2022, έναντι συνολικού μισθώματος για όλα τα έτη της μίσθωσης, ποσό 194.144,43 ευρώ.
Στη συνέχεια με το από 4.9.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσε η εναγόμενη το κατάστημα στην εταιρεία "... Α.Ε.", για έξη έτη, έναντι μηνιαίου - μισθώματος 4.680 ευρώ. Σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων μίσθωσης (ήτοι των από 21.5.2007 και από 19.1.2010 μισθώσεων) μεταξύ της επικαρπώτριας Σ. Λ. και της εναγομένης, η πρώτη παρέδωσε τη χρήση του μισθίου καταστήματος στην εναγομένη και η τελευταία σε εκτέλεση των παρεπόμενων υπομισθώσεων στους εκάστοτε υπομισθωτές.
Επίσης, προκατέβαλε (η εναγομένη μισθώτρια) στην εκμισθώτρια επικαρπώτρια το σύνολο των μισθωμάτων για τη μισθωτική χρονική περίοδο από 21.5.2007 έως και 30.4.2022, συνολικού ποσού 233.744,43 ευρώ [δηλαδή από 21.5.2007 έως 30.4.2010 (για την πρώτη μίσθωση μέχρι που ξεκίνησε η νέα δεύτερη μίσθωση) ποσό 1.100 ευρώ X 36 μήνες = 39.600 ευρώ και από 1.5.2010 έως 30.4.2022 συνολικού ποσού 194.144,43 ευρώ, όπως αναγράφεται το συνολικό μίσθωμα στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο =).
Η καταβολή έγινε ως εξής : α) με την προκαταβολή στις 21.5.2007 με μετρητά εις χείρας της εκμισθώτριας επικαρπώτριας ποσού 8.379,49 ευρώ (βλ. την από 21.5.2007 απόδειξη ενοικίου υπογεγραμμένη από την ίδια την εν ζωή τότε εκμισθώτρια - επικαρπώτρια), β) με την πληρωμή από την εναγόμενη τριών συναλλαγματικών, ποσού 61.000 ευρώ η πρώτη και από 50.000 ευρώ καθεμιά από τις άλλες δύο, συνολικά 161.000 ευρώ, με μετρητά στον τραπεζικό λογαριασμό της επικαρπώτριας - εκμισθώτριας στην ΕURΟΒΑΝΚ ΕFG με αριθμό ..., στις 21.1.2008, 6.2.2008 και 14.2.2008 (βλ τα αντίστοιχα δελτία μεταφοράς και κατάθεσης με την αντίστοιχες ημερομηνίες της τράπεζας και τις από 21.5.2007 αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων, υπογεγραμμένες από την ίδια την εκμισθώτρια).
Με τις ως άνω (α' και β' πληρωμές η εναγόμενη προεξόφλησε το σύνολο των μισθωμάτων της πρώτης σύμβασης μίσθωσης μέχρι τη συμφωνημένη λήξη αυτής έως τις 30.4.2019, συνολικού ποσού 169.379,49 ευρώ. Το γεγονός ότι αυθημερόν με τις ως άνω δύο καταθέσεις των 50.000 ευρώ (στις 5.2.2008 και 14.2.2008) έγιναν και αναλήψεις από τον ατομικό λογαριασμό της επικαρπώτριας - εκμισθώτριας, δεν αναιρεί το πραγματικό και αληθές των ως άνω καταβολών, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι τις αναλήψεις από τον ατομικό λογαριασμό τις έκανε όχι η ατομική αποκλειστική δικαιούχος, που ήταν η επικαρπώτρια Σ.
Λ. μέχρι της 27.5.2008, αλλά η εναγόμενη με χρήση του με αρ. …/26.10.2007 πληρεξουσίου της συμβ/φου ..., που της είχε δώσει η επικαρπώτρια (βλ. και τη σχετική από 12.11.2019 βεβαίωση της εν λόγω τράπεζας ΕURΟΒΑΝΚ, σύμφωνα με την οποία ουδέποτε κατατέθηκε το εν λόγω πληρεξούσιο στην εν λόγω τράπεζα) ή άλλο πρόσωπο. Η εν λόγω σύμβαση μίσθωσης, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, καταργήθηκε πρόωρα, με τη συνομολόγηση και από τα δύο μέρη της νέας συμβολαιογραφικής σύμβασης μίσθωσης (...) που άρχισε από την 1.5.2010.
Μέχρι τότε το σύνολο των συμφωνημένων από την πρώτη σύμβαση μισθωμάτων είχε προεξοφληθεϊ (169.379,49 ευρώ), όμως τα δεδουλευμένα, πραγματικά οφειλόμενα μισθώματα ήταν μόνο 41.025,60 ευρώ (1100 X 36 μήνες πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% - από Μάιος 2007 έως Απρίλιος 2010). Είχαν δηλαδή καταβληθεί περισσότερα χρήματα από αυτά που αναλογούσαν στα δεδουλευμένα μισθώματα και δη επιπλέον ποσό 128.353,89 ευρώ (169.379,49-41.025,60).
Με την κατάρτιση της νέας σύμβασης (το 37032/2010 ως άνω συμβόλαιο), από το ως άνω επιπλέον καταβληθέν ποσό των 128.353,89 ευρώ, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων (εναγόμενης και επικαρπώτριας), όπως ποσό 128.174,37 ευρώ καταλογισθεί σαν δοθείσα προκαταβολή μέρους του νέου συμφωνηθέντος μισθώματος (194.144,43 ευρώ) για όλη τη διάρκεια της νέας σύμβασης λήγουσας έως τις 30.4.2022.
Έτσι στο σημείο εκείνο του ως άνω συμβολαίου της νέας μίσθωσης αναφέρεται χαρακτηριστικά "...από το οποίο (εννοεί το συνολικό μίσθωμα των 194.144,43 ευρώ που προαναφέρεται στο συμβόλαιο) ευρώ 128.174,37 ευρώ κατέβαλε η μισθώτρια (εναγόμενη) στην εκμισθώτρια και αυτή εισέπραξε σε μετρητά προηγούμενα και εκτός της παρουσίας μου (δηλ.
του συμβ/φου), όπως οι συμβαλλόμενες αυτές δήλωσαν σήμερα ενώπιον μου...". Το υπόλοιπο ποσό των 65.970,06 ευρώ (194.144,43-128.174,37) κατέβαλε η εναγόμενη με μετρητά 57.456,15 ευρώ, κατά την υπογραφή του συμβολαίου παρουσία του συμβολαιογράφου και με τραπεζική επιταγή με αρ. ... της τράπεζας ΕURΟΒΑΝΚ EFG, ποσού 8.513,91 ευρώ σε διαταγή της Δ.Ο.Υ.
Κορίνθου, που είχε ζητήσει και παρέλαβε η εναγομένη από την τράπεζα, καταβάλλοντάς της το ισόποσο σε μετρητά, την οποία παρέδωσε στην εκμισθώτρια και αυτή παρέλαβε κατά την υπογραφή του συμβολαίου παρουσία του συμβολαιογράφου, στον οποίο εν συνεχεία την παρέδωσε περαιτέρω για να την αποδώσει στη Δ.Ο.Υ.
Κορίνθου για τη Δ.Ο.Υ Κορυδαλλού, για να έχει ισχύ το αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας της τελευταίας Δ.Ο.Υ. επ' ονόματι της εκμισθώτριας που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο (βλ. το ως άνω ... συμβόλαιο). Με βάση τα ανωτέρω οι συναφθείσες συμβάσεις μίσθωσης μεταξύ της εναγόμενης και της επικαρπώτριας - εκμισθώτριας θείας της και γιαγιάς του ενάγοντος ήταν όχι φαινομενικές και εικονικές, αλλά αληθινές και πραγματικές.
Οι δηλώσεις τους για παράδοση της χρήσης του μισθίου έναντι μισθώματος, που πραγματικά καταβλήθηκε και εξοφλήθηκε ολοσχερώς, ήταν σοβαρές και αληθινές, προκειμένου να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα των μισθώσεων του επίδικου καταστήματος, όπως επιθυμούσαν πραγματικά οι συμβαλλόμενες. Το γεγονός ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα ήταν εμφανώς μικρότερο σε σχέση με αυτό που συμφωνήθηκε με την υπομίσθωση δικαιολογείται από το ότι το πρώτο προκαταβλήθηκε ολοσχερώς για όλο το συμφωνημένο χρονικό διάστημα των μισθώσεων, που ήταν μεγάλης χρονικής διάρκειας, πραγματικά από την εναγόμενη και μάλιστα κατά το μεγαλύτερο μέρος του με μετρητά σε ατομικό τραπεζικό λογαριασμό της εκμισθώτριας αλλά και εις χείρας της, δημιουργηθέντος έτσι το έτος 2010 ενός σχετικά μεγάλου χρηματικού κεφαλαίου 235.000 ευρώ (το σύνολο περίπου των μισθωμάτων), που θα μπορούσε η επικαρπώτρια να το επενδύσει επωφελώς ποικιλοτρόπως, ακόμη και με την πιο απλή μορφή της έντοκης τραπεζικής κατάθεσης, χωρίς να αναλώνει το χρόνο της για εξεύρεση κατάλληλου και φερέγγυου μισθωτή ή να διακινδυνεύει την απώλεια μηνιαίων μισθωμάτων εξαιτίας δυστροπίας τους και την εμπλοκή της σε δικαστικούς αγώνες ή να επηρεάζεται η εκμετάλλευσή του από τις οικονομικές διακυμάνσεις της αγοράς, αναλαμβάνοντας το όποιο ρίσκο συνεπάγεται απ' αυτές.
Άλλωστε μόνη η διαφορά του μισθώματος και του υπομισθώματος δεν αναιρεί το αληθές και σοβαρό των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, που πραγματικά υπήρχε κατά την κατάρτιση αμφοτέρων των συμβάσεων μίσθωσης. Εντεύθεν, εφόσον ήταν έγκυρες οι συμβάσεις μίσθωσης, εγκύρως κατέστη μισθώτρια η εναγόμενη και νόμιμα κατέχει, έναντι του ενάγοντος, κυρίου πλέον μετά τον επισυμβάντα στις 22.2.2014 θάνατο της επικαρπώτριας γιαγιάς του, και εκμεταλλεύεται το επίδικο κατάστημα με δυνατότητα περαιτέρω έγκυρης υπεκμίσθωσης του σε τρίτους και δεν υποχρεούται σε απόδοση αυτού.
Έπρεπε λοιπόν η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Η εκκαλουμένη, που έκρινε διαφορετικά, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των άνω συμβάσεων λόγω εικονικότητας, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να αποδώσει στον ενάγοντα τη χρήση του ένδικου καταστήματος και να του καταβάλει το ποσό των 145.080 ευρώ, νομιμοτόκως, που αντιστοιχούσε στα μισθώματα που εισέπραξε καθ' ο χρόνο το κατείχε και το υπεκμίσθωνε, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή". Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 180 και 574 του ΑΚ διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την εικονικότητα ή μη των συμβάσεων μίσθωσης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του, περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία καθόσον 1) δεν εξηγεί με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά την εμφανή δυσαναλογία του συμφωνηθέντος μισθώματος με την εμπορική μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου και τη διαφορά του συνολικού συμφωνημένου μισθώματος 1.100 ευρώ μηνιαίως με το συνολικό υπεκμίσθωμα, που κατά τις παραδοχές του πέτυχε η αναιρεσίβλητη μισθώτρια και προσεγγίζει το πενταπλάσιο του συμφωνημένου μισθώματος, 5.000 ευρώ μηνιαίως και μάλιστα την αυτή ημεροχρονολογία (21-5-2007), ώστε εύλογα δημιουργείται η αμφιβολία, εάν ο σκοπός της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην ένδικη μισθωτική σύμβαση ήταν να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης του μισθίου ακινήτου, χωρίς όμως τα συμβαλλόμενα μέρη να έχουν πρόθεση για τέτοια μεταβολή, ειδικότερα δε αν ληφθεί υπόψη ότι το ακίνητο ήταν ήδη μισθωμένο έναντι μηνιαίου μισθώματος 5.000 ευρώ. 2) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι με το από 21.5.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης η επικαρπώτρια εκμίσθωσε το ως άνω κατάστημα στην αναιρεσίβλητη για χρονικό διάστημα 12 ετών, αρχομένου από 21.5.2007 και λήγοντος 20.5.2019, δεν αιτιολογεί για ποιόν λόγο στις 19.1.2010, και προτού ακόμη λήξει η πρώτη σύμβαση μίσθωσης κατάρτισαν οι ως άνω συμβαλλόμενες νέα σύμβαση μίσθωσης, για χρονικό διάστημα 12 ετών αρχομένου από 1.5.2010 έως 30.4.2022, έναντι συνολικού μισθώματος για όλα τα έτη της μίσθωσης, ποσού 194.144,43 ευρώ, 3) δεν αιτιολογεί από ποιον λογαριασμό της η αναιρεσίβλητη προκατέβαλε στην επικαρπώτρια το συνολικό ποσό των 233.744,43 ευρώ [δηλαδή 39.600 ευρώ από την πρώτη μίσθωση που διήρκεσε τρία έτη και 194.144,43 ευρώ από τη δεύτερη μίσθωση), καθώς επίσης για ποιο λόγο στις 5.2.2008 και 14.2.2008 φέρεται να κατέθεσε η αναιρεσίβλητη σε λογαριασμό της επικαρπώτριας, αντίστοιχα, 50.000 και 50.000 ευρώ προς εξόφληση μισθωμάτων, ενώ αυθημερόν, με τις ως άνω δύο καταθέσεις, έγιναν και αναλήψεις από τον ως άνω λογαριασμό.
Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη εικονικότητας των επίδικων συμβάσεων μίσθωσης, διότι, ενώ δέχεται ότι η μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη ανέλαβε το επιχειρηματικό επενδυτικό "ρίσκο", διότι είναι άγνωστος και αστάθμητος παράγοντας η ανεύρεση υπομισθωτών, ταυτόχρονα δέχεται ότι το επίδικο μίσθιο κατάστημα ήταν ήδη μισθωμένο αρχικά στον Γ.
Σ. για 12 έτη αντί μηνιαίου μισθώματος 5.000 ευρώ και στη συνέχεια όταν αποχώρησε ο μισθωτής αυτός, το υπεκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρία "... Α.Ε."., για έξι έτη, έναντι μηνιαίου μισθώματος 4.680 ευρώ, παραδοχή που αναιρεί την προηγούμενη σκέψη περί ανάληψης σημαντικού επενδυτικού κινδύνου. Εξάλλου οι ενδοιαστικές αιτιολογίες του Εφετείου με τις φράσεις "...ναι μεν το συμφωνηθέν μίσθωμα ήταν χαμηλό..." "...πρέπει όμως για την ορθή κρίση να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι προκαταβλήθηκαν όλα τα μισθώματα..." δημιουργούν ισχυρές αμφιβολίες για την ορθότητα ή μη της παραδοχής ότι οι συμβάσεις μίσθωσης δεν είναι προσχηματικές και συνακόλουθα της υπαγωγής των περιστατικών, που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στον κανόνα δικαίου της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο η αναιρεσίβλητη προεξόφλησε το σύνολο των μισθωμάτων της πρώτης σύμβασης, ύψους 169.379,49 ευρώ και με την κατάρτιση της δεύτερης σύμβασης κατέβαλε επιπλέον ποσό 65.970,06 ευρώ όταν θα ηδύνατο με το εν λόγω ποσό να προβεί στην αγορά ενός αντίστοιχου ακινήτου.
Με τις ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αυτές αιτιολογίες δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ή όχι για να υπαχθούν στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138, 180 και 574 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, για το εάν η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι τα μέρη δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων στη σύμβαση μίσθωσης που κατάρτισαν και αν σε γνώση τους η δήλωση βούλησης αυτών ήταν προσχηματική και όχι σπουδαία και σοβαρή.
Οι ανωτέρω πλημμέλειες ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την εικονικότητα των συμβάσεων μίσθωσης. Κατόπιν όλων αυτών, και ενόψει του ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω, δεκτού γενόμενου, αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα του πρώτου και τέταρτου λόγου αναίρεσης, αλλά και του πρώτου και δεύτερου των προσθέτων αναιρετικών λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση της εξετασθείσας Ε.
Π. (άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ), ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) και ότι μη νομίμως καταδικάσθηκε στην καταβολή υπέρογκης δικαστικής δαπάνης (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) που επίσης σκοπούν στην παραδοχή της αναίρεσης.
Εξάλλου κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, ενόψει όχι μεμονωμένως της αιτίας, που ώθησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ΟλΑΠ 2/1991, ΑΠ 1527/2007, ΑΠ 63/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτό το λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/ 2014).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις του εφεσιβλήτου) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 180/2014, πρβλ. επίσης, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 9/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι συμβάσεις μίσθωσης δεν αντίκεινται στα χρηστά ήθη.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος όμως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, δηλαδή, σε διαφορετικό ουσιαστικό κανόνα δικαίου από εκείνο της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ, που ερευνήθηκε κατά τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι από την ένδικη αγωγή του αναιρεσείουντος και από τις από 7-3-2019 προτάσεις αυτού ως εφεσίβλητου, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων δεν θεμελίωνε την αγωγή του και στη βάση, περί αντίθεσης των συμβάσεων μίσθωσης στα χρηστά ήθη, ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός προτάθηκε από αυτόν ως εφεσίβλητο ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά το πρώτον προβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου και, συνεπώς, απαραδέκτως, κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 753/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ