1092/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1092/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι ειδικότερα η καθ' ης η ανακοπή, με το αναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφάλισε το περιγραφόμενο ακίνητο με τις υπάρχουσες σ' αυτό κτιριακές εγκαταστάσεις, που βρισκόταν στους Σοφάδες Καρδίτσας, ιδιοκτησίας της "Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε." και ήδη της "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." και εκμεταλλεύσεως της ανωτέρω οφειλέτριάς της εταιρείας "Χ.
Full text
Απόφαση 1092 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1092/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η Εθνική" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο που ανακάλεσε την από 5-2-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Άλφα Λήσινγκ Ανώνυμος Εταιρεία Χρηματοδοτικής Μισθώσεως" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κοτίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 10-3-2006 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1982/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5104/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 27-11-2008 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1251/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο. Με κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση, εκδόθηκε δε η 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 3-2-2005 ανακοπή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε: Ότι στις 29-12-2004, έχοντας απαίτηση ποσού 1.555.442,56 ευρώ κατά της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Ε. Α.Ε." συνεπεία παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, επί απαιτήσεως της οφειλέτριάς της κατ' αυτής (της καθ' ης η ανακοπή) ποσού 733.676 ευρώ.
Ότι ειδικότερα η καθ' ης η ανακοπή, με το αναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφάλισε το περιγραφόμενο ακίνητο με τις υπάρχουσες σ' αυτό κτιριακές εγκαταστάσεις, που βρισκόταν στους Σοφάδες Καρδίτσας, ιδιοκτησίας της "Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε." και ήδη της "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." και εκμεταλλεύσεως της ανωτέρω οφειλέτριάς της εταιρείας "Χ.
Ε. Α.Ε.", μεταξύ άλλων κατά του κινδύνου πυρκαγιάς, με ασφάλισμα 733.676 ευρώ, με λήπτρια της ασφαλίσεως, ασφαλισμένη και δικαιούχο του ασφαλίσματος την ανωτέρω οφειλέτριά της και ότι στις 13-12-2004 επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, με συνέπεια η καθ' ης να οφείλει στην πιο πάνω οφειλέτρια της το προαναφερθέν ποσό του ασφαλίσματος.
Ότι μετά την κατάσχεση η καθ' ης υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αρνητική δήλωση, ισχυριζόμενη ότι δεν υπήρχε η ανωτέρω απαίτηση και ότι η αρνητική αυτή δήλωση είναι ανειλικρινής. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται η ανωτέρω χρηματική απαίτηση της εταιρείας "Χ. Ε. Α.Ε." κατά της καθ' ης η ανακοπή και να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 733.676 ευρώ νομιμοτόκως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη. Μετά από έφεση της ανακόπτουσας εκδόθηκε η 5104/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και δικάσθηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν, απορρίφθηκε η ανακοπή ως ενεργητικά ανομιμοποίητη (πράγματι δε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη) με τις παραδοχές ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, της οποίας έλαβε χώρα η κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης ως τρίτης, δεν ήταν η τελευταία αλλά η Τράπεζα Πειραιώς, οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικά δικαιούχου τράπεζας ΕΤΒΑ Α.Ε.
Μετά από αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με τη 1251/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου: α) για έλλειψη νόμιμης βάσεως και συγκεκριμένα λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, κατά παραδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. και β) για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά παραδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ.
Στη συνέχεια με κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο εφετείο, εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αφού δε κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η ανακοπή, έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ.1 περ.α Κ.Πολ.Δ. μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά και χρηματική απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Η κατάσχεση αυτή στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, το οποίο μάλιστα πρέπει να επιδοθεί στον καθ' ου η εκτέλεση το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη.
Το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ. και: α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαιτήσεως βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου.
Κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ. ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό.
Σε περίπτωση δε καταφατικής δηλώσεως ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 988 Κ.Πολ.Δ., διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δηλώσεως.
Μέσα σε τριάντα ημέρες από την παραπάνω ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση δικαιούται αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο ανακοπή κατά το άρθρο 986 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ολική ή μερική ανακρίβεια της δηλώσεως. Η ανακρίβεια της αρνητικής δηλώσεως κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 990 Κ.Πολ.Δ.
εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Αντικείμενο έτσι της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος.
Επομένως στο δικόγραφο της ως άνω ανακοπής του άρθρου 986 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσης απαιτήσεως (Α.Π. 480/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, έχοντας το περιεχόμενο που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης, ήταν νόμιμη και ορισμένη, περιείχε δε όλα τα κατά νόμο στοιχεία της επικαλούμενης συμβάσεως ασφαλίσεως μεταξύ της οφειλέτριας της ανακόπτουσας αφενός και της καθ' ης η ανακοπή αφετέρου και ειδικότερα αναφερόταν σ' αυτήν ο αριθμός του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος-λήπτης της ασφαλίσεως, ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, το αντικείμενο της ασφαλίσεως, ο ασφαλιστικός κίνδυνος και το ασφαλιστικό ποσό, καθώς και η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη, είναι αβάσιμος.
Κατά μεν το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 27/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την αναιρεθείσα στο σύνολό της 5104/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το ορισμένο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ανακοπή ήταν ορισμένη όχι με βάση το δεδικασμένο που προέκυπτε από την 5104/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αλλά με ιδία κρίση, στην οποία παρατέθηκε το περιεχόμενο της ανακοπής και αναφέρθηκε ρητά ότι αυτή περιείχε όλα τα νόμιμα για τη θεμελίωσή της στοιχεία.
Κατά το άρθρο 2 παρ.4 ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ενόψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως: "Οταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο".
Κατά την παρ.5 του ίδιου άρθρου: "Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης.
Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση". Τέλος κατά την παρ.6 του ίδιου άρθρου: "Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης ...
τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ.4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου.
Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστά έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης ...".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και προς εκείνες των άρθρων 185, 189, 192, 361 Α.Κ. προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου.
Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους, δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Στις περιπτώσεις όμως κατά τις οποίες η σύμβαση διέπεται από γενικούς και ειδικούς όρους ή φέρει παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφαλίσεως και ο ασφαλιστής παραλείψει να εκπληρώσει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν από το άρθρο 2 παρ.4 και 5 ν. 2496/1997 υποχρεώσεις προς το λήπτη της ασφαλίσεως, εισάγεται απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 191 παρ.2 και 192 Α.Κ.
και θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε από την αρχή, στην περίπτωση μεν της παρ.4 με το περιεχόμενο που ορίζει η παρ.6, στην περίπτωση δε της παρ.5 με περιεχόμενο σύμφωνο με την αίτηση ασφαλίσεως, χωρίς τις αναφερόμενες σ' αυτήν παρεκκλίσεις, οι οποίες προστέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου (Α.Π. 1251/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ανακόπτουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] ασχολείται αποκλειστικά με τη διενέργεια χρηματοδοτικών μισθώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1665/1986. Στο πλαίσιο της εν λόγω δραστηριότητός της παραχώρησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ.
Ε. Α.Ε." έναντι μισθώματος, σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθμόν ... συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, των από 31-5-1996 και 5-11-1996 πρόσθετων πράξεων αυτής, καθώς και των σε εκτέλεση αυτών συναφθέντων παραρτημάτων ΑΝο1/5-11-1996 και ΑΝο2/31-10-1996, που καταρτίστηκαν στην Αθήνα και αποτελούν ένα όλο με την αρχική σύμβαση, τη χρήση του εξοπλισμού που αναλυτικά περιγράφεται στα αναφερόμενα και συνημμένα στα παραπάνω παραρτήματα τιμολόγια και περιλαμβάνει συστήματα και εξαρτήματα μηχανημάτων επεξεργασίας βάμβακος.
Η αντισυμβαλλόμενη της ανακόπτουσας ανώνυμη εταιρεία "Χ. Ε. Α.Ε.", μολονότι παρέλαβε τα αποτελούντα τον εν λόγω μισθωθέντα εξοπλισμό μηχανήματα διαδοχικώς στις 5-11-1996 και 31-10-1996 και προέβη στη χρήση αυτών, εν τούτοις κατέστη, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, υπερήμερη περί την εξόφληση συμφωνηθέντων μισθωμάτων.
Κατόπιν δε τούτων η ανακόπτουσα απέστειλε στην ανωτέρω οφειλέτιδά της την από 20-2-1999 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία την κάλεσε να της καταβάλει τα ως άνω οφειλόμενα από τη χρήση του εν λόγω εξοπλισμού μισθώματα. Ακολούθως η ανωτέρω εταιρεία "Χ. Ε. Α.Ε.", εις εξόφληση μέρους της ανωτέρω οφειλής της έναντι της ανακόπτουσας και ενώ στο μεταξύ, κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας κατ' αυτής, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 16339/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέβαλε στην εν λόγω δανείστριά της το ποσό των 100.000.000 δραχμών.
Στη συνέχεια, λόγω του ότι το υπόλοιπο μέρος της οφειλής παρέμεινε ανεξόφλητο, η ανακόπτουσα στις 28-12-2001 κοινοποίησε στην εν λόγω οφειλέτιδά της επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία η τελευταία επιτάχθηκε να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 386.738.803 δραχμών ή 1.134.963,47 ευρώ πλέον τόκων και λοιπών εξόδων. Περαιτέρω σε χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως της ως άνω επιταγής και συγκεκριμένα στις 31-7-1995, δυνάμει της υπ' αριθ. .../31-7-1993 συμβάσεως πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ τής προσεπικληθείσας πρωτοδίκως στη δίκη που ανοίχτηκε με την άνω ανακοπή, εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης-Ανώνυμη Εταιρεία" και με το διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει με οιονεί καθολική διαδοχή η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." και της ως άνω εταιρείας "Χ.
Ε. Α.Ε.", η πρώτη πώλησε στη δεύτερη το περιγραφόμενο κατά θέση, όρια και έκταση οικοδομικό συγκρότημα που χρησιμοποιήθηκε ως εκκοκιστήριο βάμβακος έναντι τιμήματος το οποίο συμφωνήθηκε στο ποσό των 150.100.000 δραχμών. Κατά την ως άνω ημερομηνία σύναψης της εν λόγω μεταβιβαστικής πράξης, η εταιρεία "Χ. Ε. και Σια Α.Ε." κατέβαλε στην αντισυμβαλλομένη της και πωλήτρια του ακινήτου το ποσό των 45.030.000 δραχμών.
Το υπόλοιπο δε μέρος εκ του ανωτέρω συμφωνηθέντος τιμήματος εκ ποσού 150.070.000 δραχμών κατά τα συμφωνηθέντα, θα καταβαλλόταν σε έξι εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις που θα καταβάλλονταν την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου έτους, αρχής γενομένης από 1-1-1996. Περαιτέρω, μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων μερών συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι:
α) η εν λόγω πώληση θα τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους και εντός του συμφωνηθέντος χρόνου εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος και β) στην περίπτωση κατά την οποία η "Χ. Ε. Α.Ε." καθυστερούσε έστω και μία από τις οφειλόμενες δόσεις, η πωλήτρια εταιρεία "ΕΤΒΑ Α.Ε." θα εδικαιούτο με μονομερή δήλωσή της να θεωρήσει ότι η αίρεση πληρώθηκε, με αποτέλεσμα την ανατροπή των εννόμων αποτελεσμάτων της εν λόγω συναφθείσας μεταβιβαστικής πράξης και την επάνοδο της κυριότητας σ' αυτή.
Ακολούθως, λόγω μη εξόφλησης από μέρους της "Χ. Ε. Α.Ε." της ανωτέρω οφειλής της, δυνάμει της υπ' αριθ. .../5-5-1999 συμβολαιογραφικής πράξης πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως, βεβαιώθηκε η πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η ανωτέρω συναφθείσα μεταβιβαστική πράξη, η ανατροπή των εννόμων αποτελεσμάτων αυτής και η συνακόλουθη επάνοδος της κυριότητας και νομής του εν λόγω ακινήτου στην προσεπικαλούμενη πωλήτρια εταιρεία "ΕΤΒΑ Α.Ε.".
Η ανωτέρω όμως αγοράστρια εταιρεία "Χ. Ε. Α.Ε." συνέχισε και μετά την επάνοδο της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στην προσεπικαλούμενη "ΕΤΒΑ Α.Ε." και ήδη "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", να εκμεταλλεύεται κατ' αποκλειστικότητα το ακίνητο αυτό. Η ίδια δε, ως κάτοχος του εν λόγω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../29-3-2004 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ασφάλισε τούτο στην καθ' ης η υπό κρίση ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική Α.Ε.Γ.Α." από κίνδυνο πυρκαγιάς έως του ποσού των 733.676 ευρώ με διάρκεια ασφάλισης από 8-1-2004 έως 8-1-2005.
Περαιτέρω στις 13-12-2004 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ανωτέρω ακίνητο, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς τούτο και για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε ο ασφαλιστικός κίνδυνος. Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κοινοποίησε στις 29-12-2006 νέα επιταγή προς εκτέλεση στην εν λόγω οφειλέτιδά της "Χ. Ε. Α.Ε.", με την οποία η τελευταία επιτάχθηκε να καταβάλει στη δανείστριά της το ποσό των 1.069.971,30 ευρώ προς ικανοποίηση της ανωτέρω χρηματικής απαιτήσεως που η ίδια είχε κατά αυτής και η οποία απέρρεε από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως.
Ακολούθως η ανακόπτουσα με το από 29-12-2005 κατασχετήριο, προς ικανοποίηση της εν λόγω χρηματικής απαιτήσεώς της κατά της ανώνυμης εταιρείας "Χ. Ε. Α.Ε.", κατέσχε κάθε χρηματική απαίτηση της εν λόγω οφειλέτιδάς της κατά της καθ' ης η υπό κρίση ανακοπή ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία προερχόταν από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως, εις χείρας της τελευταίας αυτής έως του ποσού των 1.555.442,56 ευρώ.
Στη συνέχεια, μετά την ανωτέρω επιβληθείσα κατάσχεση, η καθ' ης η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική Α.Ε.Γ.Α." υπέβαλε ως ώφειλε τη με αρ. 270/2005 δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία αρνήθηκε την ύπαρξη της ως άνω κατασχεθείσας εις χείρας της χρηματικής απαιτήσεως, κατά τα αναφερόμενα στη δήλωση αυτή περιστατικά.
Όμως ανεξαρτήτως του περιεχομένου του προγενέστερου με αρ. .../2003 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (13-12-2004) με αρ. .../2004 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι η (οφειλέτρια της ανακόπτουσας) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ.
Ε. Α.Ε.", όπως σαφώς προκύπτει από το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ η ορίζουσα ως δικαιούχο του ασφαλίσματος την "ΕΤΒΑ Α.Ε." με αρ.3 πρόσθετη πράξη, αφενός εξεδόθη στις 5-1-2005, ήτοι μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αφετέρου δεν προκύπτει παράδοση στην ασφαλιστική εταιρεία γενικών ή ειδικών όρων και αυτής της με αρ.3 πρόσθετης πράξης ούτε και έκδοση αυτών σύμφωνα με τη σχετική αίτηση ασφάλισης της τελευταίας".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, όπως ήδη έχει εκτεθεί προηγουμένως, το εφετείο δέχθηκε την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή ως αόριστη) και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ανακοπή, δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι υφίσταται η κατασχεθείσα από την ανακόπτουσα απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Χ.
Ε. Α.Ε." κατά της καθ' ης και ότι είναι ανειλικρινής η αρνητική δήλωση της τελευταίας, υποχρέωσε δε την καθ' ης να καταβάλει στην ανακόπτουσα το κατασχεθέν εις χείρας της ποσό των 733.676 ευρώ. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.4, 5 και 6, 9 παρ.1, 11 παρ.1, 2, 3 και 4 και 16 παρ.1 και 2 ν. 2496/1997, 185, 189, 192 και 361 Α.Κ.
που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ούτε εκείνες των άρθρων 140, 141, 174 και 180 Α.Κ. που δεν ήταν εφαρμοστέες αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί ούτε το εφετείο δέχθηκε ακυρωσία της ασφαλιστικής συμβάσεως λόγω πλάνης ούτε ακυρότητα αυτής λόγω αντιθέσεως αυτής σε διάταξη του νόμου. Εξάλλου το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα:
α) της μη δεσμευτικότητας της 3/2005 πρόσθετης πράξεως του ασφαλιστηρίου, β) της ασφαλιστικής ζημίας και του ποσού του ασφαλίσματος και γ) του ασφαλιστικού συμφέροντος της οφειλέτριας της αναιρεσίβλητης για την ασφάλιση του ακινήτου.
Συνεπώς οι δεύτερος κατά τα πέμπτο και έκτο σκέλη του, τρίτος κατά τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του και πέμπτος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 399/2011).
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 527 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, εφόσον αυτοί συντελούν σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται στο αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το κατ' άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και αποσκοπούν στη διαφύλαξη του διατακτικού της εκκληθείσης αποφάσεως (Α.Π. 2312/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω ισχυρισμούς της: Α) ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση δεν ήταν η εταιρεία "Χ.
Ε. Α.Ε." αλλά η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.". και ότι το όνομα της πρώτης ως δικαιούχου του ασφαλίσματος γράφηκε από παραδρομή και ουσιώδη πλάνη της στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αντί εκείνου της δεύτερης (δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) και Β) α) για πολλαπλή ασφάλιση (συνασφάλιση) του ασφαλισμένου ακινήτου, β) για συμφωνία περί απαλλαγής της κατά ποσοστό 10% επί της ζημίας με ελάχιστο ποσό απαλλαγής 15.000 ευρώ, γ) για δόλια υπερασφάλιση αυτού και δ) για ανυπαρξία υποχρεώσεώς της προς καταβολή του ασφαλίσματος και νομίμων τόκων διότι σύμφωνα με όρο του ασφαλιστηρίου το δικαίωμα του ασφαλισμένου δεν γεννάται παρά μόνο αφότου αυτός προσκομίσει πιστοποιητικά που θα αποδεικνύουν ότι δεν εκκρεμεί εναντίον του κατηγορία για εμπρησμό (τέταρτος λόγος).
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός που κατά την αναιρεσείουσα δεν ελήφθη υπόψη από το εφετείο δεν είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα με τις από 9-10-2006 έγγραφες προτάσεις της η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί μόνο ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος ήταν η "ΕΤΒΑ Α.Ε." και ήδη "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." και δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε περί "εκ παραδρομής" αναγραφής της επωνυμίας της εταιρείας "Χ.
Ε. Α.Ε." στο ασφαλιστήριο ούτε είχε προβάλει ισχυρισμό περί πλάνης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται τώρα. Ο ισχυρισμός αυτός, έτσι διατυπωμένος, συνιστούσε αιτιολογημένη άρνηση της ανακοπής της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.
Ο τέταρτος λόγος είναι απαράδεκτος: 1) Κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού της που αναφέρθηκε πιο πάνω με το στοιχείο α διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί μόνο ότι κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου το κτίριο ασφαλιζόταν και από την ασφαλιστική εταιρεία "Ορίζων ΑΕΓΑ" για το ποσό των 500.000 ευρώ δυνάμει της αναφερόμενης ασφαλιστικής συμβάσεως, χωρίς όμως περαιτέρω αναφορά των λοιπών στοιχείων της επικαλούμενης ασφαλιστικής συμβάσεως (ήτοι του ασφαλιστικού κινδύνου, του ασφαλισμένου-λήπτη της ασφαλίσεως και του δικαιούχου του ασφαλίσματος). 2) Κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού της με το στοιχείο γ διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η πρότασή του δε για πρώτη φορά στο εφετείο ήταν απαράδεκτη αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε οποιοδήποτε λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.
Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι προτάθηκε ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται τώρα η αναιρεσείουσα, διότι με την έφεσή της η αναιρεσίβλητη παραπονείτο για την απόρριψη της ανακοπής της ως αόριστης, ο ισχυρισμός δε αυτός δεν κατέτεινε στη διατήρηση του διατακτικού της εκκληθείσης αποφάσεως. 3) Κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού της με το στοιχείο δ διότι ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί ένσταση από το άρθρο 7 παρ.5 ν. 2496/1997, είναι μη νόμιμος, αφού η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε ευθέως ότι η πυρκαγιά οφειλόταν σε δόλο ή βαριά αμέλεια της ασφαλισμένης ή των προσώπων που αναφέρονται στην τελευταία αυτή διάταξη.
Κατά τα λοιπά η επικαλούμενη υποχρέωση της ασφαλισμένης να προσκομίσει πιστοποιητικά που θα αποδεικνύουν ότι δεν εκκρεμεί εναντίον των νομίμων εκπροσώπων της κατηγορία για εμπρησμό, δεν μπορεί να θεμελιώσει την πιο πάνω ένσταση αφού η υποχρέωση αυτή (ασφαλιστικό βάρος) δεν ανήκε στη σφαίρα επιρροής της αναιρεσίβλητης και δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί από αυτήν.
Περαιτέρω όμως ο ίδιος (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού της με το στοιχείο β είναι βάσιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προτάθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με τις έγγραφες προτάσεις που αυτή υπέβαλε ενώπιον του εφετείου, παρά ταύτα όμως δεν ελήφθη υπόψη από το εφετείο, το οποίο δεν αποφάνθηκε επ' αυτού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π. 115/ 2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερο κατά το έβδομο σκέλος του και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που δεν είχαν προταθεί από αυτήν:
α) ότι δεν είναι δεσμευτικός ο όρος που διαλαμβάνεται στην 3/2005 πρόσθετη πράξη, β) ότι η 3/2005 πρόσθετη πράξη δεν εκδόθηκε σύμφωνα με την αίτηση ασφαλίσεως και γ) ότι το ασφαλιστικό ποσό στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση και η επελθούσα ζημία ταυτίζονται και ανέρχονται στο ποσό των 733.676 ευρώ. Οι λόγοι που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία α και β είναι απαράδεκτοι διότι τα γενόμενα δεκτά από το εφετείο δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που όφειλε να προτείνει η αναιρεσίβλητη και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά εκτιμήσεις για την αποδεικτική ισχύ προσκομισθέντος από την αναιρεσείουσα αποδεικτικού μέσου και συνακόλουθα δεν αποτελούν πράγματα κατά της έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου ο λόγος με το στοιχείο γ είναι αβάσιμος διότι με την ανακοπή της η αναιρεσίβλητη είχε ισχυρισθεί ότι η οφειλέτριά της εταιρεία είχε ασφαλισθεί στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς μέχρι το ποσό των 733.676 ευρώ και ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος με την ολοσχερή καταστροφή του ασφαλισμένου πράγματος, γεγονός που συνεπαγόταν υποχρέωση της τελευταίας για καταβολή ολοκλήρου του ασφαλίσματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά τα τρίτο και ένατο σκέλη του και πέμπτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα:
α) την 3/2005 πρόσθετη πράξη του ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου (δεύτερος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως) και β) την από 16-1-2004 έγγραφη απάντησή της (επιστολή σε τηλεομοιοτυπία) στην Τράπεζα Πειραιώς για τους όρους ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως για το έτος από 8-1-2004 έως 8-1-2005 (δεύτερος κατά το ένατο σκέλος του λόγος αναιρέσεως), τα οποία έγγραφα επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού της για εκ παραδρομής αναγραφή στο ασφαλιστήριο της εταιρείας "Χ.
Ε. Α.Ε." ως δικαιούχου του ασφαλίσματος και γ) το από 13-12-2004 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Σοφάδων και την από 12-4-2006 εξοφλητική απόδειξη καταβολής ασφαλίσματος στην εταιρεία "Εκκοκιστήρια Σοφάδων Α.Ε." (πέμπτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως), τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι την εκμετάλλευση του καταστραφέντος και ασφαλισμένου ακινήτου δεν είχε η εταιρεία "Χ.
Ε. Α.Ε." αλλά η εταιρεία "Εκκοκιστήρια Σοφάδων Α.Ε.". Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του "και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητώς ή όχι στην παρούσα" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο κατά το όγδοο σκέλος του λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη την αίτηση ασφαλίσεως με βάση την οποία εκδόθηκε η 3/2005 πρόσθετη πράξη ασφαλίσεως, την οποία δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε η αναιρεσίβλητη. Κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, η πιο πάνω πρόσθετη πράξη: "αφενός εξεδόθη στις 5-1-2005, ήτοι μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αφετέρου δεν προκύπτει παράδοση στην ασφαλιστική εταιρεία γενικών ή ειδικών όρων και αυτής της με αρ.3 πρόσθετης πράξης ούτε και έκδοση αυτών σύμφωνα με τη σχετική αίτηση ασφάλισης της τελευταίας".
Επομένως αφού η μία από τις επάλληλες αιτιολογίες με την οποία κρίθηκε ότι η ανωτέρω πρόσθετη πράξη δεν έχει σχέση με την υπό κρίση διαφορά (και ειδικότερα ότι εκδόθηκε μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου), δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η άλλη είναι αλυσιτελής.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 319/2012).
Αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, δεν καθιστούν δυνατή την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα προς το οποίο θα υποχρεούτο να συμμορφωθεί το δικαστήριο της παραπομπής ιδρυομένου άλλως του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 422/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με τη 1251/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 5104/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικότερα λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματά της και για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Με βάση τα ανωτέρω είναι απαράδεκτος ο δεύτερος κατά το τέταρτο σκέλος του λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δέχθηκε πως στην προκειμένη περίπτωση είναι εφαρμοστέα η διάταξη της παρ.5 του άρθρου 2 ν. 2496/1997 και όχι εκείνη της παρ.6 του ίδιου άρθρου όπως είχε δεχθεί η αναιρετική.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010).
Όμως η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε κάθε επί μέρους παραδοχή του αλλά αρκεί η γενική μνεία των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού ισχυρίζεται ότι το εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό του ασφαλίσματος ανέρχεται σε 733.676 ευρώ, χωρίς καμία απόδειξη περί του ύψους της ασφαλιστικής ζημίας και του ασφαλίσματος και χωρίς να προσκομιστεί και να γίνει επίκληση οποιασδήποτε αποδείξεως περί αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν είχε δε υποχρέωση να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε επί μέρους παραδοχή.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο προαναφερθείς τέταρτος εν μέρει αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την μη ερευνηθείσα ένσταση περιορισμού της καταβλητέας στη δικαιούχο του ασφαλίσματος αποζημιώσεως λόγω συμφωνίας περί απαλλαγής της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 10% επί της ζημίας, με ελάχιστο ποσό απαλλαγής 15.000 ευρώ.
Στη συνέχεια, ενόψει του ότι πρόκειται για παραδοχή δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 ν. 4139/2013. Για την εκπλήρωση δε της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεως προς εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα δικάσιμο που θα ορισθεί προς το σκοπό αυτό με κλήση της επιμελέστερης διαδίκου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν τα αναγκαία για την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (η οποία κατέθεσε προτάσεις), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο που θα ορισθεί προς το σκοπό αυτό με κλήση της επιμελέστερης διαδίκου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 17 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ