Supreme Court allows appeal against bankruptcy court ruling on fraudulent asset transfer and insolvency proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the bankruptcy of a dairy company. The court found that the lower court failed to prove intent to harm creditors regarding specific asset transfers and funding issues. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is admissible when the lower court fails to establish the requisite intent to harm creditors in asset transfer cases, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1091 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1091/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στο Δήμο Παιoνίας του Νομού Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή, Χρήστο Οικονόμου και Ιωάννη Πίκουλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης,
2) Ά. Ζ. του Α., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης,
3) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, και
4) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη η αίτηση αναίρεσης προς:
(Α) ήδη κυρηχθείσα σε πτώχευση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.» που εδρεύει στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τη σύνδικο της πτώχευσης δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αιμιλία Ζιώγα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και
(Β) - 1) A. L. του D., κατοίκου ...,
2) B. A. του Τ., κατοίκου ...,
3) B. E. – J. του J., κατοίκου ...,
4) C. C. του S., κατοίκου ...,
5) D. B. του S., κατοίκου ...,
6) E. R. του X., κατοίκου ...,
7) G. B. του O., κατοίκου ...,
8) G. L. του H., κατοίκου ...,
9) H. C. του S., κατοίκου ...,
10) J. B. του P., κατοίκου ...,
11) K. R. του M., κατοίκου ...,
12) K. A. του B., κατοίκου ...,
13) L. K. του G., κατοίκου ...,
14) M. F. του G., κατοίκου ...,
15) M. G. του R., κατοίκου ...,
16) M. L. του G., κατοίκου ...,
17) M. L. του B., κατοίκου ...,
18) M. T. του M., κατοίκου ... ...,
19) M. K. του M., κατοίκου ...,
20) M. G. του Q., κατοίκου ... ...,
21) M. T. του Q., κατοίκου ...,
22) N. J. – P. του J., κατοίκου ...,
23) P. A. του G., κατοίκου ...,
24) S. K. του E., κατοίκου ...,
25) S. M. του V., κατοίκου ...,
26) S. M. του H., κατοίκου ...,
27) S. Η. του R., κατοίκου ...,
28) S. A. του S., κατοίκου ...,
29) S. J. του M., κατοίκου ...,
30) S. F. του F., κατοίκου ...,
31) T. G. του I., κατοίκου ...,
32) T. A. του T., κατοίκου ...,
33) T. R. του Q., κατοίκου ...,
34) T. S. του X., κατοίκου ...,
35) T. L. του P., κατοίκου ...,
36) T. V. του Z., κατοίκου ...,
37)T. V. του P., κατοίκου ...,
38) T. A. του K., κατοίκου ...,
39) T. B. του S., κατοίκου ...,
40) V. A. του A., κατοίκου ...,
41) Α. Γ. του Θ., κατοίκου ...,
42) Α. Ε. του Χ., κατοίκου ...,
43) Α. – Α. Γ. – Ε. του Μ., κατοίκου ...,
44) Α. Χ. του Κ., κατοίκου ...,
45) Α. Π. του Η., κατοίκου ...,
46) Α. Ν. του Γ., κατοίκου ...,
47) Α. Ι. του Σ., κατοίκου …,
48) Α. Τ. του Ι., κατοίκου …,
49) Α. Λ. του Θ., κατοίκου ...,
[…]
317) Φ. Θ. του Λ., κατοίκου ...,
318) Φ. Α. του Π., κατοίκου …,
319) Φ. Α. του Α., κατοίκου ...,
320) Χ. Κ. του Ρ., κατοίκου ...,
321) Χ. Χ. του Σ., κατοίκου ... ...,
322) Χ. Δ. του Ι., κατοίκου ... ...,
323) Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ...,
324) Χ. Ι. του Γ., κατοίκου …,
325) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ...,
326) Χ. Γ. του Α., κατοίκου ...,
327) Χ. Χ. του Μ., κατοίκου ...,
328) Χ. Τ. του Ρ., κατοίκου ...,
329) Χ. Ι. του Μ., κατοίκου ...,
330) Χ. Κ. του Α., κατοίκου ...,
331) Χ. Γ. του Β., κατοίκου ...,
332)Χ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., και
333)Ψ. Δ. του Ε., κατοίκου ...,
οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.10.2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση των κοινοποιουμένων προς η αίτηση αναίρεσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2549/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/6/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.
Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.
Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνο η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 § 1 και 12 §§ 1 & 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.
Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.
άρθρ. 1 § 3 κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.
Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ’ αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.
Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ' αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι' αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 1355/2018).
Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρείας, για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο.
Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.
Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει, όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν επαρκούν, για να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν, μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρείας και οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν, επίσης, να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρεία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα.
Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων, η μητρική εταιρεία αποτελεί τον κύριο ή τον αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρείας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρείας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρεία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη.
Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές.
[II] Στην προκειμένη περίπτωση με την από 24.10.2013 αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες εξέθεσαν (κατά το μέρος που εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος) ότι ήταν εργαζόμενες της 1ης εναγομένης γαλακτοβιομηχανίας ..., η οποία τους οφείλει από απλήρωτες εργατικές αξιώσεις τους κατά τα έτη 2010-2013 (δεδουλευμένα, δώρα εορτών επιδόματα και αποζημίωση άδειας, υπερεργασία, εργασιακή υποβάθμιση, αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), τα αναφερόμενα στην αγωγή τους χρηματικά ποσά και ότι η 2η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα γαλακτοβιομηχανία ...
υπό την ιδιότητά της ως μητρική της 1ης, ασκούσα κυριαρχική επιρροή, χρησιμοποίησε καταχρηστικά τη νομική προσωπικότητα της 1ης για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης και να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και συγκεκριμένα η μορφή της κατάχρησης εκδηλώθηκε με την ανεπαρκή χρηματοδότηση (υποκεφαλαιοδότηση), τη σύγχυση των περιουσιακών στοιχείων τους και την απομείωση της περιουσίας της 1ης, με αποτέλεσμα αυτή να μην έχει την οικονομική ευχέρεια να τους καταβάλει τα δεδουλευμένα.
Ζήτησαν δε, με αίτημα που μετέτρεψαν εν μέρει σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες σε ολόκληρο να τους καταβάλουν τα αιτούμενα ποσά. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες, την καθεμία σε ολόκληρο να καταβάλουν στις ενάγουσες τα επιδικαζόμενα ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση τόσο οι ενάγουσες όσο και η δεύτερη εναγομένη και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε αυτές τυπικά, απέρριψε την πρώτη έφεση (των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων) κατ’ ουσίαν και δέχθηκε τη δεύτερη έφεση (της 2ης εναγομένης - αναιρεσείουσας), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και υποχρέωσε την εναγομένη αυτή να καταβάλει στις ενάγουσες τα επιδικαζόμενα ποσά. Πρωτοδίκως, αλλά και στο Εφετείο, υπέρ της 2ης εναγομένης - αναιρεσείουσας και κατά των εναγουσών -αναιρεσιβλήτων άσκησαν απλή πρόσθετη παρέμβαση 334 εργαζόμενοι αυτής (2ης εναγομένης) με αίτημα να απορριφθεί η αγωγή, διότι σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, η εργοδότριά τους δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει οικονομικά και θα κινδυνεύσουν άμεσα οι θέσεις εργασίας τους. Ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα σ' αυτούς (προσθέτως παρεμβάντες), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. .../5-12-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χρυσής Μαργαριτοπούλου, οι οποίοι είναι απόντες.
[III] Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).
Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 1728/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή, όπως προσδιορίζεται παραπάνω, οι αναιρεσίβλητες επικαλέστηκαν εξειδικευμένα όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν περιστάσεις κατάχρησης του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ... ΑΕ από την αναιρεσείουσα και επομένως με τα στοιχεία αυτά η αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατά της αναιρεσείουσας είναι πλήρως ορισμένη και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 & 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή για δήθεν νομική και ποσοτική αοριστία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006). Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής:
«| Οι ενάγουσες, κατά το επίδικο (στην αναιρετική δίκη) χρονικό διάστημα ήταν εργαζόμενες της πρώτης εναγομένης (μη διαδίκου τώρα) ... ΑΕ, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου... Οι δύο εναγόμενες ανώνυμες εταιρίες δραστηριοποιούνταν από δεκαετίες επιχειρηματικά στον ίδιο χώρο και συγκεκριμένα στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων και από το έτος 2003 απετέλεσαν μέλη του ίδιου ομίλου, με μητρική εταιρία τη δεύτερη εναγομένη (...
ΑΕ) και θυγατρική την πρώτη εναγομένη (... ΑΕ). Πιο συγκεκριμένα, η ... ΑΕ, που είναι μία από τις παλαιότερες και γνωστότερες γαλακτοβιομηχανίες στη χώρα μας, ξεκίνησε τη δραστηριότητά της κατά το έτος 1950 στην Θεσσαλονίκη, ως γαλακτοκομική αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, με την επωνυμία «Ένωση Αγροτικών Γαλακτοκομικών και Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης ο … - Βιομηχανία Γάλακτος ...
Συν.Π.Ε. («ΕΑΣΘ-...-ΣΥΝ.ΠΕ»), με σκοπό, μεταξύ άλλων, την ίδρυση και λειτουργία εργοστασίων επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων γάλακτος και κτηνοτροφικών και λοιπών προϊόντων, καθώς και την αγορά, επεξεργασία και διάθεση τέτοιων προϊόντων στα μέλη του και στους τρίτους, διατηρώντας βιομηχανική μονάδα παραγωγής και πώλησης εμφιαλωμένου γάλακτος, γαλακτοκομικών, τυροκομικών και άλλων προϊόντων διατροφής, καθώς και διαφόρων ειδών παγωτών.
Καθώς όμως η πρώτη εναγομένη, ως συνεταιριστική οργάνωση, είχε συσσωρεύσει πολύ υψηλά χρέη και από το έτος 1997 βρισκόταν σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών της, τέθηκε υπό το καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990, με την 3386/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά από αγωγή που είχε ασκήσει εναντίον της η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (στο εξής ΑΤΕ ΑΕ), η οποία ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένη πιστώτριά της με απαιτήσεις ύψους 32.000.000.000,00 δραχμών (ήδη 93.910.491,56 Ευρώ), σε ποσοστό περίπου 85% επί του συνόλου των απαιτήσεων και διορίσθηκε (η ΑΤΕ ΑΕ) ειδική εκκαθαρίστρια.
Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η προσωρινή παραμονή όλου του προσωπικού της «ΕΑΣΘ-...-ΣΥΝ.ΠΕ», για τη λειτουργία της και παρασχέθηκε στην εκκαθαρίστρια το δικαίωμα να διατηρήσει μελλοντικά το απολύτως αναγκαίο, για τη λειτουργία της επιχείρησης, προσωπικό.
Στη συνέχεια, στις 20.01.2000, η ΑΤΕ ΑΕ, ως ειδική εκκαθαρίστρια της συνεταιριστικής οργάνωσης, προέβη στη διακήρυξη δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για την πώληση εν συνόλω του ενεργητικού της, διαγωνισμό στον οποίο πλειοδότησε η ίδια αντί τιμήματος 33.000.000.000,00 δραχμών (ήδη 96.845.194,42 Ευρώ), το οποίο θα καταβαλόταν άμεσα σε μετρητά με την υπογραφή της σύμβασης, είτε από την ίδια, είτε από υφιστάμενη ή μέλλουσα να ιδρυθεί τότε εταιρία, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας θα συμμετείχε κατά πλειοψηφία.
Έτσι στις 28.07.2000 η ΑΤΕ ΑΕ από κοινού με την ανώνυμη εταιρία του ομίλου της με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ίδρυσαν την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το δ.τ. «...», δυνάμει του υπ' αριθμ. …/28-07-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, με μετοχικό κεφάλαιο που ορίστηκε στο ποσό των 25.000.000.000,00 δραχμών (ήδη 73.367.571,53 Ευρώ) και συμφωνήθηκε να καλυφθεί κατά το ποσό των 24.900.000.000,00 δραχμών (ήδη 73.074.101,24 Ευρώ) ή 99,6% από την ΑΤΕ ΑΕ.
Το καταστατικό της νέας εταιρίας εγκρίθηκε και αυτή έλαβε νόμιμη άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές, ενώ στη συνέχεια καταρτίστηκε η σύμβαση μεταβίβασης όλου του ενεργητικού του υπό ειδική εκκαθάριση συνεταιρισμού, έναντι του προηγουμένως επιτευχθέντος τιμήματος των 33.000.000.000,00 δραχμών και με την 805/28-09-2001 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου η ΑΤΕ ΑΕ παρέσχε στην ...
ΑΕ τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 8.551.000.000,00 δραχμών, ενώ η οφειλέτρια εκχώρησε στη δανείστρια το σύνολο των εσόδων της, για την εξυπηρέτηση των δόσεων του δανείου. Στη συνέχεια η επιχείρηση ξεκίνησε τη λειτουργία της ως ανώνυμη πλέον εταιρία (... ΑΕ), με το ίδιο ενεργητικό, καθώς και με το εργατικό και υπαλληλικό προσωπικό που διατηρούσε ως συνεταιριστική οργάνωση.
Καθώς όμως εξακολουθούσε να συσσωρεύει, και ως ανώνυμη εταιρία, χρέη και να παρουσιάζει ζημίες κατά τις επόμενες χρήσεις των ετών 2001 και 2002, η διοίκηση του βασικού της μετόχου (ΑΤΕ ΑΕ) αποφάσισε να πωλήσει τις μετοχές της σε ιδιώτες επενδυτές και έτσι, στις 29-05-2003, μετά από δύο άκαρπους δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, η ...
ΑΕ (δεύτερη εναγομένη) εξαγόρασε από την ΑΤΕ ΑΕ και την «ΑΤΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ» το 99,99% των μετοχών της ... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε., αντί καταβληθέντος τιμήματος 12.250.000,00 Ευρώ (4.174.187.500,00 δραχμών). Από τότε οι δύο εναγόμενες ανήκουν στον ίδιο Όμιλο Εταιριών, με μητρική τη δεύτερη (... ΑΕ) και θυγατρική την πρώτη (... ΑΕ).
Όσον αφορά τώρα τη διοικητική και λειτουργική δομή των δύο εταιριών του ομίλου, την περιουσία εκάστης και τις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις και συναλλαγές, αποδείχθηκαν τα εξής:
Αμέσως μετά την εξαγορά της ... ΑΕ από την ... ΑΕ και μέχρι την κήρυξή της σε πτώχευση στις 27.10.2014, δυνάμει της 17980/27-10-2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η πρώτη είχε και τον απόλυτο έλεγχο της διοίκησης της τελευταίας, αφού Πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος αμφοτέρων των εταιριών ήταν ο Ν.
Κ. ή η θυγατέρα του Φ. Κ. (από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2012), ενώ και τα περισσότερα μέλη του ΔΣ της ... ΑΕ ήταν μέλη της οικογένειας του Ν. Κ. (Α. Κ., Μ. Κ. και Ά.-Μ. Κ.) ή ο Ε. Κ., Γενικός Διευθυντής της ... ΑΕ μέχρι το έτος 2009. Περαιτέρω, από την εξαγορά της ... ΑΕ οι δύο εταιρίες εξειδίκευσαν τις δραστηριότητές τους με τη θυγατρική να φέρεται ως ασχολούμενη μόνο με την παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μητρική, που διατηρεί δικό της εργοστάσιο στο Κιλκίς, μόνο με την παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων.
Στην πραγματικότητα η ... ΑΕ φρόντισε να γίνει η ... ΑΕ αποκλειστικός προμηθευτής των γιαουρτιών που αυτή (... ΑΕ) εμπορευόταν και σημαντικός διακινητής των τυροκομικών προϊόντων που η ίδια (... ΑΕ) παρήγαγε. Πάντως, οι δύο εταιρίες είχαν κοινή εμπορική διεύθυνση και Διεθύντρια Πωλήσεων αμφοτέρων ήταν το ίδιο πρόσωπο, η Φ.
Τ., η οποία, από κοινού με τον Ν. Κ., που κατ' ουσίαν διοικούσε αμφότερες τις εταιρίες, κατήρτιζε εμπορικές συμφωνίες με τους πελάτες και των δύο εταιριών (σούπερ μάρκετ και μικρότερα καταστήματα πώλησης γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων), καθορίζοντας τις τιμές πώλησης, τις εκπτώσεις, τον τρόπο πληρωμής και τον τρόπο διανομής των προϊόντων που παρήγαγαν αμφότερες οι εταιρίες.
Με την κοινή αυτή εμπορική και τιμολογιακή πολιτική μπορούσαν να επηρεασθούν αποφασιστικά τα οικονομικά αποτελέσματα της κάθε εταιρίας, καθώς και η ταμειακή ροή των εισπράξεών τους. Το αυτό ισχύει, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, για την κοινή οικονομική διεύθυνση των δύο εταιριών και ειδικότερα για την κοινή διαχείριση των εισπράξεων και των πληρωμών τους.
Αποδείχθηκε σχετικά ότι μετά την συγκέντρωση των επιταγών των πελατών της ... ΑΕ, το μεγαλύτερο μέρος τους δινόταν στη μητρική της, η οποία τις ενεχυρίαζε σε Τράπεζες, αντλώντας κεφάλαια, με τα οποία στη συνέχεια χρηματοδοτούσε τις τρέχουσες ανάγκες αμφοτέρων των εταιριών, κατά την κρίση όμως των κοινών διαχειριστών τους, δηλαδή των προαναφερθέντων Ν.
Κ., Ά. Κ. και Ε. Κ..
Περαιτέρω, τα τμήματα διανομής των δύο εταιριών ήταν μεν διακεκριμένα, όμως η μεταφορά των εμπορευμάτων της ... ΑΕ στην επαρχία, παρόλο που αυτή διέθετε δικό της, επαρκή, στόλο φορτηγών αυτοκινήτων, γινόταν από την αρχή και ιδιαίτερα από το έτος 2010 και μετά με φορτηγά και προσωπικό της ... ΑΕ, χωρίς καταβολή οποιουδήποτε αντιτίμου.
Γινόταν δηλαδή μερική κοινή χρήση του ίδιου δικτύου διανομής από τις δύο εναγόμενες εταιρίες. Αλλά και το τμήμα προμηθειών λειτουργούσε από κοινού για τις δύο εταιρίες του ομίλου, αφού οι ίδιοι υπάλληλοι είχαν την αρμοδιότητα της διαχείρισης των παραγγελιών αμφοτέρων για αναλώσιμα, υλικά συσκευασίας και καύσιμα, υπό τη διεύθυνση στελέχους της ...
ΑΕ. Το κοινό μάλιστα αυτό τμήμα των προμηθειών επικοινωνούσε με τους προμηθευτές αμφοτέρων των εταιριών χρησιμοποιώντας τις ηλεκτρονικές δομές της μητρικής εταιρίας. Στόχος της με τον τρόπο αυτό κοινής λειτουργίας του τμήματος προμηθειών των δύο εταιριών ήταν η αναζήτηση κοινών προμηθευτών στις ίδιες τιμές, κάτι που είναι βέβαια θεμιτό για εταιρίες του ίδιου ομίλου, θα μπορούσε όμως και αυτό να επηρεάσει, όπως και η κοινή εμπορική πολιτική, η κοινή οικονομική διεύθυνση και η εν μέρει χρησιμοποίηση κοινού δικτύου διανομής, αποφασιστικά τα οικονομικά αποτελέσματα κάθε μίας από τις δύο εναγόμενες εταιρίες.
Προέκυψε ακόμη ότι ο Ν. Κ. πώλησε προς την ... ΑΕ, δυνάμει του .../2004 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Β., ποσοστό 60% ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του στον ... Χαλκιδικής και μάλιστα για οικιστική εκμετάλλευση, δηλαδή για σκοπό άσχετο με τον καταστατικό σκοπό της εταιρίας, λαμβάνοντας ως προκαταβολή 5.000.000 Ευρώ, συνεχίζοντας να το επιβαρύνει με προσημειώσεις εκατομμυρίων Ευρώ για δανειοδότηση της ...
ΑΕ από διάφορες Τράπεζες, και χωρίς το μεταβιβάσει ποτέ οριστικά προς την ... ΑΕ, καθώς και ότι η θυγατρική εταιρία παρείχε στη μητρική εγγυήσεις για δανεισμό της τελευταίας από την ΑΤΕ και συγκεκριμένα της χορήγησε εγγύηση για δανειοδότηση, με την 243/27-02-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 5.000.000 Ευρώ, δυνάμει της οποίας ενεγράφη υποθήκη στο ακίνητο ιδιοκτησίας της θυγατρικής στο Λαγκαδά Θεσσαλονίκης (όπου στεγάζεται το εργοστάσιό της), καθώς και με την 28.08.2008 πρόσθετη πράξη μέχρι του ποσού των 5.000.000 Ευρώ, δυνάμει της οποίας ενεγράφη υποθήκη στο ίδιο ακίνητο, δεδομένα που επίσης καταδεικνύουν την οικονομική διαπλοκή των δύο εταιριών με αποφάσεις του κατ’ ουσίαν διαχειριστή αμφοτέρων Ν.
Κ.. Με όλες τις παραπάνω ενέργειες και παραλείψεις, που έγιναν κατόπιν αποφάσεων της κατ' ουσίαν κοινής διοίκησης των δύο εταιριών, επήλθε (μερική έστω) σύγχυση των περιουσιών τους και, κυρίως, χρησιμοποίηση της θυγατρικής προς όφελος της μητρικής, με τρόπο που θα μπορούσε να ζημιώσει τους δανειστές της θυγατρικής, αφού μέρος του οικονομικού κινδύνου από την κοινή λειτουργία των δύο εταιριών, και συγκεκριμένα το μέρος του κινδύνου που αφορούσε την προς όφελος της μητρικής εταιρίας λειτουργία της θυγατρικής, είχε μετακυλισθεί αποκλειστικά στους δανειστές της θυγατρικής.
Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της κεφαλαιοδότησης και χρηματοδότησης της θυγατρικής από τη μητρική εταιρία προέκυψαν τα εξής:
Κατά την εξαγορά της από την ... ΑΕ, η ... ΑΕ είχε απωλέσει κάθε πιστοληπτική ικανότητα, αφού ήδη από τη σύστασή της είχε λάβει δάνειο από την τότε κύρια πιστώτριά της και εκκαθαρίστριά της ΑΤΕ ΑΕ, με εγγραφή υποθηκών επί των ακινήτων της για ποσό που υπερέβαινε τα 15.000.000.000 δραχμές, κάτι που καθιστούσε απαγορευτική τη χορήγηση δανείων από τρίτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Η ... ΑΕ προέβη σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ... ΑΕ, συνολικού ύψους 12.010.000 Ευρώ, σε 3 δόσεις των 4.000.000 Ευρώ, η τελευταία από τις οποίες καταβλήθηκε στις 30 Ιουνίου 2011, η αύξηση όμως αυτή έγινε βάσει ρητού όρου της …/5-7-2003 Πρόσθετης Πράξης της …/25-6-2003 Σύμβασης Δανείου για κεφάλαιο κίνησης μονιμότερου χαρακτήρα ύψους 10.000.000,00 Ευρώ που συνήψε η ...
ΑΕ με την ΑΤΕ ΑΕ, και για τη διασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου. Επιβλήθηκε δε στην ... ΑΕ από την ΑΤΕ ΑΕ, ακριβώς επειδή η εταιρία ήταν υποκεφαλαιοδοτημένη και αφερέγγυα. Παρόμοια πρακτική υποκεφαλαιοδότησης της ... ΑΕ συνέχισε, και μετά την εξαγορά της, και η νέα κύρια μέτοχός της, δηλαδή η ... ΑΕ, προβαίνοντας και αυτή σε εσκεμμένα ελλιπή χρηματοδότηση της ...
ΑΕ με ίδια κεφάλαια, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επιχειρηματικής δράσης χωρίς (ή με περιορισμένη) ευθύνη της ίδιας (... ΑΕ). Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της κοινής λειτουργίας τους, η ... ΑΕ δεν προέβη παρά στην προαναφερθείσα αύξηση του κεφαλαίου της ... ΑΕ των 12.000.000 Ευρώ (ή 4.089.000.000 δραχμών), καλύπτοντας, τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, που κυμαίνονταν πάντοτε σε ποσό 7.000.000-10.000.000 Ευρώ, κυρίως με έναν άτυπο εσωτερικό δανεισμό, συνολικού ύψους 40.000.0000 Ευρώ, επιβάλλοντας (δια της κοινής κατ' ουσίαν διοίκησης των δύο εταιριών) ένα σύστημα αμοιβαίων αγοραπωλησιών, στο πλαίσιο του οποίου η ...
ΑΕ αφενός αγόραζε από την ... ΑΕ γαλακτοκομικά προϊόντα που στη συνέχεια τα διέθετε στην αγορά με δική της επωνυμία και αφετέρου πωλούσε σε αυτήν τόσο τυροκομικά προϊόντα παραγωγής της, που η αγοράστρια εταιρία ομοίως εμπορευόταν με τη δική της επωνυμία, όσο και μέρος του γάλακτος που χρειαζόταν η τελευταία ως πρώτη ύλη για την παραγωγή των προϊόντων της, προερχόμενο από το δικό της δίκτυο γαλακτοπαραγωγών, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ετήσιες ανάγκες γάλακτος της θυγατρικής της εταιρίας σε ποσοστό έως και 50%.
Η δε χρηματοδότηση της θυγατρικής επιτυγχανόταν δια της καταβολής από τη μητρική πολύ μεγάλων προκαταβολών έναντι των μελλοντικών της αγορών, που αυτή χρησιμοποιούσε για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της, χωρίς όμως στην πραγματικότητα η μητρική να αγοράζει και να παραλαμβάνει προϊόντα ισόποσης αξίας με το προκαταβληθέν τίμημα.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά το έτος 2012, μετά την 10ετή περίπου κοινή ουσιαστικά λειτουργία των δύο εταιριών του ομίλου με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω, η μητρική εταιρία, που, όπως προαναφέρθηκε, έλεγχε πλήρως τη διοίκηση της θυγατρικής, έθεσε σε εφαρμογή ένα οργανωμένο σχέδιο με στόχο την υπαγωγή της θυγατρικής στο καθεστώς εξυγίανσης των άρθρων 99 επ.
του Πτωχευτικού Κώδικα, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και αφού προηγουμένως είχε φροντίσει να ικανοποιήσει σημαντικό μέρος των δικών της απαιτήσεων κατά της θυγατρικής της. Για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού η ... ΑΕ διέκοψε σταδιακά τη χρηματοδότηση της ... ΑΕ, που μέχρι τότε εξασφάλιζε ρευστότητα και ήταν γενικά συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, τελώντας σε πλήρη παραγωγική δραστηριότητα.
Ειδικότερα, στόχος της ... ΑΕ ήταν να μειωθούν δραστικά οι απαιτήσεις των δανειστών της θυγατρικής της ... ΑΕ και ιδίως των ανέγγυων σε ποσοστό 85%, χωρίς όμως κατά τον χρόνο εκείνο η θυγατρική να τελεί σε παρούσα ή μελλοντική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών της υποχρεώσεων, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.
Και πράγματι η ... ΑΕ προέβη σε συστηματική υποχρηματοδότηση της θυγατρικής της εταιρίας, με συνέπεια η τελευταία να παύσει να εξοφλεί τους συνεργαζόμενους με αυτήν γαλακτοπαραγωγούς και τους εργαζομένους της, αλλά και τους περισσότερους από τους λοιπούς δανειστές της, προβαίνοντας σε επιλεκτικές μόνον πληρωμές.
Πιο συγκεκριμένα, οι γαλακτοπαραγωγοί είχαν ανεξόφλητες απαιτήσεις κατά της ... ΑΕ συνολικού ύψους άνω των 2.000.000 Ευρώ, κάτι που σύντομα (από τον Φεβρουάριο του 2013) τους ανάγκασε να διακόψουν την προμήθεια γάλακτος προς αυτήν και οι εργαζόμενοι της ... (262 στο εργοστάσιο του Λαγκαδά και οι 26 στο υποκατάστημα της Αθήνας), παρέμεναν εντελώς απλήρωτοι από τον Δεκέμβριο του 2012, ενώ κατά το ίδιο διάστημα (από τα τέλη του 2012) γίνονταν επιλεκτικές πληρωμές στους προμηθευτές των συσκευασιών των προϊόντων και των καυσίμων των φορτηγών που η ...
ΑΕ χρησιμοποιούσε για τη διανομή των προϊόντων. Οι επιλεκτικές αυτές πληρωμές αποσκοπούσαν στη συνέχιση της παραγωγικής διαδικασίας και της λειτουργίας της ... ΑΕ, κάτι που μπορούσε να επιτευχθεί, δεδομένου ότι μέρος της πρώτης ύλης για την παραγωγή των προϊόντων (γάλα) η ... ΑΕ το έπαιρνε από τη μητρική της, οι δε εργαζόμενοί της εξακολουθούσαν να εργάζονται με υποσχέσεις για μελλοντική εξόφληση των δεδουλευμένων τους.
Παράλληλα, βέβαια, η ... ΑΕ είχε φροντίσει να εισπράξει σημαντικό μέρος των απαιτήσεων της ίδιας κατά της θυγατρικής της ώστε να περιορισθεί κατά το δυνατό η ζημία της σε περίπτωση οριστικής διακοπής της λειτουργίας ή πτωχεύσεως της θυγατρικής και πράγματι αυτές μειώθηκαν με την ανάληψη μετρητών και επιταγών κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2012 από το ποσό των 13.560.000 στο ποσό των 8.189.891 Ευρώ στο τέλος του ίδιου έτους.
Η πτώχευση της ... ΑΕ πράγματι επακολούθησε, μετά από αίτηση της ίδιας, που όμως υποβλήθηκε στις 16-7-2014, μετά την αποτυχία του προαναφερθέντος οργανωμένου σχεδίου (της κατ' ουσίαν κοινής διοίκησης των δύο εταιριών) για υπαγωγή της ... ΑΕ στη διαδικασία της εξυγίανσης, αφού δηλαδή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης η σχετική αίτηση, και αφού οι προμηθευτές και οι εργαζόμενοι της είχαν ασκήσει αγωγές εναντίον της (και εναντίον της μητρικής της, ως ευθυνόμενης εις ολόκληρον) διεκδικώντας τις απαιτήσεις τους.
Έτσι, με την 17980/2014 (τελεσίδικη) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η ... ΑΕ κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, με ημέρα παύσης πληρωμών η 27.10.2012.
Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα εξής, σε σχέση με την επικαλούμενη από τις ενάγουσες απομείωση της περιουσίας της ... ΑΕ:
Με το από 15.11.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των δύο εναγομένων εταιριών, που εκπροσωπήθηκαν από τον κοινό Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό τους Ν. Κ., η ... ΑΕ μεταβίβασε στην ... ΑΕ την άδεια μη αποκλειστικής χρήσης του με αριθμό … σήματος «...»|, το οποίο είναι λεκτικό με απεικόνιση και ορισμένη έγχρωμη σύνθεση, προς διάκριση προϊόντων κλάσεως 29 και 30 (γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα και παγωτό) για διάστημα δέκα ετών, έναντι ανταλλάγματος 0,5% επί του ετήσιου καθαρού τζίρου της αδειούχου εταιρίας επί των πωλουμένων προϊόντων με το συγκεκριμένο σήμα.
Το σήμα αυτό αποτελούσε σημαντικότατο περιουσιακό στοιχείο της ... ΑΕ, αφού ήταν από πάρα πολλά έτη (από το έτος 1950) ταυτισμένο με ποιοτικά γαλακτοκομικά προϊόντα και είχε υψηλή αναγνωρισιμότητα. Η δε απώλεια της αποκλειστικής του χρήσης και οικονομικής εκμετάλλευσης, στέρησε την ... ΑΕ από σημαντικότατα έσοδα.
Ακόμη, στις αρχές Δεκεμβρίου του 2012, με τα .../06-12-2012, .../10-12-2012, .../10-12-2012, .../10-12-2012 και .../10-12-2012 τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, η ... ΑΕ μεταβίβασε 20 φορτηγά -ψυγεία στην ... ΑΕ. Αν και ήταν μέρος μόνον του στόλου της (από 250 περίπου φορτηγά), ήταν από τα καλύτερα φορτηγά της ... ΑΕ, υπερσύγχρονα και σε άριστη λειτουργική κατάσταση, και με την απώλειά τους η θυγατρική εταιρία στερήθηκε τόσο από σημαντικό μέρος του παγίου εξοπλισμού της, για τη διανομή των προϊόντων της, όσο και από σημαντικό μέρος κινητών που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους δανειστές της (και τις ενάγουσες) σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως ή πτωχεύσεως.
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, πλήρως αποδεικνύεται κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η βούληση καταστρατήγησης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης ... ΑΕ, μητρικής εταιρίας στον όμιλο που αποτελούσαν οι δύο εναγόμενες, των διατάξεων που αφορούν τα νομικά πρόσωπα κατά τρόπο που δικαιολογεί ως επιβαλλόμενη κύρωση την άρση της αυτοτέλειας της συνεναγομένης θυγατρικής της εταιρίας και τη συνευθύνη της για τα ένδικα χρέη της τελευταίας προς τις ενάγουσες.
Ειδικότερα, πέραν του ότι το σύνολο σχεδόν των μετοχών της συνεναγομένης της ... ΑΕ είχε συγκεντρωθεί στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης -μητρικής της εταιρίας και η θυγατρική τελούσε σε πλήρη διοικητική και οικονομική εξάρτηση από τη μητρική, υπήρξαν μεταξύ τους και επιλήψιμες συναλλαγές (ιδίως εσωτερικός άτυπος δανεισμός, υπό συνθήκες αδιαφάνειας, για την ταμειακή διευκόλυνση της θυγατρικής που εμφανίζονταν ως δήθεν προκαταβολές έναντι μελλοντικών αγορών) και μερική σύγχυση των περιουσιών τους, καθώς και εξαρχής υποκεφαλαιοδότηση της θυγατρικής, που ήταν ονομαστική, αποσκοπούσε όμως και είχε ως αποτέλεσμα να μετακυλισθεί μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου από την κοινή κατ’ ουσίαν λειτουργία των δύο εταιριών του ομίλου στους δανειστές αποκλειστικά της θυγατρικής, και υπήρξε ακόμη, από το έτος 2012, βάσει οργανωμένου σχεδίου, και συστηματική υποχρηματοδότηση της θυγατρικής εταιρίας, καθώς και επιλεκτικές πληρωμές και προνομιακή ικανοποίηση της μητρικής ως βασικής ανέγγυας πιστώτριας της θυγατρικής και, τέλος, απομείωση της περιουσίας της θυγατρικής, και όλα αυτά επ' ωφελεία της μητρικής και προς βλάβη των δανειστών της θυγατρικής της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι και εν προκειμένω οι ενάγουσες.
Πιο αναλυτικά, οι δύο εναγόμενες εταιρίας ανήκαν στον ίδιο όμιλο, με μητρική τη δεύτερη εναγομένη ... ΑΕ και θυγατρική την πρώτη εναγομένη ... ΑΕ και κατ’ ουσίαν η διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της θυγατρικής γινόταν από τη μητρική, που είχε το σύνολο σχεδόν των μετοχών της και έλεγχε πλήρως τη διοίκησή της, ενώ οι δύο εταιρίες είχαν και κοινή κατ' ουσίαν παραγωγική διαδικασία, η δε θυγατρική εξαρτάτο πλήρως οικονομικά από τη μητρική, όπως αναλυτικά περιγράφηκε παραπάνω στην παρούσα απόφαση.
Επρόκειτο δηλαδή για όμιλο με συγκεντρωτικό χαρακτήρα και εξουσιαστική δομή, με τη θυγατρική να ελέγχεται πλήρως από τη μητρική εταιρία τόσο διοικητικά όσο και οικονομικά. Η επιλογή αυτή ήταν της μητρικής εταιρίας, που απέκτησε τις μετοχές της πρώτης εναγομένης αποσκοπώντας στην εκμετάλλευση του σήματος, της διεισδυτικότητάς του και του δικτύου της πρώτης εναγομένης προς όφελος και με στόχο την ανάπτυξη της δικής της επιχειρηματικής δραστηριότητας, κάτι που από μόνο του δεν είναι αθέμιτο, ούτε και αρκεί για να θεμελιώσει κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της θυγατρικής εταιρίας εκ μέρους της μητρικής και την άρση της αυτοτέλειάς της, όπως άλλωστε και η ονομαστική υποκεφαλαιοδότηση της μητρικής, για την οποία έγινε αναλυτικά λόγος παραπάνω στην παρούσα απόφαση.
Όμως η δεύτερη εναγομένη εταιρία, αποκτώντας τον πλήρη διοικητικό έλεγχο της πρώτης και ομογενοποιώντας κατ’ ουσίαν την παραγωγική και εμπορική δομή των δύο εταιριών, δημιούργησε εξ αρχής και (αθέμιτες) συνθήκες αδιαφάνειας και διαπλοκής και, κυρίως φρόντισε να μετακυλίσει μέρος του δικού της επιχειρηματικού κινδύνου (συγκεκριμένα του μέρους που αντιστοιχούσε στην κοινή δράση των δύο εταιριών) αποκλειστικά στους δανειστές της θυγατρικής της, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω στην παρούσα απόφαση, με σκοπό και την εξασφάλιση των κεφαλαίων της ίδιας, που είχαν δοθεί στη θυγατρική της μέσω του προαναφερθέντος εσωτερικού άτυπου δανεισμού που αποτελούσε δική της, εσκεμμένη, επιλογή.
Και αφού με όλες τις παραπάνω εσκεμμένες επιλογές της η μητρική εταιρία εξασφάλισε επί σειρά ετών τη συνέχιση της παραγωγικής λειτουργίας της θυγατρικής της, παρόλο μάλιστα που κατά τα τελευταία έτη εμφάνιζε ζημίες, χωρίς όμως να της χορηγεί την απαραίτητη για την εξασφάλιση των δανειστών της κεφαλαιακή επάρκεια, ακριβώς επειδή η με τον τρόπο αυτό συνέχιση της λειτουργίας της θυγατρικής ωφελούσε κυρίως, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην παρούσα απόφαση, τη μητρική, όταν κατά το έτος 2012, λόγω κυρίως του τρόπου διαχείρισης της θυγατρικής που η ίδια είχε επιλέξει και συγκεκριμένα λόγω της εξάντλησης των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής με τη σώρευση υποχρεώσεων σε βάρος της, η χρηματοδότηση της ...
ΑΕ, κατέστη για την ίδια επαχθής και επικίνδυνη, η ... ΑΕ προέβη πλέον σε συστηματική υποχρηματοδότηση αυτής, διακόπτοντας σταδιακά τη χρηματοδότηση και οδηγώντας την σε οικονομική κατάρρευση, αφού όμως είχε πρώτα φροντίσει να ικανοποιήσει προνομιακά και έγκαιρα σημαντικό μέρος των δικών της απαιτήσεων σε βάρος των λοιπών δανειστών της ...
ΑΕ, μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι και εν προκειμένω οι ενάγουσες, και αφού είχε φροντίσει να την απογυμνώσει από σημαντικότατα περιουσιακά της στοιχεία (τα φορτηγά και την αποκλειστικότητα της χρήσης του σήματός της που προαναφέρθηκαν). Και επέλεξε η μητρική να συνεχίσει τη λειτουργία της θυγατρικής της, παρόλο που από τις 27.10.2012 είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, αντί να την ενισχύσει κεφαλαιακά, ή να την οδηγήσει σε πτώχευση, στην οποία βέβαια οι απαιτήσεις των εργαζομένων, αλλά και άλλων πιστωτών, όπως οι εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις Τραπεζών, θα ήταν προνομιούχες έναντι των δικών της απαιτήσεων, ακριβώς επειδή σκοπός της ήταν η εξασφάλιση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους των δικών της απαιτήσεων με ζημία των λοιπών δανειστών της θυγατρικής της, μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι και εν προκειμένω οι ενάγουσες.
Για το σκοπό αυτό η δεύτερη εναγομένη, κατά το έτος 2012, εκμεταλλευόμενη και την εσωτερική πληροφόρηση που είχε, άρχισε να ικανοποιεί προνομιακά έναντι των λοιπών δανειστών της θυγατρικής της, τις δικές της απαιτήσεις κατ' αυτής, θέτοντας σε εφαρμογή το προαναφερθέν οργανωμένο σχέδιο υπαγωγής της ... ΑΕ στη διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ.
του Πτωχευτικού Κώδικα, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε να εξακολουθήσει η λειτουργία της θυγατρικής προς όφελος της ... ΑΕ και προς βλάβη των λοιπών δανειστών της, κάτι που, όπως προαναφέρθηκε, εν μέρει το επέτυχε, με τη χορήγηση προσωρινής διαταγής επί της αιτήσεως συνδιαλλαγής. Τέλος, κατά το ίδιο έτος 2012, η ...
ΑΕ, πέραν της συστηματικής υποχρηματοδότησης της θυγατρικής της και της προνομιακής ικανοποίησης των δικών της απαιτήσεων, και παράλληλα με το προαναφερθέν οργανωμένο σχέδιο υπαγωγής της στη διαδικασία εξυγίανσης, απομείωσε την περιουσία της ... ΑΕ στερώντας την από τα προαναφερθέντα σημαντικότατα περιουσιακά της στοιχεία, περιορίζοντας κατά τον τρόπο αυτό την ικανοποίηση των δανειστών της ...
ΑΕ και εν προκειμένω των εργαζομένων της εναγουσών, αλλά και καθιστώντας ιδιαίτερα δυσχερή την ικανοποίηση αυτή ακόμη και από το προϊόν της πτωχεύσεως που ακολούθησε την αποτυχία του παραπάνω οργανωμένου σχεδίου και δεν έχει ακόμη περατωθεί". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχθηκε η βούληση καταστρατήγησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας ...
ΑΕ, των διατάξεων που αφορούν τα νομικά πρόσωπα κατά τρόπο που δικαιολογεί ως επιβαλλόμενη κύρωση την άρση της αυτοτέλειας αυτής έναντι της συνεναγομένης θυγατρικής της εταιρίας ... ΑΕ και τη συνευθύνη της για τα ένδικα χρέη της τελευταίας προς τις ενάγουσες και μετά ταύτα, σύμφωνα με τα παραπάνω, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (εν μέρει αναγνωριστικά) να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες, εργαζόμενες της ..., τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά».
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και εσφαλμένα υπήγαγε τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα στην ίδια αυτή διάταξη, προκειμένου να δεχθεί την άρση της κατά τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ περιουσιακής αυτοτέλειας της αναιρεσείουσας, ως νομικού προσώπου έναντι της εταιρίας ...
ΑΕ. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατέχει τη συντριπτική πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της (99,99%), ότι η θυγατρική τελούσε σε πλήρη διοικητική και οικονομική εξάρτιση από τη μητρική, ότι υπήρξαν μεταξύ τους και επιλήψιμες συναλλαγές (ιδίως εσωτερικός άτυπος δανεισμός, υπό συνθήκες αδιαφάνειας, για την ταμειακή διευκόλυνση της θυγατρικής που εμφανίζονταν ως δήθεν προκαταβολές έναντι μελλοντικών αγορών) και μερική σύγχυση των περιουσιών τους, καθώς και εξαρχής υποκεφαλαιοδότηση της θυγατρικής, που ήταν ονομαστική και υπήρξε ακόμη, από το έτος 2012 και συστηματική υποχρηματοδότηση της θυγατρικής εταιρίας, δεν ερεύνησε, προς θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας εκ του άρθρου 281 ΑΚ, το απαραίτητο στοιχείο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης, ότι η όλη αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αποσκοπούσε στην αθέμιτη και κακόπιστη πρόκληση της συγκεκριμένης (επίδικης) βλάβης των αναιρεσιβλήτων, ενόψει και των παραδοχών της, ότι από το 2003 που η αναιρεσείουσα εξαγόρασε την ...
μέχρι το 2012 οι εργαζόμενοι της ... με την οικονομική ενίσχυση της ... αμείβονταν κανονικά και ότι το σχέδιο εξυγίανσης της ... των άρθρων 99 επ. ΠτωχΚ του 2012 απέβλεπε στη βλάβη των δανειστών της, στους οποίους δεν περιλαμβάνει τους εργαζόμενους (που και μόνο ενδιαφέρουν), καθώς δεν υπήρχε πρόβλεψη για περικοπή των απαιτήσεων των εργαζομένων της, των οποίων η ...
επιθυμούσε τη σύμπραξη. Επίσης δεν ερεύνησε, αν συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης υποχρέωση να χρηματοδοτεί και δη επαρκώς εσαεί, τη θυγατρική της εταιρία και αν είχε την προς τούτο οικονομική ευχέρεια. Περαιτέρω, η απόφαση στερείται και νομίμου βάσεως, αφού έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ενώ προσδιορίζει την οικονομική κατάσταση της ... κατά το χρόνο αγοράς της από την αναιρεσείουσα (2003) ως καλή, χαρακτηριζόμενη από απουσία χρεών, αναγνωρισιμότητα του σήματός της και υποστήριξη του καταναλωτικού κοινού, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι η ... ΑΕ από τη σύστασή της το 2000 και από τις χρήσεις των ετών 2001 και 2002 σώρευε χρέη και παρουσίαζε ζημίες και κατά την εξαγορά της από την αναιρεσείουσα είχε απωλέσει κάθε πιστοληπτική ικανότητα.
Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι από το 2003 που η αναιρεσείουσα εξαγόρασε από την ΑΤΕ την ... ξεκίνησε συστηματική υποχρηματοδότηση της ... από την αναιρεσείουσα μέχρι το 2012, αντιφατικά (ως προς τη συστηματική υποχρηματοδότηση) δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατέστησε παραγωγικά ισχυρή την ... χρηματοδοτώντας την για την εξασφάλιση της ταμειακής της ρευστότητας, για σημαντικές επενδύσεις και για την ανανέωση του εξοπλισμού της, αυξάνοντας και τον κύκλο των εργασιών της και το 2012 η ...
απασχολούσε 376 άτομα και διέθετε μεγάλο δίκτυο συνεργατών ανά την επικράτεια για τη διανομή των προϊόντων της, ενώ στη διάρκεια των ετών είχε αυξήσει τον κύκλο των εργασιών της και ότι μέχρι τότε (2012) εξασφάλιζε ρευστότητα και ήταν γενικά συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, τελώντας σε πλήρη παραγωγική δραστηριότητα.
Ακόμη, ενώ δέχεται ότι ο σκοπός της αναιρεσείουσας αρχήθεν, ήδη από το έτος 2003 ήταν η συνέχιση της λειτουργίας της ... για δικό της όφελος, δεν προσδιορίζει ποια ήταν τα οικονομικά αποτελέσματα της ... που δέχεται ότι καρπωνόταν η αναιρεσείουσα και πώς προέκυπτε η κάρπωση αυτή, καθήν στιγμή, όπως δέχεται η απόφαση, η ...
παρέμενε ζημιογόνος, με αποτέλεσμα, ουδέποτε η αναιρεσείουσα, που κατείχε το 99,99% να λάβει μέρισμα. Εξάλλου, για τη διαπίστωση της υποκεφαλαιοδότησης, δεν διευκρινίζει το ύψος της επαρκούς χρηματοδότησης και την ακριβή ποσοτική διαφορά ανάμεσα στο θεωρούμενο ως επιβεβλημένο ύψος χρηματοδότησης και σε αυτό που υπήρχε πράγματι και στοιχειοθετεί την ανεπίτρεπτη υποχρηματοδότηση.
Ενώ, όσον αφορά τη διακοπή της χρηματοδότησης της ... από την αναιρεσείουσα το 2012, οπότε και πτώχευσε, δεν διευκρινίζεται ούτε το ύψος του θεωρούμενου ως επιβεβλημένου ποσού χρηματοδότησης, ούτε αν η αναιρεσείουσα είχε την προς τούτο ευχέρεια χορήγησης. Περαιτέρω, όσον αφορά τα κοινά μέλη της διοικήσεως των δύο εταιριών (αναιρεσείουσας και θυγατρική ...) και την κοινή εμπορική πολιτική τους, πολιτική προμηθειών κλπ, η υπό τύπον εικασίας εκφερόμενη αιτιολογία της αποφάσεως ότι θα μπορούσαν να ζημιωθούν οι δανειστές της ..., μη συνοδευόμενη από σκέψη διαπιστωτική ότι πράγματι υπήρξε πρόθεση βλάβης και βλάβη αυτών, δεν μπορεί να δικαιολογήσει πόρισμα για καταχρηστική μερική σύγχυση των περιουσιών των δύο εταιριών.
Επίσης, όσον αφορά τη μεταβίβαση της άδειας μη αποκλειστικής χρήσης του σήματος της ... κατά 50% και την πώληση των φορτηγών αυτοκινήτων στις αρχές Δεκεμβρίου 2012, πέραν της ακυρότητας των μεταβιβάσεων αυτών, ως αναγόμενες στην ύποπτη περίοδο της πτωχεύσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αναφέρει την αξία τους ως παγίων στοιχείων της ..., ώστε να ελεγχθεί το πόρισμά της ότι με την πώληση αυτή, η ...
απογυμνώθηκε από σημαντικότατα περιουσιακά στοιχεία. Τέλος, το ενδεικτικό στοιχείο, στο οποίο κυρίως το Εφετείο θεμελιώνει την απόφασή του, ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο υπαγωγής της ... στην εξυγίανση των άρθρων 99 επ. Πτωχ.Κ. χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (επιλεκτικές πληρωμές), το ίδιο αποδυναμώνει, αφού στη συνέχεια δέχεται ότι η σχετική αίτηση απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
[V] Επομένως, οι 2ος, 3ος και 4ος αλληλοσυμπληρούμενοι λόγοι της αίτησης, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 & 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των πιο πάνω λόγων που έγιναν δεκτοί στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3).
Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν, να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 463/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαϊου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ