Legislator Case Law & Legislation
1091/2011 AI generated

1091/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1091/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1091/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 παρ.1 έως 7, (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977 (ΦΕΚ Α' 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Keywords

AI generated
missing case documents access to property expired residence permit standing against building permit abandonment of expropriation demolition permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1091 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1091/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ.-Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5/10/2008 ανταίτηση δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 4409/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/1/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 3/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τους πρώτο και δεύτερο (κατά ένα μέρος αυτών) λόγους και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4409/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 παρ.1 έως 7, (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977 (ΦΕΚ Α' 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εάν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί να υποβάλλει στον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αίτηση για να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως ή της απόφασης περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός.

Μετά την λήξη του διμήνου; η αίτηση παραπέμπεται για να εξετασθεί από τριμελή διοικητική επιτροπή, η οποία, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την προς αυτήν διαβίβαση της αιτήσεως, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί της βασιμότητας της αιτήσεως. Ακολούθως η αίτηση με την επ' αυτής έκθεση της ανωτέρω επιτροπής και όλα τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται στο ως άνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό περί της υπάρξεως ή μη ωφελείας από το έργο για το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση τμήμα του μερικά απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Το άρθρο 9 παρ.4 του ΚΑΑΑ ισχύει και στην περίπτωση αυτή, όταν η απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 998/07), έχουν δε εφαρμογή, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ.

α' του ιδίου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 782/2011, ΑΠ 1056/08). Η ανωτέρω διαδικασία, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολ.

ΑΠ 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1119/2010). Αλλά αντίθετα, το Εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αίτησης, για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθ. 33 Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1060/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο εδίκασε τα σωρευόμενα στο δικόγραφο της από 21-4-2008 αίτησης της αιτούσας - νυν αναιρεσείουσας αιτήματα α) για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης του ακινήτου και των επικειμένων, που κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο με την από 14-6-2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, για την εκτέλεση του Ολυμπιακού Έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής, που βρίσκεται στο Δήμο Παλλήνης Αττικής, β) για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και τον καθορισμό αποζημίωσης, για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα, γ) για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για την απομένουσα, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφική έκταση, της οποίας μειώνεται η αξία και δ) για την αναγνώριση της αιτούσας ως δικαιούχου της αποζημίωσης και έκρινε ως κατ' ουσία βάσιμα και δεκτά τα υπό στοιχ.

α και δ αιτήματα (για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και για την αναγνώριση δικαιούχου), ενώ απέρριψε τα άλλα δύο αιτήματα και ειδικότερα το μεν υπό στοιχ. γ αίτημα (καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα) ως αόριστο, το δε υπό στοιχ. β (άρση του τεκμηρίου ωφέλειας), ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι "η εισαγωγή του στο παρόν δικαστήριο έγινε απευθείας με την υπό κρίση αίτηση, και όχι με τη διαγραφόμενη από το άρθ. 33 του Ν. 2971/2001 αναγκαία προδικασία, η οποία επιβάλλει να προσκομίζεται τουλάχιστον έως το χρόνο της συζήτησης της αίτησης η προβλεπόμενη από τις παραγρ. 3 και 4 του άρθρου αυτού έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση, κατά το αίτημα αυτό, το οποίο, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έπρεπε να το ερευνήσει και εάν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η ως άνω προδικασία, για την τήρηση της οποίας, μάλιστα, η αιτούσα, όπως επικαλείται στο αναιρετήριο είχε προβεί στις απαραίτητες από της πλευράς της ενέργειες, όπως είχε προβάλλει στις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της (και όπως, από τον παραδεκτώς, κατ' άρθ. 561§2 ΚΠολΔ, έλεγχο αυτών προκύπτει ότι πράγματι είχε προβάλλει), με την υποβολή από μέρους της προς τον αρμόδιο φορέα (ΥΠΕΧΩΔΕ), της με αριθμό πρωτοκόλλου 35706/21-4-2008 επικαλουμένης και προσκομιζόμενης αίτησης, προκειμένου να συγκροτηθεί η Επιτροπή του άρθ. 33 του Ν. 2971/2001 και με αιτιολογημένη έκθεση να αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη ωφέλειας της ιδιοκτησίας της, επί της οποίας, όμως (αίτησης) ουδεμία απάντηση υπήρξε μέχρι την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, παρότι κατά την παρ. 4 του άρθρ. 33, η Επιτροπή προβαίνει στη σύνταξη σχετικής έκθεσης το αργότερο εντός τριών μηνών, για την ύπαρξη ή μη ωφέλειας του ακινήτου.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα αυτό και πρέπει ο πρώτος, κατά το σκέλος αυτό, λόγος αναίρεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Επίσης, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ο από το αρθ.559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Περαιτέρω, ο ακυρωτικός έλεγχος για την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κ.λπ. γίνεται με το αρθ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εάν πρόκειται για "νομική" αοριστία δηλαδή εάν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ εάν πρόκειται για "ποσοτική" αοριστία, δηλαδή εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονται, και κατ'ακολουθία, κήρυξε ή δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ο ακυρωτικός έλεγχος γίνεται με το αρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο, κατά το ένα μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το αίτημα περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα του ακινήτου, ως αόριστο και απαράδεκτο, παρότι η αιτούσα - νυν αναιρεσείουσα επεκαλείτο, στο δικόγραφο της αίτησής της, όλα τα στοιχεία, τα απαραίτητα για το ορισμένο του αιτήματος αυτού, υπέπεσε, κατ'ορθή εκτίμηση του λόγου αναίρεσης, στην από το άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Το τρίτο κεφάλαιο της ίδιας αιτήσεως, με το οποίο ζητείται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα της ιδιοκτησίας που απομένει στην αιτούσα μετά την απαλλοτρίωση, το οποίο υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν αναφέρεται :

Αν το ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση του είχε, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, ποια η έκταση και το σχήμα της ιδιοκτησίας της αιτούσης πριν από την απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους του (αναφέρεται το συνολικό εμβαδόν πριν και μετά την απότμηση), σε ποια περίπτωση του ΠΔ υπάγεται, καθοριζομένων και των παραμέτρων που επισημαίνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσης σκέψεως {π.χ.

ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου, που έχει πρόσωπο προς την οδό (...) υφιστάμενο κατά την 12.11.1962, εκτός της αναφοράς του ελάχιστου εμβαδού των 750 τ.μ., δεν αναγράφεται στην αίτηση αν έχει πρόσωπο 10 μ. και βάθος 15 μ.". Πλην όμως, από τον έλεγχο του, παραδεκτώς κατ' άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκοπουμένου δικογράφου της αίτησης, προκύπτει ότι περιέχεται σαυτό λεπτομερής περιγραφή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (σελ. 4 της αίτησης), περιγραφή, μάλιστα, η οποία κατά λέξη έχει συμπεριληφθεί στην προσβαλλομένη απόφαση, σε άλλο κεφάλαιο αυτής (στο κεφάλαιο του αιτήματος της αναγνώρισης δικαιούχου), στην οποία (περιγραφή) σαφώς αναφέρεται ότι το ακίνητο, υφιστάμενο κατά την 12-11-1962 (αφού οι επικαλούμενοι στην αίτηση τίτλοι κυριότητας των δικαιοπαρόχων της αιτούσης ανατρέχουν μέχρι το έτος 1953), έχει πρόσοψη επί της ...

μήκους 13,60 μ. και βάθος, στη μεν ανατολική πλευρά 49 μέτρα, στη δε δυτική πλευρά 48,65 μέτρα και στη νότια 13 μέτρα (από την περιγραφή αυτή σαφώς προκύπτει και η έκταση και το σχήμα της ιδιοκτησίας της αιτούσας πριν από την απότμηση, στοιχεία τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι ελλείπουν). Όπως, επίσης, αναφέρεται (σελίδα 3 της αίτησης) ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 24/1985, μετά δε την απαλλοτρίωση κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον η αρχική επιφάνεια του ήταν 754,13 και μετά την αφαίρεση 55 μ.τ.

απέμεινε 699,13 που το καθιστά μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθώς και ότι εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης, μειώνεται σημαντικά η αξία της απομένουσας έκτασης, η οποία υφίσταται τις κάτωθι βλάβες: α) Η ... διέρχεται υπερυψωμένη σε σχέση με την ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα την αδυναμία ή τη δυσκολία πρόσβασης από τη ...

σ'αυτή και αντίστροφα.

β) Η εναπομένουσα έκταση θα επιβαρυνθεί με ρύπους και θορύβους διότι η ..., μετά τη διαπλάτυνσή της είναι λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας, με τα γνωστά μειονεκτήματα για τις ιδιοκτησίες που γειτνιάζουν μ' αυτή.

Υπό το περιεχόμενο αυτό, το δικόγραφο της αίτησης εκτιμάται ως ορισμένο και πλήρες, κατά τα στοιχεία που απαιτούνται, ως προς το αίτημα της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω προβληθέντες θεμελιωτικούς του αιτήματος αυτού ισχυρισμούς, παρά το νόμο, έκρινε αυτό απορριπτέο ως αόριστο και απαράδεκτο και υπέπεσε έτσι στην από το άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως ισχυρίζεται η αιτούσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, κατά το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο είναι εκτός σχεδίου, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α) από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι το ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 1 του Π.Δ/τος 24/1985, β) από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εκ του ότι παρεβίασε την ως άνω διάταξη, την οποία δεν εφήρμοσε, παρότι ήταν εφαρμοστέα και γ) από το άρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα το υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβ/φου Κρωπίας Ευθ. Μαγνήσαλη και το από Μαρτίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού Μηχανικού Ά. Π., από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της αιτούσας ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με το Π.Δ 24/1985, ισχυρισμός ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή ως προς την αξία του ακινήτου και εντεύθεν ως προς το ύψος της καθοριστέας οριστικής αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός, κατά μεν το πρώτο (από το άρθ. 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ) μέρος του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του προκείμενου λόγου, ώστε η μη λήψη αυτού υπόψη να θεμελιώνει τον λόγο αυτό. Επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και κατά το δεύτερο (από το αρθ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ) μέρος του, ο λόγος αυτός, διότι υπό την προσχηματική επίκληση της παραβίασης της διάταξης του αρθ.1 Π.Δ/τος 24/1985 (δια της μη εφαρμογής της, παρότι αυτή, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ήταν εφαρμοστέα), στην πραγματικότητα πλήττεται η ανέλεγκτη, περί τα πράγματα (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ζήτημα εάν το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου ήταν εκτός σχεδίου, όπως δέχθηκε το Εφετείο ή εάν ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο όπως επικαλείτο, στην αίτησή της, η αιτούσα-νυν αναιρεσείουσα.

Τα κριτήρια προσδιορισμού της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2008). Ομοίως, απορριπτέος είναι ο λόγος αυτός και κατά το τρίτο μέρος του (από το άρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως εκ μέρους των διαδίκων επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης και το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο, άλλωστε, ρητώς μνημονεύεται σε πλείονα σημεία της προσβαλλομένης απόφασης. Τέλος, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που οι αιτιάσεις για μη λήψη υπόψη αφορούν το από Μαρτίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ά. Π., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι από τον έλεγχο, του, παραδεκτώς κατ' αρθ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκοπουμένου δικογράφου των προτάσεων της αιτούσας - νυν αναιρεσείουσας των ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή ουδόλως επικαλέσθηκε το έγγραφο αυτό.

Από τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης, αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δυο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές, η 7.336 € προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 100 παρ. 1 επ.

του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικα Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου, επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλόμενη αμοιβή με τα πιο πάνω ποσά και ποσοστά, βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, ούτε και εκείνη της ΕΣΔΑ (ΑΠ. 915/2003).

Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίσθηκε επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου (ΑΠ 1064/2007). Επίσης, η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών έργων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (αρθ.4 παρ.1 και 2), αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίσθηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (αρ.100 επ.) και οφειλόμενη, από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους. (Ολ ΑΠ 20/2005).

Επομένως, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας - δικαιούχου της αποζημίωσης, ορθώς δέχθηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αφού η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε για την εκτέλεση Ολυμπιακών έργων (της Μαραθώνιας διαδρομής) έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθ. 9 Ν. 2730/1999, η οποία δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις των άρθ. 17§2 και 4§§1-2 του Συντάγματος και ορθώς έκρινε ότι η δικαστική δαπάνη της αιτούσας, επιβαλλόμενη σε βάρος του υποχρέου νυν αναιρεσιβλήτου, ενιαία και για τις δυο διαδικασίες (προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού), πρέπει να υπολογισθεί, ως προς την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας, μειωμένη σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων και μέχρι του ποσού των 7.336,76 €.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διάταξης, η οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, αντιβαίνει τις ως άνω Συνταγματικές διατάξεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που αφορά τα αιτήματα α)για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και τον καθορισμό αποζημίωσης, για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα και β)για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4409/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ