Legislator Case Law & Legislation
1092/2007 AI generated

1092/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1092/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1092/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α΄, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1092 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1092/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)..... του Χ1, 2)....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3).... του Χ1 και 4)...... Οι 1η και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι η 2η αναιρεσείουσα απεβίωσε την 23-11-2004 και κληρονομήθηκε από τους 1η και 3ο αναιρεσείοντες, οι οποίοι δηλώνουν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, παρίστανται στο ακροατήριο και τον διορίζουν πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Του αναιρεσίβλητου:Δήμου Θεσσαλονίκης, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο αυτού, που κατοικοεδρεύει στην Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σπεντζόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1982 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1536/1983 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/1987 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση να εκδικασθεί εν νέου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τις 1608/1987 μη οριστική, 5051/1996 οριστική αποφάσεις.

Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε έφεση και το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2381/1997 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 17/2002 απόφαση με την οποία αναίρεσε την 2381/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 752/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-7-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 10-11-2004 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α΄, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η δεύτερη αναιρεσείουσα .... αποβίωσε στις 23-11-2004, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (23-7-2003), οι δε πρώτη και τρίτος των αναιρεσειόντων .... και ...., αδελφοί και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσίβλητο το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ., για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή) ,καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ.1 του ίδιου Κώδικα για τη χρησικτησία αρκεί και ο νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νομέα.

Κατά την αληθή έννοια των ανωτέρω διατάξεων νόμιμος τίτλος είναι κάθε μεταβιβαστικός της κυριότητας τίτλος, που παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, που εμποδίζουν την κτήση της κυριότητας, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις αυτής.

Αντίθετα νομιζόμενος τίτλος υπάρχει, αφενός όταν ο τίτλος είναι ανύπαρκτος, διότι δεν υφίσταται ούτε εξωτερικώς, αλλά ο νομέας δικαιολογημένα, ήτοι όχι από βαρειά αμέλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση, πίστεψε ότι υπάρχει νόμιμος τίτλος κτήσεως κυριότητας από αυτόν επί ακινήτου, και αφετέρου όταν ο τίτλος είναι άκυρος, γιατί πάσχει από κάποιο ελάττωμα, αλλά ο νομέας τον θεωρεί δικαιολογημένα έγκυρο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 3/97). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι αναιρεσείοντες με την ένδικη από 21-6-1982 αγωγή τους, αφού ισχυρίσθηκαν ότι στο δικαιοπάροχο πατέρα τους Χ1, που αποβίωσε κατά το έτος 1973 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία του με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις, που μεταγράφηκαν νόμιμα, παραχωρήθηκε κατά το έτος 1926, προς αγροτική αποκατάστασή του ως ακτήμονα γηγενή, γεωργικός κλήρος, αποτελούμενος από ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 2.050 τ.μ., ευρισκόμενο στην περιοχή του αγροκτήματος "....." , στο οποίο και εγκαταστάθηκε αυτός με βάση το υπ' αριθμ. ....

έγγραφο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, έκτοτε δε νεμήθηκε αυτό και ενεγράφη στον οικείο κτηματολογικό πίνακα της γενόμενης κατά το έτος 1930 διανομής γαιών του Αγροκτήματος ..., ότι ακολούθως εκδόθηκε υπέρ του δικαιοπαρόχου πατέρα τους (κληρούχου), για το κληροτεμάχιο αυτό, με αριθμό ...., ο υπ' αριθμ. ...

τίτλος κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι κατά το έτος 1958 η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ),θεωρώντας ως ανταλλάξιμο το εν λόγω κληροτεμάχιο, προέβη στην κατάληψη ενός τμήματος τούτου, εμβαδού 1606,80τ.μ, που είναι το επίδικο ακίνητο, το οποίο στη συνέχεια, αφού εντωμεταξύ κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, λόγω ρυμοτομίας (διάνοιξη πλατείας), για την εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την ....

πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, το μεταβίβασε με απευθείας πώληση, χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα, προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Θεσσαλονίκης, ο οποίος και το κατέλαβε, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, ο καθένας κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου.

Ο αναιρεσίβλητος, με τις από 10-1-1983 προτάσεις του κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής, πρόβαλε κατά της αγωγής ένσταση δικής του κυριότητας στο επίδικο, στηριζόμενης κυρίως σε παράγωγη κτήση, ήτοι στη μεταβίβαση προς αυτόν, με απευθείας πώληση, του επιδίκου από την ΥΔΑΜΚ, με το υπ' αριθμ. ...

παραχωρητήριο αυτής, που μεταγράφηκε νόμιμα, και επικουρικά σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας. Για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του αυτής ο εναγόμενος επικαλέσθηκε ως πρωτότυπο τρόπο κτήσης απ' αυτόν της κυριότητας α) αφενός τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του επιδίκου ακινήτου, που είχε κηρυχθεί για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....

πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, η οποία ( συντέλεση) επήλθε κατά τους ισχυρισμούς του με εξώδικη καταβολή από αυτόν της οφειλόμενης αποζημίωσης προς τη φερόμενη ως δικαιούχο αυτής ΥΔΑΜΚ και β) αφετέρου την τακτική χρησικτησία, για την οποία επικαλέσθηκε ως νόμιμο τίτλο το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ....

παραχωρητήριο της ΥΔΑΜΚ, που μεταγράφηκε νόμιμα και την άσκηση απ' αυτόν νομής επί του επιδίκου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από της αποβολής του κληρούχου στις 13-7-1961 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2-7-1982). Την ίδια αυτή ένσταση ιδίας κυριότητάς του, τη συγκροτούμενη από τα πιο πάνω πραγματικά πραγματικά περιστατικά, πρόβαλε ο αναιρεσίβλητος και με λόγο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 5051/1996 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και κληρούχος, Χ1, έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .... τίτλου κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι δεν συντελέσθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση του επιδίκου, για την οποία είχε εκδοθεί η .....

πράξη τακτοποιήσεως του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, αφού δεν καθορίσθηκε δικαστικώς για το έδαφος αυτού η τιμή μονάδας αποζημιώσεως, ούτε καταβλήθηκε η οφειλόμενη γι' αυτό αποζημίωση, στη συνέχεια έκρινε ότι ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, δεχόμενο ότι αυτός νεμήθηκε το επίδικο επί μία τουλάχιστον δεκαετία από το έτος 1961, με καλή πίστη και με νομιζόμενο τίτλο κτήσεως της κυριότητας την ως άνω μη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση και όχι το υπ' αριθμ. .....

παραχωρητήριο της ΥΔΑΜΚ, το οποίο αυτός είχε επικαλεσθεί, ως νόμιμο τίτλο, για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του ιδίας κυριότητας στην τακτική χρησικτησία. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της ρηθείσης ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.

Κρίνοντας έτσι Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.α΄του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού, με το να δεχθεί τον θεμελιωτικό της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό ότι νεμήθηκε το επίδικο κατά την παραπάνω δεκαετία με βάση νομιζόμενο τίτλο κτήσεως της κυριότητάς του την ασυντέλεστη απαλλοτρίωση αυτού, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της αγωγής, αλλ' ούτε και με λόγο της έφεσής του, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης..

Επομένως πρέπει, κατά το βάσιμο περί τούτου, από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α΄ΚΠολΔ, πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).

Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ( αρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 752/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ