Legislator Case Law & Legislation
1091/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper summons of absent defendant.

Case Number 1091/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment regarding personal injury compensation. The appellant argued the lower court erred in awarding specific damages, but the court focused on procedural defects rather than the merits. The court ruled the appeal inadmissible because the second respondent, an insurance company, was not properly summoned and participated without legal representation, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Article 576 of the Code of Civil Procedure; Article 614 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate according to legal requirements, the court must verify whether they were lawfully and timely summoned; if not, the proceedings are declared inadmissible and the case remitted for new summons.

Keywords

AI generated
cassation appeal improper summons procedural inadmissibility absence of party Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1091 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1091/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1917/2017 μη οριστική και 1403/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5183/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 1186/2023, Α.Π. 1004/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 22-6-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5369/596/7-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5183/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου ..., σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της δικηγόρου Σοφίας Κωσταράκου, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Δ.

Κ., σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο ανωτέρω πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.".

Επομένως, αφού ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του.

Η κρινόμενη, από 22-6-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5369/596/7-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5183/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 16-12-2021, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 5183/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 29-12-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11285/92/2016) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Δ.

Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", από υπαιτιότητά του, συγκρούσθηκε με την με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε υπό τις συνθήκες που ειδικότερα περιγράφονται στο δικόγραφό της, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει σωματικές βλάβες και να καταστραφεί ολοσχερώς η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, μετά από τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική και αποθετική ζημία του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., συνολικό ποσό 1.551.586,33 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1917/2017 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και, ακολούθως, μετά την διεξαγωγή αυτής, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1403/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, συνολικό ποσό 141.617,5 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από ην επίδοση της αγωγής.

Κατά της τελευταίας αυτής οριστικής αποφάσεως ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 6-7-2020 έφεσή του, η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την από 18-11-2020 αντέφεσή της και ο πρώτος εναγόμενος την από 10-5-2021 αντέφεσή του. Το τελευταίο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τις αντεφέσεις, εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 5183/2021, τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτές ως τυπικώς και κατ' ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 1403/2020, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε και ερεύνησε την αγωγή και αφού δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα, για τις ανωτέρω αιτίες, συνολικό ποσό 83.068,86 ευρώ, νομιμοτόκως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019).

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.

Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019), ενώ, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.: "1.

Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύ8υνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού. β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού.

γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης" και, τέλος, κατά το άρθρο 23 παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου: "2. Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).

Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει ... 4.

Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια" (Α.Π. 979/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 998/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5183/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "....Το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις ...

και περί ώρα ... στο ... επί της ... έναντι του οικοδομικού αριθμού ..., στο ρεύμα πορείας προς ... Η ανωτέρω Λεωφόρος είναι ευθεία, οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 28 μέτρων, με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ τα δυο ρεύματα διαχωρίζονται με νησίδα ασφαλείας [πλάτους 5 μέτρων].

Στον ανωτέρω χρόνο, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, και το ανώτατο επιτρεπόμενο και καθοριζόμενο με ρυθμιστική της κυκλοφορίας Ρ-32 πινακίδα όριο ταχύτητας ήταν 60 χλμ ανά ώρα, ο πρώτος εναγόμενος κινείτο επί της ... στη δεύτερη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

φορτηγό αυτοκίνητο - μικρό βυτιοφόρο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη Δευτέρα εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Στον ίδιο χρόνο στην ανωτέρω Λεωφόρο στην πρώτη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Κόρινθο, και όπισθεν του ανωτέρω αυτοκινήτου, κινείτο ο ενάγων, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα, με ταχύτητα περί τα 80-85 χλμ ανά ώρα, όπως αυτός ανέφερε στην από 14.9.2013 ένορκη προανακριτική εξέτασή του ως μάρτυρας. Ο οδηγός του φορτηγού προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του, κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης, - όπως και ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας και συνοδηγός του φορτηγού T.

B. κατέθεσε προανακριτικά στις 20.9.2013 [επισημαίνοντας ότι οι λοιποί μάρτυρες ευρισκόμενοι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν αντελήφθησαν τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε το ένδικο συμβάν]-, και εισήλθε στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του ιδίου ως άνω ρεύματος. Κατά τη χρονική στιγμή που το ανωτέρω όχημα ευρίσκετο σε ευθύγραμμη πορεία στην εν λόγω λωρίδα [πλάτους 3,5 μέτρων], απέχοντας περί το μισό μέτρο από την κεντρική διαχωριστική νησίδα, επέπεσε με σφοδρότητα επ' αυτού-και δη στο οπίσθιο αριστερό μέρος, προκαλώντας σοβαρές βλάβες στο παραπέτι, στο οπίσθιο αριστερό φτερό και στον οπίσθιο αριστερό τροχό, η οδηγούμενη από τον ενάγοντα μοτοσυκλέτα [με το εμπρόσθιο τμήμα της], με αποτέλεσμα αυτή να ολισθήσει της πορείας της περί το 1,4 μέτρα εντός της νησίδας και ο ενάγων να εκτιναχθεί στο αέρα και διανύοντας απόσταση περί τα 5,5 μέτρα, να επιπέσει εν τέλει εντός της πρώτης λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Αθήνα, και να τραυματισθεί.

Σημειώνεται ότι το σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα [εντός της λωρίδας κίνησης της μοτοσυκλέτας και σε απόσταση περί τα 50 εκατοστά πριν την κεντρική νησίδα] εμφαίνεται στο μη αμφισβητούμενο από τους διαδίκους συνταχθέν από την αστυφύλακα Ν. Κ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα και είναι η έναρξη της χαραγής της μοτοσυκλέτας επί του οδοστρώματος, μετά την οποία εμφαίνονται ίχνη ολίσθησης αυτής, από δε τον προσδιορισμό του ανωτέρω σημείου σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούστηκαν, αποδεικνύεται, όπως και ο ανωτέρω αυτόπτης μάρτυρας και συνοδηγός του φορτηγού κατέθεσε προανακριτικά στις 20.9.2013, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα αμέσως μετά την ευθυγράμμιση του φορτηγού στη λωρίδα κίνησης της μοτοσυκλέτας, όπου το πρώτο όχημα είχε εισέλθει.

Άλλως και αν το ατύχημα έλαβε χώρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων όταν το φορτηγό ήταν σε θέση διαγώνια αριστερά και χωρίς να έχει ακόμη ολοκληρώσει τον αριστερό ως προς την πορεία του ελιγμό [είσοδο στην πρώτη από αριστερά λωρίδα] και με δεδομένο ότι το ατύχημα έλαβε χώρα 50 μόλις εκατοστά πριν την διαχωριστική των ρευμάτων νησίδα, το σημείο πρόσκρουσης θα ήταν στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού [αυτοκινήτου].

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτήν οδηγών, του ποσοστού αμέλειας προσδιοριζόμενου σε 50% για τον οδηγό του ΙΧΕ φορτηγού αυτοκινήτου και σε 50% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, διότι, κατά την οδήγηση των οχημάτων τους, δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια που όφειλαν ως μέσοι συνετοί οδηγοί.

Ειδικότερα, ο πρώτος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, προτιθέμενος δε να προβεί σε ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του, ώστε από την δεύτερη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Κόρινθο, στην οποία κινούνταν, να εισέλθει στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ρεύματος, δεν προέβη σε προσεκτικό έλεγχο της κίνησης στην τελευταία αυτή λωρίδα, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση του οδηγού της μοτοσυκλέτας, που κινούνταν όπισθεν του σ' αυτή [τελευταία λωρίδα], με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία αυτής και να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση [άρθρα 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ].

Αν ο ανωτέρω προ- έβαινε σε προσεκτικό έλεγχο της κίνησης των οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας που προτίθετο να εισέλθει, θα έπρεπε, ενόψει και της ορατότητας που είχε λόγω της ευθείας της οδού, να αντιληφθεί την κίνηση σ' αυτή της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να επιτρέψει τη διέλευσή της. Αντίθετα, αυτός δεν αντιλήφθηκε καθόλου αυτήν, λόγω παντελούς ή απρόσεκτου ελέγχου, στοιχείο που δεν αναιρείται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.

Από την άλλη πλευρά, και ο ενάγων - οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, έβαινε δε με ταχύτητα 80-85 χλμ ανά ώρα, υπερβαίνουσα δηλ.

το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χλμ ανά ώρα, η οποία του στέρησε παντελώς τη δυνατότητα, λόγω και της μικρής απόστασης που τον χώριζε από το φορτηγό, της διενέργειας οιουδήποτε ελιγμού ή τροχοπέδησης, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ή σε κάθε περίπτωση να μετριάσει τις συνέπειές της (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 ΚΟΚ).

Ενισχύεται η άποψη αυτή του Δικαστηρίου από το ότι στην έκθεση αυτοψίας δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, γεγονός που σημαίνει ότι ο οδηγός της (λαμβανομένης υπόψη της ευθείας σε μεγάλο μήκος οδού και της απεριόριστης ορατότητας) ακόμα και ενστικτωδώς στη θέα του εμποδίου, θα τροχοπεδούσε ή θα προέβαινε σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό.

Μετά ταύτα η παραδεκτώς προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο ένδικο ατύχημα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, όπως έκρινε και η εκκαλούμενη, η οποία, όμως εσφαλμένως, προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του μεν ενάγοντος σε 30% του δε πρώτου εναγόμενου σε 70%, αντί του ορθού 50% για κάθε εμπλεκόμενο οδηγό....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικώς την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και τις αντεφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθμ. 1403/2020 πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 29-12-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των δύο οχημάτων στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 50% για τον καθένα και, όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 23 παρ. 2 και 4 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη το μεν ότι η πρόκληση της ενδίκου συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι, οδηγώντας τα προαναφερθέντα οχήματά τους, χωρίς να έχουν τεταμένη την προσοχή τους στην οδήγηση και χωρίς να ασκούν τον πλήρη έλεγχο αυτών, ώστε να μπορούν, ανά πάσα στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς, ο μεν οδηγός του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, ενώ εκινείτο στην δεύτερη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της ..., στο ρεύμα προς ..., προτιθέμενος να κινηθεί αριστερά, άσκησε αριστερό ελιγμό, χωρίς προηγούμενο έλεγχο των κινουμένων στην αριστερή λωρίδα της οδού οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο δε οδηγός της τελευταίας, κινούμενος στην αριστερή λωρίδα της παραπάνω οδού, αν και το ανώτατο όριο ταχύτητας έχει καθορισθεί σε 60 χιλιόμετρα την ώρα, αυτός ανέπτυξε ταχύτητα 80 - 85 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να πεδήσει εγκαίρως την μοτοσικλέτα του, μόλις το Ι.Χ.Φ.

κινήθηκε στην πορεία του και να επιπέσει στο οπίσθιο αριστερό μέρος αυτού, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300, 330 του Α.Κ. και των ως άνω διατάξεων του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

καθώς και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι οδηγοί των οχημάτων αυτών στην πρόκληση της συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτών και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι ανωτέρω δύο οδηγοί, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτούς των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο μεν οδηγός του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου Δ. Κ., προτιθέμενος να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και από την δεύτερη λωρίδα επί της οποίας εκινείτο, να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα, αυτός δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν έλαβε υπ' όψιν τις επικρατούσες συνθήκες επί της οδού, αφού η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή, ούτε ήλεγξε την κυκλοφορία των ομορρόπως κινουμένων οχημάτων, με αποτέλεσμα, κατά την ευθυγράμμισή του στο αριστερό ρεύμα πορείας, να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο, όπισθεν και διαγωνίως αυτού, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ο δε ενάγων, οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν ρύθμισε αναλόγως την ταχύτητά του, αλλά ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπομένου των 60 χιλιομέτρων την ώρα, αυτήν των 80 - 85 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα, κατά την είσοδο του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, να μην καταστεί δυνατόν να πεδήσει εγκαίρως την μοτοσυκλέτα του και να ασκήσει ολοκληρωμένο αποφευκτικό ελιγμό. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ του αυτοκινήτου και τις μοτοσικλέτας, κατά την αλλαγή της λωρίδας από το αυτοκίνητο, β) αν και δέχεται ότι κατά την είσοδο του φορτηγού στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η απόσταση από την μοτοσικλέτα ήταν μικρή, εν τούτοις, δέχεται ότι ο οδηγός της τελευταίας ήταν σε θέση να πεδήσει εγκαίρως ή να ασκήσει αποφευκτικό ελιγμό, γ) δεν διευκρινίζει αν η μοτοσικλέτα έβαινε με την νόμιμη ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων την ώρα, οι συνθήκες επί της οδού θα επέτρεπαν επιτυχή πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό από τον οδηγό της μοτοσικλέτας και δ) δεν διευκρινίζει αν η μοτοσικλέτα έβαινε με την νόμιμη ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων την ώρα, θα μπορούσε ο οδηγός της τελευταίας να σκήσει επιτυχή πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή του (αναιρεσείοντος), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων.

Όσα αναφέρει ο αναιρεσείων παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικώς οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα και οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με την αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων συνεπεία του τραυματισμού του και της καταστροφής της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα διακομίσθηκε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη α] επιπεπλεγμένο κάταγμα τύπου Gustillo αριστερής κνήμης - περόνης ανοικτό στο οπίσθιο τμήμα γαστροκνημίας, όπου στις ...

έγινε έκπλυση και νεαροποίηση του τραύματος και συγχρόνως ενδομυελική ήλωση αριστερής κνήμης με ήλο Russel-Taylor και σε δεύτερο χρόνο, ήτοι στις 22.07.2013 έγινε συρραφή ανοικτού τραύματος της οπίσθιας γαστροκνημίας κατά πρώτο σκοπό, β] σπυροειδή κατάγματα 3ου και 4ου μετακαρπίου δεξιάς άκρας χειρός, τα οποία στις 18.07.2013 αντιμετωπίστηκαν με κλειστή ανάταξη και οστεοσύνθεση με Kirschner και ταυτόχρονα έλαβε χώρα αποσυμπίεση των μυϊκών διαμερισμάτων της αριστερής άκρας χειρός λόγω εντόνου οιδήματος, γ] συντριπτικά παρεκτοπισμένα κατάγματα δια- φύσεως αριστερής κερκίδας και ωλένης, τα οποία αντιμετωπίστηκαν στις 22.7.2013 με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες ενώ εφαρμόστηκε και σύστημα εξωτερικής οστεοσύνθεσης στο αριστερό χέρι, δ] συντριπτικό κάταγμα - εξάρθρημα βάσεως 2ου μετακαρπίου αριστερής άκρας χειρός και συντριπτικό κάταγμα βάσεως 3ου μετακαρπίου αριστερής άκρας χειρός, τα οποία, στις 22.07.2013 αντιμετωπίστηκαν με ανάταξη και οστεοσύνθεση με Kirschner και ε] περιμηοειδές εξάρθρημα οσταρίων καρπού αριστερής άκρας χειρός και βλάβη κνημιαίου και γαστροκνημικού νεύρου αριστερού κάτω άκρου.

Εκ του Ναυτικού Νοσοκομείου εξήλθε στις 31.7.2013, με οδηγίες για λήψη ειδικής ενέσιμης - αντιπηκτικής και πόσιμης - αναλγητικής φαρμακευτικής αγωγής, βάδιση με υποβοήθηση και φόρτιση του αριστερού σκέλους στα όρια του πόνου, χρήση ειδικών ελαστικών καλτσών επί τρεις εβδομάδες, αποφυγή μακράς ορθοστασίας, συνέχιση κινησιοθεραπευτικού προγράμματος και αφαίρεση ραμμάτων στις 7.8.2013.

Στις 19.9.2013 επανεισήχθη στην Α' ορθοπεδική κλινική του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, με διάγνωση εισόδου εξάρθρημα του καρπού και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση παρέμεινε δε νοσηλευόμενος μέχρι τις 23.9.2013, οπότε εξήλθε με οδηγία την υποβολή σε 25 συνεδρίες θεραπείες με υπερβαρικό οξυγόνο, που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 23.9.2013 έως 25.10.2013.

Ακολούθησαν διαδοχικές ημερήσιες εισαγωγές στο ανωτέρω νοσοκομείο στις 6.11.2013, 20.12.2013 και 4.2.2014, οπότε διαγνώσθηκε η ανάρρωση μετά από την θεραπεία των καταγμάτων... Περαιτέρω ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους, της έντασης και της έκτασης της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, της ηλικίας του (33 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), της διάρκειας της νοσηλείας του (τόσο στο νοσηλευτικό ίδρυμα επί 21 ημέρες όσο και κατ' οίκον), των προαναφερόμενων χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, της εξέλιξης της υγείας του, του πόνου που δοκίμασε, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, αλλά και της στενοχώριας που δοκίμασε από τις παραπάνω αιτίες, του βαθμού του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος οδηγού (συνυπαιτιότητα 50%), της κοινωνικής, οικονομικής και προσωπικής κατάστασης των πρώτου εναγομένου ...

και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ... κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ... Επίσης λόγω της στενοχώριας ο ενάγων που δοκίμασε από την ολοσχερή εκ του ενδίκου ατυχήματος καταστροφή του οχήματος του [δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου R 1200 GS, που κυκλοφόρησε το πρώτον το 2007 και η αγοραία αξία του κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέρχονταν στο ποσό των 10.000 ευρώ], του βαθμού του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος οδηγού (συνυπαιτιότητα), της κοινωνικής, οικονομικής και προσωπικής κατάστασης του πρώτου εναγόμενου ...

και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ... κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν το ποσό των 100 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως βάσιμο τον σχετικό λόγο των αντεφέσεων και επιδίκασε σ' αυτόν, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του το ποσό των 15.000 ευρώ, αντί του ποσού των 30.000 ευρώ που είχε επιδικασθεί σε αυτόν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ποσό 100 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της ολικής καταστροφής της δίκυκλης μοτοσικλέτας του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης στα ανωτέρω ποσά, δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα, που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, αφενός μεν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αφετέρου δε, την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος.

Είναι πρόδηλο, ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 213/2017, Α.Π. 405/2015, Α.Π. 150/2015). Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 419/2019, Α.Π. 1428/2018, Α.Π. 1443/2013).

Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017).

Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 του Α.Κ., 25 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. αποζημίωσή του λόγω της μόνιμης αναπηρίας του συνεπεία του τραυματισμού του, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 5183/2021 προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την κατ' άρθρον 931 του Α.Κ. αξίωση του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής:

"...Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος υπέστη τις προαναφερθείσες σωματικές βλάβες, στην τελευταία εξέταση που πραγματοποίησε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών στις 22.6.2015 παρουσίαζε αρθρίτιδα οσταρίων καρπού - ΠΧΚ Αρ με επώδυνο περιορισμό εύρους κίνησης, πώρωση καταγμάτων, υπαισθησία αριστερού πέλματος με ΗΜΓ επιβεβαίωση, πάχυνση πελματιαίας απονεύρωσης αριστερά.

Κατά δε την εξέτασή στις 29.1.2018 στο ιατρείο του διορισθέντος με τη με αριθμό 1917/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονος ιατρού ορθοπεδικού Ι. Λ., παρατηρήθηκε, όπως αναφέρεται στη με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ανωτέρω, 1. αριστερή ποδοκνημική οιδηματώδης σε σχέση με την δεξιά, 2.

μείωση της ραχιαίας έκτασης κατά 20 μοίρες 3. υπαισθησία αρ πέλματος και έξω επιφάνειας κνήμης, πάχυνση πελματιαίας απονεύρωσης. 4. Επώδυνες κινήσεις της αριστερής πηχεοκαρπικής, περιορισμός της κίνησης, ραχιαία έκταση πηχεοκαρπικής 30 μοίρες, κάμψη 10 μοίρες, ενώ οι φυσιολογικές κινήσεις του καρπού είναι κάμψη 80 και έκταση 70 μοίρες.

Στον ακτινολογικό έλεγχο που πραγματοποίησε ο ενάγων στις 31.1.2018 μετά από αίτημα του πραγματογνώμονος 1. η αριστερή κνήμη δείχνει τον ενδομυελικό ήλο με δυο βίδες στο πάνω και δυο στο κάτω τεταρτημόριό της, πώρωση του κατάγματος της κνήμης και της περόνης, 2. η αριστερή ποδοκνημική έχει αρχίσει να έχει αρθριτικές αλλοιώσεις που αποτυπώνονται με σκλήρυνση της ενδαρθικής επιφάνειας της κνήμης, ενώ συνυπάρχει οίδημα στο έξω σφυρό και παρατηρείται απασβέστωση των οστών του αστραγάλου, πτέρνας και του πρόσθιου άκρου ποδός, όπως και του κάτω τεταρτημόριου της κνήμης, 3.

Στον αριστερό αντιβράχιο δείχνει πώρωση καταγμάτων, 4. Στην άρθρωση της αριστερός πηχεοκαρπικής και αρθρίτιδα πηχεοκαρπικής. Σύμφωνα με το συμπέρασμα του ως άνω πραγματογνώμονος, αλλά και του διορισθέντος από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία τεχνικού συμβούλου ιατρού ορθοπεδικού Δ. Ε. ο ενάγων εκ του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα στις ..., λόγω της αρθρίτιδας της αριστερής πηχεοκαρπικής και της αρθρίτιδας της ποδοκνημικής, οι οποίες [αρθρίτιδες] συνεχώς θα επιδεινώνονται, κατέστη μόνιμα ανάπηρος, το ποσοστό του οποίου αθροιστικά προσδιορίζεται σε 30% από τον πραγματογνώμονα και σε 40% από τον τεχνικό σύμβουλο.

Η λόγω της αρθρίτιδας της πηχεοκαρπικής αναπηρία του ενάγοντος συνεπάγεται την αδυναμία εκτέλεσης των καθημερινών αναγκών, όπως η κίνηση στο χέρι, της σύλληψης, του δραγμού [όπως να σηκώσει ένα ποτήρι νερό], έχοντας επηρεασθεί η αυτοεξυπηρέτησή του στη χρησιμοποίηση του αριστερού του χεριού. Ομοίως η λόγω της αρθρίτιδας της ποδοκνημικής αναπηρία του ενάγοντος συνδέεται με αδυναμία - περιορισμό της κίνησής του - πόνο κατά την κίνηση - οίδημα [πρήξιμο].

Πέραν, όμως, αυτών επλήγη και το επαγγελματικό μέλλον του ενάγοντος, αφού από το χρόνο του ατυχήματος (ηλικίας τότε 38 ετών) κατέστη ανίκανος να ανταποκριθεί ως υπαξιωματικός του Λιμενικού Σώματος της υπηρεσίας συνδέσμων - διασωστών του ως άνω σώματος, στα καθήκοντα του διασώστη, μετατεθείς μόνιμα σε υπηρεσία γραφείου, σύμφωνα και με την με αριθμό ...

γνωμάτευση της ΛΥΝΕ. Έτι δε περαιτέρω το ανωτέρω γεγονός επηρεάζει την ψυχολογική του κατάσταση και κατ' επέκταση την κοινωνική του ζωή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται να του επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, χωρίς, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του ενάγοντος και της συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον τραυματισμό του...".

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, ως προς τον ως άνω τρίτο λόγο αναιρέσεως, δηλαδή με το να επιδικάσει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ., δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το Δίκαιο, δεν υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του Α.Κ.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν πρέπει να επιβληθούν, δεδομένου ότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε αυτά (Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 227/2020 ΝοΒ 2020. 1.682, Α.Π. 1584/2017), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5183/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ