1092/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1092/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1092 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1092/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: Αναστάσιο Τσιρώνη, Ιουλία Ηλιοπούλου - Στράγγα και Ιωάννη Αλευρόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σαριδάκη, η οποία διόρισε πληρεξουσίους δικηγόρους της ανωτέρω εταιρείας και τους Δημήτριο Τζουγανάτο και Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1273/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4655/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αρ. 486/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την 4655/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το παραπάνω μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5152/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α', β' και γ', 18 παρ. 1 και 26 του Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", που έχει εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, και οι οποίες ερμηνεύονται σύμφωνα με την 89/104/ΕΟΚ/21.12.1980 πρώτη οδηγία, συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα, β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ.
του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για τη διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, και συγκεκριμένα παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα, να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα, ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα, ενώ όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα, που ανήκει σε άλλον, για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.
Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων).
Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων).
Στην πρώτη περίπτωση, της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκληση και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση.
Στη δεύτερη περίπτωση, η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων. Δεδομένου του απολύτου χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι κατ' αρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στο δικαιούχο, ώστε δεν ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου, γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση, και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη ως μέτρου του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια της θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (ΑΠ 1227/2008, ΑΠ 330/2007, ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995).
Στην περίπτωση σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα.
Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2008). Επίσης, από τις άνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 6, 8, 14 και 15 του άνω Ν. 2239/1994 προκύπτει ότι, εκείνος που κατέθεσε νόμιμα σήμα και το σήμα αυτό έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου οργάνου αποκτά, μέχρις ότου τούτο διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση (ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995).
Κατάθεση τρισδιάστατων σχημάτων ως σημάτων επετράπη το πρώτο με το άρθρο 2 του π.δ. 317/1992, που αντικατέστησε το άρθρο 1 του Ν. 1998/1939 και προσαρμόζοντας το δίκαιο των σημάτων στην ως άνω οδηγία 89/104/ΕΟΚ/21-12-1998, προέβλεψε το πρώτον τη δυνατότητα κατάθεσης ως σημάτων και τρισδιάστατων σχημάτων προϊόντων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 Ν.2239/1994 "περί σημάτων", η οποία αποτελεί μεταφορά στην Ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 6 της Οδηγίας 89/104 της Ε.Κ. "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά.
Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος". Η διάταξη αυτή, η οποία ως εισάγουσα εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος ή της υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή.
Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως (ΑΠ 575/2017, 335/1994). Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτον που δεν είναι κάτοχός του, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: 1) η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2) η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος.
Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος (απόφαση ΔΕΚ 17-3-2005 στην υπόθεση C-228/2003).
Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος. Η κρίση περί του αν η χρήση του σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη, ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση, ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος (απόφαση ΔΕΚ 17/3/2005 στην υπόθεση C-228/2003).
Τέλος, χρήση εν είδει σήματος υπάρχει, όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση, ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (ΑΠ 62/2013, ΑΠ 344/2013, ΑΠ 1477/2011).
Προϋπόθεση για τη σωστή εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης είναι ο σωστός προσδιορισμός του αντικειμένου σύγκρισης, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης. Για την αξιολόγηση της δημιουργίας ή μη κινδύνου σύγχυσης λαμβάνεται υπόψη η "συνολική εντύπωση", που προέρχεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν σημάτων αφενός και προϊόντων και συσκευασιών αφετέρου, αυτό σημαίνει ότι συνεκτιμώνται α) ο βαθμός ομοιότητας της ένδειξης, β) ο βαθμός ομοιότητας των εκατέρωθεν διακρινόμενων προϊόντων, γ) ο βαθμός προσοχής και παρατηρητικότητας που επιδεικνύει ο μέσος καταναλωτής, όταν αγοράζει προϊόντα αυτής της κατηγορίας και με βάση αυτούς τους παράγοντες θα διαμορφωθεί ένα τελικό "συνολικό" συμπέρασμα, συνεκτιμώντας την επιρροή και τη βαρύτητα κάθε ενός από τους πιο πάνω παράγοντες.
Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, που χρησιμοποιεί το σήμα τρίτου ως επωνυμία ή διακριτικό τίτλο ή εν γένει διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης του συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στην παραπάνω διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "…", ιδρύθηκε το έτος … και έκτοτε δραστηριοποιείται στη βιομηχανία παραγωγής μπισκότων και συναφών ειδών διατροφής, είναι δε δικαιούχος στην Ελλάδα των με αριθμούς … και … σημάτων, που κατέθεσε το έτος 1993 στο αρμόδιο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και τα οποία, έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών το πρώτο και με την υπ' αριθμ. 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών το δεύτερο, έχουν δε καταχωρηθεί την 19-04-1999 και την 17-03-2004, αντίστοιχα, ισχύοντα κατόπιν νόμιμης ανανέωσής τους μέχρι την 29-04-2013 και ήδη μέχρι την 29-04-2023, όπως δεν αμφισβητεί ειδικά και, συνεπώς, συνομολογεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα.
Τα σήματα αυτά, αποτελούμενα από διασχηματισμό πούρου, το πρώτο, και όρθιου μεταλλικού κυλινδρικού κουτιού, το δεύτερο, προορίζονται για τη διάκριση του παραγομένου από την ενάγουσα προϊόντος (γεμιστή γκοφρέτα), το οποίο η τελευταία κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά πριν την καταχώριση των σημάτων αυτών, και συγκεκριμένα από το έτος 1978 μέχρι την άσκηση της αγωγής, με την ονομασία "…", σε συνδυασμό των δύο σημάτων της, δηλαδή ως μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα, σε σχήμα πούρου, συσκευασμένη, μαζί με άλλες όμοιες γκοφρέτες, σε όρθιο μεταλλικό κουτί, κυλινδρικού σχήματος, η επάνω βάση του οποίου διαθέτει ειδικό άνοιγμα ασφαλείας, μίας χρήσης, που λειτουργεί με πίεση της κατάλληλα διαρρυθμισμένης υποδοχής του δακτύλου του χρήστη και έλξη του μεταλλικού τμήματος, μετά την απόσπαση του οποίου (easy open), η εν λόγω επάνω βάση καλύπτεται με πλαστικό κυλινδρικό καπάκι, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό τη διατήρηση αναλλοίωτου του προϊόντος μέχρι την πλήρη κατανάλωσή του.
Το προϊόν αυτό κυκλοφορεί σε συσκευασίες των 400, 250 και 115 γραμμαρίων και σε διάφορες γεύσεις. Η πλέον διαδεδομένη στην αγορά είναι η γεύση κρέμα φουντουκιού με κακάο, που κυκλοφορεί συσκευασμένη στον προπεριγραφόμενο τύπο κουτιού, σε λευκό και κόκκινο φόντο. Στην εξωτερική επιφάνεια του κουτιού, στο οποίο βρίσκονται συσκευασμένες οι γκοφρέτες, υπάρχει συνδυασμός λεκτικών και οπτικών απεικονίσεων.
Ειδικότερα, στο κουτί απεικονίζεται, κατά τα 2/3 περίπου του μήκους τους, δέσμη όρθιων γεμιστών γκοφρετών, με λοξό άνοιγμα προς τα επάνω, με το περίβλημα των γκοφρετών να παραμένει καφέ χρώματος και σκουρότερο καφέ η γέμισή τους. Στο επάνω μέρος της όψης του κουτιού αναγράφεται με λευκά γράμματα, σε κόκκινο φόντο και μέσα σε λευκό κύκλο, το γράμμα "…" (εναρκτήριο γράμμα του επωνύμου ...), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα, ενώ κάτω από το αριστερό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός …, δηλαδή το έτος έναρξης της επιχείρησης της ενάγουσας.
Το γράμμα αυτό ακολουθεί, εν είδει ετικέτας, η αναγραφή της επωνυμίας της ενάγουσας "…", με κεφαλαίους ελληνικούς χαρακτήρες στη μία όψη του κουτιού και η λέξη " … ", με λατινικούς χαρακτήρες στην άλλη όψη του, ενώ κάτω από τη λέξη αυτή και στο κέντρο της συσκευασίας αναγράφεται με λευκά καλλιγραφικά γράμματα και λατινικούς χαρακτήρες, σε κόκκινο φόντο, η ονομασία του προϊόντος "…", υπογραμμισμένη με λευκή κυματοειδή γραμμή και με μικρότερα γράμματα ο τύπος "…".
Τέλος, στο άσπρο καπάκι του κουτιού αναγράφεται η λέξη "…", ενώ στη μέση και πάνω από αυτή υπάρχει μέσα σε κύκλο το γράμμα "…" ( εναρκτήριο γράμμα του επωνύμου "..."), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα, ενώ κάτω από το δεξιό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός …. Το σχήμα του πούρου, δηλαδή της μακρόστενης κυλινδρικής γκοφρέτας είχε, κατά τον χρόνο εμφάνισής του, έντονο διακριτικό χαρακτήρα, αφού, μέχρι την υιοθέτησή του από την ενάγουσα ήταν ασύνηθες στο χώρο των γεμιστών γκοφρετών, όπως επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. 3681/1997 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ως προς το διακριτικό χαρακτήρα του με αριθμό … σήματος, επί λέξει, τα εξής:"...Το προϊόν που διακρίνει το ανωτέρω σχήμα, δεν είναι πούρο, αλλά γκοφρέτες γεμιστές σε σχήμα πούρου, ήτοι σχήμα που δεν είναι συνηθισμένο στις συναλλαγές για το συγκεκριμένο προϊόν...
Αντιστοίχως, ως προς το σχήμα της συσκευασίας του εν λόγω προϊόντος της ενάγουσας, η υπ' αριθμ. 4846/2001 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε, ως προς το διακριτικό χαρακτήρα του με αριθμό … σήματος, επί λέξει, τα εξής: "...Το επίμαχο σήμα... δύναται πράγματι να εξατομικεύσει το προϊόν της εκκαλούσας επιχειρήσεως, για το οποίο κατατέθηκε (γκοφρέτα γεμιστή της κλάσεως …), δεδομένου μάλιστα ότι η διάδοση του προϊόντος στο ευρύ καταναλωτικό κοινό επί σειρά ετών πριν από την κατάθεση του εν λόγω σήματος, συνέδεσε το συγκεκριμένο σχήμα της συσκευασίας με το προϊόν που περιέχει και έτσι απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα, ώστε να αναγνωρίζεται το συγκεκριμένο προϊόν από το αγοραστικό κοινό".
Οι προαναφερόμενες αποφάσεις των ως άνω διοικητικών Δικαστηρίων, δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρο 32 παρ. 2 του Ν. 2239/1994. Τα προεκτεθέντα δε τρισδιάστατα σήματα του προϊόντος της ενάγουσας, λόγω της ιδιότυπης μορφής και συσκευασίας τους, κατέχοντος σημαντικό ποσοστό (8% περίπου) στο σύνολο της αγοράς του μπισκότου, καθώς και της διαρκούς και συστηματικής διαφήμισής τους, χαίρουν μεγάλης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό, το οποίο αποτελείται από το μέσο καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
Χαρακτηριστικό δε στην προκειμένη περίπτωση, είναι το γεγονός ότι ο μέσος καταναλωτής αναζητεί και αναγνωρίζει το συγκεκριμένο προϊόν ως "πουράκι …", το οποίο, λόγω της πολυετούς κυκλοφορίας του, έχει ταυτισθεί με την ενάγουσα (ως παραγωγό εταιρεία). Τα ίδια ισχύουν και για το κυλινδρικό σχήμα της ως άνω συσκευασίας, με την οποία διαθέτει το προϊόν της η ενάγουσα στην αγορά από το έτος 1978 που κυκλοφόρησε, η οποία (συσκευασία) είχε συνδεθεί στη συνείδηση του κοινού με το συγκεκριμένο είδος γεμιστής γκοφρέτας.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι, το σχήμα της συσκευασίας, με την οποία διέθεσε το προϊόν της στην αγορά η ενάγουσα, είναι συνηθισμένο σε συσκευασίες άλλων ανόμοιων προϊόντων, όπως λ.χ. μέλι, καφέ κ.λ.π., ωστόσο η διακριτική δύναμη της συσκευασίας, ως σήματος, μπορεί να περιορίζεται σε συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς και συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, αρκεί το σήμα να είναι ευρέως γνωστό στο κοινό, το οποίο αφορά...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "….", δραστηριοποιείται επίσης στον τομέα της παραγωγής, πώλησης και εμπορίας μπισκότων, ειδών διατροφής και συναφών ειδών. Η τελευταία, κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, ήτοι περί τα τέλη του έτους 2001, άρχισε να διαθέτει στην ελληνική αγορά, προϊόν πανομοιότυπο με αυτό της ενάγουσας, ήτοι μακρόστενες τυλιχτές γκοφρέτες, με γέμιση κρέμας φουντουκιού με κακάο, σε σχήμα πούρου, υπό την ονομασία "…", οι οποίες είναι συσκευασμένες αεροστεγώς, εντός όρθιας μεταλλικής συσκευασίας, κυλινδρικού σχήματος, όμοιας από πλευράς διαστάσεων με τη συσκευασία της ενάγουσας των 115 γραμμαρίων, το οποίο εξωτερικά φέρει απεικόνιση, μεταξύ άλλων στοιχείων, δέσμης γεμιστών γκοφρετών σε σχήμα πούρου και με ενδείξεις επί της συσκευασίας "γκοφρέτες …" στη μία όψη του κουτιού και "…" στην αντίστοιχη πίσω όψη του κουτιού συσκευασίας.
Μεταξύ των δύο προϊόντων υπάρχει διαφορά ως προς το χρώμα του κουτιού, αφού το κουτί συσκευασίας της εναγομένης είναι ολόκληρο καφέ, με λωρίδες ανοικτού καφέ χρώματος, ενώ το κουτί της ενάγουσας είναι κόκκινο με λευκές λωρίδες, τα δε πλαστικά καπάκια με τα οποία κλείνουν αεροστεγώς οι συσκευασίες των γκοφρετών, ομοιάζουν μεταξύ τους μόνο ως προς το υλικό (πλαστικό) και το κυλινδρικό σχήμα τους, ενώ παρουσιάζουν μεταξύ τους και διαφορές.
Ειδικότερα, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στο προϊόν της ενάγουσας, το πλαστικό καπάκι είναι λευκού χρώματος και φέρει ανάγλυφο το σήμα "…", επάνω από το οποίο υπάρχει ο λογότυπος της εταιρείας, ο οποίος συνίσταται σε ένα κύκλο, με το κεφαλαίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου " … " (εναρκτήριο γράμμα του επωνύμου "…"), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα και κάτω από το δεξιό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός …, ενώ στο προϊόν της εναγομένης το πλαστικό καπάκι είναι σκούρου καφέ χρώματος, με εντελώς διαφορετικό ανάγλυφο και με άλλη απεικόνιση, καθόσον αναγράφεται με λατινικά γράμματα η λέξη "…", κάτωθι δε αυτής η λέξη "…".
Ωστόσο, τα δύο προϊόντα φέρουν προσομοιάζουσα διακόσμηση, διότι στο μεν κουτί της ενάγουσας απεικονίζεται παράσταση δέσμης τυλιχτών κυλινδρικών γκοφρετών σε όρθια διάταξη πολλών σειρών, τοποθετημένων σε φόντο με βασικό χρώμα το κόκκινο, στο δε κουτί της εναγομένης απεικονίζονται όρθιες τυλιχτές κυλινδρικές γκοφρέτες, οι οποίες σχηματίζουν, εφαπτόμενες και ατάκτως τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, μία παρόμοια δέσμη γκοφρετών σε φόντο με βασικό χρώμα το σκούρο καφέ.
Εξάλλου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στο επάνω μέρος της όψης του κουτιού συσκευασίας της ενάγουσας αναγράφεται με λευκά γράμματα, σε κόκκινο φόντο και μέσα σε λευκό κύκλο το γράμμα "…" (εναρκτήριο γράμμα του επωνύμου …), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα ενώ κάτω από το αριστερό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός …, δηλαδή το έτος έναρξης της επιχείρησης της ενάγουσας.
Το γράμμα αυτό ακολουθεί η αναγραφή της επωνυμίας της ενάγουσας "…" με κεφαλαίους ελληνικούς χαρακτήρες στη μία όψη του κουτιού και η λέξη "…", με λατινικούς χαρακτήρες στην άλλη όψη του και στο κέντρο της συσκευασίας αναγράφεται με λευκά καλλιγραφικά γράμματα και λατινικούς χαρακτήρες, σε κόκκινο φόντο, η ονομασία του "…", υπογραμμισμένη με λευκή κυμματοειδή γραμμή και με μικρότερα γράμματα ο τύπος "…".
Στη συσκευασία του προϊόντος της εναγομένης, η λέξη "…" είναι γραμμένη με σκούρο πορτοκαλί χρώμα, με περίγραμμα κίτρινου χρώματος, με ενδείξεις επί της συσκευασίας "γκοφρέτες …" στη μία όψη του κουτιού και "…" στην αντίστοιχη πίσω όψη του κουτιού συσκευασίας, ενώ στο κάτω μέρος της συσκευασίας είναι γραμμένη με καφέ κεφαλαία γράμματα η λέξη "…" μέσα σε παραλληλόγραμμο με έντονο κίτρινο χρώμα.
Και στα δύο κουτιά των διαδίκων υπάρχει κάθετη στήλη στην οποία αναγράφονται πληροφορίες σχετικά με την προέλευση του προϊόντος τη σύσταση, το βάρος...". Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, από τη σύγκριση των προϊόντων και των συσκευασιών των διαδίκων εταιρειών, προκύπτει ύπαρξη ομοιότητας :
α) ως προς το σχήμα και το μέγεθος της παραγομένης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου) και β) ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας (όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, που κλείνει αεροστεγώς και ανοίγει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο), φέρει δε επ' αυτής σχεδόν όμοιες γραφικές απεικονίσεις.
Δηλαδή, η συσκευασία του προϊόντος της εναγομένης λόγω του μεγάλου βαθμού ομοιότητας με αυτού της ενάγουσας, αποτελεί σχεδόν δουλική απομίμηση της συσκευασίας της τελευταίας. Μόνη η διαφοροποίηση, ως προς το χρώμα του κουτιού συσκευασίας, δεν αναιρεί την ομοιότητα μεταξύ των συσκευασιών (που περιέχουν το, κατά τα ανωτέρω, πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή την κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), ενόψει και των λοιπών πανομοιότυπων χαρακτηριστικών τους, που προαναφέρθηκαν.
Λόγω λοιπόν του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων και των συσκευασιών, της ισχυρής φήμης των ενδίκων σημάτων της ενάγουσας, του αυξημένου βαθμού καθιέρωσής τους στις συναλλαγές, αλλά και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είτε εγγενούς, είτε αποκτηθέντος με τη χρήση τους στην αγορά, είναι δυνατή, από το μέσο καταναλωτή, που θα έλθει σε επαφή με τη συσκευασία ή το ίδιο το προϊόν της εναγομένης, η συνειρμική διασύνδεση του προϊόντος της μη σηματούχου εναγομένης εταιρείας και των κατοχυρωμένων σημάτων που συνιστούν το προϊόν της ενάγουσας εταιρείας, κατά την όμοια και ορθή, ως προς το ζήτημα αυτό, κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τούτο δε ανεξαρτήτως της χρήσης εν μέρει διαφορετικών απεικονίσεων και χρωμάτων στις συσκευασίες κάθε προϊόντος και της αναγραφής διαφορετικών λεκτικών ενδείξεων "…" αντί "…" και "…", αντί "…"), που εν προκειμένω δεν ασκεί επιρροή, καθόσον γίνεται σύγκριση μόνο μεταξύ των τρισδιάστατων σημάτων της ενάγουσας, όπως έχουν κατοχυρωθεί και των αντιστοίχων σημάτων της εναγομένης, όπως χρησιμοποιούνται καθ' εαυτά, δεδομένου ότι το σήμα της ενάγουσας που αναφέρεται στη συσκευασία δεν είναι σύνθετο σήμα, αποτελούμενο από απεικονίσεις και λεκτικές ενδείξεις, ώστε να προσφέρεται προς σύγκριση με τις ενδείξεις που χρησιμοποιεί η εναγομένη, αλλά συνίσταται αποκλειστικά στην όρθια κυλινδρική συσκευασία, χωρίς απεικόνιση, χρώμα ή λέξεις, η δε γεμιστή κυλινδρική γκοφρέτα στο σχήμα του πούρου, με τα οποία ταυτίζονται τα άνω σήματα της ενάγουσας.
Συγκεκριμένα, λόγω του έντονου διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων της ενάγουσας, τα οποία κατά το χρόνο κατοχύρωσής τους αποτελούσαν πρωτοτυπία και ενόψει της διαχρονικής χρήσης τους και της σταθερής προτίμησής τους από τους καταναλωτές, καθόσον τα πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα, που διατέθηκαν από ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, πριν και μετά την κατάθεση των σημάτων της ενάγουσας, δεν είχαν την ίδια σταθερή πορεία και δεν εμφάνιζαν τον ίδιο αριθμό πωλήσεων, το Δικαστήριο κρίνει, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά διατυπώθηκαν στη μείζονα πρόταση στην αρχή της παρούσας απόφασης, ότι προκαλείται σύγχυση στο μέσο καταναλωτή, λόγω του κινδύνου συσχέτισης, που τυχόν πραγματοποιεί ο τελευταίος, ανάμεσα στα σήματα της ενάγουσας και τα σημεία της εναγομένης, με αποτέλεσμα τα σήματα της ενάγουσας να μην μπορούν να επιτελέσουν τη λειτουργία τους, που είναι να διακρίνουν στην αγορά την προέλευση του επίμαχου προϊόντος που αυτή εμπορεύεται.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, η εναγομένη με την προεκτεθείσα ενέργειά της, επιδίωξε να επωφεληθεί από την έλξη, τη φήμη και το κύρος των ενδίκων σημάτων και έτσι να εκμεταλλευθεί, χωρίς να καταβάλει χρηματικό αντίτιμο και χωρίς η ίδια να μοχθήσει, την εμπορική προσπάθεια που επί σειρά ετών καταβάλλει η ενάγουσα, προκειμένου να οικοδομήσει και να εδραιώσει τη φήμη τους, δημιουργώντας τη συνειρμική εντύπωση ότι ο δικαιούχος των εν λόγω σημάτων φήμης, δηλαδή η ενάγουσα, είτε βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με αυτήν, είτε επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στα προϊόντα που διακινεί η εναγομένη.
Οι ισχυρισμοί της εναγομένης, που προέβαλε πρωτοδίκως, τους οποίους παραδεκτώς επαναφέρει προς κρίση ενώπιον το παρόντος Δικαστηρίου, με το δεύτερο λόγο της ερευνώμενης εφέσεώς της, κατά τα λοιπά σκέλη του και στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ότι δηλαδή κατά την καταχώρισή τους, τα ένδικα σήματα της ενάγουσας δεν είχαν διακριτικό χαρακτήρα, ότι με αυτά υποδηλώνεται απλώς το είδος και η φύση του προϊόντος και επιδιώκεται η ασφαλής συσκευασία του, ότι απώλεσαν το διακριτικό τους χαρακτήρα, διότι κατέστησαν κοινόχρηστα, χρησιμοποιούμενα στις συναλλαγές από πολλές επιχειρήσεις, καθώς και ότι η ενάγουσα προέβη στην καταχώρισή τους, επιδιώκοντας τη μονοπώληση του προϊόντος στην ελληνική αγορά, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται, από τις προαναφερόμενες αμετάκλητες αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων (3681/1997 και 4846/2001), που έκριναν για τη διακριτική ικανότητα των διασχηματισμών που η ενάγουσα έχει κατοχυρώσει ως σήματα και ότι συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διοικητική αναγνώρισή τους, στοιχεία που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν, ούτε παρεμπιπτόντως, ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, όταν αυτά κρίνουν ζητήματα προστασίας του σήματος...
αφού ο δικαιούχος σήματος προστατεύεται πλήρως μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του σήματος, περίπτωση που συντρέχει όταν τούτο ήταν ή κατέστη κοινόχρηστο ή απώλεσε τη διακριτική του δύναμη, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 στοιχ. γ' του Ν. 2239/1994. Τέλος, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους της χρήση των ενδίκων σημάτων γίνεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994 και, επομένως, είναι κατά νόμο επιτρεπτή.
Για τη θεμελίωση δε του εν λόγω ισχυρισμού της εκθέτει ότι η χρήση του διασχηματισμού του προϊόντος (πρώτο σήμα) είναι αναγκαία λόγω της φύσης αυτού, για να δηλωθεί το είδος και ο προορισμός του προϊόντος που παράγει, ότι δηλαδή η γκοφρέτα είναι κυλινδρική, σε σχήμα πούρου, η οποία αποτελεί τυποποιημένη μορφή κυκλοφορίας του εν λόγω προϊόντος, που μόνο με αυτό το διασχηματισμό μπορεί να δηλωθεί, καθώς και ότι όμοιο σκοπό εξυπηρετεί και η χρήση του διασχηματισμού της συσκευασίας (δεύτερο σήμα), εξασφαλίζοντας την ακεραιότητα και διατήρηση της γεμιστής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου, από τον κίνδυνο θρυμματισμού της.
Ο ισχυρισμός της αυτός αναφέρεται στην ανάγκη χρήσεως των εν λόγω σημάτων για τη δήλωση του είδους του προϊόντος και την ασφαλή συσκευασία αυτού (ακεραιότητα περιεχομένου από τον κίνδυνο θρυμματισμού, ο οποίος είναι υψηλός, ενόψει του είδους και του σχήματος του προϊόντος, όσο και η προστασία του από την υγρασία) και, ως εκ τούτου, με το περιεχόμενο αυτό ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν εμπίπτει στο πραγματικό της αριθμούμενης με στοιχείο (1) προϋπόθεσης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, που επιτρέπει τη χρήση του ιδίου του σήματος, αν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός (και όχι το είδος) του προϊόντος.
Ούτε, εξάλλου, ισχυρίζεται η εναγομένη ότι προκειμένου να δηλώσει το είδος του προϊόντος, χρησιμοποιεί μη ταυτιζόμενες με τα σήματα περιγραφικές ενδείξεις, ώστε να θεμελιώσει ένσταση από το ως άνω άρθρο (20), κατά το οποίο είναι επιτρεπτή η δήλωση του είδους του προϊόντος, μόνο με περιγραφικές ενδείξεις, που δεν ταυτίζονται με το σήμα.
Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό, ενόψει της ιδιομορφίας και διασχηματισμού των συγκεκριμένων σημάτων...
Συνεπώς, η ενέργεια της εναγομένης συνιστά παραβίαση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 3 και 26 του Ν. 2239/1994, αφού αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της χρησιμοποίηση των διασχηματισμών των ανωτέρω σημάτων, των οποίων η ενάγουσα είναι δικαιούχος, δεν έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επιτρέπει την εκ μέρους τρίτων χρησιμοποίηση ενδείξεων ή και του σήματος ακόμη, που χρησιμοποιεί άλλος, εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες με αυτήν προϋποθέσεις, ήτοι :
α) είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος ( ή της παρεχόμενης υπηρεσίας) που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης, σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα του ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά, β) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και γ) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος, δηλαδή κατά τρόπο που δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, προϋποθέσεις, όμως, που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη χρησιμοποίησε τους διασχηματισμούς της γκοφρέτας σε σχήμα πούρου και σε συσκευασία κυλινδρικού κουτιού, οι οποίοι όμως δεν αποτελούν περιγραφικές ενδείξεις αντλούμενες από το σήμα, αλλά αυτούσια τα σήματα της ενάγουσας, προκειμένου να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί νόμιμη χρήση, όπως όμοια έκρινε, ως προς το ζήτημα αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Περαιτέρω, η χρήση των ως άνω διασχηματισμών της ενάγουσας, δηλαδή των σημάτων της, γίνεται από την εναγομένη εν είδει σήματος και δεν συνάδει προς τα συναλλακτικά ήθη, αφού, ενώ αυτή μπορούσε να επιλέξει να παράγει το προϊόν της σε άλλο σχήμα και σε άλλη συσκευασία, που επίσης εξασφαλίζει προστασία στο προϊόν, αυτή επέλεξε να χρησιμοποιήσει τους προαναφερόμενους διασχηματισμούς των σημάτων της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος, είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού δίκασε την από 30-05-2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1273/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το ζήτημα της συνδρομής των όρων του άρθρου 20 ν. 2239/1994 για τη χρήση εκ μέρους της του τρόπου συσκευασίας του προϊόντος "…", μετά την εν μέρει αναίρεση με την υπ' αριθμ.486/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου της υπ' αριθ.4655/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση ως προς το ζήτημα τούτο, δεχόμενο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 του ν. 2239/1994 που επικαλείτο η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, κατά το μέρος που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη, και για την οποία είχε απορριφθεί η σχετική ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε απαγορευθεί στην ήδη αναιρεσείουσα, να διαθέτει στην Ελληνική αγορά κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες εντός όρθιας κυλινδρικής συσκευασίας, να χρησιμοποιεί επί οποιασδήποτε συσκευασίας απεικόνιση του πρώτου τρισδιάστατου σήματος της ενάγουσας, ήτοι γεμιστής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου και τη διέταξε να αποσύρει από την αγορά το προϊόν της που φέρει την ένδειξη "…".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1,2,14,15,18,19, 20,21 και 26 του ν 2239/1994. Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της πληττόμενης απόφασης ότι: 1) η αναιρεσίβλητη, είναι δικαιούχος των υπ' αριθμ. … και … νομίμως κατατεθειμένων σημάτων, από τα οποία το πρώτο έχει διασχηματισμό πούρου με προορισμό να διακρίνει γεμιστές γκοφρέτες, ενώ το δεύτερο έχει διασχηματισμό όρθιου κυλινδρικού κουτιού, το οποίο επίσης προορίζεται να διακρίνει γεμιστές γκοφρέτες, από το έτος δε 1978, πριν τα ανωτέρω σήματα καταχωρισθούν, παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά το προϊόν της …, στο οποίο συνδυάζει τα δύο αυτά τρισδιάστατα σήματά της, ήτοι γεμιστή γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, συσκευασμένη σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, 2) η αναιρεσείουσα περί τα τέλη του έτους 2001 άρχισε να διαθέτει κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου, που τις συσκευάζει σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, 3) από τη σύγκριση των άνω προϊόντων και των συσκευασιών των διαδίκων εταιριών προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί αυτούσια τα δύο ως άνω επίμαχα σήματα (διασχηματισμό προϊόντος και συσκευασίας) σε ταυτιζόμενα προϊόντα, δηλαδή υπάρχει ταυτότητα των εκατέρωθεν ενδείξεων και ταυτότητα των εκατέρωθεν προϊόντων και ως εκ τούτου υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης, κατ' αμάχητο τεκμήριο σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και συνεπώς οι διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση των δύο συσκευασιών ως προς το χρώμα, τις απεικονίσεις και τις λεκτικές ενδείξεις, δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφού γίνεται σύγκριση μόνο μεταξύ των τρισδιάστατων σημάτων της αναιρεσίβλητης, όπως αυτά έχουν καταχωρισθεί και των αντίστοιχων τρισδιάστατων σημείων της αναιρεσείουσας, όπως χρησιμοποιούνται αυτά καθεαυτά χωρίς τις εξωτερικές απεικονίσεις της συσκευασίας.
Συνακόλουθα τούτων, όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στο οικείο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως για πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια της παροχής προστασίας σε διασχηματισμούς ουσιαστικώς διάφορους από τα σήματα της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 19/2005). Κατά δε τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) (ΑΠ ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 56/2019, ΑΠ 108/2019).
Εξάλλου από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι αν η τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί αποβάλλει κάθε ισχύ και συνεπώς παύει να αποτελεί δεδικασμένο. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από δε τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Αν η αναίρεση αυτής γίνει ως προς ένα κεφάλαιο, η εξέταση της υπόθεσης γίνεται ως προς (ολόκληρο) το κεφάλαιο αυτό που αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος και δεν επανεξετάζονται τα λοιπά κεφάλαια, τα οποία είτε δεν έχουν προσβληθεί με λόγο αναίρεσης είτε ως προς αυτά έχει απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης και συνεπώς καλύπτονται από το δεδικασμένο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 758/2018).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα επίδικα σήματα αποτελούν σήματα φήμης, κατά παράβαση του ουσιαστικού δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 4655/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι τα εν λόγω σήματα δεν αποτελούν σήματα φήμης και της υπ' αριθμ. 486/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε το σχετικό λόγο αναίρεσης κατά της εν λόγω αποφάσεως.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση όπως οι παραδοχές αυτής εκτέθηκαν παραπάνω, έγινε δεκτό ότι υπάρχει ομοιότητα των διασχηματισμών των σημάτων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και εκείνων που χρησιμοποιεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, γεγονός που προκαλεί κίνδυνο στους καταναλωτές ως προς την προέλευση των κυκλοφορούντων προϊόντων και περαιτέρω ότι δεν είναι δυνατόν να τύχει εφαρμογής η από τη διάταξη του άρθρου 20 του ν.2239/1994 προβλεπόμενη εξαίρεση, καθώς και ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα επιδίωξε να επωφεληθεί της έλξης, του κύρους και της φήμης των σημάτων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προς το σκοπό της πρόκλησης σύγχυσης ως προς την προέλευση των προϊόντων, που διακινεί.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τις αναφορές της ότι "με την προεκτεθείσα ενέργειά της η εναγομένη επιδίωξε να εκμεταλλευθεί ... την εμπορική προσπάθεια που καταβάλλει η ενάγουσα, προκειμένου ... να εδραιώσει τη φήμη τους, δημιουργώντας τη συνειρμική εντύπωση ότι ο δικαιούχος των εν λόγω σημάτων φήμης, δηλαδή η ενάγουσα, είτε βρίσκεται σε οικονομικό ...
δεσμό με αυτήν, είτε επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στα προϊόντα που διακινεί η εναγομένη", τις οποίες εκ περισσού και πλεοναστικά ανέφερε, δεν στήριξε τη δικαιοδοτική της κρίση στο χαρακτηρισμό των σημάτων ως σημάτων φήμης, και συνακόλουθα στην εφαρμογή των άρθρων 4 παρ.1γ και 26 v.2239/1994, αλλά στον κίνδυνο σύγχυσης αναφορικά με την προέλευση των κυκλοφορούντων προϊόντων, τον οποίο προκαλεί στο μέσο καταναλωτή η εκ μέρους της αναιρεσείουσας χρησιμοποίηση όμοιων διασχηματισμών με τα νομίμως κατατεθειμένα σήματα της αναιρεσίβλητης, καθώς
και στο ότι δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η προβλεπόμενη διάταξη του άρθρου 20 ν.2239/1994 εξαίρεση. Από τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο, χαρακτηρίζοντας τα σήματα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως σήματα φήμης, πλεοναστικά και εκ περισσού προέβη στο χαρακτηρισμό αυτό και εφόσον ως προς τα λοιπά σημεία με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο αναφέρεται στο κοινό σήμα, ορθά υπήγαγε τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση δηλαδή στην προστασία του κοινού σήματος και όχι την αυξημένη προστασία του σήματος φήμης. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της παραβάσεως του απορρέοντος δεδικασμένου από την 4655/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τη μη ύπαρξη σημάτων φήμης, και από τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμμορφώθηκε προς την 486/2015 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διατείνεται παραβίαση δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 4655/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι δεν συντρέχει κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση των διασχηματισμών των σημάτων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επειδή δεν υπάρχει ταυτότητα αλλά απλή ομοιότητα των χρησιμοποιουμένων ενδείξεων.
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι τα σήματα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δεν αποτελούν σήματα φήμης και ότι, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα χρήσης των διασχηματισμών των σημάτων, κατά τους όρους του άρθρου 20 του ν.2239/1994, δεχόμενη ειδικότερα ότι η χρήση των διασχηματισμών των σημάτων είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός και το είδος του προϊόντος και δεν γίνεται με τη μορφή σήματος, δηλαδή για τον προσδιορισμό της προέλευσης του προϊόντος, ως προς την οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή.
Η ως άνω απόφαση η οποία έκρινε ότι "...προκύπτει η ύπαρξη ομοιότητας ως προς... το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας... καθώς και ως προς το σχήμα της συσκευασίας..." προφανώς υπέλαβε, αφού η ομοιότητα είναι η βασική προϋπόθεση του κινδύνου σύγχυσης (άρθρο 4 παρ. 1 εδάφ. β και 26 παρ.1 εδάφ. α του ν.2239/1994), ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως και ακολούθως έκρινε μόνο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 2239/1994 για τον περιορισμό της προστασίας του σήματος, σκέλος κατά το οποίο η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε.
Αντιθέτως, η ίδια απόφαση ερευνώντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994, αφού δέχθηκε ότι "... η κατά τον παραπάνω τρόπο χρησιμοποίηση των διασχηματισμών της ενάγουσας δεν γίνεται από την εναγομένη με τη μορφή σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος, ως προς την οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή-καταναλωτή είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος..." έκρινε ότι δεν συντρέχει ο όρος της "χρήσης εν είδει σήματος" του άρθρου 20 παρ. 1 Ν 2239/1994, δηλαδή ερεύνησε εάν η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί το διασχηματισμό της κυλινδρικής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου και της όρθιας κυλινδρικής συσκευασίας ως διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της, δηλαδή ως στοιχεία που προορίζονται να διαφοροποιήσουν τα προϊόντα της από άλλα ομοειδή.
Την ως άνω απόφαση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσέβαλε ως προς όλα τα κεφάλαια της με την από 20.11.2013 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 486/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού απέρριψε τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, για προστασία των σημάτων της ως σημάτων φήμης έκανε δεκτό το δεύτερο, ο οποίος έθιγε την εσφαλμένη κρίση περί της εφαρμογής της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 20 ν.2239/1994 εξαιρέσεως, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι, μεταξύ άλλων, δέχεται ότι οι αιτιολογίες σχετικά με την ανυπαρξία κινδύνου συγχύσεως του μέσου καταναλωτή από τη χρησιμοποίηση των διασχηματισμών των σημάτων εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας είναι ελλιπείς, με συνέπεια να παραβιάζεται εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 20 του ν.2239/1994.
Ενόψει τούτων, κρίνοντας εμμέσως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι από την ως άνω απόφαση (4655/2013) του Εφετείου που αναιρέθηκε δεν προκύπτει δεδικασμένο που να δεσμεύει αρνητικά ως προς την ανυπαρξία κινδύνου σύγχυσης του μέσου καταναλωτή από τη χρήση των διασχηματισμών των σημάτων εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δεν δέχθηκε παρά το νόμο τη μη ύπαρξη δεδικασμένου και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία του αποδίδεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 962/2013).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέχει στη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προστασία πέραν της αιτηθείσας, εφόσον της δίδει τη δυνατότητα προστασίας του διασχηματισμού της συσκευασίας του προϊόντος της, ο οποίος όμως διαφέρει εντελώς από το κατατεθειμένο σήμα, για το οποίο και μόνο ζητήθηκε η παροχή δικαστικής προστασίας.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, προκύπτει ότι το Εφετείο συνέκρινε τα σχήματα που προστατεύονται με τα τρισδιάστατα σήματα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, όπως αυτά έχουν κατατεθεί, με το προϊόν και τη συσκευασία της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που ενσωματώνουν τα ίδια σχήματα και αποφάνθηκε ότι λόγω της μεταξύ τους ομοιότητας υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως για το μέσο καταναλωτή, τα όσα δε αναφέρονται περαιτέρω για τις απεικονίσεις της συσκευασίας του προϊόντος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες που δεν επηρεάζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεκτάθηκε πέραν του αιτήματος της αγωγής και δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, και ο τρίτος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.9, είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και συγκεκριμένα της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 18 και 26 του Ν. 2239/1994, για το λόγο ότι προβαίνει σε κρίσεις άλλοτε περί ομοιότητας των σημάτων της αναιρεσίβλητης και του προϊόντος της (αναιρεσείουσας) και εξετάζει τη συνδρομή του κινδύνου σύγχυσης και άλλοτε περί ταυτότητας των εκατέρωθεν ενδείξεων και των εκατέρωθεν προϊόντων.
Από τις παραδοχές, όπως αυτές εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ουσιαστικά την ύπαρξη ταυτότητας των σημάτων της αναιρεσίβλητης, έστω και αν σε κάποιο σημείο ομιλεί για μεγάλου βαθμού ομοιότητα, και τα οποία έχουν ισχυρή διακριτική δύναμη, γεγονός που οδήγησε άλλωστε και στη διοικητική τους αναγνώριση, καθώς και ότι δεσμεύεται, από τις αμετάκλητες αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων (3681/1997 και 4846/2001), που έκριναν για τη διακριτική ικανότητα των διασχηματισμών που η ενάγουσα έχει κατοχυρώσει ως σήματα από 24-4-1993 και ότι συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διοικητική αναγνώρισή τους, στοιχεία που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν, ούτε παρεμπιπτόντως, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι πρόκειται περί κοινότυπων σημάτων, με τα σημεία που χρησιμοποιεί η ίδια σε ταυτιζόμενα προϊόντα (ταύτιση σήματος - σημείου και προϊόντων) και την απόλυτη προστασία του προγενέστερου σήματος της αναιρεσίβλητης, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης.
Ειδικότερα, παρά τη χρήση του όρου ομοιότητα από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται με σαφήνεια ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε με την έννοια της ταυτότητας των εκατέρωθεν ενδείξεων και των εκατέρωθεν προϊόντων των διαδίκων, ενώ οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί κινδύνου σύγχυσης είναι πλεοναστικές, αφού σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει.
Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα της παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16, 26 του ν. 2239/1994 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994, για το λόγο ότι το Εφετείο για τη διαπίστωση της συνδρομής του κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης μεταξύ των σημάτων της αναιρεσίβλητης και δικού της σημείου - προϊόντος δεν αξιολόγησε τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το δικό της προϊόν, μη λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά λεκτικά και εικαστικά στοιχεία στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων, κατά δε το τρίτο μέρος του, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες για το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι αιτιάσεις αυτές για πλημμελή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, για να ερευνηθεί η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης έγινε σύγκριση των σχημάτων των εκατέρωθεν προϊόντων (γκοφρετών) και των εκατέρωθεν συσκευασιών (όρθιο κυλινδρικό κουτί), όχι όμως και των λεκτικών και λοιπών εικαστικών στοιχείων στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων, των επωνυμιών των εταιρειών, που εμφανίζονται στις συσκευασίες, των λοιπών χρωματικών αποχρώσεων και σχεδίων των συσκευασιών.
Επομένως, η μη αξιολόγηση από το Εφετείο των διαφορετικών λεκτικών και εικαστικών στοιχείων στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων για τη διαπίστωση της συνδρομής του κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης μεταξύ των σημάτων της αναιρεσίβλητης που αποτελούνται από το τρισδιάστατο σχήμα του πούρου και το τρισδιάστατα σχήμα του κουτιού, συσκευασίας και των σημείων της αναιρεσείουσας, είναι ορθή, καθόσον, πλέον όσων στις ανωτέρω αιτιολογίες γίνονται δεκτά, πρέπει να αναφερθεί ότι, στην περίπτωση που λαμβάνονταν υπόψη και τα διαφορετικά λεκτικά και εικαστικά στοιχεία στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων, η προστασία θα "μετατοπιζόταν" από το τρισδιάστατο σήμα στην ονομασία του προϊόντος και έτσι θα ακυρωνόταν η προστασία και τελικά ο λόγος αυτοτελούς ύπαρξης των τρισδιάστατων σημάτων.
Αντίθετη ερμηνεία της έννοιας "συνολική εντύπωση" θα ακύρωνε το λόγο ύπαρξης των τρισδιάστατων σημάτων και θα ήταν ευθέως αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο, το οποίο εισήγαγε τα σήματα αυτά μέσω του άρθρου 2 της Οδηγίας 89/104/ΕΚ. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε τον κίνδυνο σύγχυσης, συγκρίνοντας τα τρισδιάστατα σχήματα που αποτελούν τα σήματα της αναιρεσίβλητης, με τα σχήματα που χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα για το προϊόν της, και όχι τη συνολική εικόνα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16, 26 σε συνδυασμό με αυτές 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, είναι επίσης αβάσιμος, γιατί από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ζήτημα της σύγκρισης και συνολικής εντύπωσης μεταξύ των τρισδιάστατων σχημάτων, όπως αυτά έχουν αποτυπωθεί οπτικά με τους αριθμούς …και …, στις μερίδες των οικείων σημάτων στο μητρώο και αποτελούν σήματα της αναιρεσίβλητης, με τα σχήματα που χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα για το προϊόν της, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16, 26 σε συνδυασμό με αυτές 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογιών.
Η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της και στα πλαίσια αναπτύξεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως περί δεδικασμένου και μη συμμορφώσεως του Εφετείου την προηγούμενη αναιρετική απόφαση, επικαλείται τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 ν.2239/1994 για να καταδείξει ότι η χρήση της γκοφρέτας και του κουτιού ανάγεται στον προορισμό του προϊόντος που πωλεί και άρα δεν τίθεται θέμα προσβολής των σημάτων της αναιρεσίβλητης.
Οι ισχυρισμοί ωστόσο αυτοί που δεν προτάθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ουσιαστικά αποτελούν νέο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με τις προτάσεις.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ.176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.2.2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5152/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ