Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court properly weighed all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court's final decision rejecting her property ownership claim. The appellant argued that the appellate court ignored specific notarized witness certificates and technical reports submitted by the defendants. The court ruled that the appellate court had explicitly considered all submitted documents, including the contested evidence, and that the weight assigned to each item fell within the appellate court's discretionary power.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569 para. 2, 176, 183, 191 para. 2, 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has properly weighed all evidence and the appellant's complaint regarding the weight assigned to specific documents lacks legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1091 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1091/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Σ. Π., το γένος Ι. και Χ. Π., με ΑΦΜ ... της ΔΟΥ Πολυγύρου, κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ματθαίο Μανάρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Γ. και της Α., συζ Β. Λ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Οικονόμου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής το οποίο με την 45/2017 απόφασή του κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2019 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 1552/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2021 αίτηση και τους από 11-3-2025 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 9-11-2021 αίτηση αναίρεσης και οι από 11-3-2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Στέφανο Οικονόμου, δικηγόρο Θεσσαλονίκης στις 26-3-2025 (βλ.
υπ' αριθμ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Γ. Δ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (30-4-2025). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 1552/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκαν η από 17-7-2019 έφεση και οι από 2-12-2020 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της 164/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής από 8-6-2016 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο με την 45/2017 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη, παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής με την 1637/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα επί σχετικής εφέσεως της ενάγουσας, εισήλθε με κλήση προς συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 164/2019 απόφαση .
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συναφείας.
ΙΙ) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως και 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει για αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.
Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομιάς, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του Α.Κ. συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 925/2018, ΑΠ 20/2017).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (Α.Π.1286/2022, ΑΠ 952/2018, ΑΠ 242/2017).
Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ, 70 και 338 Κ.Πολ.Δ., ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το νέμεται, το κατέχει ή αμφισβητεί την κυριότητά του (ενάγοντος). Αν όμως απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν. Τούτο δε, διότι, στην περίπτωση αυτή, που η αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν ενδιαφέρει η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, η οποία είναι χρήσιμη και ερευνάται μόνο όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, όταν δηλαδή το δικαστήριο οδηγηθεί στην αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης ( Α.Π. 1286/2022, ΑΠ 401/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013 ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 741/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 1286/2019, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
ΙΙΙ)Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1552/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι οι ακόλουθες: "Στις 8-10-1981 συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη η με αριθμό ...-1981 δημόσια διαθήκη του Ι.
Π. του Γ. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος, μεταξύ άλλων, εγκατέστησε κληρονόμο στην περιουσία του και την ενάγουσα θυγατέρα του Α., σύζυγο Σ. Π. Κατέλειπε δε σε αυτή, κατά ψιλή κυριότητα, έναν αγρό, κείμενο στη θέση "Κωστούδα" της περιοχής Γοματίου, εμβαδού 4.000 τ.μ., οριζόμενο γύρωθεν νοτιοανατολικώς με χειμέριο κύμα, βορείως με αγρό Γ.
και Χ. Π. και δυτικώς με δημόσιο δάσος. Την ισόβια επικαρπία του αγρού αυτού, όπως και των άλλων ακινήτων που αναφέρονται στη διαθήκη του, κατέλειπε στη σύζυγό του και μητέρα της ενάγουσας Χ., το γένος Β. και Α. Ξ. Εναντίον της τελευταίας στις 14-3-1983 μετά τη σύνταξη της από 14-12-1982 έκθεσης αυτοψίας των Μ. Π., τεχνολόγου δασοπονίας και Γ.
Σ., δασοφύλακα εκδόθηκε το με αριθμό 4/14-3-1983 Πρωτόκολλο Διοικητικής αποβολής (ΠΔΑ) του Δασάρχη Αρναίας, με το οποίο αυτή αποβλήθηκε από δημόσια δασική έκταση εμβαδού 2/100 τ.μ., κείμενη στη θέση "Κωστούδα" περιφέρειας Κοινότητας Γοματίου, καλυπτόμενη από άτομα αγριελιάς, κουμαριάς, σχίνου κ.λ.π., οριζομένης βορείως με ελαιώνα ιδίας, νοτίως με θάλασσα, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με ελαιώνα Α.
Π. και την οποία (έκταση) αυτή, σύμφωνα και με την ως άνω έκθεση αυτοψίας είχε καταλάβει και εκχέρσωσε κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1982 έως 10-8-1982 με σκοπό να αποκτήσει επ' αυτής δικαιώματα νομής και κυριότητας. Το ανωτέρω πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, μετά από άσκηση ανακοπής εκ μέρους της Χ. Π., ακυρώθηκε με τη με αριθμό 54/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού, καθότι έγινε δεκτή κατ' ουσία η ένσταση απαραδέκτου, που υπέβαλε ενώπιόν του η ανακόπτουσα, η οποία με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της Π.
Π. απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι η κατάληψη της ανωτέρω δασικής έκτασης δεν έγινε από την ίδια, αλλά από το σύζυγό της Ι. Π. Στις ...-1986 απεβίωσε ο πατέρας της ενάγουσας Ι. Π. και η ανωτέρω διαθήκη του δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 53/1988 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, αλλά η ενάγουσα δεν προέβη αμέσως σε αποδοχή της κληρονομιάς του.
Μετά από αίτηση της ενάγουσας, η οποία σημειωτέον γεννήθηκε στις 7-2-1951, εκδόθηκε, προηγηθείσας της με αριθμό ...-1989 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Γοματίου, η με αριθμό ...-1989 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Γοματίου Χαλκιδικής, με την οποία βεβαιωνόταν ότι η ενάγουσα Α., σύζυγος Σ. Π. κατείχε έναν αγρό 4.010 τ.μ στη θέση "Κωστούδα" Γοματίου (μη προσδιοριζόμενο κατά όρια) τον οποίο καλλιεργούσε μέχρι τις 28-10-1940, αλλά επειδή αργότερα έμεινε ακαλλιέργητος δασώθηκε χάνοντας τον αγροτικό του χαρακτήρα.
Η βεβαίωση αυτή, που εκδόθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα στο Δασαρχείο Αρναίας για να της παραχωρηθεί τίτλος κυριότητας επί του ως άνω περιγραφομένου αγρού ως δασωθέντος, όπως αναφέρεται στο σώμα της, ανακλήθηκε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-1989 πράξη του Προέδρου της ίδιας ως άνω Κοινότητας, λόγω διενέξεως μεταξύ των συγγενών, όπως αναφέρεται σε αυτή.
Κατόπιν αυτού, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-1989 έγγραφο του τότε Δασάρχη Αρναίας Β. Μ., δεν εξετάσθηκε το από 22-9-1989 αίτημα της ενάγουσας, που υπέβαλε στο Δασαρχείο Αρναίας για αναγνώριση κυριότητας της επί δασωθέντος αγρού της στη θέση "Κωστούδα" περιοχής Γοματίου και της επιστράφηκαν τα σχετικά δικαιολογητικά, που είχε υποβάλλει στην ανωτέρω Υπηρεσία.
Σχετική αίτηση με αναγνώριση κυριότητας επί δασωθέντος αγρού τους στην περιοχή "Κωστούδα" είχαν υποβάλλει στις 5-5-1984 στο Δασαρχείο Αρναίας και οι Α. Π., Α. Π. και Ι. Π., όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-1989 έγγραφο του τότε Δασάρχη Αρναίας Β. Μ., που απευθύνεται προς αυτούς και με το οποίο τους παρασχέθηκαν συστάσεις για προσκόμιση των αναγκαίων δικαιολογητικών προκειμένου να εξετασθεί από την Υπηρεσία το αίτημά τους με βάση το άρθρο 14 του ν.1734/1987.
Η ενάγουσα συνέχισε τις προσπάθειές της για αναγνώριση κυριότητας αυτής επί του προαναφερθέντος αγρού ως δασωθέντος, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...- 1989 έγγραφο του τότε Προέδρου της Κοινότητας Γοματίου Β. Ξ. προς το Δασαρχείο Αρναίας, σύμφωνα με το οποίο στις 28-11-1989 συζητήθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου 509 αίτησή της και αποφασίσθηκε ότι καλώς εκδόθηκε η προαναφερθείσα με αριθμό ...-1989 βεβαίωση της Κοινότητας Γοματίου, με την οποία βεβαιωνόταν ότι αυτή κατείχε έναν αγρό 4.010 τ.μ.
στη θέση "Κωστούδα" Γοματίου, τον οποίο καλλιεργούσε μέχρι τις 28-10-1940. Στα πλαίσια των προσπαθειών της αυτών η ενάγουσα άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, την από 12-9-2001 και με αριθμό καταθέσεως 233Π/27-9-2001 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητας της επί ενός αγρού 4.000 τ.μ., κείμενου στην κτηματική περιοχή Γοματίου στην τοποθεσία "Κωστούδα, οριζομένου γύρωθεν νοτιοανατολικώς με χειμέριο κύμα, βορείως με αγρό Γ.
Π. και Χ. Π. και δυτικά με δημόσιο δάσος, επικαλούμενη ότι ο αγρός αυτός περιήλθε σε αυτή δυνάμει της με αριθμό ...-1981 δημόσιας Διαθήκης του πατέρα της Ι. Π. του Γ. και της Μ., ότι στο δικαιοπάροχό της περιήλθε ατύπως από τον πατέρα του Γ. Π. και σε αυτόν από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα του Α. Π. στον πατέρα αυτού από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα του και στον τελευταίο με τον ίδιο τρόπο από την εποχή της Τουρκοκρατίας και προ του έτους 1900, ότι τον αγρό αυτό όλοι οι δικαιοπάροχοί της κατείχαν και νέμονταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, αδιαφιλονίκητα και αδιατάρακτα, ενεργούντες πράξεις νομής και κατοχής, όπως καλλιέργεια με δημητριακά, διατήρηση ποιμνιοστασίου σε αυτό, συλλέγοντες ανενόχλητοι τον ελαιόκαρπο από εμβολιασμένα ελαιόδεντρα και επιβλέποντες αυτόν από διεκδίκηση τρίτων και ότι η ίδια από την περιέλευσή της σε αυτή τον κατέχει και τον νέμεται συνεχώς και αδιαταράκτως ενεργούσα όλες τις πράξεις νομής και κατοχής.
Επίσης στην ανωτέρω αγωγή της εξέθετε ότι το Δασαρχείο Αρναίας συνέταξε κατά της μητέρας της Χ. Π. και κοινοποίησε προς αυτή το αριθμό 4/1983 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, που ακυρώθηκε στη συνέχεια με τη με αριθμό 54/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού, με το οποίο αμφισβητείται η κυριότητα της από το Ελληνικό Δημόσιο επί τμήματος του αγρού της, εμβαδού 2.100 τ.μ., οριζομένου γύρωθεν ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, δυτικά με ελαιώνα Α.
Π., βόρεια με ελαιώνα της ίδιας και νότια με θάλασσα, ενώ αποσιωπά (το Ελληνικό Δημόσιο) δια των οργάνων του τις συνεχείς πράξεις διακατοχής επί όλου του ακινήτου των 4.000 τ.μ. της ίδιας και των προκτητόρων της. Παράλληλα με την άσκηση της αγωγής αυτή η ενάγουσα υπέβαλε στο Τμήμα Εμπραγμάτων Δικαιωμάτων της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, δια του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου της Πέτρου Ρίξου, την από 15-11-2001 αίτηση για αναγνώριση δικαιώματος κυριότητάς της επί της ανωτέρω έκτασης στη θέση "Κωστούδα" της περιφέρειας Γοματίου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου 110260/3-12-2011 έγγραφο της ανωτέρω Υπηρεσίας.
Η ως άνω αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου που άσκησε η ενάγουσα δεν προκύπτει αν συζητήθηκε και εκδόθηκε απόφαση επ' αυτής, αν ματαιώθηκε η συζήτησή της και εκκρεμεί ή αν παραιτήθηκε από το δικόγραφό της. Στη συνέχεια, μετά το θάνατο της μητέρας της Χ. Π., που επισυνέβη την 18-3-2005, η ενάγουσα προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα της, συνταχθείσας της με αριθμό ...-2007 πράξης της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Σ.
Κ.- Α., που μεταγράφηκε στον τόμο 202 και με αριθμό 17 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού. Με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αποδέχθηκε ως καταληφθείσα σε αυτή κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της, βάσει της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης του, έναν αγρό (ελαιώνα) στη θέση "Κωστούδα" έκτασης 4,010 τ.μ., που συνορεύει βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ.
Π. με πλευρές ΑΒ μήκους 22,96 γραμμικών μέτρων, ΒΓ μήκους 45,28 γραμμικών μέτρων και ΓΔ μήκους 32,29 γραμμικών μέτρων, βορειοδυτικά με δημόσια δασική έκταση με πλευρά ΑΖ μήκους 64,36 γραμμικών μέτρων και νοτιοδυτικά με αιγιαλό με πλευρές ΖΕ μήκους 40,19 γραμμικών μέτρων και ΕΔ μήκους 49,51 γραμμικών μέτρων, όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται με τα γράμματα Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Α στο προσαρτώμενο στην πράξη αυτή από Μάιο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ.
Ν. Στην πράξη αυτή η ενάγουσα δήλωσε ότι το κληρονομηθέν ακίνητο περιήλθε στον αποβιώσαντα πατέρα της από άτυπη δωρεά της μητέρας του Μ., που έγινε το έτος 1940 και όχι ατύπως από τον πατέρα του Γ. Π., όπως είχε ισχυρισθεί με την ανωτέρω αγωγή της, που άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ότι αυτός κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως διακατέχων και νεμόμενος αυτό πάνω από τριάντα χρόνια συνέχεια με καλή πίστη ως κύριος χωρίς καμία διακοπή και αμφισβήτηση από κανέναν μέχρι το χρόνο του θανάτου του και ότι μετά το θάνατό του συνεχίσθηκαν οι διακατοχικές πράξεις από την ίδια.
Στη συνέχεια, μετά από παρέλευση έξι (6) ετών, αφού συντάχθηκε με εντολή της ενάγουσας το από 13-2-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Α., υπό κλίμακα 1:500, στο οποίο αποτυπώνεται, σύμφωνα με τα όρια που αυτή υπέδειξε, με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι, Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Α και με συντεταγμένες κορυφών, σύμφωνα με το γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς ΕΓΣΑ '87, έκταση εμβαδού 4.940,27 τ.μ.
στη θέση "Κωστούδα" της Κοινότητας Γοματίου, προσκομίσθηκε από αυτή το ως άνω τοπογραφικό με την από 13-2-2013 αίτησή της στο Δασαρχείο Αρναίας, με την οποία ζήτησε την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού της αποτυπωθείσας έκτασης.
Εκδόθηκε δε στη συνέχεια επί της αιτήσεώς της αυτής, η με αριθμό ...-2013 πράξη του Δασάρχη Αρναίας με την οποία χαρακτηρίσθηκε η αποτυπωθείσα στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα έκταση ως μη υπαγόμενη στην κατηγορία δασών ή δασικών εκτάσεων, με την αιτιολογία ότι είναι γυμνή από δασική βλάστηση (ελαιώνας) και έχει την ίδια μορφή από το έτος 1945 σύμφωνα με την από 10-7-2013 εισήγηση-αυτοψία-φωτοερμηνεία του δασολόγου Α.
Α. Τα όρια της έκτασης αυτής, σύμφωνα με την ως άνω πράξη χαρακτηρισμού, είναι βόρεια με φερόμενες ιδιοκτησίες Ι. Α. και κληρονόμων Α. Π., νότια με δημόσιο δάσος, ανατολικά με φερόμενη ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Π. και δυτικά με δημόσιο δάσος. Μετά την έκδοση της πράξης αυτής η ενάγουσα προέβη σε διόρθωση της με αριθμό ...-2007 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Σ.
Κ.- Α. ως προς το εμβαδόν και τα όρια του κληρονομηθέντος από αυτή ακινήτου, συνταχθείσας περί της διόρθωσης αυτής της με αριθμό ...-2014 πράξης διόρθωσης της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Βασιλικής Μαλακούδη, που μεταγράφηκε στον τόμο 252 και με αριθμό 91 των ίδιων ως άνω βιβλίων. Με τη διορθωτική αυτή πράξη ορίσθηκε ότι κατόπιν νεότερης εμβαδομέτρησης το κληρονομηθέν ακίνητο βρέθηκε εντός των ορίων του με εμβαδόν 4.940,27 τ.μ., όπως αποτυπώνεται και φαίνεται κατά θέση και όρια μεταξύ των αλφαβητικών στοιχείων Α-Β-Γ....Π-Ρ-Α στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ.
Α., συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια με ακίνητο Ι. Α. σε πλευρά Α-Β, μήκους 13,19 γραμμικών μέτρων, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Π., επί πλευρών Β-Γ, μήκους 1,06 γραμμικών μέτρων, Γ-Δ μήκους 61,31 γραμμικών μέτρων, Δ-Ε μήκους 24,22 γραμμικών μέτρων και Ε-Ζ μήκους 26,91 γραμμικών μέτρων, νότια με δημόσιο δάσος επί πλευρών Ζ-Η, μήκους 7,80 γραμμικών μέτρων, Η-Θ, μήκους 11,86 γραμμικών μέτρων, Θ-ί μήκους 8,56 γραμμικών μέτρων, Ι-Κ μήκους 20,88 γραμμικών μέτρων, Κ-Λ μήκους 4,55 γραμμικών μέτρων, Λ-Μ μήκους 5,76 γραμμικών μέτρων, Μ-Ν μήκους 24,32 γραμμικών μέτρων και Ν- Ξ μήκους 19,91 γραμμικών μέτρων και δυτικά με δημόσιο δάσος επί πλευρών Ξ-0 μήκους 29,79 γραμμικών μέτρων, Ο-Π μήκους 37,07 γραμμικών μέτρων, Π-Ρ μήκους 7,87 γραμμικών μέτρων και Ρ-Α μήκους 34,57 γραμμικών μέτρων.
Γίνεται μνεία δε στην ανωτέρω διορθωτική πράξη, ότι το τοπογραφικό αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2013 πράξης χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Αρναίας. Την τελευταία αυτή διορθωτική πράξη (με αριθμό ...-2014 της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Βασιλικής Μαλακούδη) σε συνδυασμό με τη διορθωθείσα με αριθμό ...-2007 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Σ.
Κ.- Α., επικαλείται η ενάγουσα ως τίτλους κτήσης, προκειμένου να αποδείξει την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου με τον παραγωγό τρόπο της κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής. Σύμφωνα, όμως, με τα ως άνω αποδειχθέντα, το ακίνητο που περιγράφεται στη διαθήκη του πατέρα της ενάγουσας διαφέρει κατά την έκταση και τα όριά του με το ακίνητο που περιγράφεται σε κάθε μία από τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις.
Ειδικότερα, το περιγραφόμενο στη διαθήκη ακίνητο, εμβαδού 4.000 τ.μ., συνορεύει νοτιοανατολικά με χειμέριο κύμα και βόρεια με αγρό Γ. και Χ. Π., περιγραφή που επαναλαμβάνεται και στην προαναφερθείσα αγωγή που άσκησε η ενάγουσα κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία περιλαμβάνει στην έκταση των 4.000 τ.μ., που ισχυρίζεται ότι απέκτησε από τον πατέρα της, και την έκταση των 2.100 τ.μ., που αμφισβητήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο με το προαναφερθέν Π.Δ.Α., η οποία συνορεύει νοτίως με θάλασσα και δυτικά με ελαιώνα Α.
Π. Το αποτυπωθέν, όμως, στο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Ν. ακίνητο, βάσει του οποίου συντάχθηκε η με αριθμό ...-2007 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Σ. Κ.- Α. συνορεύει νοτιοδυτικά με αιγιαλό και βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ.
Π. Αλλά και το ακίνητο αυτό διαφέρει με μεγάλη απόκλιση ως προς το εμβαδόν, ως προς το σχήμα, ως προς τα όρια και ως προς τις πλευρικές του διαστάσεις με το ακίνητο που αποτυπώνεται στο από 13-2-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Α., βάσει του οποίου εκδόθηκε η ως άνω πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Αρναίας και στη συνέχεια της έκδοσης αυτής συντάχθηκε η με αριθμό ...-2014 διορθωτική πράξη της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Βασιλικής Μαλακούδη και σύμφωνα με την οποία το κληρονομηθέν ακίνητο έχει έκταση 4 940,27 τ.μ., ήτοι μεγαλύτερη κατά 940,27 τ.μ., της αναφερόμενης στη διαθήκη και στην προηγηθείσα συμβολαιογραφική πράξη έκτασης και συνορεύει νότια με δημόσιο δάσος, βόρεια με ιδιοκτησία Ι.
Α., ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Π. και δυτικά με δημόσιο δάσος. Επομένως, η ως άνω περιγραφείσα έκταση των 4 940, 27 τ.μ., που αποδέχθηκε η ενάγουσα ως κληρονομηθείσα από τον πατέρα της Ι. Π. και επί της οποίας ζητεί να αναγνωρισθεί κυρία, ουδόλως ταυτίζεται κατά εμβαδόν κα όρια με το ακίνητο που περιγράφεται στη δημόσια διαθήκη του, αλλά ούτε και με το αποτυπωθέν στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Δ.
Ν. ακίνητο, που προσαρτήθηκε στην αρχική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, το οποίο (ακίνητο) επίσης δεν ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στη διαθήκη ακίνητο. Το γεγονός δε, ότι αναφέρεται η ενάγουσα ως αιτούσα για την έκδοση της με αριθμό ...-2013 πράξης του Δασάρχη Αρναίας περί χαρακτηρισμού της έκτασης των 4.940,27 τ.μ.
ως μη δασικής, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή ως προς την κυριότητα επί της έκτασης αυτής, εφόσον με την πράξη αυτή ούτε εξετάσθηκε αντίστοιχο δικαίωμα της ενάγουσας επί της χαρακτηρισθείσας έκτασης ούτε μπορούσε να της προσδοθεί αντίστοιχο δικαίωμα, δεδομένου ότι με την πράξη χαρακτηρισμού έκτασης ως μη δασικής δεν θίγονται εμπράγματα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου ή ιδιωτών και δεν αποτελεί αυτή στοιχείο απόδειξης ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, όπως εξάλλου ρητώς αναφέρεται και στο σώμα της.
Η διεκδικηθείσα από την ενάγουσα έκταση των 4.940,27 τ.μ., όπως αποδείχθηκε από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, περιλαμβάνεται εξολοκλήρου, πλην ενός τμήματος αυτής, εμβαδού 273,89 τ.μ., στον αγρό έκτασης 6.600,15 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Κωστούδα" της κτηματικής περιοχής Γοματίου Χαλκιδικής, ο οποίος αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α στο από Ιούλιο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Σ., το οποίο προσαρτήθηκε στο με αριθμό ...-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη-Γκαγκάνα, που μεταγράφηκε στον τόμο 154 και με αριθμό 41 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού. Με το συμβόλαιο αυτό ο Α. Π. του Γ., παππούς των εναγόμενων από την πατρική τους γραμμή, μεταβίβασε σε αυτές λόγω δωρεάς, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, το ανωτέρω ακίνητο εμβαδού 6.600,15 τ.μ., που, σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΙΚ μήκους 17,54 μέτρων και ΚΛ μήκους 24,42 μέτρων με αγρό Α.
Π. και επί των πλευρών ΛΜ μήκους 32,8 μέτρων, ΜΝ μήκους 15,98 μέτρων, ΝΞ μήκους 14,23 μέτρων, ΞΟ μήκους 7,88 μέτρων, ΟΑ μήκους 18,30 μέτρων με δασική έκταση και με αγροτικό δρόμο προς Νυφίτη και προς Γομάτι, ανατολικά επί της πλευράς ΑΒ μήκους 8,2 μέτρων, ΒΓ μήκους 44,44 μέτρων, ΓΔ μήκους 11,34 μέτρων (συνολικά 63,98 μέτρων) με γκρεμό και πέραν αυτού με θάλασσα, νότια επί πλευράς ΔΕ μήκους 5,49 μέτρων με δημόσια δασική έκταση, ΕΖ μήκους 12,44 μέτρων, ΖΗ μήκους 50,70 μέτρων με αγρό ιδιοκτησίας Α.
Π. και Α. Π. και επί πλευράς ΗΘ μήκους 25,91 μέτρων με αγρό ιδιοκτησίας Ι. Π. και δυτικά επί πλευράς ΘΙ μήκους 60,32 μέτρων με δημόσια δασική έκταση. Στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς αναφέρεται ότι το δωρηθέν στις εναγόμενες ακίνητο περιήλθε στο δωρητή δικαιοπάροχό τους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του κατά το έτος 1925 αποβιώσαντος αδιαθέτως πατέρα του Γ.
Π. του Α., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε σιωπηρά ασκώντας σε αυτή όλες τις πράξεις διακατοχής και απόλαυσης χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα χωρίς να απαιτείται να συνταχθεί δήλωση αποδοχής κληρονομιάς λόγω επαγωγής της σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του Αστικού Κώδικα και κατά το ποσοστό των 2/3 εξ αδιαιρέτου από άτυπη αγοραπωλησία από τους Κ.
Κ. το έτος 1960 και Β. Π. το έτος 1959, αντίστοιχα και από τότε τον κατέχει συνεχώς αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου με όλα τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Η ενάγουσα, ως έχουσα το σχετικό βάρος απόδειξης, ουδόλως απέδειξε ότι η διεκδικούμενη από αυτή έκταση των 4.940,27 τ.μ., που περιλαμβάνεται στην περιγραφόμενη στον τίτλο κτήσης των εναγομένων έκταση των 6.600, 15 τ.μ., είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο δικαιοπάροχός της Ι.
Π. και συγκεκριμένα ότι αυτός το παρέλαβε στη νομή του από άτυπη δωρεά της μητέρας του Μ. Π. και ότι από το έτος 1940 και μέχρι το έτος 1986, που απεβίωσε κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου την έκταση αυτή, ασκώντας τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής, που αναφέρει στην αγωγή της. Ούτε απέδειξε ότι στη συνέχεια η ίδια, από κοινού με τη φερόμενη ως επικαρπώτρια μητέρα της, μέχρι το έτος 2005, που η τελευταία απεβίωσε και έκτοτε μόνη της και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2016) ασκούσε με διάνοια κυρίου τις ίδιες με το δικαιοπάροχό της πράξεις νομής στην επίδικη έκταση, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.
Η δασική έκταση δε των 2.100 τ.μ., από την οποία αποβλήθηκε η μητέρα της το έτος 1983 με το με αριθμό 4/1983 Π.Δ.Α του Δασάρχη Αρναίας, την οποία η ενάγουσα περιέλαβε στην έκταση των 4.000 τ.μ., που διεκδικούσε από το Ελληνικό Δημόσιο με την προαναφερθείσα αγωγή της, κείται εκτός της επίδικης έκτασης των 4.940,27 τ.μ., της περιλαμβανόμενης στο ακίνητο των 6.600,15 τ.μ.
Η ως άνω δασική έκταση ορίζεται νοτίως με θάλασσα (αιγιαλό) ενώ η επίδικη έκταση κείται βορείως αυτής, συνορεύει με τη δασική από τη νότια πλευρά της και η περιγραφόμενη στον τίτλο κτήσης των εναγομένων έκταση των 6.600,15 τ.μ εισέρχεται κατά εμβαδόν 273,89 τ.μ. εντός της δασικής έκτασης των 2.100 τ.μ , σύμφωνα με την από Νοέμβριο 2016 τεχνική έκθεση του δασολόγου περιβαλλοντολόγου Α.
Ο., που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενες, το περιεχόμενο και το συμπέρασμα της οποίας κρίνονται επιστημονικά τεκμηριωμένα και πειστικά και δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο και το συμπέρασμα της από 24-11-2016 τεχνικής έκθεσης του δασολόγου Α. Π., που προσκομίζει η ενάγουσα, το οποίο εκδόθηκε ως προς τη χωροθέτηση του με αριθμό 4/1983 Π.Δ.Α του Δασάρχη Αρναίας.
Αντιθέτως, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής και κατοχής επί όλης της αγροτικής έκτασης των 6.600,15 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη, ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1960 και μέχρι το έτος 2001, που την δώρισε στις εναγόμενες, ο δικαιοπάροχος αυτών Α. Π., στον οποίο η έκταση αυτή είχε περιέλθει τμηματικά, αρχικά το 1925 ως μικρότερο τμήμα, στο οποίο προσαρτήθηκαν δύο άλλα συνεχόμενα τμήματα κατά τα έτη 1959 και 1960 κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο συμβόλαιό τους, ενώ τη νομή αυτή στον ελαιώνα τους δεν την απώλεσαν ποτέ.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων που προσκομίζουν οι εναγόμενες, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αυτές προσκομίζουν περί αυτού, ήτοι α) το από 18-10-1959 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συντάχθηκε μεταξύ του Β. Π. και του Α. Π. ενώπιον δύο μαρτύρων, κατοίκων ...
που το συνυπογράφουν, σύμφωνα με το οποίο ο Β. Π. πώλησε στο δικαιοπάροχό τους αντί τιμήματος 4.000 δραχμών έναν ελαιώνα μετά αγρού έκτασης περίπου ενός στρέμματος στη θέση "Κωστούδα" στο Γομάτι Χαλκιδικής, β) το με αριθμό ...-1960 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Μανίκα, με το οποίο η Κ., σύζυγος Μ.
Κ. καθιστά πληρεξούσιό της το σύζυγό της και του παρέχει εντολή να πωλήσει τα ακίνητά της, όσης έκτασης κι αν είναι, και συγκεκριμένα έναν ελαιώνα στη θέση "Κωστούδα" και έναν αγρό έκτασης δύο στρεμμάτων στη θέση "Στραβιά Λαγκάδα" στο Γομάτι Χαλκιδικής, τα οποία είχαν περιέλθει σε αυτή από κληρονομιά του πρώτου συζύγου της Α.
Β. και γ) το από 24-11-1960 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συντάχθηκε μεταξύ του Μ. Κ. και του Α. Π. ενώπιον δύο μαρτύρων, κατοίκων ... που το συνυπογράφουν, σύμφωνα με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους αγόρασε αντί τιμήματος 1.500 δραχμών από την Κ. Κ. τα ανωτέρω ακίνητα. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε αφενός ότι το διεκδικούμενο από αυτή ακίνητο ταυτίζεται με το περιγραφόμενο και περιλαμβανόμενο στον τίτλο κτήσης της και αφετέρου ότι ο δικαιοπάροχός της ήταν κύριος αυτού (διεκδικούμενου) κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς του σε αυτή, αλλά ούτε απέδειξε ότι η ίδια απέκτησε την κυριότητα της διεκδικούμενης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη και ως προς τις δύο βάσεις της, κύρια και επικουρική.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν αναιρείται από τις προσκομισθείσες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Α., Ε. Γ., Α. Κ., Μ. Π. και Β. Μ., από το περιεχόμενο των οποίων δεν πείσθηκε το Δικαστήριο, διότι οι ανωτέρω βεβαιώσαντες μάρτυρες, κάτοικοι ...
αντίστοιχα, δεν μπορούσαν να έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη για την καλλιέργεια της επίδικης έκτασης από την ενάγουσα και το δικαιοπάροχό της στη διαδρομή του χρόνου και περαιτέρω, προς επιστήριξη των ισχυρισμών της ενάγουσας, αναφέρουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους με τρόπο πανομοιότυπο και μη πειστικό ότι το Μάρτιο του 1982 φυτεύτηκαν από την Χ.
Π. δενδρύλλια-ελαιόδεντρα στη νότια πλευρά του ακινήτου της, πράξη για την οποία εκδόθηκε σε βάρος της το Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του τότε Δασάρχη Αρναίας. Το γεγονός όμως αυτό είναι αναληθές, κατά τα προαναφερθέντα, καθότι η δασική έκταση των 2.100 τ.μ., από την οποία αποβλήθηκε η μητέρα της ενάγουσας Χ.
Π. με το προαναφερθέν Π.Δ.Α. δεν περιλαμβάνεται στην επίδικη και διεκδικούμενη από αυτή έκταση, αλλά κείται νοτίως αυτής. Επίσης η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της ενάγουσας Β. Μ., που διετέλεσε δασάρχης Αρναίας κατά τα έτη 1983 έως 1990, στην οποία αναφέρει ότι το καλοκαίρι του 1983 πήγε στην περιοχή "Κωστούδα" μαζί με το δασοφύλακα Δ.
Κ. και τον αγροφύλακα του Γοματίου Κ. Π., οι οποίοι του υπέδειξαν την Χ. Π. ως καταληψία της εκχερσωθείσας δασικής έκτασης και ότι του ανέφεραν και τον διαβεβαίωσαν ότι σε αυτή ανήκε ο διπλανός και γειτονικός ελαιώνας πέντε (5) στρεμμάτων και τα 50 υπεραιωνόβια ελαιόδεντρα που υπήρχαν σε αυτόν, τα οποία περιποιούνταν η ίδια με τη θυγατέρα της Α.
και το γαμπρό της Σ. Π., αντικρούεται από τις με αριθμούς ...-2016 και ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων Δ. Κ. και Κ. Π., οι οποίοι κατηγορηματικά τον διαψεύδουν ως προς τα ανωτέρω που αναφέρει, ενώ και από το προσκομιζόμενο έγγραφο προκύπτει ότι ο δασοφύλακας Δ. Κ. υπηρέτησε στην εν λόγω περιοχή από το έτος 1990 και εντεύθεν, οπότε ήταν αδύνατο να είχε εκτελέσει καθήκοντα τη χρονική περίοδο 1983-1984 και ενόψει της εκτέλεσης αυτών να επισκέφθηκε το επίδικο με τον ανωτέρω μάρτυρα, τότε δασάρχη και να τον διαβεβαίωσε ότι ο διπλανός της δασικής έκτασης ελαιώνας καλλιεργούνταν από την οικογένεια της ενάγουσας.
Ούτε όμως από τα έγγραφα που προσκόμισε η ενάγουσα αναιρείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, καθότι οι δηλώσεις ΕΝ.Φ.Ι.Α., τα έντυπα πληροφοριών μητρώων και οι ενιαίες δηλώσεις εκμετάλλευσης που προσκόμισε για ακίνητο έκτασης 4.940,27 τ.μ. χρονολογούνται από το έτος 2014 και εντεύθεν, ενώ ουδέν έγγραφο προσκομίζεται από αυτή από το οποίο να αποδεικνύεται καλλιέργεια από την ίδια ή τον δικαιοπάροχό της σε προγενέστερο χρόνο έστω και για ακίνητο έκτασης 4.000 τ.μ.
και εντελώς αντιφατικά και ανεξήγητα, στην ενιαία δήλωση εκμετάλλευσης έτους 2014 δηλώνει έκταση 6,5 στρεμμάτων στη θέση "Κωστούδα", όπως και στη δήλωση ασφάλισης παραγωγής, ενώ στις ενιαίες δηλώσεις εκμετάλλευσης των ετών 2015, 2016, 2017 και 2018 και των αντίστοιχων δηλώσεων ασφάλισης φυσικής παραγωγής οι εκτάσεις που δηλώνει περιορίζονται σε 4,7 στρέμματα.
Αντιθέτως, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Δ. Κ., Κ. Π., Δ. Π. και Ι. Α., που προσκόμισαν οι εναγόμενες, οι οποίοι ως κάτοικοι ... βεβαίωσαν ενόρκως, μετά λόγου γνώσης και προσωπικής αντίληψης, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Α. Π. κατείχε και νεμόταν από το έτος 1960 την επίδικη έκταση, συλλέγοντας τους καρπούς των ελαιοδέντρων, ότι το ακίνητο ήταν πάντοτε ελαιώνας και ουδέποτε καλλιεργήθηκε με δημητριακά από την ενάγουσα ή το δικαιοπάροχό της, αλλά και στα προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες έγγραφα, από τα οποία ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και συγκεκριμένα α) στις καταστάσεις ελέγχου αιτήσεων παραγωγών των ετών 2014, 2015 και 2016, από τις οποίες προκύπτει ότι η μητέρα των εναγομένων Α.
Π., στην οποία αυτές παραχώρησαν με χρησιδάνειο τον ελαιώνα με το από 14-1-2011 συμφωνητικό, δηλώνει ελαιώνα πιστοποιημένης καλλιέργειας στη θέση "Κωστούδα Γοματίου με 75 ελαιόδεντρα, β) τα παραστατικά του ελαιοτριβείου Γοματίου ετών 2012 και εντεύθεν, από τα οποία προκύπτει ότι η μητέρα των εναγομένων παρέδιδε ελαιόκαρπο κάθε χρόνο, γ) το από Δεκέμβριο 2003 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, όπου εμφαίνεται η μητέρα των εναγομένων ως καλλιεργήτρια ελαιώνα 7,3 στρεμμάτων με 75 ελαιόδεντρα στη θέση "Κωστούδα", δ) τα έντυπα δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης Ε9 ετών 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016, δηλώσεις ΕΝ.Φ.Ι.Α ετών 2014, 2015 και 2016, στις οποίες δηλώνεται από τις εναγόμενες ο ελαιώνας των 6.600,15 τ.μ.
Συνακόλουθα των ανωτέρω αποδειχθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη οριστικά απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή με την ίδια ως άνω κατά βάση αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας(534 Κ.Πολ.Δ.) ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το βάρος αυτών κατένειμε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
και ουδόλως έσφαλε ως προς τα θέματα αυτά, όπως αβασίμως αιτιάται η εκκαλούσσα, με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής της και των πρόσθετων λόγων αυτής, που ως τούτου κρίνονται απορριπτέοι.
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετα λόγοι αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι από ουσιαστική άποψη, απορριπτόμενου ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου και ταυ επικουρικού αιτήματος περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, που υπέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εκκαλούσα".
Ακολούθως απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό τους κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αφορούν στην κτήση κυριότητας ακινήτου, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον στις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι ουδόλως αποδείχθηκε η κυριότητα της αναιρεσείουσας με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο στο επίδικο ακίνητο καθώς η επίδικη έκταση που αυτή αποδέχθηκε με την αναφερόμενη με αριθμό ...-2014 συμβολαιογραφική διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στην υπ' αριθμ. ...-1981 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος την ...-1986 πατέρα της Ι.
Π., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, αλλά και την αρχική υπ' αριθμ. ...-2007 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία αποδέχθηκε ως καταλειφθείσα σε αυτή κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της, βάσει της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης του τον αναφερόμενο αγρό, η περιγραφή του οποίου επίσης δεν ταυτίζεται κατά εμβαδόν και όρια με εκείνα της διαθήκης , αλλά αντίθετα διαφέρει με μεγάλη απόκλιση ως προς το εμβαδόν, ως προς το σχήμα, ως προς τα όρια και ως προς τις πλευρικές του διαστάσεις, ούτε άλλωστε απέδειξε ότι η διεκδικούμενη έκταση των 4.940,27 τ.μ. (που περιλαμβάνεται στην περιγραφόμενη στον τίτλο κτήσης των εναγομένων έκταση των 6.600,15 τ.μ., ήτοι στο νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../2001 δωρητήριο συμβόλαιο) είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στον δικαιοπάροχό της Ι.
Π., και συγκεκριμένα ότι αυτός ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1940 έως το έτος 1986 που απεβίωσε, και στη συνέχεια η ίδια με τη φερόμενη ως επικαρπώτρια μητέρα της μέχρι το έτος 2005 που η τελευταία απεβίωσε και έκτοτε μόνη της με τα ίδια προσόντα.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο, δεν ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσείουσας την οποία αυτή ουδέποτε απέκτησε με τους επικαλούμενους από την ίδια παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσεως κυριότητας.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του με πλήρη διεξοδική και σαφή ανάλυση των αιτιολογιών του : ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του αποβιώσαντος την ...-1986 πατέρα της, Ι. Π. που κατέλειπε την νομίμως δημοσιευθείσα ...-1981 δημόσια διαθήκη, την ψιλή κυριότητα του περιγραφομένου κατά θέση και όρια ακινήτου εκτάσεως 4.000 τ.μ.
την δε ισόβια επικαρπία του κατέλειπε στη σύζυγό του και μητέρα της Χ. Ξ., στην αποδοχή της κληρονομίας της οποίας δεν προέβη αμέσως, ότι αυτή προκειμένου να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του ως άνω ήδη δασωθέντος αγρού, πέραν της σχετικής από 22-9-1989 αιτήσεως που υπέβαλε στο Δασαρχείο Αρναίας που δεν εξετάστηκε για τους αναφερόμενους λόγους, άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής την από 12-9-2001 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμά της επί ενός αγρού, περιγραφόμενου κατά θέση, όρια και εμβαδόν ως περιγράφεται στην άνω διαθήκη, επικαλούμενη ότι ο εν λόγω αγρός περιήλθε σε αυτήν από κληρονομιά με τη ρηθείσα διαθήκη του πατέρα της, στον οποίο περιήλθε άτυπα από τον πατέρα του Γ.
Π. και σ' αυτόν από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Α. Π. στον πατέρα αυτού από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα του και στον τελευταίο με τον ίδιο τρόπο από την εποχή της τουρκοκρατίας και προ του έτους 1900, επικαλούμενη την καλόπιστη συνεχή και αδιατάρακτη διανοία κυρίου νομή των δικαιοπαρόχων της, με τις αναφερόμενες και αρμόζουσες στην φύση του υλικές πράξεις, καθώς και το με αριθμό 4/1983 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Δασαρχείου Αρναίας προς τη μητέρα της, το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε με τη με αριθμό 54/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού, με το οποίο αμφισβητείται η κυριότητά της από το Ελληνικό Δημόσιο επί τμήματος του αγρού της 2.100 τ.μ., όπως περιγράφεται, αγωγή που δεν προέκυψε αν συζητήθηκε, εκδόθηκε απόφαση, ματαιώθηκε, εκκρεμεί ή παραιτήθηκε η ενάγουσα, ότι η τελευταία προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς με την νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη το έτος 2007 μετά τον επισυμβάντα την 18-3-2005 θάνατο της μητέρας της Χ.
Π., με την οποία αποδέχθηκε ως καταληφθείσα σε αυτή κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της, βάσει της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης του ένα αγρό (ελαιώνα) όπως αυτός περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια και στο προσαρτώμενο στην πράξη αυτή τοπογραφικό διάγραμμα (που διαφέρει με την περιγραφή του στη δημόσια διαθήκη), πράξη στην οποία δήλωσε ότι το κληρονομηθέν ακίνητο περιήλθε στον αποβιώσαντα πατέρα της από άτυπη δωρεά της μητέρας του Μ.
που γεννήθηκε το έτος 1940 και όχι από τον πατέρα του, όπως είχε ισχυριστεί στην ασκηθείσα ως άνω εκ μέρους της αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καταστάς κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ ακολούθως και μετά παρέλευση έξι (6) ετών, αφού συντάχθηκε, κατ' εντολή της, το αναφερόμενο από 13-2-2013 τοπογραφικό διάγραμμα, όπου αποτυπώνεται, καθ' υπόδειξη της ιδίας των ορίων της έκταση εμβαδού 4.940,27 τ.μ.
στην ίδια θέση το οποίο προσκόμισε με την από 13-2-2013 αίτησή της στο Δασαρχείο Αρναίας, ζητώντας την έκδοση επ' αυτής πράξης χαρακτηρισμού, επί της οποίας και πράγματι εκδόθηκε η αναφερόμενη πράξη του οικείου Δασάρχη, με την οποία χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική η έκταση αυτή, όπως περιγράφεται και στη συνέχεια προέβη με την υπ' αριθμ....-2014 πράξη διόρθωσης που μεταγράφηκε νόμιμα, σε διόρθωση της ...-2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία ορίστηκε ότι κατόπιν νεότερης εμβαδομέτρησης το κληρονομηθέν ακίνητο βρέθηκε εντός των ορίων του με εμβαδόν 4.940,27 τ.μ., και με τα όρια που σε αυτό περιγράφονται, την οποία διορθωτική πράξη σε συνδυασμό με τη διορθωθείσα αρχική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, επικαλείται η ήδη αναιρεσείουσα ως τίτλο κτήσης, προς απόδειξη της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής εκ διαθήκης κληρονομιάς, ωστόσο το περιγραφόμενο στη διαθήκη ακίνητο διαφέρει κατά την έκταση και τα όριά του με το ακίνητο που περιγράφεται σε καθεμιά από τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις με μεγαλύτερη απόκλιση ως προς το εμβαδόν, το σχήμα, τα όρια και τις πλευρικές διαστάσεις με το ακίνητο που περιγράφεται στη ρηθείσα διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιάς.
Δέχθηκε ακολούθως με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι η περιγραφόμενη έκταση των 4.940,27 τ.μ. που αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα ως κληρονομηθείσα από τον πατέρα της και επί της οποίας ζητεί να αναγνωριστεί κυρία, ουδόλως ταυτίζεται κατά εμβαδόν και όρια με το ακίνητο που περιγράφεται στη δημόσια διαθήκη του αλλά ούτε και με το αποτυπωθέν στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στην αρχική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, το οποίο επίσης δεν ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στη διαθήκη ακίνητο και ότι η διεκδικούμενη από την αναιρεσείουσα έκταση των 4.940,27 τ.μ.
περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου, πλην ενός τμήματος της εμβαδού 273,89 τ.μ. στον αγρό έκτασης 6.600,15 τ.μ. κείμενου στην ίδια περιοχή και θέση που περιγράφεται στο με αριθμό ...-2001 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο με το οποίο ο Α. Π., παππούς των αναιρεσιβλήτων από την πατρική τους γραμμή μεταβίβασε σε αυτές, λόγω δωρεάς κατά ποσοστό 50% σε εκάστη, όπως αυτό περιγράφεται κατά θέση, εμβαδόν και όρια αλλά και κατά τον τρόπου κτήσης του δωρητή- δικαιοπαρόχου τους και τέλος ότι η ήδη αναιρεσείουσα ως έχουσα το σχετικό βάρος απόδειξης, ουδόλως απέδειξε ότι η διεκδικούμενη από αυτή έκταση των 4.940,27 τ.μ., που περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο των αναιρεσιβλήτων είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στον δικαιοπάροχο πατέρα της, ούτε ότι στη συνέχεια η ίδια, από κοινού με τη φερόμενη ως επικαρπώτρια μητέρα της μέχρι το έτος 2005 που η τελευταία απεβίωσε και έκτοτε μόνη της νεμόταν το επίδικο με τα ίδια προσόντα, αντίθετα αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής και κατοχής επί όλης της αγροτικής έκτασης των 6.600,15 τ.μ.
στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη, ασκούσε συνεχώς και αδιαλλείπτως από το έτος 1960 και μέχρι το έτος 2001 ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, ενώ την νομή στον ελαιώνα τους οι τελευταίες δεν απώλεσαν ποτέ και επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι το διεκδικούμενο απ' αυτήν ακίνητο ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στον τίτλο κτήσης της και ότι ο δικαιοπάροχός της ήταν κύριος αυτού (διεκδικούμενου) κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς του σε αυτήν, αλλά ούτε απέδειξε ότι η ίδια απέκτησε την κυριότητα του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας η αγωγή της είναι αβάσιμη και ως προς τις δύο βάσεις της, κύρια και επικουρική.
Κατά συνέπεια, με βάση τα παραπάνω, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, και οι πρώτος τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις αναιρετικές εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες της ευθείας και εκ του πλαγίου παράβασης των εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αιτιώμενη ότι με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η ίδια δεν έχει καταστεί κυρία του επιδίκου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο.
Ειδικότερα με τον πρώτο εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1813, 1033 κ.λ.π., περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αστικού κώδικα, δεχόμενο το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (δωρεά εν ζωή) από τον δικαιοπάροχό τους, και ο τελευταίος από το δικό του δικαιοπάροχο ως κληρονομούμενο δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, υπολανθάνουσας της κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, του ιδίου και δύο ακόμη αδελφών του, ενώ ο δικαιοπάροχος πατέρας τους (και απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς τα πέντε τέκνα του και την σύζυγό του, ενώ με τον τρίτο πρόσθετο λόγο και μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του πλαγίου παράβαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης, δεχόμενο με αντιφατικές αιτιολογίες τα ανωτέρω.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης πέραν του ότι δεν διέλαβε τέτοιες ειδικές παραδοχές αναφορικά με την κτήση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή, η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη επειδή η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την ιστορική βάση της, δηλαδή δεν απέδειξε ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και όχι κατά παραδοχή του ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που προέβαλαν οι ίδιες, ο οποίος αποτελούσε άρνηση.
Συνεπώς, οι συγκεκριμένες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εξέταση του ισχυρισμού αυτού των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, αφορούν σε πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω οικεία νομική σκέψη, δεν στηρίζουν το διατακτικό, αφού, όπως εκτέθηκε, η απορριπτική κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε στην μη απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής, καθώς επίσης αφορούν και σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, κατά την πορεία του δικανικού του συλλογισμού, προς ενίσχυση της δικαιοδοτικής του κρίσης περί του ότι η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου είτε με πρωτότυπο είτε με παράγωγο τρόπο.
Με τον τέταρτο και πέμπτο των προσθέτων λόγων αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας και εκ του πλαγίου παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 23 του Ν. 3427/2005 συνιστάμενες στο ότι κατ' εσφαλμένη μη εφαρμογή του και με παντελή έλλειψη αιτιολογίας δεν έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος τις εκ μέρους της προσκομισθείσες δηλώσεις στοιχείων ακίνητης ιδιοκτησίας από το 2005 (που κατέστη υποχρεωτική η εν λόγω δήλωση) σε αντίθεση με τις αναιρεσίβλητες οι οποίες προσκόμισαν τέτοιου είδους δηλώσεις από το έτος 2010 και έπειτα, καθώς οι δηλώσεις αυτές συνιστούν αμάχητο τεκμήριο με βεβαία χρονολογία, το οποίο αποδεικνύει ότι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο ήταν ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου ακινήτου τουλάχιστον κατά το έτος 2015 ή θεωρούσε ακράδαντα ότι ήταν ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου ακινήτου και το ενέμετο.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ομοίως απορριπτέοι τυγχάνουν και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνισταμένης στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του με ανεπαρκείς αιτιολογίες α) εκτίμησε εσφαλμένα τους τίτλους κτήσης του ακινήτου της δεχθέν ότι το ακίνητο που περιγράφεται στην αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς (2007) δεν συμπίπτει με εκείνο που περιγράφεται στην μεταγενέστερη πράξη διόρθωσης (2014), β) δέχθηκε τον τίτλο κτήσης των αναιρεσιβλήτων (.../2001 και γ) δεν έλαβε υπόψη της την από 24-11-2016 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου Α.
Π. καταλήγοντας στο αρνητικό για τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αποδεικτικό πόρισμα της μη κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου ούτε με παράγωγο, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, καθώς ως προελέχθη η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο, δεν ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσείουσας την οποία αυτή ουδέποτε απέκτησε με τους επικαλούμενους από την ίδια παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσεως κυριότητας.
Οι λοιπές με τους ανωτέρω λόγους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (τεχνικές εκθέσεις ιδιωτών δασολόγων, δηλώσεις ΕΝΦΙΑ και Ε9, 54/1984 απόφαση Ειρηνοδικείου Ιερισσού, από 14-12-1982 έκθεση αυτοψίας, από 18-10-1959, 24-11-1960 ιδιωτικά συμφωνητικά, 3653/1981 δημόσια διαθήκη, από Ιούλιο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που κατά την άποψη της οδηγούν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αιτιάσεων που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αποτελούν απλώς επιχειρήματα για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της και αμφισβήτηση της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτοι επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην ως άνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)
ΙV) Κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ.. βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό μέρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1286/2022,ΑΠ 550/2020, Α.Π. 903/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, σχετικά με τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων, τους οποίους όφειλε να αντιμετωπίσει ως ένσταση ιδίας κυριότητας, βαρυνομένων των ιδίων προς απόδειξή τους και όχι της ιδίας προς ανταπόδειξή τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας, επειδή δεν θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις τις οποίες προσκόμισε η ίδια βαρυνόμενη με το σχετικό αποδεικτικό βάρος αμφιβάλλοντας έτσι για την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της, και όχι γιατί ανταποδείχθηκαν οι αντίθετοι (αρνητικοί) ισχυρισμοί των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως.
VΙ) Κατά το άρθρο 368 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου: "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει, ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Κατά την έννοια του άρθρου 387 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, όπως συμβαίνει και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός από τις περιπτώσεις πού ορίζει ρητώς ο νόμος (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, κατά το άρθρο 388 του ίδιου Κώδικα: "Το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πώς υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάζει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή την συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, που έχει ήδη διεξαχθεί, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε τούτου περί των ανωτέρω και περί του διοριστέου προσώπου ως πραγματογνώμονα λόγω των ειδικών γνώσεων που διαθέτει, καθώς και της ακολουθητέας από τον πραγματογνώμονα επιστημονικής μεθόδου, ως αναγκαίας για την εκτίμηση της υπόθεσης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 552/2009).
Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 γ' λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος. Αδίκαστη μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, μολονότι ήταν υποχρεωμένο, δεν αποφάνθηκε γι' αυτήν ούτε στο διατακτικό ούτε στο αιτιολογικό του (Α.Π. 1014/2019). Οι διαδικαστικές αιτήσεις (μη αυτοτελείς) ιδρύουν τον προκείμενο λόγο, μόνο αν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο και όχι όταν η παραδοχή τους απόκειται στη διακριτική του ευχέρεια.
Έτσι η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου για επανάληψη πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης ( Α.Π. 627/2024, Α.Π. 609/2012). Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 γ, Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι, το εφετείο, άφησε αδίκαστο το αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.
VΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ. ΑΠ 42/2000 Α.Π. 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:
α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).
Ειδικότερα κατ' άρθρα 339, 421 επ. Κ.Πολ.Δ. οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν όπως και κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με άλλα έγγραφα και είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους, και για το λόγο αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη με την αναφορά ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1708/2018), διότι διαφορετικά οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη (Α.Π. 268/2024, ΑΠ 762/2023, ΑΠ 176/2020, Α.Π. 276/2021), η δε αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 3 του Άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4235/2015, και πριν την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 4842/2021, που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 εδ. β του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., που εκφράζει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ότι οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης κρίνονται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν αυτές έλαβαν χώρα και οι οποίες εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ.
α` K.Πολ.Δ. και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ πέντε (5) για κάθε διάδικο μέρος και τρεις (3) για την αντίκρουση και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν. 3994/13.7.2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 K.Πολ.Δ.
περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτικό θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 K.Πολ.Δ.) ή της ανταγωγής (αρθρ. 268 K.Πολ.Δ.), Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από πέντε ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πέντε πρώτες κατά τη σειρά επίκλησης τους, γιατί οι πέραν των πέντε πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 422 K.Πολ.Δ.
ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν περιλαμβάνονται στα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. K.Πολ.Δ. έγγραφα, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία τους στην απόφαση, η οποία (μνεία) αν δεν γίνεται, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ` του K.Πολ.Δ. Παράλληλα, η επίκληση από τον διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π. 1103/2022, Α.Π 1454/2017, ΑΠ 1461/2013, Α.Π. 197/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 K.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και είχε νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και είχε προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών της, την με αριθμό .../2018 ένορκη βεβαίωση του αναφερομένου σε αυτήν μάρτυρα Γ.
Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Φαίδρας Καροφύλλη-Βορδού μετά από νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, το Δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη ως ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσα, καθώς υπερέβαινε το συνολικό επιτρεπόμενο όριο των πέντε (5) προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων, καθότι ελήφθη κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 422 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
προς υποστήριξη της ίδιας αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων στα πλαίσια της ίδιας δίκης, ενώ όφειλε να την λάβει υπόψη του ως δικαστικό τεκμήριο, δεδομένου ότι λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της από 4-8-2017 και με αριθμό κατάθεσης 88/2017 έφεσής της κατά των αντιδίκων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων αλλά και το περιεχόμενο της ίδιας ως άνω ένορκης βεβαίωσης (που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως) η βεβαίωση αυτή δόθηκε προς απόδειξη της από 8-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 348/17/2016 ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και της από 4-8-2017 με αριθμό έκθεση κατάθεσης 88/2017 έφεση της ίδιας της αναιρεσείουσας κατά των ιδίων των αναιρεσιβλήτων.
Όπως δε αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η ένδικη από 8-6-2016 (αριθμ. καταθ. 348/17/2016) αγωγή ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο με την 45/2017 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη, παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 4-8-2017 με αριθμό έκθεση κατάθεσης 88/2017 έφεση επί της οποίας και εκδόθηκε η με αριθμό 1637/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία και απορρίφθηκε η έφεση, μετά την έκδοση της οποίας η ένδικη αγωγή εισήλθε με κλήση προς συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 164/2019 που απέρριψε την αγωγή και ακολούθως μετά την άσκηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας εφέσεως η προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς η επίμαχη ένορκη βεβαίωση δόθηκε στα πλαίσια της ίδιας δίκης προς απόδειξη της ένδικης αγωγής που ήχθη προς κρίση ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου και όχι στα πλαίσια άλλης δίκης, ώστε να ληφθεί υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο κατά τους αβάσιμος ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ορθώς δε δεν λήφθηκε υπ' όψη από το τελευταίο εφόσον αυτή ως υπεράριθμη, ήτοι ως προσκομισθείσα πέραν του επιτρεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. (ως ίσχυε κατά το χρόνο λήψεως αυτής) ορίου ήταν ανεπίτρεπτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης , προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πο.λ.Δ ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις των σε αυτές αναφερομένων μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Φαίδρας Καροφύλλη-Βόρδου, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, τα πιστοποιητικά ΕΝΦΙΑ, τα έντυπα πληροφοριών μητρώων και ενιαίων δηλώσεων εκμεταλλεύσεως έτους 2014, της δηλώσεως ασφάλισης παραγωγής από 2015 έως και 2018, τις αντίστοιχες δηλώσεις ασφάλισης φυτικής παραγωγής, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, από τα οποία αποδεικνύονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομοτύπως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα..... εκτιμώμενα αυτοτελώς ως έγγραφα αποδεικτικά μέσα ή ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες που δεν αμφισβητήθηκαν ως προς τη γνησιότητά τους από τους αντιδίκους της, καθώς και 1) τις υπ' αριθμ. ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Φαίδρας Καροφύλλη-Βόρδου, τις οποίες προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα και λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσιβλήτων με τις αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως....... 2) τις με αριθμούς ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη- Γκαγκάνα τις οποίες προσκόμισαν με επίκληση οι εναγόμενες και λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, με την αναφερόμενη έκθεση επιδόσεως.......
και 3) τις με αριθμούς 20.028, 20029 και 20030/29-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη- Γκαγκάνα τις οποίες προσκόμισαν με επίκληση οι εναγόμενες προς αντίκρουση των προτάσεων και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της ενάγουσας και λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας με την αναφερόμενη έκθεση επιδόσεως.....
την από 24-11-2016 τεχνική έκθεση του δασολόγου Α. Π. που προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα, την από Νοέμβριο 2016 τεχνική έκθεση του δασολόγου περιβαλλοντολόγου Α. Ο. και την από 17-9-2002 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Γεωργίου Φουρκιώτη, που προσκόμισαν με επίκληση οι εναγόμενες, οι οποίες ως γνωμοδοτήσεις εκτιμούνται ελεύθερα.
Συνεπώς από τη ρητή μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη τις ρηθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις (ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα σε σχέση με τα άλλα έγγραφα) και τεχνικές εκθέσεις και τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από την αναιρεσείουσα, τα οποία μάλιστα σχολιάζονται εκτενώς, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως και ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VΙΙΙ)Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 1552/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 9-11-2021 αίτηση και τους από 11-3-2025 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1552/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ