Legislator Case Law & Legislation
1092/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing supplementary appeal arguments deadline.

Case Number 1092/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a divorce property dispute. The appellant failed to submit supplementary appeal arguments within the mandatory thirty-day period preceding the hearing. The court ruled that this procedural omission rendered the appeal inadmissible, regardless of the underlying factual disputes about marital finances.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 111(1)-(2), 568(2)-(4), 570(3), 571 of the Code of Civil Procedure; Supplementary appeal arguments must be filed and served at least thirty days before the hearing, and failure to comply results in inadmissibility.

Keywords

AI generated
supplementary appeal arguments thirty day deadline inadmissibility Code of Civil Procedure procedural compliance

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 111(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3), (4) of the Code of Civil Procedure
Article 570(3) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1092 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1092/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Χ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Λεπίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Δασκαλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/8/2017 αίτησή της και τους από 29/3/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό σχετικής έκθεσης, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4 και 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Για το παραδεκτό όμως της άσκησής τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης προθεσμία. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποίησής τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία, σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της άσκησης των προσθέτων λόγων (ΑΠ 39/2016, ΑΠ 862/2015, ΑΠ 649/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική επίδοση δικογράφων σε διάδικο, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον νόμο 1334/1983.

Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις, για την επίδοση, διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στην σύμβαση αυτήν τρόπο, με σκοπό να διασφαλίζεται, με την περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη και την αποφυγή πλασματικών επιδόσεων, η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία εδώ έχει εφαρμογή, και η οποία, σύμφωνα με την από 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίσθηκαν τα της επίδοσης και κοινοποίησης στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω σύμβασης, την οποία έχει κυρώσει η Σερβία, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια Αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται, σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του Κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια Αρχή του Κράτους που έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτέλεσης της επίδοσης και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο.

Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέσθηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν.

Η επίδοση αποδεικνύεται με την προσκομιδή της παραπάνω βεβαίωσης της αρμοδίας Αρχής, ενώ για τον υπολογισμό της προαναφερόμενης, κατ' άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, λαμβάνεται υπόψιν ο χρόνος της πραγματικής περιέλευσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης σε εκείνον που αφορά η επίδοση και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 23-29/2009, ΑΠ 1110/2018, ΑΠ 856/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της 48/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών την από 17-8-2017 αίτηση αναίρεσης. Μετά την άσκηση αυτής, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το σχετικό δικόγραφο και ορίστηκε, από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος, αρχική δικάσιμος για τη συζήτησή της η 7-5-2018.

Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης στη δικάσιμο που είχε οριστεί αρχικά, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 2-4-2018 στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Χ.

Π., το από 29-3-2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Λόγω της διαμονής του αναιρεσίβλητου σε γνωστή διεύθυνση στη … (... ...), με παραγγελία του υπογράφοντος το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, Φώτιου Λεπίδα, ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.

Μ., την 4-4-2018 επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τη σχετική επισημείωση πάνω σ' αυτό, το δικόγραφο τούτο, ώστε να κινηθεί η διαδικασία της επίδοσής του στον αναιρεσίβλητο. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με το Α.Π. 3583/5-4-2018 έγγραφό του, απέστειλε το δικόγραφο στην Ελληνική Πρεσβεία στο Βελιγράδι, προκειμένου να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο.

Η Πρεσβεία της Ελλάδος στο Βελιγράδι, με το …./….-4-2018 έγγραφό της, επέστρεψε το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανεπίδοτο. Όπως, δε, αναφέρει στο έγγραφό της, κατέστη αδύνατο να επικοινωνήσουν με τον αναιρεσίβλητο, διότι "από τις πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου μας επιβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει δηλωμένο τηλέφωνο στη διεύθυνση ...

ούτε ένοικοι με το επώνυμο S.". Η αναιρεσείουσα, δεν επικαλείται έκθεση επίδοσης των πρόσθετων λόγων, ούτε βεβαίωση από την αρμόδια Αρχή της Σερβίας, όπου η διαμονή του αναιρεσίβλητου, με την οποία να προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτέλεσης της επίδοσης των πρόσθετων λόγων και το πρόσωπο που παρέλαβε το δικόγραφο αυτών, αλλά, επικαλούμενη τα 4882/11-5-2018 και 4149/20-4-2018 έγγραφα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τα οποία διαβιβάζεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το προαναφερόμενο …/…-4-2018 έγγραφο της Πρεσβείας της Ελλάδος στο Βελιγράδι, ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε την παραλαβή των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, τούτο, όμως, ουδόλως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα ως άνω έγγραφα.

Επομένως, εφόσον οι από 10.10.2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, δεν έχουν επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος φέρεται ότι διαμένει σε συγκεκριμένη γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό (Σερβία) και ως εκ τούτου η επίδοσή τους εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής της προαναφερόμενης Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης και απαιτείται πραγματική επίδοσή τους σ' αυτόν, μη αρκούσας της πλασματικής επίδοσης, με την επίδοση αυτών στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτοι.

Το απαράδεκτο τούτων ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, παρά το εκπρόθεσμο (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) της προβολής του από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, τις σχετικές προτάσεις στις οποίες προβάλει την ένσταση ως προς το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων, κατέθεσε, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου επ' αυτών, την 21-3-2019, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και όχι είκοσι ημέρες πριν από αυτή.

Με την κρινόμενη από 17-8-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 48/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 13-3-2015 έφεση της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή και κατ' ουσία η από 5-3-2015 έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 51/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που είχε δεχθεί ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη την από 26-4-2009 αγωγή αυτού με την οποία ασκούσε αξίωση από τα αποκτήματα.

Μετά δε την εξαφάνιση της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, δικάζοντας το Εφετείο την αγωγή δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1696/2018).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 546/2009).

Προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.

Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του δικαιούχου ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου εναγόμενου, μπορεί να συνίσταται στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή.

Εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1825/2009, ΑΠ 1447/2008).

Η ως άνω, όμως, συμβολή του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να συνίσταται και στην παροχή απ' αυτόν υπηρεσιών κάθε είδους, που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή τέκνων, όταν και κατά το μέτρο αυτό δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, και κατά το οποίο (μέτρο), ο υπόχρεος σύζυγος, έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας-του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Στην περίπτωση αυτή, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο, από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό, από την αποτίμηση των υπηρεσιών, ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1059/2014).

Ειδικότερα, όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο, να του αποδώσει το μέρος της αύξησης της περιουσίας του που προέρχεται από τη δική του συμβολή, πρέπει:

α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε, για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγόμενου, β) να αποτιμά τις παροχές του, προς τον εναγόμενο, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει είτε 1) το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να, συνεισφέρει, στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους, έτσι ώστε, από το λόγο της αξίας των παροχών, κατά το μέρος που υπερβαίνουν την οφειλόμενη συνεισφορά, προς τη δαπάνη που απαιτήθηκε, για την πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του εναγόμενου, να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν, είτε 2) το, πέραν της, εκ των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, αναλογούσης υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ποσό της συμβολής αυτού (ενάγοντος) στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, μη απαιτούμενης, για το ορισμένο της σχετικής (υπό στοιχ.

β) επίκλησης, της αναφοράς του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων (ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015), ούτε του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων ή του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου, στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν εκείνης στην οποία υποχρεούται κατά την ως άνω διάταξη (ΑΠ 825/2015, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1511/2005).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία, συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 492/2017). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά, είτε με το λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικείμενου της δίκης, στοιχεία που, όμως, δεν εκτίθενται σ' αυτή ή απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα, για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικείμενου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, είτε με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1327/2015, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009).

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 26-4-2009 αγωγή του, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε την αμετάκλητη λύση του μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας συζύγου του τελεσθέντος γάμου, την ανυπαρξία κατά την τέλεση του γάμου τους περιουσιακών στοιχείων στην αναιρεσείουσα και την, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, απόκτηση από αυτήν της κυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου αξίας, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης αυτών, καθώς και το χρόνο που η λύουσα το γάμο τους απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αλλά και το χρόνο άσκησης της αγωγής, 950.000 ευρώ, ότι ο ίδιος συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της κατά ποσοστό 90%, συνεισφέροντας, αφενός μεν τα αναλυτικά προσδιοριζόμενα χρηματικά ποσά από εισοδήματα εκ της αναφερόμενης επαγγελματικής του δραστηριότητας, καθώς και του τιμήματος των πωληθέντων ακινήτων του, αφετέρου με την παροχή των αναλυτικά αναφερόμενων υπηρεσιών του κατά την κατασκευή της οικοδομής στο αγορασθέν ακίνητο, οι οποίες αποτιμώνται στα εκτιθέμενα χρηματικά ποσά, εκθέτοντας ότι η παροχή αυτών των υπηρεσιών εξέρχεται των ορίων της υποχρέωσης συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και στο συζυγικό οίκο και τέλος, με την προσφορά, από την τέλεση του γάμου μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, των, αποτιμώμενων στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, προσωπικών υπηρεσιών του στο συζυγικό οίκο, σύμφωνα με την υποχρέωσή του για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών.

Με το ως άνω ιστορικό ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας σε απόδοση του αναλογούντος ποσού συμμετοχής του στην περιουσιακή αύξηση αυτής. Με το περιεχόμενο αυτό, το οποίο δέχθηκε ως περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και το Εφετείο, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της, η αγωγή διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο αυτής.

Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος στήριξε την αξίωσή του: α) στην αμετάκλητη λύση του γάμου του με την αναιρεσείουσα, β) στην αύξηση της περιουσίας της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με την απόκτηση της κυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου, γ) στην πραγματική συμβολή του ιδίου στην αύξηση της περιουσίας αυτής, που συνίσταται αφενός στην παροχή του αναφερόμενου χρηματικού κεφαλαίου, αφετέρου στη συνεισφορά των προσδιοριζόμενων προσωπικών υπηρεσιών του, δ) στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εκτιθέμενης συμβολής του και της περιουσιακής αυτής αύξησης.

Για τον προσδιορισμό της πραγματικής του συμβολής, καθόρισε τη συνολική δαπάνη που απαιτήθηκε για την περιουσιακή αύξηση και την αξία αυτής κατά τους ενδιαφέροντες κρίσιμους χρόνους και επειδή, πέραν της συμβολής του με την παροχή των χρημάτων, ισχυρίστηκε ότι η συμβολή του συνίστατο και στην παροχή των αναφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών του στην κατασκευή της οικοδομής, αποτίμησε αυτές σε χρήμα και επικαλέστηκε ότι καθόλο το μέρος τους υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειας.

Επιπλέον, εξέθεσε ότι παρείχε τις προσωπικές του υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο, κατά τη βαρύνουσα τούτον υποχρέωση για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, την οποία αποτίμησε σε χρήμα κατά μήνα, για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου μέχρι την οριστική διακοπή της έγγαμης σχέσης.

Δεν ήταν αναγκαία, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, η αναφορά των, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, ελλειπόντων στοιχείων, αρκούσης προς τούτο της αναφοράς όσων ανωτέρω εκτέθηκε ότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής. Ειδικότερα, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζει ο αναιρεσίβλητος ενάγων για τη στήριξη της αξίωσής του, τα εισοδήματα που είχε από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αφού εκθέτει το ποσό με το οποίο συμμετείχε στην απόκτηση της περιουσίας και αποτελεί ζήτημα απόδειξης αν πραγματικά η συμμετοχή του ανέρχονταν σ' αυτό το ποσό, ούτε το ύψος των μηνιαίων οικογενειακών δαπανών, αφού εκθέτει το ποσό με το οποίο αυτός συμμετείχε και αποτελεί ζήτημα ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η υποχρέωση συμμετοχής του ανέρχονταν σε μεγαλύτερο ποσό.

Ούτε αποτελούσε αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής του, η αναφορά της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στις οικογενειακές ανάγκες, ενώ αφενός μεν εκθέτει ότι η συμμετοχή του με την παροχή των υπηρεσιών του στην κατασκευή της οικοδομής, εξέρχονταν των ορίων της υποχρέωσής του για συνεισφορά, αφετέρου καθορίζει το ποσό των υποχρέωσής του για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες και την παροχή προς τούτο των προσωπικών υπηρεσιών του στο συζυγικό οίκο, αποτελεί δε ζήτημα απόδειξης της αλήθειας εάν πράγματι η υποχρέωσή του ανέρχονταν στο συγκεκριμένο ποσό και αν αυτός κάλυπτε με οποιοδήποτε τρόπο την υποχρέωσή του αυτή.

Κατ' ακολουθία, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, αυτής, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα τα, από τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ, απαιτούμενα και στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα για την πληρότητά της στοιχεία και δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 14 (και όχι εκ του αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον αντίστοιχο πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά την εκτίμηση αυτού ενόψει της επίκλησης από την αναιρεσείουσα ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιγράφονταν κατά τρόπο ορισμένο τα στηρίζοντα την αξίωση περί αποκτημάτων ως άνω στοιχεία.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, συνεπεία της επικαλούμενης από αυτήν εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 830, 806 και 827 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο ανέτρεψε το συναγόμενο από αυτές τεκμήριο δικής της κυριότητας επί των χρημάτων του προσωπικού της τραπεζικού λογαριασμού, με την παραδοχή του ότι τα χρήματα αυτού προέρχονταν όχι από δικά της εισοδήματα, αλλά από τα αναφερόμενα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, τα οποία κατέθετε εκείνος στο λογαριασμό αυτό.

Ο άνω λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση. Τούτο διότι, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δυνάμει του άρθρου 41 παρ. 1 του εισαγωγικού του νόμου, ούτε οι διατάξεις αυτές είχαν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

Το βιβλιάριο καταθέσεων τράπεζας, είναι ιδιωτικό έγγραφο που εκδίδει η τράπεζα και αποτυπώνει όλα τα στοιχεία του λογαριασμού συγκεκριμένου προσώπου και αποτελεί, μεταξύ της τράπεζας και του κατόχου του βιβλιαρίου, από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης που συνιστά η χρηματική κατάθεση, πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία εγγραφής, συνεπώς και ότι δικαιούχος των χρημάτων του λογαριασμού είναι ο κάτοχος του βιβλιαρίου στο όνομα του οποίου έχει εκδοθεί.

Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση το ζήτημα δεν ήταν ποιος είναι δικαιούχος των χρημάτων της κατάθεσης έναντι της τράπεζας, ούτε το Εφετείο έκρινε ότι έναντι της τράπεζας δικαιούχος των χρημάτων του λογαριασμού τον οποίο αφορούσε το βιβλιάριο καταθέσεων που είχε εκδοθεί στο όνομα της αναιρεσείουσας, ήταν ο αναιρεσίβλητος, αλλά με χρήματα ποίου εκ των δύο διαδίκων έγινε η κατάθεση στο λογαριασμό.

Έτσι, το Εφετείο ορθώς ερεύνησε το εάν τα χρήματα στο λογαριασμό προέρχονταν από εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, ως προς τα οποία, με την κατάθεση στο λογαριασμό στο όνομα της αναιρεσείουσας, αυξήθηκε η περιουσία της, εφόσον η κατάθεσή τους έγινε μετά το γάμο των διαδίκων και συνεπώς, το αγορασθέν με αυτά τα χρήματα ακίνητο, αποτελεί απόκτημα αυτής, το οποίο υποκατέστησε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που ο αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει στο λογαριασμό και στο οποίο, σωζόμενο κατά τη λύση του γάμου τους, μετατέθηκε η σχετική αξίωσή του.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον εξεταζόμενο λόγο ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 208/2011).

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή μη χρησιμοποίηση τέτοιων διδαγμάτων όταν αυτά χρησιμεύουν προς έμμεση απόδειξη, ήτοι για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο:

α) με την παραδοχή ότι τα χρήματα που αναλήφθηκαν από το δικό της τραπεζικό λογαριασμό και δαπανήθηκαν για την αγορά των κάθετων ιδιοκτησιών στο όνομά της, προέρχονταν από εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία αφού ο αναιρεσίβλητος διατηρούσε ατομικούς λογαριασμούς σε τραπεζικά ιδρύματα, λογικό και αναμενόμενο ήταν να καταθέσει τα χρήματά του στους δικούς του λογαριασμούς και όχι σε λογαριασμό της συζύγου του, β) παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ένας ιατρός ανειδίκευτος, και μάλιστα αλλοδαπός, χωρίς προσωπικές γνωριμίες ή φήμη, όπως ήταν ο αναιρεσίβλητος κατά τα έτη 2003-2004, ήταν αδύνατο να έχει αποταμιεύσεις ύψους άνω των 100.000 ευρώ, όπως δέχεται ότι είχε ο τελευταίος, γ) με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να συγκεντρώσει το τίμημα αγοράς του οικοπέδου επειδή η ίδια δεν εργαζόταν και οι γονείς της δεν είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία, για να στείλει μια οικογένεια το παιδί της να σπουδάσει σε χώρα της αλλοδαπής, αυτονόητο είναι να διαθέτει οικονομική επιφάνεια, ώστε να έχει τη δυνατότητα να καλύψει τις σχετικές δαπάνες αγοράς του οικοπέδου, όπως πράγματι συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, δ) παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία αυτός, ο οποίος με δικούς του πόρους, συμμετέχει στην αγορά ενός τόσο σημαντικού στοιχείου, προσπαθεί να διασφαλίσει το περιουσιακό του δικαίωμα και να προκύπτει αυτή η συμμετοχή του από έγγραφα, ε) παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, κατά τα συναλλακτικά ήθη και τις πρακτικές της εποχής, η κατασκευή μιας οικοδομής, ελλείψει ίδιων πόρων, γινόταν με χρήση μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες πληρώνονταν στη συνέχεια από τα εκταμιευθέντα με βάση την πρόοδο των εργασιών ποσά των χορηγηθέντων δανείων.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τούτο διότι, τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα κοινής πείρας, αναφέρονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδοντας εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, σε αντίθεση με το συναγόμενο, με βάση αυτά, από την ίδια και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων από το Εφετείο κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, ώστε να ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.

Ούτε, άλλωστε, για το παραδεκτό των ως άνω λόγων, εκθέτει η αναιρεσείουσα ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα κοινής πείρας που επικαλείται και τα οποία το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Σε κάθε δε περίπτωση, η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως, με τη μη χρησιμοποίηση των ως άνω διδαγμάτων κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για το αν πραγματικά ο αναιρεσίβλητος είχε τα, κατ' αυτήν, αποδειχθέντα χρηματικά ποσά για να συμβάλει στην αγορά και οικοδόμηση του επίδικου ακινήτου και εάν πράγματι διέθεσε αυτά τα χρήματα για την απόκτησή του ή καταβλήθηκαν οι σχετικές δαπάνες από δάνεια τα οποία εξοφλήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και για το εάν η οικογένεια αυτής είχε την οικονομική δυνατότητα να συνδράμει την αναιρεσείουσα για την απόκτηση της ένδικης περιουσίας.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από τον αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, πλημμέλεια.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή, οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 864/2003), όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1003/2012).

Οι ισχυρισμοί αυτοί θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ευθέως ως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, μη αρκούσας της έμμεσης συναγωγής του από τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα (ΑΠ 792/2015, ΑΠ 354/2011), αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 20/2016, ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ? έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 161/2017). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, για το ορισμένο του λόγου αυτού της αναίρεσης, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάποιον ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 367/2009).

Όπως, προαναφέρθηκε, η απαίτηση του κάθε συζύγου για τα αποκτήματα του άλλου συζύγου, συνίσταται στη διαφορά της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση, αφενός της υπάρχουσας κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία), αφετέρου της υπάρχουσας κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για τα αποκτήματα (τελική περιουσία), ήτοι του αμετάκλητου της λύουσας το γάμο δικαστικής απόφασης ή, σε περίπτωση διάστασης, το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Με την ύπαρξη της συγκεκριμένης τελικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου βαρύνεται ο δικαιούχος της αξίωσης. Αν όμως, η τελική περιουσία παρουσιάζει παθητικό, όπως είναι τα βάρη ή οι από δάνεια υποχρεώσεις του υπόχρεου συζύγου, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, για την εξεύρεση της καθαρής τελικής περιουσίας αυτού, συνυπολογίζεται το παθητικό τούτο και αφαιρείται από την αποδεικνυόμενη περιουσιακή κατάσταση, αφού κατά το μέρος τούτο δεν υπάρχει αύξηση της τελικής περιουσίας (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1566/2017).

Ο ισχυρισμός ότι υπάρχει παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί, είναι περιστατικό αναγόμενο στη σφαίρα επιρροής του υπόχρεου εναγόμενου, και αποτελεί στοιχείο έντασης αυτού, το οποίο αυτός βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1956/2013). Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, εκθέτει τα ακόλουθα:

α) μολονότι η ίδια πρότεινε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας της περιουσίας της είχε οφειλή έναντι της Τράπεζας Πειραιώς, συνολικού ύψους 369.370 ευρώ, το Εφετείο έκρινε, αναιτιολόγητα, ότι στο παθητικό της περιουσίας εντάσσεται μόνο το ποσό των 183.913,59 ευρώ που αντιστοιχούσε στο άληκτο κεφάλαιο του δανείου, χωρίς να υπολογίζει στο παθητικό τους τόκους που όφειλε να καταβάλει, σύμφωνα με τη συμβατική της υποχρέωση, β) μολονότι πρότεινε ότι υπείχε συμβατική υποχρέωση από τη δανειακή σύμβαση να ασφαλίσει το ακίνητο που αποτελεί το απόκτημα και υποχρεωτικά ασφάλισε το ακίνητο, το δε κόστος ασφάλισης ανήλθε στο ποσό των 37.555,20 ευρώ, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της και δεν συμπεριέλαβε τούτο στο παθητικό της περιουσίας της, γ) ότι το Εφετείο δεν υπολόγισε στο παθητικό της περιουσίας της, το ποσό των 10.000 ευρώ, που είχε λάβει και όφειλε ως προσωπικό δάνειο από την Τράπεζα Πειραιώς, για να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εθνική Τράπεζα, από τη λήψη δανείου.

Με το περιεχόμενο τούτο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως μέμφεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο, της αιτίασης από τον αρ. 8, μέρος του, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί της ύπαρξης του συγκεκριμένου παθητικού στην τελική περιουσία της αναιρεσείουσας, αποτελεί ένσταση αυτής, η οποία έπρεπε, για να ληφθεί υπόψη, να έχει προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ακολούθως, σε περίπτωση απόρριψής του, να επαναφερθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης, αφού η αναιρεσείουσα άσκησε, ως εν μέρει ηττηθείσα, έφεση κατά της οριστικής απόφασης.

Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν επικαλείται, για το ορισμένο, και συνεπώς, το παραδεκτό του αναιρετικού λόγου, παραδεκτή πρόταση της ένστασης αυτής, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφορά της με λόγο έφεσης στο Εφετείο, ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή του ισχυρισμού αυτού, με τον οποίο δεν ασχολήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, για πρώτη φορά στο Εφετείο.

Επίσης, ο λόγος είναι απαράδεκτος, και διότι, ως προς τα με στοιχ. α' και β' στοιχεία του παθητικού, εκτίθεται ότι το Εφετείο έκρινε μεν τον προβληθέντα ισχυρισμό, πλην, όμως, εσφαλμένα δεν υπολόγισε στο παθητικό τους τόκους που όφειλε να καταβάλει η αναιρεσείουσα και απέρριψε τούτον αναφορικά με το ασφάλιστρο που έπρεπε αυτή να πληρώσει, αφού η έρευνα του ισχυρισμού, παρά το επικαλούμενο σφάλμα απόρριψής του, δεν ιδρύει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Εξάλλου, κατά το δεύτερο μέρος του, από την προτεινόμενη εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ο λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι. λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάποιο συγκεκριμένο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό τον οποίο παραδεκτά έχει προτείνει, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγχρόνως, προβάλλεται ότι, το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, επειδή δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο ισχυρισμό, δηλαδή πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον στην τελευταία περίπτωση, αποτελεί προϋπόθεση η λήψη υπόψη και εξέταση του ισχυρισμού αυτού (πρβλ.

ΑΠ 472/2008, ΑΠ 579/2007, ΑΠ 837/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, παρά το ότι η ίδια απέδειξε τη βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών της περί της ύπαρξης παθητικού στην περιουσία της, όπως τα επί μέρους στοιχεία αυτού διαλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του ίδιου λόγου, "το Εφετείο απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου, δίχως τελικώς να αιτιολογεί τον τρόπο εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων αυτών οφειλών".

Ο ανωτέρω, όμως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για τη μη αιτιολόγηση της απόρριψης του ισχυρισμού της ως προς την εμφάνιση παθητικού στην περιουσία της, συνιστάμενο και στα αναφερόμενα στοιχεία και ποσά, είναι εντελώς αντιφατικός έναντι του προηγηθέντος, εκ του αρ. 8, αναιρετικού λόγου (του πρώτου μέρους του ίδιου λόγου), ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ίδιο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη του παθητικού αυτού.

Αυτό γιατί, δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται στο πρώτο μέρος του αναιρετικού λόγου και παράλληλα να μην αιτιολόγησε την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού, όπως υποστηρίζει στο δεύτερο μέρος αυτού.

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα εξής: <<Το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι η εμπορική αξία του ακινήτου μου ανέρχεται σε 340.000 ΕΥΡΩ, με το αιτιολογικό ότι στα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα (και στα οποία η εμπορική αξία του ακινήτου υπολογίζεται μεταξύ 221.000 - 290.000 ΕΥΡΩ, δεν είχε συνυπολογιστεί η αξία του έτερου τμήματος καθέτου ιδιοκτησίας, το οποίο απέκτησα με το ίδιο συμβόλαιο.

Με την παραδοχή του αυτή το Εφετείο παρείδε, άλλως αγνόησε, τόσο τον τίτλο κτήσης του ακινήτου, όσο και το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης της πολιτικού μηχανικού Α. Φ., τα οποία προσκόμισα μετ' επικλήσεως ενώπιόν του, εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι το δεύτερο τμήμα καθέτου ιδιοκτησίας αφενός βαρύνεται με δουλεία διόδου, αφετέρου δεν φέρει συντελεστή δόμησης, το σύνολο του οποίου μετεφέρθη στο τμήμα καθέτου επί του οποίου εκτίσθη η οικοδομή, με αποτέλεσμα να έχει μηδενική αξία>>.

Με το περιεχόμενο τούτο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως πλημμέλεια από τον αρ. 19 του ιδίου άρθρου. Υπό το περιεχόμενο τούτο, ο λόγος αναίρεσης, κατά την μομφή που προσάπτεται από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον ούτε ο τίτλος κτήσης, ούτε η έκθεση εκτίμησης της πολιτικού μηχανικού, που αποτελούν αποδεικτικά μέσα, ιδρύουν σε περίπτωση "αγνόησής τους" τον προτεινόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, ούτε τα επικαλούμενα, ως αποδεικνυόμενα υπ' αυτών πραγματικά περιστατικά, εμπίπτουν στην έννοια των "πραγμάτων" τα οποία, κατά τα προαναφερόμενα, στηρίζουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο.

Εξάλλου, κατά το έτερο σκέλος του, εκ του αρ. 19, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η αναφορά μόνο του αριθμού που προβλέπει την παράβαση, στην προκείμενη δε περίπτωση, η αναιρεσείουσα αρκείται στην αιτίαση ότι με το να αγνοήσει το Εφετείο τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του "κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ", χωρίς να εκθέτει άλλα στοιχεία του λόγου της έλλειψης νόμιμης βάσης που καθιερώνεται με την ως άνω διάταξη, ήτοι τη χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία απόρριψη ζητημάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, και αν ήθελε εκτιμηθεί, ότι με το πρώτο μέρος του ως άνω λόγου αναίρεσης, προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι τον τίτλο κτήσης του επιδίκου και την έκθεση εκτίμησης της πολιτικού μηχανικού Α.

Φ., τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε σ' αυτό, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η λήψη υπόψη των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων.

Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτού αναπτύχθηκε ανωτέρω. Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη όσα και στο οικείο μέρος του λόγου αυτού αναφέρονται, σχετικά με το ύψος των εισοδημάτων και της αποταμίευσης του αναιρεσίβλητου, καθώς επίσης και στη δυνατότητα της ίδιας να συγκεντρώσει τα χρήματα για την αγορά του επίδικου οικοπέδου, αφού οι γονείς της δεν ήταν μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, καθώς και τη διάθεση του τιμήματος από την πώλησης ακινήτου της, για την αντιμετώπιση των εξόδων των σπουδών της στη ….

Επίσης, με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αληθινά, πράγματα που προτάθηκαν από την αντίδικό του, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη. Ειδικότερα, δε, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει τα επίδικα ακίνητα με εισοδήματα που προέρχονταν από την εργασία του στη … και την … και από το τίμημα πώλησης δύο ακινήτων του στη …, χωρίς αυτά να προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, και μάλιστα, αντίθετα με όσα συνάγονται από τα εκτιθέμενα διδάγματα κοινής πείρας και από την παγκοίνως γνωστή κατάσταση στη … μετά το έτος 1993, καθώς και την ισοτιμία του δηναρίου με το ευρώ.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του έβδομου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα παραπονείται διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το τίμημα από την πώληση ακινήτου του αναιρεσίβλητου στη … εισέπραξε η ίδια με βάση πληρεξούσιο, χωρίς τούτο να προκύπτει από τα προσαγόμενα έγγραφα και μολονότι από το προσκομισθέν σχετικό συμβόλαιο προκύπτει ότι άλλος συμβλήθηκε ως πληρεξούσιός του στην αγοραπωλησία.

Οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Τούτο διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Εφετείο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα και τις ειδικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που λήφθηκαν νόμιμα και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.

Άλλωστε, υπό την επίφαση αυτού του λόγου η αναιρεσείουσα προσβάλλει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου για τις σχετικές παραδοχές του.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017), ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 364/2014).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο, από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Με το δεύτερο μέρος του έκτου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον προέβη στις εκτιθέμενες παραδοχές του, που αφορούσαν ζητήματα τα οποία άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία.

Ειδικότερα, εκθέτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι η συμμετοχή του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της υπήρξε μεγαλύτερη του τεκμηρίου, δεχόμενο προς τούτο ότι αυτός συνέβαλε με το αναφερόμενο χρηματικό ποσό στην αγορά του ακινήτου και κατασκευή της οικοδομής, προερχόμενο από τα εισοδήματά που είχε από την εργασία του ως γιατρός στην … και τη … και το τίμημα από την πώληση δύο ακινήτων του στη ….

Διατείνεται, δε, ότι η κρίση αυτή του Εφετείου, σχετικά με τη δυνατότητα του αναιρεσίβλητου να συμβάλει στην απόκτηση της περιουσίας της, είναι εσφαλμένη, διότι δεν προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα πασίγνωστα πραγματικά γεγονότα, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε έμμισθη θέση σε νοσοκομείο στη … και ότι λάμβανε σημαντική αμοιβή, ούτε μπορούσε να λαμβάνει σημαντική αμοιβή ιδιαίτερα μετά το έτος 1993, που η Σερβία τελούσε σε κατάσταση εμφύλιου πολέμου, ευρισκόμενη σε τραγική οικονομική κατάσταση που αντανακλούσε και στις αμοιβές των εργαζομένων, και λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός ήταν ανειδίκευτος γιατρός και δεν μπορούσε να έχει υψηλό εισόδημα.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, διότι και στην Ελλάδα ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να έχει μεγάλα εισοδήματα, αφού ήταν ανειδίκευτος γιατρός, αλλοδαπός και χωρίς προσωπικές γνωριμίες και φήμη, ενώ, με βάση την επίσημη ισοτιμία δηναρίου και ευρώ, το τίμημα που έλαβε από την πώληση των ακινήτων του στη …, ήταν ασήμαντο ώστε να έχει τη δυνατότητα της κριθείσας συμβολής με αυτό στην αγορά του επίδικου ακινήτου και κατασκευής σ' αυτό οικοδομής.

Ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως αιτίαση για ανεπάρκεια των αιτιολογιών και όχι για έλλειψη αιτιολογίας, αφού οι παρατιθέμενες, κατ' επιλογή και επιγραμματικά παραδοχές συνιστούν αιτιολογίες, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει τις παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ που εφαρμόσθηκε και ειδικότερα, εάν με βάση τις παραδοχές του Εφετείο δικαιολογούνταν το αποδεικτικό πόρισμα της συμβολής του αναιρεσίβλητου στην απόκτηση από αυτήν του επίδικου ακινήτου.

Εξάλλου, η ανεπάρκεια αιτιολογίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν αφορά ζητήματα, κατά την, στη μείζονα σκέψη εκτεθείσα, έννοια της, από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενης πλημμέλειας, αλλά την κρίση του Εφετείου και την αξιολόγηση των αποδείξεων με βάση τις οποίες δέχθηκε τη συμβολή του με εισοδήματα στην αύξηση της περιουσίας εκείνης, προσβάλει τη μη αιτιολόγηση της παραδοχής περί της απόδειξης εισοδημάτων από την παροχή της εργασίας του σε αντίθεση με τα αναφερόμενα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, με βάση τα οποία δεν μπορούσε αυτός να έχει τα απαιτούμενα για την αύξηση εισοδήματα.

Τα αποδιδόμενα, όμως, δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, όλες οι αναφερόμενες στον ως άνω λόγο του αναιρετήριου αιτιάσεις, είναι απαράδεκτες, και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, επιχειρεί, δε, η αναιρεσείουσα να καταδείξει ότι ήταν εσφαλμένη η ουσιαστική κρίση αυτού σχετικά με το ζήτημα της συμβολής του αναιρεσίβλητου με χρηματικά ποσά στην αύξηση της περιουσιακής της κατάστασης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 769/2014).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν προσκομίστηκαν νόμιμα. Με το πρώτο μέρος του έβδομου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση διότι: <<Το Δικαστήριο προέβη στην παραδοχή ότι το τίμημα της πώλησης ενός ακινήτου του αντιδίκου στη … το εισέπραξα εγώ βάσει πληρεξουσίου, και ότι το ποσό αυτό κατετέθη στο λογαριασμό εκ του οποίου αναλήφθηκαν τα χρήματα για την αγορά του επίδικου ακινήτου, δίχως όμως αυτό το συμπέρασμα να προκύπτει από τα προσαγόμενα από τον αντίδικο έγγραφα.

Αντίθετα από το συμβόλαιο που ο ίδιος ο αντίδικος προσήγαγε, και μάλιστα μεταφρασμένο, προκύπτει ότι τρίτο πρόσωπο και όχι εγώ συμβλήθηκε ως πληρεξούσιος στην εν λόγω αγοραπωλησία, και άρα η παραδοχή ότι εγώ εισέπραξα οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό του αντιδίκου, έγινε επί τη βάσει αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν.

Ως εκ τούτου το δικάσαν Εφετείο, έλαβε υπόψιν του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν>>. Με το περιεχόμενο αυτό αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν διευκρινίζει η αναιρεσείουσα ποιο αποδεικτικό μέσο έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς να έχουν επικαλεστεί και προσκομίσει τούτο οι διάδικοι, η μομφή που προβάλλεται συμπερασματικά ότι, αφού από το πληρεξούσιο δεν προκύπτει ότι το τίμημα εισέπραξε η αναιρεσείουσα, συνάγεται ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε για τη σχετική κρίση του σε αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε, δεν ιδρύει τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 516/2016).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 184/2011, ΑΠ 886/2008).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της δεν καθιστά απλώς άκυρη, αλλά συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 722/2016) και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της <<τις ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες νομίμως έλαβα και προσκόμισα με το αιτιολογικό ότι η σχετική κλήση δήθεν δεν επιδόθηκε στον διάδικο ή τον υπογράφοντα την αγωγή δικηγόρο ή τον κατ' άρθρο 142 αντίκλητό του, αλλά με θυροκόλληση σε μη δικαιούμενο πρόσωπο (κατόπιν της άρνησης αυτού να την παραλάβει), και συγκεκριμένα στον δικηγόρο που υπέγραφε την κλήση για επαναφορά μετά από ματαίωση της συζήτησης της αγωγής>>.

Με το περιεχόμενο τούτο, ο λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται, προσδιοριζόμενες με τα στοιχεία τους ήτοι τουλάχιστον με τον αριθμό τους και το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν, οι ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αφορά η παράλειψη του Εφετείου να τις λάβει υπόψη αν και προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα, κατά τρόπο ώστε να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, και επιπλέον, διότι η αναιρεσείουσα αναφέρει μεν ότι προσκόμισε τις ένορκες βεβαιώσεις, όμως δεν εκθέτει και ότι επικαλέστηκε αυτές, τις οποίες, κατά τον ισχυρισμό της, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, αφού μόνο αν έγινε επίκλησή τους είχε υποχρέωση και τις λάβει υπόψη ως αποδεικτικά μέσα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 1612/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 109/2008). Τέλος, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο, ή λιγότερο αξιόπιστο, ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 233/2011).

Με τον ένατο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ισχυριζόμενη τα εξής: <<έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 563.322,57 ΕΥΡΩ για εργασίες ανοικοδόμησης του ακινήτου, βασιζόμενη στα προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο δελτία αποστολής και μεταχρονολογημένες επιταγές>>, μολονότι <<τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποδεικνύουν καταβολή οποιουδήποτε ποσού ή εξόφληση αυτού, αλλά είτε ενσωματώνουν μελλοντική απαίτηση (μεταχρονολογημένη επιταγή) είτε αποδεικνύουν την παράδοση εμπορευμάτων και όχι την εξόφληση της αξίας αυτών>>.

Με το περιεχόμενο τούτο αποδίδει στο Εφετείο την εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι προσέδωσε στα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (δελτία αποστολής και μεταχρονολογημένες επιταγές) αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχαν κατά νόμο, ούτε, άλλωστε, εξειδικεύει ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το Εφετείο στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία άλλωστε ουδόλως προσδιορίζει κατά τρόπο που να καθίσταται σαφής η ταυτότητά τους, την οποία δεν είχαν, παράβαση η οποία και μόνο θεμελιώνει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Αντίθετα, με το περιεχόμενο του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Δικαστήριο της ουσίας διότι εσφαλμένα απέδωσε, κατά την εκτίμησή τους, στα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, μεγαλύτερη αξιοπιστία και βαρύτητα ως προς την απόδειξη του γεγονότος καταβολής του ποσού για τις δαπάνες της κατασκευής των οικοδομών, μολονότι τούτο δεν προέκυπτε από το περιεχόμενό τους.

Το αποδιδόμενο, όμως, σφάλμα δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος ως εντελώς αόριστος, καθόσον, πέραν της αναφοράς ότι με την αναπτυσσόμενη, στο πρώτο μέρος, ως άνω πλημμέλεια κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του "άλλως κατ' άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ", δεν αναφέρονται στο περιεχόμενό του, τα στηρίζοντα τη σχετική παράβαση στοιχεία, δηλαδή, εάν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα "πράγματα" αυτά τα οποία να εμπίπτουν στην έννοια της συγκεκριμένης διάταξης, όπως αυτή (έννοια) εκτέθηκε ανωτέρω, δεδομένου ότι, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο δέχεται, έστω και εσφαλμένα, ότι αποδεικνύονται από τις αποδείξεις.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001).

Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1254/2010). Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, το οποίο, κατά την ανωτέρω έννοια, καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 85/2018, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 367/2011).

Συνεπώς, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης, συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρ. 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (ΑΠ 567/1984, 140/2006) ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης.

Διότι, αν έχουν προσαχθεί αποδείξεις, αδιάφορα από ποιόν διάδικο (και αυτό ενόψει της περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων διάταξης του άρθρου 346 ΚΠολΔ) και εκτιμηθείσες από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος, για το λόγο αυτόν απορρίφθηκε, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προβολή της σχετικής αιτίασης (ΑΠ 1803/2014, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 1085/2013, ΑΠ 164/2009).

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 193/2017, ΑΠ 138/2016, ΑΠ 847/2013). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση απόρριψης του ισχυρισμού επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς για την απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014). Με το δέκατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα, αποδίδει στο Εφετείο ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος-ενάγων είχε υποχρέωση να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής του, μεταξύ των οποίων και ότι αυτός συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην περιουσιακή αύξηση της ίδιας, το Εφετείο, στις παρατιθέμενες σχετικές παραδοχές του, αφενός μεν αντί της απόδειξης, προέβη σε πιθανολόγηση της βασιμότητας τούτων, αφετέρου, μετέφερε ανεπίτρεπτα το βάρος απόδειξης στην ίδια, αξιώνοντας να αποδείξει αυτή την ικανότητά της να αποκτήσει τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία ή τη μη συμμετοχή του αναιρεσίβλητου στην επαύξηση της περιουσίας της και δέχθηκε τους ισχυρισμούς του, μολονότι εκείνος δεν απέδειξε τα θεμελιωτικά της αξίωσής του περιστατικά.

Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της συμμετοχής του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της συζύγου του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με το επίδικο ακίνητο, δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό αυτού επειδή από την αξιολόγηση των μνημονευόμενων αποδείξεων που προσκομίστηκαν, σχημάτισε την κρίση του, με πλήρη απόδειξη και όχι με πιθανολόγηση, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα, ότι αυτές ήταν επαρκείς για τη θεμελίωση του σχετικού πορίσματός του, για τη συμβολή του στην απόκτηση από την αναιρεσείουσα του επίδικου ακινήτου, αφενός ως προς τα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου από την παροχή της εργασίας του ως γιατρός, καθώς και την είσπραξη τιμήματος από την πώληση ακινήτων του στη …, αφετέρου με την παροχή των προσωπικών του υπηρεσιών.

Ουδόλως, το Εφετείο αξίωσε την απόδειξη από την αναιρεσίβλητη της δικής της ικανότητας να αποκτήσει το αντικείμενο της αξίωσης των αποκτημάτων, και τη μη συμμετοχή στην απόκτηση αυτών του αναιρεσίβλητου, αντιστρέφοντας το βάρος απόδειξης που πράγματι έφερε ο αναιρεσίβλητος. Αντίθετα, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχεται ότι από την τέλεση του γάμου των διαδίκων, μέχρι το Μάιο του έτους 2004, μόνο ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν ως γιατρός και από τα, από την εργασία του, εισοδήματα αντιμετώπιζαν οι διάδικοι τις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας, ότι από τα εισοδήματα αυτά και το τίμημα πώλησης ακινήτου αυτού στην πόλη ...

προήλθε η αποταμίευση χρημάτων στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας, ότι η αγορά των δύο κάθετων ιδιοκτησιών στο όνομα της αναιρεσείουσας έγινε το Μάρτιο του έτους 2003, ήτοι πριν αρχίσει αυτή να εργάζεται, και το τίμημα αυτών, καθώς και τα κάθε μορφής σχετικά έξοδα καταβλήθηκαν με χρήματα από τα ως άνω εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, ότι οι εργασίες κατασκευής της οικοδομής στην μία κάθετη ιδιοκτησία, άρχισαν τον Οκτώβριο του 2003, ήτοι πριν τη λήψη δανείου από την Εθνική Τράπεζα και το αναφερόμενο ως δαπανηθέν μέχρι τη λήψη του (12-2-2004) ποσό καταβλήθηκε από τα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, ότι οι μηνιαίες δόσεις του δανείου αυτού, μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 2004 εξοφλούνταν αποκλειστικά με χρήματα από τα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, έκτοτε δε, και μέχρι το Μάιο του έτους 2005, οι δόσεις αυτού, αλλά και έτερου δανείου ληφθέντος από την ίδια Τράπεζα στις 19-1-2005, εξοφλούνταν με χρήματα αμφοτέρων των συζύγων.

Η εκτίμηση, δε, και αντίκρουση από το Εφετείο, των αρνητικών, ως προς τα ζητήματα αυτά, ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, με τις παραδοχές ότι εκείνη δεν είχε εισοδήματα, έτσι ώστε να γίνει δεκτό ότι τα χρήματα στον κοινό λογαριασμό προέρχονται από αυτήν, ότι τα χρήματα από την πώληση ακινήτου της το έτος 1999, δαπανήθηκαν για άλλες ανάγκες της, ήτοι των εξόδων στις σπουδές της και ότι η αναλυτικά περιγραφόμενη μικρή οικονομική επιφάνεια των γονέων της, δεν δικαιολογεί την, με δική τους βοήθεια, αγορά των ακινήτων, δεν έχει την έννοια ότι γίνονται δεκτοί οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου επειδή η ίδια δεν απέδειξε τα ανωτέρω περιστατικά.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον άνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 17-8-2017 αίτηση για αναίρεση της 48/2017 απόφασης του Εφετείου Πατρών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-8-2017 αίτηση της Ά. Χ. του Σ. για αναίρεση της 48/2017 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ