Legislator Case Law & Legislation
1091/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling facts established ownership without usucapion claims.

Case Number 1091/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs of the defendants against the Third Instance Court of the Aegean. The lower court found that the plaintiff had acquired ownership of the disputed land through derivative and direct possession, rejecting the defendants' claim of usucapion. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly determined that usucapion provisions did not apply to the case facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1142, 1167, 1168 of the Civil Code; The court established that usucapion claims are inadmissible when the plaintiff's ownership is proven by other legal titles and possession evidence.

Keywords

AI generated
property ownership usucapion possession evidence civil appeal heirs liability derivative title direct possession

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1142, 1167, 1168 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1091 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1091/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου …, 2.Ε.Τ. του Α., συζ. Χ.Δ., κατοίκου …, οι οποίες παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ξανθίππης Μικρού.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Μ. του Φ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Δημοκώστα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 71/2006 206/2006,49/2007,45/2011,50/2013 μη οριστικές και 7/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-4-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-Από την παραδεκτή, κατ' άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 9-5-2003 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (μεταβατική έδρα Θήρας) κατά των Α. Τ., Ε.

συζ. Α. Τ. και Ε. θυγ. Α. Τ., η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Κ. Μ. ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία των περιγραφομένων σ'αυτή (αγωγή) υπόσκαφων, με αριθμούς … και … εμβαδού 25,85 και 6 τμ αντίστοιχα, ευρισκομένων στη θέση …, της Κοινότητας … της νήσου …, των οποίων ισχυρίστηκε ότι κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του … συμβολαίου της Σ/φου … Μ.

–Ρ. Μ., νόμιμα μεταγραμμένου και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, οι οποίοι την απέβαλαν παράνομα από τη νομή τους, να της τα αποδώσουν. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι η ενάγουσα έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα και ισχυρίστηκαν ότι αυτά περιλαμβάνονται στο δικό τους τίτλο κυριότητας.

Μετά ταύτα, επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 78/2004 απόφαση του άνω δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν προέκυψε από τις αποδείξεις ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα των επίδικων υπόσκαφων με παράγωγο τρόπο και με τακτική χρησικτησία, διότι αυτά δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο της, καθώς και τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας των εναγομένων, δεχθείσα ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια από τα … και … συμβόλαια της Σ/φου …Ε.

Κ. αν τα επίδικα περιλαμβάνονται στην ιδιοκτησία τους. Κατά της άνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε δύο εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου και δη την από 17-1-2005 έφεση κατά του Α. Τ., η οποία κατατέθηκε στις 19-1-2005 και την από 14-2-2005 έφεση κατά της Ε. συζ. Α. Τ. και Ε. θυγ. Α. Τ., που κατατέθηκε την 21-2-2005. Μετά από συνεκδίκαση των άνω εφέσεων, κατά τη δικάσιμο της 10-2-2006, εκδόθηκε η 71/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την από 14-2-2005 έφεση, έκανε τυπικά δεκτή την από 17-1-2005 έφεση και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγ/νη επί των επιδίκων.

Μετά ταύτα, εκδόθηκαν οι 206/2006,49/2007,45/2011 και 50/2013 αποφάσεις του άνω δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν διαδοχικές αντικαταστάσεις των ορισθέντων πραγ/νων. Στη συνέχεια, με την από 25-5-2016 κλήση της ενάγουσας -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εισήχθη προς συζήτηση η από 17/1/2005 έφεση κατά τη δικάσιμο της 12-5-2017 και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7/2018 εφετειακή απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: <Με την από 25.5.2016 κλήση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας φέρεται προς συζήτηση η από 17.1.2005 και με αριθμό κατάθεσης 3/19.1.2005 έφεση της κατά της υπ' αρ. 78/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (μεταβατική έδρα Θήρας), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 71/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Η τελευταία απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις από 17.1.2005 και 14.2.2005 (αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 3/19.1.2005 και 6/21.2.2005 αντίστοιχα) εφέσεις της εκκαλούσας κατά της ως άνω απόφασης και απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την δεύτερη, που απευθυνόταν κατά της Ε. συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Τ. και της Ε. θυγ. Α. Τ., συζ. Χ. Δ., δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, δέχθηκε τυπικά την πρώτη, που απευθυνόταν κατά του Α.

Τ. του Ι., πρώτου των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητου, ακολούθως ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να γνωμοδοτήσει με αιτιολογημένη έκθεση, σχετικά με το εάν τα επίδικα υπόσκαφα τμήματα, που βρίσκονται στη θέση "…" της κοινότητας … της νήσου …, περιλαμβάνονται εν όλω ή εν μέρει και σε ποιά έκταση στους επικαλούμενους τίτλους των διαδίκων, η οποία και διενεργήθηκε νόμιμα".

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι "μετά την άσκηση της υπό κρίση έφεσης και ειδικότερα, στις … επήλθε ο θάνατος του εφεσίβλητου... Από τις υπ' αριθμ. … και …. εκθέσεις επίδοσης αντίστοιχα, που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα, προκύπτει ότι η τελευταία, μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως της κληρονομιάς, επέδωσε ακριβές αντίγραφο της από … κλήσης της κατά του εφεσίβλητου, απευθυνομένης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση της προς τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος, ήτοι τη σύζυγό του Ε.

συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Τ. και το τέκνο του Ε. θυγ. Α. Τ., συζ. Χ. Δ. (ήδη αναιρεσείουσες) και προσκάλεσε αυτές σε αναγκαστική επανάληψη της δίκης, η οποία, ενόψει του ότι οι ανωτέρω δεν αντιλέγουν, συνεχίζεται νόμιμα με την ως άνω κλήση". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ".. οι παριστάμενες εφεσίβλητες, ως διάδοχοι του αποβιώσαντος αρχικά εφεσίβλητου, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, και με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, προβάλλουν το πρώτον την ένσταση του δεδικασμένου, επικαλούμενες ότι η απόρριψη της κρινόμενης αγωγής της αντιδίκου τους με την υπ' αριθμ. 78/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, για λόγους ουσιαστικούς (ως αναπόδεικτη) και της από 14.2.2005 (αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 6/21.2.2005) έφεσης της τελευταίας με την υπ' αρ. 71/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, για λόγους τυπικούς (απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη) αναφορικά με αυτές, έχει ως συνέπεια την αποπεράτωση της δίκης, με αποτέλεσμα να έχει κριθεί τελεσίδικα ότι τα όρια και η έκταση των επιδίκων ακινήτων για αυτές, με την ιδιότητά τους, αρχικά, ως ψιλές κυρίες μέχρι τις …, που απεβίωσε ο εφεσίβλητος (επικαρπωτής Α.

Τ.), και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του τελευταίου, να καταστούν πλήρεις κυρίες των επιδίκων ακινήτων. Όμως, εφόσον πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για διεκδικητική αγωγή, στην οποία ενάγονται περισσότεροι, υπάρχει απλή ομοδικία μεταξύ των εναγομένων. Ενόψει της φύσης της ομοδικίας αυτής, ως δικονομικής σχέσης η υπέρ ή κατά ομοδίκου εκδοθείσα απόφαση δεν δημιουργεί δέσμευση (δεδικασμένο) και υπέρ και κατά των άλλων ομοδίκων και, επομένως, δεν ασκεί επιρροή στη δίκη των άλλων και, συνεπώς, καθένας από τους ομοδίκους ενεργεί ανεξάρτητα των λοιπών.

Συνεπώς το δεδικασμένο, που παρήγαγε η παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, αφορούσε από το ένα μέρος, την ήδη ενάγουσα (εκκαλούσα), που ήταν και τότε ενάγουσα, και από το άλλο μέρος τις τότε εναγόμενες Ε. συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Τ. και την Ε. θυγ. Α. Τ., συζ. Χ. Δ., και όχι τον τότε συνεναγόμενο τους και ήδη εφεσίβλητο, με τον οποίο τελούσαν σε σχέση απλής ομοδικίας, δεδομένου ότι το δεδικασμένο επεκτείνεται στις σχέσεις κάθε ομοδίκου με τον αντίδικό του και όχι στη σχέση προς τους λοιπούς ομοδίκους, γιατί αντικείμενο της δίκης είναι η αξίωση του ενάγοντος έναντι κάθε ομοδίκου και όχι η μεταξύ των ομοδίκων σχέση.

Επομένως, ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων περί δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από την υπ' αριθμ. 78/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, πρέπει ν' απορριφθεί".Τέλος, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση τις εξής παραδοχές: "Τα επίδικα εδαφικά τμήματα που βρίσκονται μεταξύ των μη αμφισβητούμενων ιδιοκτησιών των διαδίκων στην θέση "…" της κοινότητας … της νήσου …, είναι τα με αριθμούς … και … υπόσκαφα εκτάσεως 25,85 και 6 τ.μ αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται στο βορειοανατολικό άκρο μείζονος ακινήτου και συνορεύουν βόρεια- βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Λ.

Ν., νότια-νοτιοδυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία της εκκαλούσας και ανατολικά με γκρεμνά. Το μείζον ακίνητο, αποτελείται από οικία με αυλή και το οικόπεδό της και συνορεύει ανατολικά και νότια με κρεμνά και με κοινοτική οδό. Η έκταση του οικοπέδου (αυλής) ανέρχεται σε 22.72 τ.μ, ενώ από τους υπάσκαφους χώρους οι πέντε (5) είναι μπαζωμένοι ή ημιμπαζωμένοι και οι τέσσερις χτισμένοι.

Από τα χτισμένα υπόσκαφα το ένα (1), που βρίσκεται κάτω από την ιδιοκτησία Β., έχει εμβαδό 43,54 τ.μ., τα άλλα δύο (2), που βρίσκονται κάτω από την προαναφερθείσα αυλή και από το προαναφερθέν υπόσκαφο, έχουν εμβαδό 23, 60 τ. μ. (No …) και 29,74 (No…) αντίστοιχα, ενώ το τέταρτο (No…), που βρίσκεται στο δυτικό άκρο δίπλα στην ιδιοκτησία Κ., έχει εμβαδό 15 τ.μ.

Από τα μπαζωμένα υπόσκαφα το ένα (No …) βρίσκεται ανατολικά ταυ τρίτου των προαναφερομένων υποσκάφων και κάτω από την προαναφερθείσα αυλή, άλλα δύο (2) βρίσκονται κάτω από το δεύτερο και το τρίτο των προαναφερθέντων (No … και … αντίστοιχα) και τα άλλα δύο (ήδη ξεμπαζωμένα) (No … και …) βρίσκονται στο επίπεδο του πρώτου και ανατολικά του, με είσοδο από την προαναφερθείσα αυλή.

Το μείζον δε ακίνητο, τμήματα του οποίου είναι τα επίδικα υπόσκαφα, απεικονίζεται αναλυτικά στο τοπογραφικό διάγραμμα, που έχει ενσωματωθεί στη ένδικη αγωγή, όπου τα προαναφερθέντα υπόσκαφα φέρουν τους αριθμούς (εντός κύκλου) από … έως … αντίστοιχα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη αρίθμηση. Η εκκαλούσα απέκτησε με παράγωγο τρόπο το μείζον ακίνητο, (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα επίδικα) και, συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμ.

… αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Μ. – Ρ. Ε. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής αριθμό .... Στους αμέσους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας, η μείζονα έκταση είχε περιέλθει από κληρονομιά του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος Γ.

Δ. (αδελφού της Μ. Δ., δεύτερης συζύγου του Ε.Μ. και κληρονόμου της πρώτης συζύγου του Ε. Κ.), την οποία αυτοί αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. … συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου … Μ. – Ρ. Ε. Μ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου …. Στον δικαιοπάροχο της εκκαλούσας Γ.

Δ., το μείζον ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη μεταβίβαση κατά το έτος …, από την Ε. σύζ. Ε. Μ.το γένος Σ. Κ.. Από το έτος …, όταν αυτός εγκαταστάθηκε σε αυτό, το νεμόταν συνεχώς με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας διακατοχικές πράξεις και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον δικό του χρόνο νομής αυτόν της προκατόχου του Ε.

σύζ. Ε. Μ., το γένος Σ. Κ., στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει με τον ίδιο τρόπο (ήτοι έκτακτη χρησικτησία), κατόπιν εγκατάστασής της σε αυτό το έτος …, δυνάμει του υπ' αριθμ. … προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου … Σ. Π.. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι τόσο η εκκαλούσα (ενάγουσα), όσο και οι δικαιοπάροχοί της, τουλάχιστον από το … και δυνάμει των παραπάνω τίτλων, ασκούσαν στο επίδικο φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, διενεργώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής.

Πιο συγκεκριμένα, η εκκαλούσα το επισκεπτόταν και το επέβλεπε, συντηρούσε τους περιμετρικούς μανδρότοιχους, προέβη σε καταμετρήσεις αυτού, σε σύνταξη διαγραμμάτων και το αποτύπωσε με τη συγκεκριμένη έκταση σε διάφορα τοπογραφικά, προέβη στην σταδιακή οικοδόμηση των υποσκάφων χώρων και την εκμίσθωσή τους, στην περίφραξη της όλης ιδιοκτησίας, στο σταδιακό ξεμπάζωμα των μπαζωμένων υπόσκαφων και στον καθαρισμό και καλλωπισμό του χώρου.

Οι δε δικαιοπάροχοί της, άμεσοι και απώτεροι, προέβησαν σε πράξεις νομής που συνίσταντο, κυρίως στην οίκηση της οικίας από τους ίδιους και την οικογένεια τους, και στον σταυλισμό των ζώων τους. Όλες οι άνω πράξεις νομής εκ μέρους της εκκαλούσας και των δικαιοπαρόχων της, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω τρίτων προσώπων, γίνονταν με διάνοια κυρίου και ήταν δηλωτικές της θέλησης εξουσίασεως του μείζονος ακινήτου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα επίδικα, την νομή των οποίων, αυτοί δεν απώλεσαν, καθόσον μετά το έτος …, που καταπλακώθηκαν από τους σεισμούς, οι οποίοι έλαβαν χώρα στο νησί, δεν είχαν τη δυνατότητα συνεχούς φυσικής εξουσίασης των επιδίκων, γεγονός που δεν ήταν απαραίτητο για την άσκηση της νομής τους.

Αυτοί, λοιπόν, ασκώντας συνεχώς αδιατάρακτα και αδιάλειπτα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό των δικαιωμάτων των κυρίων, νομέων και κατόχων διακατοχικές πράξεις από το έτος … τουλάχιστον, προσμετρώντας δε συνεχώς στην άσκηση της δικής τους νομής, τα χρόνια άσκησης νομής των αμέσων και απωτέρων δικαιοπάροχων είχαν καταστεί ήδη κύριοι του ως άνω μείζονος ακινήτου, χωρίς η κυριότητά τους να αμφισβητηθεί από κανένα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε κανένα από τους προγενέστερους τίτλους των δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος (εννοεί, εφεσιβλήτου) δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα, πράγμα που υποδηλώνει ότι αυτά ουδέποτε τους ανήκαν, αλλά ούτε και οι ίδιοι αμφισβήτησαν ποτέ την κυριότητά τους. Επιπροσθέτως, ο αρχικώς εφεσίβλητος, τον οποίο ήδη διαδέχθηκαν νόμιμα οι παρούσες εφεσίβλητες, και οι δικαιοπάροχοι του δεν αποδείχθηκε ότι τις επίδικες ως άνω εκτάσεις, νεμήθηκαν διαδοχικά με διάνοια κυρίου, δυνάμει των επικαλούμενων από αυτούς νομίμων τίτλων και με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν επικρατέστερα δικαιώματα τρίτων, δηλαδή με καλή πίστη, ασκώντας επ' αυτών τις πράξεις, που αρμόζουν στην φύση και τον οικονομικό τους προορισμό, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος … έως και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής ή έστω κατά την τελευταία εικοσαετία πριν την άσκηση αυτής.

Επομένως, ο εφεσίβλητος ούτε με χρησικτησία απέκτησε το δικαίωμα επικαρπίας του, καθόσον δεν απέδειξε ότι άσκησε στα επίδικα ακίνητα (υπόσκαφα) διακατοχικές πράξεις νομής. Αποδείχθηκε, κατά συνέπεια πλήρως, ότι η εκκαλούσα έγινε πράγματι κυρία των επιδίκων, κατά παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), διότι αυτή νεμήθηκε τα προαναφερθέντα ακίνητα, επί τη βάσει συμβολαιογραφικών τίτλων κτήσης συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος … μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 100ετίας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος άσκησε πρώτη φορά πράξεις νομής επί των επιδίκων, όταν το έτος … τα κατέλαβε αυθαίρετα και εγκαταστάθηκε σ' αυτά, αποβάλλοντας έτσι παράνομα και χωρίς τη θέληση της την εκκαλούσα και ενσωματώνοντας αυτά στην ως άνω ιδιοκτησία του. Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης, ο οποίος από δική του γνώση και αντίληψη, καθόσον διαμένει μόνιμα στη … όλα τα χρόνια της ζωής του και γνωρίζει τα περιστατικά από δική του πείρα, κατέθεσε ότι αυτά ανήκουν στην ιδιοκτησία της εκκαλούσας και ότι το μείζον ακίνητο, που τα συμπεριελάμβανε, ήταν διώροφο με αυλή, στο υπέδαφος του οποίου υπήρχαν όλες αυτές οι τρύπες (υπόσκαφα) και προηγουμένως ανήκε στον δικαιοπάροχο της εκκαλούσας ονόματι Δ. (παρατσούκλι "Σ."), ο οποίος της το μεταβίβασε μαζί με τα υπόσκαφα, που υπήρχαν κάτω από τον αύλειο χώρο, και ότι ο εφεσίβλητος κατέλαβε το χώρο, που βρίσκονταν τα επίδικα υπόσκαφα, χωρίς να έχει δικαίωμα, προέβη δε σε οικοδομικές εργασίες στον χώρο αυτό αυθαίρετα και χωρίς τη θέληση της τελευταίας.

Η εν λόγω η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εφεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος συνδεόταν με σχέση εργολαβίας με αυτές, απέβλεπε σε οικονομικό όφελος από τις τελευταίες, και αγνοούσε τα ακριβή όρια των ομόρων ιδιοκτησιών των διαδίκων, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, εξεταζόμενος στο πρωτόδικο δικαστήριο.

Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και νομίμως επικαλούμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι, παρότι υπάρχει ασυμφωνία της περιγραφής της ιδιοκτησίας μεταξύ των τίτλων της εκκαλούσας, ωστόσο αυτοί (οι τίτλοι) εμφανίζονται να συμφωνούν ως προς την θέση του μείζονος ακινήτου, (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα επίδικα υπόσκαφα), και την χρήση αυτού, πλην όμως, αν και περιγράφουν διαφορετικό πλήθος οικιών και χτισμάτων, αλλιώτικη υψομετρική διαμόρφωση του ακινήτου και ανόμοιο μέγεθος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το προικοσύμφωνο με αριθμό … είναι ο πιο αξιόπιστος τίτλος και φέρει μεγαλύτερη βαρύτητα στα όσα αναφέρει.

Ειδικότερα, στο συγκεκριμένο τίτλο της εκκαλούσας το μείζον ακίνητο περιγράφεται ως ένα μικρό κτιριακό σύμπλεγμα ή συγκρότημα κτισμάτων, καθότι γίνεται αναφορά σε τρεις (3) οικίες, θεμελιωμένες σε τρία (3) τουλάχιστον διαφορετικά εδαφικά επίπεδα και πολύ περισσότερα κτίσματα. Επίσης, αυτός (ο πραγματογνώμονας) διατυπώνει την άποψη ότι, αν και το ως άνω προικοσύμφωνο στερείται τοπογραφικού διαγράμματος, ωστόσο το όριο του μείζονος ακινήτου προκύπτει περιγραφικά από την σχέση της περιγραφής του τίτλου με την σημερινή πραγματικότητα ξεκινώντας από τους όμορους ιδιοκτήτες Β., Ν.

και Κοινοτική Οδό, που αναφέρονται στον ως άνω τίτλο και συνεπώς "....η παραπάνω συνθήκη πληρείται μόνο εφόσον η περιγραφόμενη ιδιοκτησία, του ως άνω προικοσύμφωνου περιλαμβάνει και το δυτικό επίδικο υπόσκαφο". Περαιτέρω, ο ως άνω πραγματογνώμονας, αφού προβαίνει στη διαπίστωση ότι, ο συγκεκριμένος τίτλος (…) αναφέρει τρεις οικίες σε αντίθεση με τους μεταγενέστερους υπ'αριθ.

… και … τίτλους, που αναφέρουν μία (οικία), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κτίσματα Κ… και Κ… ταυτίζονται με την παλαιά κτιστή πρόσοψη του δυτικού και ανατολικού επίδικου υποσκάφου αντίστοιχα. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο κι από τις διαπιστώσεις του προαναφερθέντος τεχνικού συμβούλου, στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα έκθεσή του, από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Καταρχήν, αρχαιότερο τίτλο, που προσκομίζουν οι εφεσίβλητες, για να αποδείξουν την ιδιοκτησία τους, αποτελεί η υπ' αριθμ.

… δημόσια διαθήκη, η οποία συνετάγη, ένα χρόνο προ του σεισμού του έτους …, όταν υφίσταντο ήδη τα υπόσκαφα ευμεγέθη κτίρια, δύο εκ των οποίων, ταυτίζονται με τα επίδικα. Η δημόσια αυτή διαθήκη δεν αναφέρει στα κληρονομιαία την "ιδιοκτησία που διεκδικούν οι εφεσίβλητες, σύμφωνα με τους οποίους περιλαμβάνεται στα λοιπά και μη κατονομαζόμενα δικαιώματα του διαθέτη, ενώ στα διαδοχικά συμβόλαια αποδοχής κληρονομιάς και προσύμφωνο πώλησης της Ε.

Ξ., τελευταίας δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων, με αριθμούς …και …αντίστοιχα, που συντάσσονται από τον ίδιο συμβολαιογράφο στις …, απουσιάζει τοπογραφικό διάγραμμα και οι περιγραφές στα συμβόλαια είναι ασαφείς και δεν αναφέρουν γνωστούς στην περιοχή ομόρους γείτονες. Μετά δε, από δύο (2) μήνες περίπου, στις …, αυθημερόν και στον ίδιο συμβολαιογράφο συντάσσεται νέο ζεύγος τίτλων, τα με αριθ.

… και … συμβόλαια και συγκεκριμένα η διόρθωση της ως άνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Ε. Ξ.και η διόρθωση του προαναφερθέντος προσυμφώνου πώλησης προς τους εφεσίβλητους αντίστοιχα. Στο δεύτερο απ' αυτά, μάλιστα, προσαρτάται και το από το … τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Τ.. Σε αυτό το τελευταίο ζεύγος τίτλων αναφέρεται το εμβαδόν τόσο της επιφανειακής ιδιοκτησίας (49.367 τ.μ., όσο και της υπόσκαφης 21.08 τ.μ.).

Ακολούθως, σε λιγότερο από ένα μήνα και ειδικότερα στις …, συντάσσεται από τους εφεσίβλητους, σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας του ακινήτου τους, στο οποίο προσαρτήθηκε το ίδιο ως άνω, από το … τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Τ., όπου διατηρούνται οι ίδιες διαστάσεις και το ίδιο εμβαδόν, που αναφέρονται στο παραπάνω προσύμφωνο.

Ένα (1) χρόνο αργότερα συντάσσεται το επόμενο (και τελευταίο) ζεύγος τίτλων συμβολαίων, ήτοι η υπ' αριθμ. … διόρθωση των προγενεστέρων αποδοχών της Ε. Ξ. (αρχικής και πρώτης διορθώσεως) και η υπ' αριθμ. … διορθωτική πράξη του προγενεστέρου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου των εφεσιβλήτων (…). Σε αμφότερα τα συμβόλαια προσαρτάται το από το … διάγραμμα του μηχανικού Τ., το οποίο απεικονίζει μεγαλύτερη "ιδιοκτησία", με εμβαδόν επί της επιφάνειας του εδάφους Π 1.47 τ.μ.

και συνολικά 62.58 τ.μ. υποσκάφων χώρων. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι οι τίτλοι των εφεσιβλήτων δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα, εμπεριέχουν ανακρίβειες, καθόσον στις περιγραφές τους δεν περιλαμβάνουν ονόματα επιφανών και διαχρονικά σταθερών ομόρων ιδιοκτήτων στην περιοχή, ώστε να καθίσταται δυνατός και ευχερής ο εντοπισμός του ακινήτου στην περιοχή, ενώ από τις εξετασθείσες επίσημες διαχρονικά αεροφωτογραφίες, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος … μέχρι το έτος … δεν παρατηρείται ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή της ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων, ή στην επίδικη περιοχή, εκτός των ιχνών από τις οικοδομικές εργασίες της εκκαλούσας.

Με βάση τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι η επίδικη περιοχή αποτελούσε ανέκαθεν και αποτελεί ιδιοκτησία της εκκαλούσας και των δικαιοπαρόχων της και περιλαμβανόταν στους τίτλους της. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία των επιδίκων υποσκάφων και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος, ο όποιος τα κατέλαβε, χωρίς να έχει δικαίωμα, να τα αποδώσει σ' αυτήν.

Έσφαλε, επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία η κρινόμενη έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τον πρώτο των εναγομένων (εφεσίβλητο), στην θέση του οποίου υπεισήλθαν η Ε.συζ.

Α. Τ., το γένος Κ. Τ.και η Ε. θυγ. Α. Τ., συζ. Χ. Δ., ως διάδοχοι αυτού μετά το θάνατο του. Περαιτέρω πρέπει να κρατηθεί... η υπόθεση αφού δε δικασθεί κατ' ουσίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τον πρώτο εναγόμενο, να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία των επιδίκων υποσκάφων, που αποτελούν τμήμα του μείζονος ακινήτου ιδιοκτησίας της και να υποχρεωθούν η Ε.

συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Τ. και η Ε. θυγ. Α. Τ., συζ. Χ. Δ., να της τα αποδώσουν ως διάδοχοι αυτού μετά το θάνατό του".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (ΑΠ 363/2017).

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012).

Κατά δε τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ.339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση, αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 1113/2013).

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι σωρευτικά ασκούμενοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 11 περ. γ' και 20 ΚΠολΔ, εφόσον αναφέρονται στα ίδια έγγραφα και στο αυτό περιεχόμενό τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι λογικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1294/2018), όπως γενικά είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 757/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη του το … πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η διακοπείσα λόγω θανάτου του Α.

Τ. δίκη συνεχίζεται μόνο από τις αναιρεσείουσες με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του άνω θανόντος και δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κλήσης, λόγω μη κλητεύσεως της τρίτης, εξ αδιαθέτου κληρονόμου Α. Σ. Τ.

Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου του … πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …, το οποίο αν είχε αναγνώσει ορθά το Εφετείο θα διαπίστωνε ότι υπήρχε και έτερη κληρονόμος του Α.Τ., η θυγατέρα του Α.Τ., η οποία δεν είχε κλητευθεί και θα έπρεπε για το λόγο αυτό να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησης της έφεσης.

Οι λόγοι αυτοί από τον αριθ. 11 περ. γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή αφορούν το ίδιο ως άνω έγγραφο, δηλαδή, το 6727/13-6-2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους (ή το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη και παραμορφώθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη και, ως εκ τούτου, δεν ήταν, δυνατόν να παραμορφωθεί).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή, το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί, μόνον, ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 585/2019).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε αυτό που ζητήθηκε με την αγωγή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει, ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση, σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 781/2017).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια γιατί, "ενώ δέχεται ότι η κατ' έφεση δίκη συνεχίζεται και αφορά μόνο τον εναγόμενο Α. Τ., ο οποίος το μόνο δικαίωμα που επικαλείτο ότι είχε αποκτήσει στα επίδικα ήταν αυτό της επικαρπίας και αφού εξαφανίζει μόνον ως προς αυτόν (ήτοι, τον επικαρπωτή) την πρωτόδικη απόφαση κρατεί, δικάζει και δέχεται την αγωγή ως προς την αμφισβητούμενη από αυτόν επικαρπία της ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων, στη συνέχεια αποφαίνεται ότι αυτή (ενάγουσα) πρέπει να αναγνωριστεί κυρία αυτών και διατάσσει τις αναιρεσείουσες να της τα αποδώσουν όχι κατ' επικαρπία, αλλά κατά κυριότητα και εν συνόλω, επιδικάζοντας με αυτό τον τρόπο, πλέον του αιτηθέντος".

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της κατά των εναγομένων Α. Τ., Ε. Τ. και Ε. Τ., επικαλούμενη ότι τυγχάνει κυρία των επίδικων ακινήτων (υπόσκαφων) με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο και ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν αυθαίρετα και παράνομα τα πιο πάνω ακίνητα, αποβάλλοντάς την από τη νομή τους, ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία αυτών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της τα αποδώσουν.

Με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο κτήσης της ενάγουσας, αλλά στο δικό τους, χωρίς να κάνουν οποιαδήποτε αναφορά στην ιδιότητα του πρώτου ως επικαρπωτή και των συνεναγομένων του ως ψιλών κυρίων των επιδίκων.

Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς τους εκδόθηκε η πρωτοβάθμια 78/2004 απόφαση, η δε από 17/1/2005 έφεση κατ'αυτής, με την οποία η εκκαλούσα ζητούσε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, με σκοπό να αναγνωριστεί κυρία των επίδικων υποσκάφων και να της αποδοθούν από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο δεν στράφηκε εναντίον του μετέπειτα αποβιώσαντος Α.

Τ. ως επικαρπωτή, (ισχυρισμός που προβλήθηκε από τους εναγόμενους για πρώτη φορά στο Εφετείο) αλλά ως εναγομένου που την απέβαλε από τη νομή των επιδίκων, με τον ισχυρισμό ότι τυγχάνει ο ίδιος (μαζί με τις συνεναγόμενες - αναιρεσείουσες) κύριος αυτών, ιδιότητα την οποία ο ίδιος είχε επικαλεστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές δέχθηκε ότι η δίκη, η οποία διακόπηκε λόγω του θανάτου του αρχικώς εναγόμενου Α. Τ. συνεχίζεται από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίες και τον διαδέχθηκαν με την πιο πάνω ιδιότητα. Επομένως, ορθώς το Εφετείο, ενεργώντας εντός του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τον εφεσίβλητο - εναγόμενο Α.

Τ. δίκασε και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς αυτόν, αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας επί των επιδίκων υπόσκαφων και, στη συνέχεια, υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ανωτέρω να αποδώσουν την κυριότητα (και όχι την επικαρπία) αυτών στην ενάγουσα, μη επιδικάζοντας έτσι πλέον του αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.

Συνεπώς, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.

Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων διαμορφώνονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες. Στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό της διαδικαστικής πράξης, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο της εν λόγω πράξης.

Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, όπως της δικαιοδοσίας, της ικανότητας διαδίκου, της νομιμοποίησης ή του εννόμου συμφέροντος.

Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και, κυρίως, από τις διατάξεις του ουσιαστικού, ενίοτε δε και του δικονομικού δικαίου, με την έννοια ότι εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο ως δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναίρεσης ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης, σύμφωνα με το νόμο ή αν από τα στοιχεία που επικαλείται προκύπτει ότι δεν νομιμοποιείται, τότε η αγωγή του απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από τις παραπάνω αιτίες στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΡ286/2020).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Προς τους απαράδεκτους ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που δεν προτείνονται νομίμως και, ειδικώς, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα. (ΑΠ 622/2019).

Με το τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των ουσιωδών δικονομικών προϋποθέσεων παροχής έννομης προστασίας, μεταξύ των οποίων η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου.

Όμως, μολονότι πρότειναν παραδεκτώς με τις από … προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου <πράγματα> που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και, δη, ότι λόγω θανάτου του εφεσίβλητου επικαρπωτή Α. Τ., εφόσον δεν είχε οριστεί διαφορετικά, αυτομάτως η επικαρπία αυτού αποσβέστηκε και κατέστη ανύπαρκτος, επιστρέφοντας σ' αυτές τις ψιλές κυρίες και τούτο, εξ ιδίου δικαίου, και όχι ως κληρονόμους αυτού, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και δεν απέρριψε την έφεση ως μη νόμιμη, απαράδεκτη και κατ' ουσία αβάσιμη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας, αφού το επιδιωκόμενο δικαίωμα του ανωτέρω (επικαρπία) ήταν ανύπαρκτο και αυτή (ενάγουσα-εκκαλούσα) στερούνταν εννόμου συμφέροντος για τη διεξαγωγή της δίκης και της ως προς αυτές ενεργητική νομιμοποίησή της, ενώ και οι ίδιες αυτές στερούνταν παθητικής νομιμοποίησης, καλούμενες να συνεχίσουν την διακοπείσα δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου, ως επικαρπωτού, αφού σε καμμιά περίπτωση δεν ήταν φορείς αυτού του δικαιώματος, διότι η επικαρπία αυτού είχε πλήρως αποσβεσθεί (ως αυτομάτως έχουσα συνενωθεί με την ψιλή κυριότητά τους η οποία έτσι κατέστη πλήρης) και ήταν ανύπαρκτος και ούτε αυτές ήταν φορείς του δικαιώματος της επικαρπίας εκ κληρονομίας αλλά εξ ιδίου δικαίου".

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα με την ένδικη διεκδικητική της αγωγή κατά των εναγομένων ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία και να της αποδοθούν τα αναφερόμενα σ'αυτή ακίνητα. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στο δικό τους τίτλο κτήσης και όχι σ' εκείνον της ενάγουσας.

Η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή και τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγόντων ως αναπόδεικτους. Η έφεση δε που άσκησε κατ' αυτής η ενάγουσα στρεφόταν κατά του Α. Τ. ως εναγομένου που κατέλαβε (μαζί με τις αναιρεσείουσας) τα επίδικα ακίνητα, παράνομα και αυθαίρετα, και αρνούνταν την απόδοσή τους σ'αυτή.

Ο τελευταίος δε, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου, κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι επικαρπωτής των επίδικων ακινήτων, χωρίς να αναφέρεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Μετά τον θάνατο αυτού, τη διακοπείσα δίκη ενώπιον του Εφετείου συνέχισαν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη ως κυρίες των επιδίκων, λόγω επιστροφής της επικαρπίας του Α.

Τ. στην ψιλή κυριότητά τους. Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία των επίδικων υπόσκαφων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενώ ως προς τον εναγόμενο -εφεσίβλητο Α. Τ., το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων του, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτά ουδέποτε του ανήκαν, αλλά και ούτε και οι ίδιοι αμφισβήτησαν ποτέ την κυριότητα αυτών, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός, τον οποίο διαδέχθηκαν οι νυν αναιρεσείουσες και οι δικαιοπάροχοί του τα νεμήθηκαν διαδοχικά με διάνοια κυρίου, δυνάμει των αναφερομένων από αυτούς νομίμων τίτλων και με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν επικρατέστερα δικαιώματα τρίτων, δηλαδή, με καλή πίστη, ασκώντας σε αυτά τις πράξεις που αρμόζουν στην φύση και τον οικονομικό προορισμό τους, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος … έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής ή έστω κατά την τελευταία εικοσαετία πριν από την άσκησή της.

Επιπλέον, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι με χρησικτησία αυτός απέκτησε δικαίωμα επικαρπίας επ'αυτών, αφού δεν απέδειξε ότι άσκησε στα επίδικα διακατοχικές πράξεις νομής. Μετά ταύτα δε, αφού αναγνώρισε κυρία των επιδίκων υπόσκαφων την ενάγουσα, υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να της τα αποδώσουν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού εναγομένου που προσέβαλε την κυριότητα της, καταλαμβάνοντας αυτά και όχι ως εναγόμενες, στο πρόσωπο των οποίων μετά το θάνατο του ανωτέρω συνενώθηκαν ψιλή κυριότητα και επικαρπία.

Συνεπώς, η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν στερούνταν εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποίησης κατά την άσκηση της έφεσής της σε βάρος του αρχικώς εναγόμενου Α. Τ., στη θέση του οποίου, μετά το θάνατό του, υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι αναιρεσείουσες. Κατόπιν αυτών, ο άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, δηλαδή, ο Α.

Τ. ήταν επικαρπωτής των επίδικων ακινήτων, μετά τον θάνατο του οποίου η επικαρπία αποσβέσθηκε, καθώς και ότι αυτή επέστρεψε στην ψιλή κυριότητα των αναιρεσειουσών εκ κληρονομίας, ώστε, κατά τους ισχυρισμούς τους, στην κατ' έφεση δίκη να νομιμοποιούνται παθητικά εξ ιδίου δικαίου, ως κυρίες. Από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης.

Η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (ολ ΑΠ 18/2005) και ερευνάται, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 82/2016), η εσφαλμένη δε κρίση για τη συνδρομή ή μη της προϋποθέσεως αυτής ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ολΑΠ 18/2005).

Ειδικότερα, από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΑΠ75/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος. Κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, τα θεμελιωτικά για την άσκηση διεκδικητικής αγωγής στοιχεία είναι η κυριότητα του ενάγοντα στο πράγμα, η κατάληψη του τελευταίου από τον εναγόμενο της αγωγής και η νομή αυτού κατά το χρόνο άσκησης της εν λόγω αγωγής, αίτημα της, δε, είναι η απόδοση του πράγματος.

Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 σαφώς συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα, μετά δε την απόσβεση εκείνης με το θάνατο του επικαρπωτή, το περιεχόμενο της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν ώστε δεν νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου (ΑΠ 1657/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι "ενώ πρότειναν, παραδεκτώς με τις ενώπιον του Εφετείου από … προτάσεις τους, ότι λόγω θανάτου του εφεσιβλήτου εν προκειμένω επικαρπωτού Α.

Τ., και εφόσον δεν είχε ορισθεί διαφορετικά, αυτομάτως, η επικαρπία αυτού απεσβέσθη και κατέστη ανύπαρκτος (ως δικαίωμα), και επέστρεψε αυτομάτως σε αυτές τις ψιλές κυρίες και τούτο "εξ ιδίου δικαίου και ουχί ως κληρονόμους", το Εφετείο ουχί νομίμως δεν απέρριψε την ένδικη έφεση ως μη νόμιμη, απαράδεκτη και κατ' ουσίαν αβάσιμη για έλλειψη τόσον ενεργητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου τους, η οποία κατά την ημέρα της δικασίμου της άνω Εφέσεως κατά του Α.

Τ.δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά για τη συζήτηση της Εφέσεώς της, αφού το επιδιωκόμενο δικαίωμα αυτού (επικαρπία) ήταν τότε πλέον ανύπαρκτο, και έτσι κατά πάσα περίπτωση η αντίδικος στερούνταν και του εννόμου συμφέροντος για την διεξαγωγή της δίκης, όσον όμως και κυρίως στερούνταν και της ως προς αυτές παθητικής νομιμοποίησής τους αφού καλούμενες να συνεχίσουνε την κατ' Έφεση δίκη, με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του προαποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ως επικαρπωτού, Α.

Τ., σε καμία περίπτωση δεν ήταν φορείς αυτού του δικαιώματος, αφού η επικαρπία αυτού είχε πλήρως αποσβεσθεί (ως αυτομάτως έχουσα συνενωθεί με την ψιλή κυριότητα τους, η οποία είχε εντεύθεν καταστεί πλήρης) και ήταν ανύπαρκτος, και ούτε αυτές ήταν φορείς του δικαιώματος της επικαρπίας εκ κληρονομιάς, αλλά εξ ιδίου δικαίου.

Δεχθέν δε το Εφετείο ότι, ακόμα και μετά τον θάνατο του Α. Τ. υφίστανται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της ενεργητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου ως εκκαλούσης στην ένδικο έφεση, αλλά και της παθητικής νομιμοποίησης του Α. Τ., ως αρχικού διαδίκου, αλλά και αυτών (αναιρεσειουσών) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, παραβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ και προς τούτο ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ".

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη η διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας, και ο ισχυρισμός ιδίας κυριότητας των εναγομένων επί των επιδίκων ακινήτων.

Στη συνέχεια η από 17/1/2005 έφεση που άσκησε η ενάγουσα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ενώπιον του Εφετείου στρεφόταν κατά του αρχικώς εναγόμενου Α. Τ.με την ιδιότητά του ως προσβολέα της κυριότητάς της, από την οποία την απέβαλε παράνομα, ενώ τέλος το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα κατέστη κυρία αυτών με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο.

Ομοίως, δέχθηκε ότι τα επίδικα δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους του εναγόμενου - εφεσίβλητου και των δικαιοπάροχων του, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκαν από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του πράξεις νομής επ'αυτών, με διάνοια κυρίου, δυνάμει των επικαλουμένων τίτλων και με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν επικρατέστερα δικαιώματα τρίτων, δηλαδή, με καλή πίστη, ασκώντας σε αυτά τις πράξεις που αρμόζουν στην φύση τους και τον οικονομικό προορισμό τους, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το … μέχρι την άσκηση της αγωγής ή τουλάχιστον την τελευταία 20ετία.

Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτών με χρησικτησία. Μετά ταύτα, αφού αναγνώρισε κυρία των επίδικων την ενάγουσα, υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να αποδώσουν τα άνω ακίνητα σ'αυτήν ως κληρονόμοι του αρχικού εναγομένου Α. Τ., που νομιμοποιούνται στη συνέχιση της διακοπείσας δίκης, λόγω θανάτου του Α.

Τ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και όχι ατομικά ως κυρίες μετά την επιστροφή της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητά τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142, 1144 και 1166 του ΑΚ συνάγεται ότι η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διατηρώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Η επικαρπία συνίσταται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία.

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1167 και 1168 του ΑΚ η απόσβεση της επικαρπίας για κάποιο από τους λόγους που αναφέρεται στον νόμο έχει ως συνέπεια ότι η επικαρπία επιστρέφει αυτοδικαίως στην κυριότητα από την οποία αποσπάσθηκε, χωρίς να απαιτείται να ορισθεί αυτό κατά τη σύσταση, δηλαδή, επιστρέφει σε εκείνον τον οποίο ευρίσκεται ήδη η κυριότητα αυτού, αφού η επιστροφή αναφέρεται στην κυριότητα που υπάρχει κατά το χρόνο της αποσβέσεως της επικαρπίας (ΑΠ 1225/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1142,1167 και 1168 ΑΚ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι "λόγω του προσωποπαγούς δικαιώματος της προσωπικής δουλείας της επικαρπίας, και εντεύθεν, την συνεπεία του θανάτου του επικαρπωτή, Α. Τ., άμεση απόσβεση αυτής και την απορρόφηση και συνένωσή της με την ψιλή κυριότητα τους, έπαυσε του λοιπού να υφίσταται το ένδικο δικαίωμα της επικαρπίας του αρχικού διαδίκου Α. Τ. και εντεύθεν το δικαστήριο υποχρεούτο κατ', εφαρμογή των άνω περί επικαρπίας διατάξεων του Α.Κ., να δεχθεί την με τις από … προτάσεις τους προταθείσα απόσβεση τη επικαρπίας του αρχικού διαδίκου και την επιστροφή της σε αυτές ως ψιλές κυρίες και όχι ως κληρονόμους του αποβιώσαντος και εντεύθεν να αποφανθεί την εκ της αιτίας αυτής κατάργηση της σχετικής δίκης".

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και αυτό, γιατί από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα περιέχονται στους τίτλους κτήσης του Α. Τ. και των δικαιοπαρόχων του, ούτε ότι αυτός οι δικαιοπάροχοί του άσκησαν πράξεις νομής επ 'αυτών με διάνοια κυρίου δυνάμει των επικαλουμένων τίτλων και με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν επικρατέστερα δικαιώματα τρίτων, δηλαδή, με καλή πίστη, ασκώντας σε αυτά τις πράξεις που αρμόζουν στην φύση τους και τον οικονομικό προορισμό τους τους συνεχώς και αδιαλείπτως από το … μέχρι την άσκηση της αγωγής ή τουλάχιστον την τελευταία 20ετία. Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτών με χρησικτησία. Δηλαδή, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα επικαρπίας του Α. Τ. επί των επιδίκων ακινήτων.

Επί διεκδικητικής αγωγής (1094 ΑΚ), όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι, ως εκ του ότι η κυριότητα είναι διαιρετό δικαίωμα και, επομένως, επιδεκτικό κτήσης, άσκησης και απώλειας κατ' ιδανικά μέρη, δεν υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αλλά απλής ομοδικίας και, συνεπώς, καθένας από τους ομοδίκους συγκυρίους ενεργεί ανεξάρτητα των λοιπών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ (ΑΠ 84/2003). Εξάλλου, στο άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. [ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000]. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης [ΑΠ 640, 862/2011], με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της [ΑΠ 164/2017].

Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι "το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατά του προσώπου του Α. Τ. ατομικώς ασκηθείσα και στρεφόμενη Έφεση, ενώ συνέτρεχε και είχαν προβάλει και με τις κατατεθείσες από … προτάσεις τους στο Εφετείο, το απαράδεκτο αυτής, ως ασκηθείσας κατά παράβαση του άρθρου 76 Κ.Πολ.Δικ., συνεπεία της μεταξύ όλων αυτών, ως συνεναγομένων, υπάρχουσας σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, και εντεύθεν εκ του άνω λόγου έπρεπε να κηρύξει το απαράδεκτο της ένδικης έφεσης, η οποία στρεφόταν κατά μόνου του προσώπου του Α.

Τ. (επικαρπωτή), ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 517 Κ.Πολ.Δικ., ορίζεται ότι "Η Έφεση απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η Έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Μάλιστα το απαράδεκτο αυτό είχαν όλοι προτείνει ήδη και στην αρχική κατ' έφεση δίκη (στην οποία συνεκδικάζονταν αμφότερες οι ξεχωριστές εφέσεις της αντιδίκου), επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. 71/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Συγκεκριμένα, υποστήριξαν ότι μεταξύ των εφεσιβλήτων υπήρχε αναγκαστική ομοδικία, καθόσον ο μεν Α.

Τ. ήταν επικαρπωτής κατά ποσοστό 100% των επιδίκων και οι Ε.Τ. και Ε. Τ. ψιλές κυρίες κατά ποσοστό 50% καθεμιά τους, έτσι ώστε δεν ήταν δυνατόν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις μεταξύ τους".

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε ασκήσει σε βάρος των εναγομένων την παραπάνω διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία των επίδικων υπόσκαφων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της τα αποδώσουν. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι τα επίδικα δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο κτήσης της ενάγουσας, αλλά στο δικό τους.

Το δικαστήριο με την 78/2004 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή και τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων. Μετά ταύτα η ενάγουσα άσκησε τις από 17-1-2005 και 14-2-2005 εφέσεις της κατά της άνω απόφασης, εκ των οποίων η μεν πρώτη στρεφόταν κατά του Α. Τ. και η δεύτερη κατά των λοιπών εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών).

Επί των άνω εφέσεων που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η 71/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου η οποία, αφού απέρριψε την δεύτερη έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, διέταξε τη διενέργεια πραγ/νης για την πρώτη, απορρίψασα τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων που προέβαλαν, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους ότι μεταξύ τους υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, επειδή ο πρώτος αυτών είναι επικαρπωτής των επιδίκων κατά ποσοστό 100% και λοιπές ψιλές κυρίες κατά ποσοστό 50% καθεμία τους και ότι έπρεπε καθεμιά έφεση να στρέφεται κατά όλων των εναγομένων κατ'άρθρο 517 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι επί διεκδικητικής αγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εναγομένων και εναγόντων, λόγω του διαιρετού χαρακτήρα της κυριότητας υφίσταται απλή ομοδικία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ 110/2020). Εξάλλου, στο άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 [ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000]. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης [ΑΠ 640, 862/2011], με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της [ΑΠ 164/2017].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι μολονότι, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα στο Εφετείο την από … Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Α. Τ. του Ληξιαρχείου του Δήμου … και το με αρ. πρωτ. …πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ίδιου Δήμου, από το οποίο προκύπτει ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Τ. είναι η χα αυτού Ε.Τ. και οι θυγατέρες του Ε. και Α., η δε τελευταία Α. Τ. δεν είχε κλητευθεί για την δικάσιμο της 12-5-2017, κατά την οποία το Εφετείο προέβη σε συζήτηση της παραπάνω έφεσης, εντούτοις, δεν κήρυξε το Εφετείο τη συζήτηση του ένδικου μέσου απαράδεκτη υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ότι το πιο πάνω απαράδεκτο προτάθηκε από τις αναιρεσείουσες ενώπιον του Εφετείου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα επί μέρους πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΟλΑΠ 7/2013).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ καθιερώνεται ο κανόνας, κατά τον οποίο το ουσιαστικό δεδικασμένο βασικώς ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων και όχι έναντι τρίτων. Με την § 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται περαιτέρω ότι το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά "εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές".

Ως νεμόμενος στο όνομα κάποιου από τους διαδίκους ή τους διαδόχους του νοείται ο αντιπρόσωπος του νομέα, ήτοι εκείνος που ασκεί τη φυσική εξουσία επί του πράγματος για λογαριασμό άλλου ως λχ ο επικαρπωτής. Εξάλλου, επί διεκδικητικής αγωγής (1094 ΑΚ), όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι, ως εκ του ότι η κυριότητα είναι διαιρετό δικαίωμα και επομένως επιδεκτικό κτήσης, άσκησης και απώλειας κατ' ιδανικά μέρη, δεν υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αλλά απλής ομοδικίας και, συνεπώς, καθένας από τους ομοδίκους συγκυρίους ενεργεί ανεξάρτητα των λοιπών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ (ΑΠ 84/2003).

Επίσης, κατά μεν το άρθρο 74 παρ.1 ΚΠολΔ περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν από κοινού ως ομόδικοι. Κατά δε το άρθρο 75 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους. Οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επί απλής ομοδικίας η δικονομική θέση καθενός ομοδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των λοιπών και οι πράξεις και παραλείψεις του δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους. Γι' αυτό η αγωγή ή η έφεση μπορεί να γίνει δεκτή ως προς τον ένα και να απορριφθεί ως προς τον άλλο ομόδικο.

Η υποβολή αιτήσεων ή ενστάσεων από τον κάθε ομόδικο κρίνεται αυτοτελώς η εκδοθείσα δε απόφαση υπέρ ή κατά του ομοδίκου δεν αποτελεί αναγκαίως δεδικασμένο και υπέρ ή κατά των άλλων απλών ομοδίκων (ΑΠ 111/1999).Τέλος, στην διεκδικητική αγωγή οι περισσότεροι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να αποδώσουν το πράγμα εις ολόκληρον.

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα Κ. Μ. άσκησε την άνω διεκδικητική αγωγή της κατά των Α. Τ., Ε. Τ. και Ε. Τ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (μεταβατική έδρα Θήρας), επειδή οι τελευταίοι προσέβαλαν την κυριότητά της επί των επιδίκων υπόσκαφων. Οι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της αγωγής προέβαλαν, μεταξύ άλλων, την ένσταση ιδίας κυριότητας ισχυριζόμενοι ότι οι ίδιοι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι των επιδίκων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 78/2004 απόφασή του απέρριψε ως αναπόδεικτη την αγωγή και σχετικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων δέχθηκε ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια αν τα επίδικα περιλαμβάνονται στην ιδιοκτησία τους, αφού οι εναγόμενοι δεν προσδιορίζουν ακριβώς τη θέση τους εντός του μείζονος ακινήτου τους, αλλά, αόριστα, ισχυρίζονται ότι περιλαμβάνονται στο τίτλο τους..Κατά της άνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου τις από 17-1-2005 και 14-2-2005 εφέσεις κατά του Α.Τ.

η πρώτη, και κατά των λοιπών εναγομένων η δεύτερη. Το Εφετείο με την 71/2006 απόφασή του, αφού τις συνεκδίκασε, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την από 14-2-2005 έφεση και ανέβαλε την έκδοση απόφασης για την 17/1/2005 έφεση, η οποία κρίθηκε παραδεκτή, προκειμένου να διενεργηθεί πραγ/νη. Λόγω της απόρριψης της δεύτερης έφεσης κατά της άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της τελεσιδικίας της απόφασης αυτού δημιουργήθηκε δεδικασμένο μεταξύ της ενάγουσας και των Ε.

και Ε. Τ., σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας. Μετά την διενέργεια της πραγ/νης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ της ενάγουσας και των Ε. Τ. και Ε. Τ., οι οποίες συνέχισαν την διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του αρχικού εναγομένου Α. Τ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η οποία αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων και διέταξε την απόδοση αυτών από τις ανωτέρω ως κληρονόμους του αρχικώς εναγόμενοι Α.Τ.

Επομένως ο ένατος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ 16 ΚΠολΔ το Εφετείο, μετά εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας και τις υποχρέωσε ως κληρονόμους του Α. Τ. να αποδώσουν τα επίδικα στο σύνολό τους, ενώ έπρεπε, λόγω του δεδικασμένου, που υπήρχε στο πρόσωπό τους, αρχικά, ως ψιλών κυρίων και στη συνέχεια ως κυρίων το οποίο (δεδικασμένο) επεκτείνεται, λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας με τον επικαρπωτή Α.

Τ. και σ'αυτόν, να απορρίψει την έφεση είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προελέχθη, προκειμένου περί διεκδικητικής αγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εναγομένων υπάρχει απλή ομοδικία και, συνακόλουθα, το δεδικασμένο για μερικούς από αυτούς δεν δεσμεύσει και τους λοιπούς ομοδίκους, η απόδοση δε των ακινήτων επί περισσοτέρων εναγομένων είναι εις ολόκληρον.

Έτσι, το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε στις σχέσεις μεταξύ της αναιρεσίβλητης και ατομικά των αναιρεσειουσών, μετά την απόρριψη ως προς αυτές της δεύτερης έφεσης δεν επεκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ του απλού ομοδίκου τους Α. Τ. και της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα οι τελευταίες ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του πιο πάνω συνεναγομένου τους υποχρεούνται να αποδώσουν τα άνω ακίνητα στην αναιρεσίβλητη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ38/2020). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ.).

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείουσες προβάλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι "το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δηλαδή, ενώ δέχεται ότι με δύναμη δεδικασμένου η αγωγή έχει απορριφθεί ως προς αυτές τελεσιδίκως (ως ψιλών κυρίων) και ότι η ένδικη αγωγή και το δικαίωμα που προέβαλε έναντι της ενάγουσας ο Α. Τ. ήταν αυτό της επικαρπίας και ως προς αυτόν έκανε δεκτή την έφεση και την αγωγή κατ'αυτού και μόνο, ως προς τον οποίο κράτησε και δίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση την άνω αγωγή, παρά ταύτα δέχεται ότι πρέπει να αναγνωριστεί κυρία η ενάγουσα των επίδικων ακινήτων και τις υποχρεώνει να της τα αποδώσουν, ως διάδοχοι του Α. Τ. (επικαρπωτή), και στο σύνολό τους, δηλαδή, κατά κυριότητα, ενώ μετά το θάνατο του επικαρπωτή η επικαρπία είχε επιστρέψει εκ του νόμου σε αυτές. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη αντίφαση δεν αναφέρεται στις διατάξεις του διατακτικού, αλλά σε αυτές μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες, μόνο, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η

έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1909/2014).

Με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι "το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1167 και 1168 ΑΚ, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που είχε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, δηλαδή, ενώ δέχεται ότι μεταξύ των εναγομένων υφίσταται απλή ομοδικία, επειδή πρόκειται για διεκδικητική αγωγή και το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την απόρριψη της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της ισχύει μόνον μεταξύ των εφεσιβλήτων Ε.

και Ε. Τ. και της εκκαλούσας και όχι για τον συνεναγόμενό τους Α. Τ., απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους, περί αποπεράτωσης της δίκης ως προς αυτές, λόγω της τελεσιδικίας ως προς τα όρια και την έκταση των επίδικων ακινήτων για αυτές, με την ιδιότητα των ψιλών κυρίων μέχρι την …, που αποβίωσε ο επικαρπωτής Α.

Τ. που στη συνέχεια, μετά το θάνατό του κατέστησαν πλήρεις κυρίες των επιδίκων, παρά ταύτα δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε (... κτήση επικαρπίας με χρησικτησία εκ μέρους του Α.Τ....) και αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή και δεχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και τις υποχρέωσε ως κληρονόμους του ανωτέρω να αποδώσουν τα επίδικα ακίνητα στην ενάγουσα".

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο στην απόφασή του "δεν διέλαβε αιτιολογίες, σχετικά με το ότι ερεύνησε το δικαίωμα επικαρπίας του Α. Τ. κατά τη δικάσιμο της 12-5-2017, καίτοι αυτό είχε αποσβεστεί λόγω υπαναστροφής του στην ψιλή τους κυριότητα, η οποία κατέστη έτσι πλήρης και έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση να αποφανθεί ότι η ενώπιον του Εφετείου δίκη είχε καταστεί άνευ αντικειμένου".

Από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αρχικοί εναγόμενοι Α.Τ., Ε. Τ. και Ε. Τ. συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία, αφού η κρινόμενη αγωγή αφορά διεκδικητική αγωγή στρεφόμενη κατά περισσοτέρων εναγομένων, καθώς και ότι η συνεπεία, της απόρριψης της προαναφερθείσας εκπρόθεσμης έφεσης, τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης αφορά μόνον τις εφεσίβλητες Ε.

και Ε. Τ.και όχι και τον συνεναγόμενό τους εφεσίβλητο Α. Τ., ως προς τον οποίο οι ανωτέρω συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- εκκαλούσα κατέστη κυρία των επίδικων ακινήτων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στους τίτλους του Α.

Τ. και των δικαιοπαρόχων του, ούτε ότι κατέστη αυτός και οι δικαιοπάροχοί του κύριοι αυτών με χρησικτησία, αλλά ούτε ότι ο Α. Τ. κατέστη επικαρπωτής αυτών με χρησικτησία. Μετά ταύτα εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες ως κληρονόμους του Α. Τ. να αποδώσουν τα επίδικα ακίνητα στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση είχαν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1142,1167 και 1168 ΑΚ περί επικαρπίας και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους (αρθ. 176,183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2018 αίτηση αναίρεσης των Ε. χας Α.Τ. και Ε. Τ. συζ. Χ. Δ. κατά της 7/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ