Supreme Court dismisses Bank of Greece's appeal regarding an employee's promotion decision based on subjective merit criteria.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that denied an employee's promotion. The employee argued for objective criteria, but the court found the Bank's subjective assessment of superior qualifications valid. Consequently, the appeal was rejected, and the Bank was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; A promotion agreement subject to future conditions is deemed fulfilled if the employer's failure to grant it is due to a manifestly unfair decision or bad faith, thereby validating the promotion from the point it should have been granted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1092 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1092/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα της Ελλάδος», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη. Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2394/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4860/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-8-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 24 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως). Κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση άλλων παροχών, που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση, αν συντρέξουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος επέχει ισχύ συμβάσεως.
Στην περίπτωση αυτή η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να διατυπωθεί, η δε προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.
Εξάλλου, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου,. Έχει παρελειφθεί να προαχθεί κατά τις ενεργηθείσες από τα όργανα της εναγομένης εργοδότριας προαγωγές του προσωπικού της, η τελευταία μπορεί να προτείνει νομίμως τον ισχυρισμό ότι άλλος ή άλλοι συνάδελφοι του ενάγοντος υπερείχαν έναντι αυτού, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του, ήτοι την αποκαλούμενη «διακωλυτική ένσταση», της γενέσεως του ενασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος.
Για την ευδοκίμηση της εν λόγω ενστάσεως αρκεί απλή υπεροχή των αντιπροτεινομένων με την ένσταση έναντι του ενάγοντος από την οποία προκύπτει ότι η αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή, πληρώθηκε γι αυτούς και όχι για τον ενάγοντα, ενόψει του περιορισμένου αριθμού των δυναμένων να καλυφθούν θέσεων του ανώτερου βαθμού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου στον βαθμό του υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής, αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό (εντεταλμένου τμηματάρχη – προϊσταμένου), γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση της όλης υπηρεσίας του, ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμό των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ αυτή.
Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου αυτής τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίσθηκαν για τους κρινόμενους με τον βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες και άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολουθήσεως και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρια και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα την 29-7-1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου και εξελίχθηκε έκτοτε ανεμπόδιστα έως τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη – προϊσταμένου, τον οποίο κατέχει από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 1997.
Στις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1999 και 2002 για τον επόμενο βαθμό του υποδιευθυντή δεν προήχθη ο ενάγων, αλλ' οι κατωτέρω αναφερόμενοι συνάδελφοί του. Ο ενάγων είχε τα ακόλουθα προσόντα (τυπικά και ουσιαστικά) και υπηρεσιακή εξέλιξη και απόδοση: Eίναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην επιχειρησιακή έρευνα του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, λόγω της ενασχόλησής του επί σειρά ετών στην επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Έχει παρακολουθήσει δυο (2) σεμινάρια σε Management, που οργάνωσε η Τράπεζα για τα στελέχη της, δυο (2) σεμινάρια Control Data και δεκατρία (13) σεμινάρια ΙΒΜ στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή (προγράμματα εκπαίδευσης και ενημέρωσης ηλεκτρονικών υπολογιστών), που αφορούσαν τα λειτουργικά συστήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στο μηχανογραφικό κέντρο, της Τράπεζας της Ελλάδος.
Έχει διδάξει ως ωρομίσθιος καθηγητής το μάθημα της μηχανογραφικής ανάλυσης και της γλώσσας PLI στην ιδιωτική σχολή ΚΟΝΤΟΛΕΦΑ και ως εισηγητής σε θέματα πληροφορικής στα σεμινάρια των υπαλλήλων της Τράπεζας, που διοργάνωνε το τμήμα επιμόρφωσης προσωπικού. Με την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα ....
ως απλός υπάλληλος και αμέσως μετά ως υπεύθυνος λειτουργικών συστημάτων Η/Υ και στη συνέχεια ως προϊστάμενος της υπηρεσίας, που δημιουργήθηκε για τα λειτουργικά συστήματα Η/Υ. Το 1995 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τμήματος υποστήριξης πληροφορικών συστημάτων, ενώ το 2000, με την αναδιοργάνωση της Διεύθυνσης Πληροφορικής, τοποθετήθηκε προϊστάμενος του νεοσυσταθέντος τομέα υποστήριξης πληροφορικών συστημάτων, όπου είχε τις αρμοδιότητες και ευθύνες του υποδιευθυντή, αφού ο τομέας, που αποτελείται από τρία τμήματα, αντικατέστησε την υποδιεύθυνση.
Κατά τη διάρκεια της εκεί υπηρεσίας του (Διεύθυνση Πληροφορικής) είχε την ευθύνη της εγκατάστασης, συντήρησης, υποστήριξης και ανάπτυξης όλων των λειτουργικών συστημάτων Η/Υ από τους μεγάλους υπολογιστές μέχρι και τους προσωπικούς υπολογιστές της Τράπεζας. Παράλληλα, συμμετείχε σε όλες τις επιτροπές προδιαγραφών και αξιολόγησης για την επιλογή του μηχανογραφικού εξοπλισμού της Τράπεζας και στο σχεδιασμό όλων των συστημάτων εφαρμογών, που αναπτύχθηκαν στο διάστημα 1974-2003 τόσο του κεντρικού καταστήματος όσο και των υποκαταστημάτων και πρακτορείων της Τράπεζας.
Το 1980 συμμετείχε στη δημιουργία του νέου μηχανογραφικού κέντρου της Τράπεζας στο νέο κτιριακό συγκρότημα της Τράπεζας στο .... , που συνίστατο α) στην εγκατάσταση των Η/Υ, β) στην εγκατάσταση λειτουργικών συστημάτων στους Η/Υ και γ) στη μεταφορά των συστημάτων εφαρμογών από το παλαιό σύστημα στο καινούργιο.
Το 1998 ορίσθηκε υπεύθυνος της μετάπτωσης των πληροφοριακών συστημάτων της Τράπεζας σε επίπεδο συμβατό με το έτος 2000, θέση από την οποία εκπροσώπησε τη Διεύθυνση Πληροφορικής Οργάνωσης σε διεθνή συνέδρια τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Εξελίχθηκε ακωλύτως στους πρώτους βαθμούς και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου τον Φεβρουάριο του 1997.
Στα φύλλα επίδοσης περιόδου 1987-1988 έχει βαθμολογηθεί με οκτώ 1 και περιόδου 1988-1989 με επτά 1 και ένα 2 στο προσόν εποπτεία και διοίκηση, διαφωνούντος του δευτέρου κριτή που είχε την άποψη ότι έπρεπε να βαθμολογηθεί με 1. Για τα έτη 1999 και 2000 η βαθμολογία του ήταν 16 «εξαίρετος» και 1 «πολύ καλός» και 17 «εξαίρετος» επί 17 κριτηρίων, αντίστοιχα.
Δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Είναι ικανότατος υπάλληλος, άριστα καταρτισμένος, διακρινόμενος για την φιλεργία του, την εξαιρετική του επίδοση και το ανεπίληπτον ήθος του. Περαιτέρω, το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ' αριθ. 13/17-11-1999 απόφαση του προήγαγε από 1-11-1999 στον βαθμό του υποδιευθυντή μεταξύ άλλων και τους προτεινόμενους από τον ενάγοντα προς σύγκριση προσόντων ομοιόβαθμους συναδέλφους του, έναντι των οποίων αυτός υπερείχε καταδήλως ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ειδικότερα: 1) Ο Χ1: Προσελήφθη την 13-8-1974 και κατέχει τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου από 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος των Τμημάτων Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο εφαρμοσμένης διοίκησης και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα.
Έχει παρακολουθήσει δυο σεμινάρια. Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1985, προϊσταμένου τμήματος από το 1995 και υποδιευθυντή του υποκαταστήματος Πειραιώς από το 1996. Στο φύλλο επίδοσης περιόδου 1988-1989 βαθμολογήθηκε με επτά 1 και ένα 2 στο προσόν «υπηρεσιακή κατάρτιση». 2) Ο Χ2: Προσελήφθη την 23-8-1971 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου από 1-7-1994.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Σπουδών της Νομικής και του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ. Έχει παρακολουθήσει δυο σεμινάρια διοίκησης επιμόρφωσης εισηγητών και εκπαίδευσης εισηγητών, ενώ γνωρίζει καλά τα γαλλικά γλώσσα. Είχε βαθμολογίες φύλλων επίδοσης ετών 1987, 1988 και 1989 οκτώ 1.
Ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από το 1984 και προϊσταμένου τμήματος ελέγχου συναλλαγών σε συνάλλαγμα από το 1998. 3) Ο Χ3 Προσελήφθη την 19-7-1976 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ από το 1976 και της Νομικής (Νομικό Τμήμα) από το 1982.
Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα (διαθέτει σχετικό τίτλο), έχει παρακολουθήσει οκτώ σεμινάρια, μεταξύ των οποίων και το «Activity Based Costing and Priority Based Cost Redaction», που οργανώθηκε από το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο. Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1983, αναπληρωτή-τμηματάρχη από το 1990 και τμηματάρχη-προϊσταμένου από το 1995.
Η βαθμολογία του για τα έτη 1987, 1988 και 1989 ήταν επτά 1 και ένα 2. 4) Ο Χ4: Προσελήφθη την 2-8-1976 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος της Νομικής από το 1972 και του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής Αθηνών από το 1977. Γνωρίζει καλά την αγγλική, πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα, καλά την ιταλική και μέτρια την ισπανική γλώσσα.
Έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια, ενώ χρημάτισε για μεγάλο χρονικό διάστημα Πρόεδρος του Συλλόγου των Υπαλλήλων της Τραπέζης (ΣΥΤΕ). Πριν την ανάληψη των καθηκόντων του στη διοίκηση του ΣΥΤΕ υπηρέτησε στο τμήμα συναλλάγματος. Από το 1986 αποσπάσθηκε στο συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων της Τράπεζας.
Στα φύλλα επίδοσης 1985-1986 και 1986-1987 βαθμολογήθηκε με πέντε 1 και ένα 2 στο προσόν της συνεργασίας. Διακρίνεται για το πλούσιο ελληνικό και ξενόγλωσσο συγγραφικό του έργο σε θέματα οικονομικού και τραπεζικού ενδιαφέροντος. 5) Ο Χ5: Προσελήφθη την 16-4-1976 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου την 1-7-1994.
Είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος MASTER του Πανεπιστημίου MC GILL του ΜΟΝΤΡΕΑΛ. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ενημέρωσης στον τομέα της πληροφορικής και ασχολήθηκε από την εναγομένη στον τομέα της μηχανοργάνωσης.
Ορίσθηκε τμηματάρχης-προϊστάμενος το 1993 και προϊστάμενος του τμήματος μηχανεπεξεργασίας το 1995. Στο φύλλο επίδοσης 1988-1989 βαθμολογήθηκε με επτά 1 και ένα 2 στο προσόν της εποπτείας και διοίκησης. Έχει παρακολουθήσει με επιτυχία το σεμινάριο με θέμα τον προγραμματισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών 6) Ο Χ6: Προσελήφθη την 23-9-1970 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-7-1994.
Είναι πτυχιούχος των τμημάτων Δημόσιας Διοίκησης και πολιτικών επιστημών της ΠΑΣΠΕ και του Ιεροδιδασκαλείου της Βελλάς. Έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο «καλά». Στα φύλλα επίδοσης 1987-1988, 1988-1989 βαθμολογήθηκε με επτά 1 και ένα 2 στο προσόν ποσοτική απόδοση. Ασκεί καθήκοντα υποδιευθυντή από 4-4-1996, ενώ καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος άσκησε το πρώτον το έτος 1986.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των προτεινομένων προς σύγκριση ως άνω συναδέλφων του Χ1, Χ2, Χ4 και Χ6.
Συνεπώς, κατέληξε τούτο, η κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 17.11.1999 παράλειψη του αναιρεσιβλήτου και η αντ' αυτού προαγωγή των αμέσως ανωτέρω συγκρινομένων συναδέλφων του παρίσταται κατάφωρα άδικη και πράγματι η αναιρεσείουσα τράπεζα δια του Γενικού Συμβουλίου της, ως αρμοδίου προς τούτο οργάνου της, παρεμπόδισε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του και για το λόγο αυτό έπρεπε ο αναιρεσίβλητος να προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1.11.1999.
Η εναγομένη βέβαια ισχυρίζεται – συνέχισε το Εφετείο – ότι η προαγωγή των ως άνω υπαλλήλων της κατά τις εν λόγω κρίσεις της 17.11.1999 έγιναν ύστερα από αξιολόγηση των εν γένει προσόντων τους από την συσταθείσα με την 236/20-5-1999 πράξη του Διοικητή της εξαμελούς γνωμοδοτικής Επιτροπής, με την απόφαση της οποίας οι ανωτέρω κατατάχθηκαν σε πίνακα, που συντάχθηκε από τα μέλη της, χάριν μεγαλύτερης αντικειμενικότητας και διαφάνειας.
Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς και δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι οι πίνακες, που περιέχουν την σειρά αξιολόγησης και κατάταξης των υπαλλήλων προς προαγωγή, δεν αποτελούν αντικειμενικό δεδομένο για την κρίση από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, αλλά προϊόν υποκειμενικής κρίσης του εργοδότη, εντασσόμενο στην όλη διαδικασία της προαγωγής, ως υπηρεσιακή εισήγηση, που σκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν υποκαθιστά, ούτε δεσμεύει και δεν περιλαμβάνεται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού και Κανονισμού των κρινομένων, ούτε μπορεί να θεωρηθεί της αποφασιστικής σημασίας προαγωγικό κριτήριο.
Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι η διακωλυτική της γένεσης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος ένσταση της εναγομένης, κατά την οποία ο ενάγων δεν θα προήγετο στον βαθμό του υποδιεθυντή, αφού υπήρχαν οι συνάδελφοί του ..... και ....., οι οποίοι παραλείφθηκαν και θα είχαν προαχθεί, γιατί υπερέχουν του ενάγοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, διότι ο ενάγων υπερέχει καταδήλως των ως άνω τεσσάρων συναδέλφων του, ώστε και αν ακόμη οι προς σύγκριση αντιπροτεινόμενοι υπερείχαν αυτού, ο τελευταίος θα καταλάμβανε την μια από τις υπολειπόμενες δυο θέσεις.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των άνω προαχθέντων τεσσάρων συναδέλφων του προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι των τελευταίων, επιπλέον δε ο ίδιος, και αν ακόμη υπερείχαν αυτού οι αντιπροτεινόμενοι προς σύγκριση ως άνω δυο συνάδελφοί του, θα καταλάμβανε οπωσδήποτε την μια από τις υπολειπόμενες δυο θέσεις.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος υπερείχε έναντι των Χ1 και Χ4 ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ενώ υστερούσε έναντι των Χ2 και Χ6 ως προς αυτή, η οποία δεν αποτελεί πράγματι προσόν ή σοβαρό στοιχείο υπεροχής αυτού έναντι των νεωτέρων συναδέλφων του, πλην όμως λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση κυρίως που οι συγκρινόμενοι ισοβαθμούν οριακά στα λοιπά στοιχεία αξιολογήσεως.
Ο αναιρεσίβλητος υστερούσε έναντι των άνω συναδέλφων του ως προς την ειδική αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, η οποία αποτελεί προϋπόθεση και τυπικό προσόν για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό. Όμως ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι των Χ1, Χ2 και Χ6 ως προς τους τίτλους σπουδών (κατέχει τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών), ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας (γνωρίζει την αγγλική «πολύ καλά», ενώ ο Χ1 γνωρίζει αυτή «μέτρια» και ο Χ6 «καλά» , ο δε Χ2 γνωρίζει τη γαλλική «καλά») και ως προς τον αριθμό σεμιναρίων επιμόρφωσης, που μετέσχε (έχει παρακολουθήσει δέκα πέντε σεμινάρια και έχει εισηγηθεί σε σεμινάρια πληροφορικής των υπαλλήλων της εναγομένης ενώ οι προαχθέντες έχουν παρακολουθήσει απλώς δυο, τρία και τρία σεμινάρια αντίστοιχα).
Επίσης ο αναιρεσίβλητος, βαθμολογήθηκε στα περισσότερα προσόντα με άριστα σε αντίθεση με τους προαχθέντας, πλην του Χ2, με τον οποίο είναι ισοδύναμος. Ακόμη, ο ίδιος έχει εκπροσωπήσει την αναιρεσείουσα στο εξωτερικό σε αντίθεση με τους προαχθέντας, που δεν την έχουν εκπροσωπήσει. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος έναντι του Χ4 υστερούσε ως προς τον αριθμό γνώσης ξένων γλωσσών , όμως υπερτερούσε έναντι αυτού ως προς την βαθμολογία, την παρακολούθηση σεμιναρίων επιμόρφωσης (δέκα πέντε έναντι τεσσάρων) και κυρίως την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στον εξειδικευμένο τομέα της πληροφορικής και μάλιστα, κατά την περίοδο συστάσεως του νέου αυτού τμήματος της αναιρεσείουσας, ενώ αντίθετα, ο ανωτέρω μετά την απόσπασή του στο συνδικαλιστικό όργανο της αναιρεσείουσας δεν άσκησε έκτοτε τα υπηρεσιακά του καθήκοντα.
Ως προς το τελευταίο αυτό προσόν πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά μη διακριβωθέντα χρόνο πριν από το έτος 1995 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος της υπηρεσίας, που δημιουργήθηκε για τα λειτουργικά συστήματα Η/Υ, ενώ το έτος 1995 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τμήματος υποστήριξης πληροφορικών συστημάτων και ήδη από το έτος 2000 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του νεοσυσταθέντος τομέα υποστήριξης πληροφορικών συστημάτων, όπου είχε τις αρμοδιότητες και ευθύνες υποδιευθυντή.
Επίσης, ο Χ1 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το έτος 1985, προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1995 και υποδιευθυντή του υποκαταστήματος Πειραιώς από το έτος 1996, ο δε Χ2 άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1984 και προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1998 και ο Χ6 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1986 και υποδιευθυντή από 4-4-1996.
Έτσι, στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου συνέτρεχαν και τα απαιτούμενα από την υπ' αριθμ. 20/21-12-1980 απόφαση το8υ Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας, με τη οποία τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού – Κανονισμού αυτής, επιπλέον προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσει, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερα εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας.
Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι των προαχθέντων ως άνω τεσσάρων συναδέλφων του ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού για την προαγωγή του από 1-11-1999 στον βαθμό του υποδιευθυντή, ενώ ο ίδιος, και αν ακόμη οι προς σύγκριση αντιπροτεινόμενοι ως άνω δυο συνάδελφοί του υπερείχαν αυτού, θα καταλάμβανε την μια από τις υπολειπόμενες δυο θέσεις.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του το οικείο πρακτικό της Επιτροπής, που συστάθηκε με την υπ' αριθμ. 236/20-5-1999 πράξη του Διοικητή της αναιρεσείουσας για την βαθμολόγηση και αξιολόγηση των υποψηφίων προς προαγωγή στον βαθμό του υποδιευθυντή κατά τις κρίσεις του έτους 1999, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η τελευταία.
Από το πρακτικό αυτό της εν λόγω γνωμοδοτικής Επιτροπής προέκυπτε ότι για τις ως άνω προαγωγές κρίθηκαν απ' αυτή 167 συνολικά εντεταλμένοι τμηματάρχες – προϊστάμενοι και ο αναιρεσίβλητος κατατάχθηκε 86ος, ενώ κατατάχθηκαν ο Χ1 15ος, ο Χ2 6ος, ο Χ4 5ος, και ο Χ6 9ος και συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος δεν υπερείχε καταφανώς έναντι αυτών ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του από 1.11.1995 στον βαθμό του υποδιευθυντή.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού από την ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 13.701/22-9-2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου ....., που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό προς τις λοιπές ως άνω αιτιολογίες του και κυρίως εκείνη που αφορά την κρίση ότι οι σχετικοί πίνακες, που περιέχουν τη σειρά αξιολόγησης και κατάταξης των υποψηφίων, δεν αποτελούν αντικειμενικό δεδομένο, αλλά προϊόν υποκειμενικής κρίσης του εργοδότη-αναιρεσείουσας, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία της προαγωγής, προκύπτει ότι τούτο έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, το οποίο μάλιστα ρητώς μνημονεύει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-8-2004 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4860/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ