1092/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1092/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ούς ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1092 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1092/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AAE" που εδρεύει στην Αθήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Βασιλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "GRACECHURCH CONTAINER LINE LIMITED" που εδρεύει στο Λίβερπουλ του Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο του Δημήτριο Πλακίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1775/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 427/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α'Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Εξ άλλου, το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος ορίζει: "Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου".
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ούς ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από τη προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
ΑΠ 6/2007). Με τον Ν, 2107/1992 κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές" και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23-2-1968 και της 21-12-1979 (κανόνες Χάγης-Βίσμπυ), οι διατάξεις της οποίας άρχισαν να εφαρμόζονται στην Ελλάδα από τις 23-6-1993 και έχουν, μεταξύ άλλων, ισχύ στις θαλάσσιες μεταφορές που διενεργούνται μεταξύ λιμένων (φόρτωσης και εκφόρτωσης) διαφορετικών κρατών, εφόσον οι μεταφορές καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο, που αποτελεί τίτλο για την εκτέλεσή τους.
Ειδικότερα, με το άρθρο 3 παρ. 6 εδ. 4 της Διεθνούς Συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου της 23-2-1998, ορίζεται: "Σε κάθε περίπτωση, ο μεταφορέας και το πλοίο απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη για απώλειες ή ζημίες, εφόσον δεν ασκηθεί αγωγή μέσα σ' ένα χρόνο, από την παράδοση των εμπορευμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε γίνει η παράδοση".
Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ετήσια παραγραφή του δικαιώματος του παραλήπτη για αποζημίωση του απολεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την παραλαβή ή την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί και ισχύει ενιαίως, τόσο στην συμβατική όρο και στην εξωσυμβατική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα, όχι μόνο για την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αλλά και για τις λοιπές αξιώσεις του ενδιαφερομένου ως προς το φορτίο.
Με την εν λόγω Διεθνή Σύμβαση όμως, δεν ορίζεται περαιτέρω ό, τι δήποτε για την διακοπή ή την αναστολή της παραγραφής. Οι περιπτώσεις αυτές ρυθμίζονται, όσον αφορά μεν την διακοπή της παραγραφής από τα άρθρα 261 επ. Α.Κ. όσον αφορά δε την αναστολή της παραγραφής, πλέον του άρθρου 255 Α.Κ. και από τα άρθρο 14 παρ. 5 Ν.2496/1997, κατά το οποίο: "Σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων".
Η διάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθετη με την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση, καθόσον δεν εισάγει ρύθμιση διαφορετική από εκείνην, αλλά την συμπληρώνει σε θέμα το οποίο δεν ρυθμίζεται από αυτήν και είναι σύμφωνη τόσο προς το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, όσο και προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ.
Α.Π. 1657/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ισχυρίζεται με την αγωγή της τα εξής: Τον μήνα Νοέμβριο 2006 η εταιρεία με την επωνυμία "Π. Π. Α.Ε.Β.Ε." αγόρασε από εταιρία εδρεύουσα στο Μπέλφαστ 5 ντηζελομηχανές. Η αγοράστρια κατάρτησε με την πρώτη εναγομένη, και μη ούσα στην παρούσα δίκη διάδικο, εταιρία, με την επωνυμία "ΑΔΑΜΗΣ ΝΑΥΤΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ Α.Ε.", σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να βρεί μεταφορέα και να συνάψει με αυτόν σύμβαση για την μεταφορά των μηχανημάτων από το Μπέλφαστ στο Αιγάλεω, πράγμα το οποίο και έπραξε με την δευτέρα εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία.
Έτσι, τα μηχανήματα τοποθετήθηκαν σε εμπορευματοκιβώριο (κονταίηνερ) και με πλοία μεταφέρθηκαν μέσω του Λίβερπουλ Μ. Βρεττανίας και του Σαλέρνο Ιταλίας στον Πειραιά. Επίσης η αγοράστρια εταιρία κατήρτισε και σύμβαση ασφαλίσεως κατά παντός κινδύνου μεταφοράς με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία.
Την 10η Ιανουαρίου 2007 τα μηχανήματα παρεδόθησαν συσκευασμένα στην αγοράστρια εταιρία και όταν ανοίχθηκε το εμπορευματοκιβώτιο, διεπιστώθη, ότι είχαν κτυπηθεί τα μηχανήματα κατά την μεταφορά και είχαν υποστεί ζημιές λόγω κακού χειρισμού του εμπορευτοκιβωτίου (από υπαιτιότητα των προστηθέντων από τις εναγόμενες) κατά την αλλαγή πλοίου μεταφοράς και την φορτοεκφόρτωση του εμπορευματοκιβωτίου σε ενδιάμεσο λιμάνι.
Η ενάγουσα, λόγω της πραγματοποιήσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, κατέβαλε στην αγοράστρια, προς κάλυψη της ζημίας της, το ασφάλισμα από 21.850 ευρώ, την 7η Δεκεμβρίου 2007, δηλαδή πριν παρέλθει έτος από της παραδόσεως των εμπορευμάτων και έκτοτε υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της τελευταίας έναντι των εναγομένων.
Ζητεί δε εν τέλει η ενάγουσα με την αγωγή της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν σε εκείνην αλληλεγγύως και νομιμοτόκως το ποσόν των 21.850 ευρώ.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του: "Ότι την μεταφορά των εμπορευμάτων ανέλαβε και εξετέλεσε πράγματι η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και την ασφάλισή των ανέλαβε η ενάγουσα-αναιρεσείουσα. Ότι πράγματι, εξ υπαιτιότητας των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης, επήλθαν ζημίες στα μηχανήματα, αποτιμώμενες σε 22.000 ευρώ και οφειλόμενες σε κακή μεταχείριση του εμπορευματοκιβωτίου κατά την διάρκεια της μεταφορτώσεώς του από πλοίο σε πλοίο, σε ενδιάμεσο λιμάνι.
Ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε την 7-12-2007 ως ασφάλισμα, λόγω πραγματώσεως του ασφαλισθέντος κινδύνου, στην αγοράστρια εταιρία το ποσόν των 21.850 ευρώ και έκτοτε υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης εταιρίας κατά της εναγομένης μεταφορικής εταιρίας, δικαιούμενη πλέον η ενάγουσα να αξιώσει από την εναγομένη την καταβολή του ιδίου ποσού.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, επί λέξει και τα ακόλουθα: "...Όμως, η δεύτερη εναγομένη μεταφορική εταιρία ισχυρίζεται κατ' ένσταση ότι η απαίτηση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας έχει παραγραφεί κατ' άρθρο 3 παρ. 6 εδ. 4 της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών της 25-8-1924, όπως αυτό τροποποιημένο διαμορφώθηκε από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968 (Κανόνες Βίσμπυ), και ορίζει ότι ο μεταφορέας και το πλοίο θα απαλλάσσεται σε κάθε περίπτωση από οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα εμπορεύματα, εφόσον δεν έχει εγερθεί αγωγή εντός έτους από την παράδοσή τους ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να έχουν παραδοθεί.
Η ένσταση αυτή, που προβλήθηκε παραδεκτώς και ορισμένως στο πρώτο βαθμό (ΚΠολΔ 262 παρ. 1) και επαναφέρεται παραδεκτώς στον παρόντα δεύτερο βαθμό με λόγο έφεσης, είναι νομικά βάσιμη. Επίσης αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον από την 10-1-2007, οπότε παραδόθηκαν τα εμπορεύματα από τη δεύτερη εναγομένη εταιρία στην αγοράστρια εταιρία, που τα παρέλαβε, μέχρι την 28-3-2008, οπότε η τελευταία κατέθεσε την από 21-3-2008 και υπ' αυξ.
αριθμ. 3169/28-3-2008 αγωγή της, παρήλθε έτος και, συνεπώς, έχει παραγραφεί η απαίτηση της ενάγουσας προς αποζημίωση για ζημία φορτωθέντων πραγμάτων λόγω υποκατάστασης αυτής στα δικαιώματα ασφαλισμένου της εκ του νόμου και με συμβατική εκχώρηση. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ Hague-Visby Rules αποτελούν-κατ' άρθρο 28 Συντάγματος-αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, συνεπώς και της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 2496/1997, κατά την οποία "Σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων"....".
Ακολούθως δε, το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί παραγραφής της απαιτήσεως της εναγούσης-αναιρεσειούσης και είχε γίνει δεκτή η αγωγή όσον αφορά την αναιρεσίβλητη, εκράτησε και εδίκασε την αγωγή και απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθείσα κατ' ουσίαν την εν λόγω ένσταση.
Με τις παραδοχές αυτές-και με βάση τα προεκτεθέντα- το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, καθόσον παραβίασε τα άρθρα 14&5 Ν.2496/1997, 28&1 εδ. α' του Συντάγματος και 1&1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., επειδή, δέχθηκε, ότι οι απαιτήσεις κατά του μεταφορέως για οποιαδήποτε ευθύνη του εν σχέσει προς τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, σύμφωνα με την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, παραγράφονται, εφόσον δεν έχει εγερθεί σχετική αγωγή εντός έτους από της παραδόσεως των εμπορευμάτων ή από της ημερομηνίας κατά την οποία θα έπρεπε να παραδοθούν στον κύριο αυτών, χωρίς στην περίπτωση αυτήν να ισχύει η προβλεπόμενη από το άρθρο 14&5 Ν. 2496/1997 αναστολή της παραγραφής. Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 427/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26 Νοεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ