Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that a contract claim was sufficiently defined despite specific performance issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a contract dispute over olive oil. The appellants argued the lower court ignored specific documents and improperly rejected the claim as vague, but the court found the claim sufficiently defined by its contents. Consequently, the court ruled that the lower court did not commit a legal error in its assessment of the contract's clarity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(19), 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; A claim is sufficiently defined if it clearly states the contractual content and the basis for liability, rendering an appeal based on alleged vagueness inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1091 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1091/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Διαδόχων εταιρειών της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΑΕ", οι οποίες προέκυψαν μετά τη διάσπαση της και υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δηλαδή: 1. Ανώνυμου εταιρείας με την επωνυμία "Ε-2 Ανώνυμη Τουριστική-Βιομηχανική-Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.
Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ Ανώνυμη Τουριστική Βιομηχανική-Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΗΡΟΚΑΜΑΡΑ Ανώνυμος Τουριστική-Βιομηχανική-Εμπορική Εταιρεία Ελαιουργικών Επιχειρήσεων", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4.
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΣΑΠ Ανώνυμος Τουριστική Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ελαιουργικών Επιχειρήσεων", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστική Φιλοξενία Κρήτης ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε-3 ΑΕ" που εδρεύει στο ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, 7. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Κρήτης ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 8. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανικές Επιχειρήσεις Κρήτης ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 9. Ψ9, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν οι μεν 1η,2η,3η,4η,5η, 6η, και 9ος από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Ποντικάκη και Θεόδωρο Λύτρα, η 4η και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο, οι δε 7η και η 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία COMPANIA OLEICOLA DE REFINACION ENVASADO S.A "COREYSA" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ψ2, κατοίκου ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-5-1995, 1-7-1995 και 1-9-1954 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/1997, 62/2003 μη οριστικές, 253/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2008 αίτησή τους και τους από 4-9-2008, 29-12-2009 και 3-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 εδ. α ΑΚ: "Οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη". Στην προκειμένη περίπτωση οι μεν ένδικες διαφορές προέρχονται από "συμβάσεις", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, από δε την επισκόπηση των αγωγών, των εφέσεων και των προτάσεων των διαδίκων στα ουσιαστικά δικαστήριο προκύπτει, ότι αυτοί ρητώς επικαλέσθηκαν διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, στο οποίο έτσι, έστω και μετασυμβατικώς, υπεβλήθησαν, και με βάση το οποίο κρίθηκε η όλη διαφορά. Επομένως, ο μοναδικός λόγος και ο πρώτος λόγος των από 4-9-2008 και 29-12-2009 πρόσθετων αναιρετηρίων, αντιστοίχως, με τους οποίους, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στο Εφετείο, η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι δηλαδή, κατά παραβίαση των άρθρων 11 και 25 ΑΚ, εφάρμοσε στην κριθείσα διαφορά τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Κατά το άρθρο 158 ΑΚ: "Η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου το ορίζει ο νόμος". Κατά το άρθρο 167 ΑΚ: " Η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνον αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται".
Κατά το άρθρο 185 ΑΚ: "Όποιος προτείνει τη σύναψη σύμβασης δεσμεύεται όλο το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση". Κατά το άρθρο 192 ΑΚ: "Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής τους". Κατά το άρθρο 211 παρ. 1 εδ.
α ΑΚ: "Δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου". Κατά το άρθρο 235 παρ. 2 ΑΚ: "Αυτοσύμβαση που δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη". Κατά το άρθρο 703 παρ. 1 εδ.
α ΑΚ: "Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει, μόνον αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ...
με την επωνυμία "KOREYSA", που εδρεύει στην ..., είναι ελαιουργική εταιρεία ραφιναρίσματος και τυποποιήσεως λαδιού. Ο ενάγων της με αρ. 305/1995 αγωγής Ψ2 ασχολείται κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα με διακρατικές ελαιο-μεσιτικές εργασίες και διατηρεί ατομική επιχείρηση μεσιτικών εργασιών με έδρα την ... . Μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας "ΚΟRΕΥSΑ".
και των δύο πρώτων εναγομένων της με αρ. κατ. 160/95 αγωγής ανωνύμων εταιρειών, που εδρεύουν στα ... και στο ... αντίστοιχα και τις οποίες εκπροσωπούσε ο τρίτος εναγόμενος Χ9, καταρτίστηκε στις 14-12-1994, μέσω του μεσιτικού οίκου του Χ2, σύμβαση πωλήσεως 1.700 τόνων πυρηνελαίου, εξαχθέντος με εξάνιο, προερχόμενο από παρθένους πυρήνες της νέας εσοδείας, αντί τιμήματος 380 δρχ.
ανά κιλό FΟΒ, η φόρτωση των οποίων θα γινόταν από τα λιμάνια ..., ... και ... στις 10-15 Ιανουαρίου. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι η βασική οξύτητα του πωληθέντος λαδιού θα είναι 10%, η μέγιστη 12% και ότι η πληρωμή του τιμήματος θα γινόταν με άνοιγμα πίστωσης ανέκκλητης και επιβεβαιωμένης υπέρ των πωλητών που θα ανοιχθεί τις πρώτες ημέρες της επόμενης εβδομάδας (19-20 τρέχοντος) με προκαταβολή του 30% του τιμήματος αμέσως, του 60% με τη φόρτωση και του υπολοίπου 10% με την προσκόμιση του πιστοποιητικού του εργαστηρίου ...
της ..., το οποίο θα διαβεβαίωνε ότι η ποιότητα του πωληθέντος ανταποκρίνεται στους κοινοτικούς κανονισμούς. Η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε με το συνήθη τρόπο κατάρτισης με τη μεσολάβηση του παραπάνω μεσίτη τέτοιων συμβάσεων και οι συμβαλλόμενοι κατοικούν ή έχουν την έδρα τους σε διαφορετικά κράτη. Συγκεκριμένα τόσο ο πωλητής όσο και ο αγοραστής έδιναν τηλεφωνική εντολή στο μεσίτη για τη κατάρτιση της σύμβασης.
Όταν επερχόταν συμφωνία στους όρους μετά από αλλεπάλληλες επικοινωνίες του μεσίτη και με τα δύο μέρη, ο μεσίτης ειδοποιούσε και τα δύο μέρη για τη συμφωνία και τους έστελνε με φαξ ένα έγγραφο επιβεβαιωτικό της συμφωνίας, στο οποίο περιεχόνταν όλοι οι όροι της σύμβασης. Με την αποστολή του εγγράφου αυτού η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη και η σύμβαση είχε καταρτιστεί, δεν επακολουθούσε δε επιβεβαίωση της συμφωνίας από τους συμβαλλομένους, αλλά ούτε και η εντολή για τη κατάρτιση της σύμβασης ήταν έγγραφη και ουδέποτε δόθηκε ή ζητήθηκε παροχή έγγραφης πληρεξουσιότητας.
Με τον παραπάνω τρόπο καταρτίστηκε και η επίδικη σύμβαση. Συγκεκριμένα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1994 ο τρίτος των εναγομένων Χ9, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων ανέθεσε στον παραπάνω μεσίτη την ανεύρεση αγοραστή μιας ποσότητας 1700 τόνων πυρηνελαίου. Κατά τον ίδιο χρόνο και η ενάγουσα εταιρεία "ΚΟRΕΥSΑ", είχε απευθυνθείς τον παραπάνω μεσίτη για την ανεύρεση πωλητή πυρηνελαίου.
Η εντολή και από τα δύο μέρη δόθηκε προφορικά με τηλεφωνική επαφή και ο μεσίτης επικοινωνούσε τηλεφωνικά και με τα δύο μέρη, τα οποία δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους. Το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα Δεκεμβρίου 1994 ο παραπάνω μεσίτης ενημέρωσε τις υποψήφιες πωλήτριες εταιρείες ότι για την αγορά μιας τέτοιας ποσότητας πυρηνελαίου ενδιαφερόταν η ενάγουσα εταιρεία και αυτές του έδωσαν εντολή να διαπραγματευτεί τους όρους της αγοραπωλησίας.
Αφού συμφωνήθηκαν οι όροι της σύμβασης (ποσότητα, τιμή, ποιότητα κ.λ.π.) μέσω του μεσίτη, ο τελευταίος απέστειλε και στους δύο συμβαλλόμενους το από 14-12-1994 έγγραφο επιβεβαιωτικό της συμφωνίας, στο οποίο περιέχονται όλοι οι όροι της σύμβασης. Με την αποστολή του εγγράφου αυτού η σύμβαση είχε καταρτιστεί και η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη.
Σε τέτοιου είδους συμβάσεις το συμβόλαιο θεωρείται ότι ισχύει χωρίς να υπάρχει υπογραφή και από τα δύο μέρη ... . Η κρίση αυτού του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι μετά την αποστολή του από 14-12-1994 επιβεβαιωτικού εγγράφου στις εναγόμενες εταιρείες, δεν υπήρξε εκ μέρους των καμιά αρνητική αντίδραση μέχρι τις 22-12-1994 και δεν διαμαρτυρήθηκαν για τη χωρίς σχετική εντολή τους κατάρτιση της σύμβασης, όπως αβάσιμα, ισχυρίζονται.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων εταιρειών ... ότι ο μεσίτης χωρίς εντολή και πληρεξουσιότητα τους προέβη στη κατάρτιση της σύμβασης, διότι όταν τους υπέδειξε ως αγοράστρια την παραπάνω εταιρεία, αυτές του δήλωσαν να βρει άλλον αγοραστή, διότι η εταιρεία "ΚΟRΕΥSΑ", είχε υπαναχωρήσει στις αρχές Ιουλίου 1994 από συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση πώλησης σ'αυτήν 1125 τόνων πυρηνελαίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον μεταξύ των διαδίκων είχαν καταρτιστεί μέσω του παραπάνω μεσίτη τρεις ακόμα συμβάσεις, τον Φεβρουάριο, Απρίλιο και Αύγουστο 1994, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα...
επιβεβαιωτικά των συμβάσεων έγγραφα. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ακόμα ότι οι συμβάσεις αυτές είχαν καταρτισθεί με τον ίδιο τρόπο και διαδικασία, με τις οποίες καταρτίσθηκε και η επίδικη ... . Ο ισχυρισμός των εναγομένων εταιρειών ότι μετά την αποστολή του επιβεβαιωτικού της συμφωνίας εγγράφου από τον μεσίτη επακολουθούσε επιβεβαίωση τυπικά από συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας δεν αποδείχθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την αποστολή του επιβεβαιωτικού εγγράφου από τον μεσίτη η σύμβαση είχε καταρτιστεί.
Μετά την αποστολή του από 14-12-94 επιβεβαιωτικού της συμφωνίας εγγράφου από τον μεσίτη στους συμβαλλόμενους η ενάγουσα εταιρεία στις 20-12-94 έδωσε εντολής στην Τράπεζα της Ανδαλουσίας για το άνοιγμα της πίστωσης και τη κατάθεση της προκαταβολής του τιμήματος και στις 21-12-94 απέστειλε με φαξ στις εναγόμενες εταιρείες επιστολή της συνοδευόμενη από υπόδειγμα σύμβασης ανοίγματος πίστωσης προς συμπλήρωση και έγκριση πλην όμως οι εναγόμενες εταιρείες δεν συνέπραξαν για το άνοιγμα της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης.
Η σύμπραξη τους ήταν απαραίτητη διότι έπρεπε να υποδείξουν τον τρόπο ανοίγματος της πίστωσης και να χορηγήσουν τα απαραίτητα στοιχεία, γνωστοποιώντας τα ονόματα των Τραπεζών στα ... και στο ..., τους αριθμούς των λογαριασμών τους στις Τράπεζες αυτές και τους λοιπούς όρους για το άνοιγμα της πίστωσης ... .
Οι εναγόμενες όχι μόνο δεν απέστειλαν συμπληρωμένο το παραπάνω υπόδειγμα σύμβασης ανοίγματος πίστωσης αλλά την επομένη ημέρα της λήξεως του υποδείγματος (22-12-94) γνωστοποίησαν στον παραπάνω μεσίτη ότι δεν θα εκτελέσουν τη σύμβαση και ο μεσίτης την ίδια ημέρα ενημέρωσε την ενάγουσα εταιρεία για την υπαναχώρηση των πωλητριών.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα εταιρεία την ίδια ήμερα έδωσε εντολή στην Τράπεζα της Ανδαλουσίας να αναστείλει τη σχετική διαδικασία διότι οι πωλήτριες επιθυμούσαν να ακυρώσουν την πώληση. Στη συνέχεια επακολούθησαν τηλεφωνικές επαφές μεταξύ του μεσίτη και των εναγομένων εταιρειών, προκειμένου οι τελευταίες να εκπληρώσουν τη σύμβαση, οι οποίες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα.
Στις 9-1-1995 η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στις εναγόμενες με τηλεομοιοτυπία (fax) την με ίδια ημερομηνία επιστολή της με την οποία τους ζητούσε να εκπληρώσουν τη σύμβαση. Στις 12-1-1995 ο δικηγόρος της ενάγουσας εταιρείας απέστειλε στις εναγόμενες παρόμοια επιστολή, με την οποία τους ζητούσε να εκπληρώσουν τη σύμβαση.
Οι εναγόμενες εταιρείες για πρώτη φορά στις 14-1-1995 ήλθαν σε επαφή με την ενάγουσα εταιρεία, αποστέλλοντας της με φαξ την με ίδια ημερομηνία επιστολή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δεν υπέγραψαν και δεν δέχθηκαν οποιοδήποτε έγγραφο συμφωνίας με αυτήν, ενώ μέχρι τότε δεν είχαν προβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό τους αυτό και μάλιστα αμέσως μετά τη λήψη του εγγράφου του επιβεβαιωτικού της σύμβασης (14-12-94) ή του υποδείγματος της σύμβασης ανοίγματος πίστωσης στις 21-12-94.
Ομοίως κατά το χρονικό διάστημα από 14-12-94 μέχρι 14-1-95 οι εναγόμενες εταιρείες δεν ισχυρίστηκαν εγγράφως και δεν προέβαλαν με άλλο τρόπο ότι υπαναχώρησαν από τη σύμβαση επειδή η ενάγουσα εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με τον όρο της σύμβασης για το άνοιγμα της πίστωσης στις 19-20 Δεκεμβρίου. Η υπαναχώρηση των εναγομένων εταιρειών και η άρνηση τους να εκπληρώσουν τη σύμβαση οφειλόταν στην άνοδο της τιμής του πυρηνελαίου, που συνεχώς αυξανόταν τόσο στη τοπική όσο και στη διεθνή αγορά και όχι στην μη εκτέλεση εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας του όρου της επίδικης σύμβασης πώλησης για το άνοιγμα Ι της ανέκκλητης και επιβεβαιωμένης πίστωσης και προκαταβολή του 30% του τιμήματος.
Μετά τη ρητή άρνηση των εναγομένων εταιρειών στις 14-1-95 να εκπληρώσουν τη σύμβαση, η παροχή σ'αυτές προθεσμίας εκπλήρωσης ήταν άσκοπη. Μετά από αυτά η ενάγουσα εταιρεία, η οποία κατέχει τη δεύτερη θέση στην Ισπανία στην πώληση εμφιαλωμένου πυρηνελαίου και είχε ήδη συνάψει στην Ισπανία συμφωνίες πώλησης με πελάτες της με ορισμένη τιμή, προκειμένου να περιορίσει τη ζημία της αναγκάστηκε να συνάψει τις παρακάτω αναφερόμενες συμβάσεις καλύψεως, δυνάμει των οποίων αγόρασε από τρίτους πυρηνέλαιο ίδιας ποσότητας και ποιότητας με αυξημένη ανά κιλό τιμή.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα μετά την ρητή άρνηση των εναγομένων στις 14-1-95 να εκτελέσουν τη σύμβαση, έσπευσε να ενεργοποιήσει την σύμβαση καλύψεως χωρίς χρονοτριβή. Ειδικότερα απευθύνθηκε στην Ελληνική και Ισπανική αγορά προκειμένου να προμηθευτεί πυρηνέλαιο ίδιας ποσότητας και ποιότητας με αυτό που είχε αγοράσει από τις εναγόμενες εταιρείες.
Βρέθηκε τότε αντιμέτωπη με μια συνεχόμενη αύξηση της τιμής του πυρηνελαίου και απροθυμία των προμηθευτών να προβούν σε πωλήσεις προκειμένου να ευνοήσουν την άνοδο της τιμής. Συγκεκριμένα η τιμή πώλησης πυρηνελαίου τον Δεκέμβριο 1994 έφθασε στις 390 δρχ. και η άνοδος αυτή συνεχίστηκε μέχρι τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 1995, που έφθασε στις 460-470 δρχ.
Έτσι αφενός μεν προμηθεύτηκε πυρηνέλαιο σε μεγαλύτερη τιμή από τη συμφωνημένη με τις εναγόμενες εταιρείες, έχοντας την υποχρέωση να διατηρήσει τις συμφωνημένες τιμές πώλησης με τους πελάτες της στην Ισπανία, αφετέρου δεν βρήκε ένα πωλητή τόσο μεγάλης ποσότητας με τη συμφωνηθείσα με τις εναγόμενες εταιρείες και αναγκάστηκε να συνάψει τμηματικά πέντε συμβάσεις καλύψεως ... .
Συνολικά κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από 31-1-95 μέχρι 13-3-95 αγόρασε 1.852.044 χιλιόγραμμα πυρηνελαίου και κατέβαλε για 1.700.000 χιλιόγραμμα το ποσό των 837.097.866 δρχ. ενώ αν οι εναγόμενες εταιρείας της παρέδιδαν την πωληθείσα ποσότητα, θα κατέβαλε 646.000.000 δραχ, δηλαδή κατέβαλε επί πλέον 191.097.866 δρχ. Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες περιήλθαν σε υπερημερία οφειλέτη κατ'άρθρο 385 ΑΚ λόγω της αρνήσεως τους να εκτελέσουν τη σύμβαση, η ενάγουσα δεν έταξε σ'αυτες προθεσμία, προς εκπλήρωση κατ' άρθρο 385 ΑΚ, διότι από την όλης τάση τους προέκυπτε ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και δικαιούται συνεπώς να αξιώσει αποζημίωση για μη εκπλήρωση της σύμβασης, η θετική ζημία της οποίας είναι εκείνη που υπέστη με το να αναγκαστεί να προμηθευτεί το πράγματα από τρίτο με τη σύμβαση καλύψεως.
Η ενάγουσα είχε από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως υποχρέωση να εκπληρώσει μέρος της βαρύνουσας αυτήν αντιπαροχής και συγκεκριμένα να προκαταβάλει το 30% του τιμήματος με τραπεζική ενέγγυα πίστωση, πλην όμως στο άνοιγμα της πίστωσης δεν συνέπραξαν οι εναγόμενες εταιρείες η σύμπραξη των οποίων ήταν απαραίτητη και ότι η ζημία που υπέστη η ενάγουσα από τη μετά εκτέλεση της σύμβασης συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που είχε συμφωνήσει με τις εναγόμενες εταιρείες και του τιμήματος που κατέβαλε στους τρίτους για να προμηθευτεί πυρηνέλαιο ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
Ούτε προέκυψε βραδύτητα της ενάγουσας εν σχέσει με τον χρόνο υλοποιήσεως της συμβάσεως καλύψεως από αυτή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και συνεπώς δεν προκύπτει πταίσμα σε βάρος της εν σχέσει με την σύμβαση αυτή. Περαιτέρω σχετικά με την από 1-9-1995 αρ. κατ. 305/95 αγωγή αποδείχθηκε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος αυτής Ψ2 μεσίτη με τη μεσολάβηση του οποίου καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση πώλησης μεταξύ των διαδίκων της με αρ.
κατ. 160/95 αγωγής, ανέρχεται σε ποσοστό 0,5% επί του τιμήματος και συγκεκριμένα στο ποσό των 3.230.000δ δρχ. (646.000.000 Χ 5%) δεδομένου ότι το τίμημα της επίδικης πώλησης ανέρχεται σε 646.000.000 δρχ. Η αμοιβή του συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τις πωλήτριες εταιρείες, οι οποίες δεν την έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα ... . Εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε όμοια με τα παραπάνω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και αντιμετώπισε μεταξύ άλλων και την εκ μέρους των εκκαλούντων της από 21-2-2006 εφέσεως προταθέντα ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος εκ μέρους της αντιδίκου του ενάγουσας εταιρείας κατά την σύμβαση καλύψεως που αυτή ενήργησε με ανεπαρκή αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα και όλοι οι λοιποί λόγοι των ενδίκων εφέσεων που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες: (α) Σχετικά με την διαπραγμάτευση (που περιελάμβανε διασταυρούμενες προτάσεις για σύναψη συμβάσεως) και με την τελική σύμπτωση των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των πωλητριών εταιριών και της αγοραστρίας.
Οι βουλήσεις αυτές- με βάση τις παραδοχές του Εφετείου- εξωτερικεύθηκαν με αντίστοιχες άτυπες (τηλεφωνικώς δοθείσες) δηλώσεις καθενός από τα συμβληθέντα μέρη προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, Ψ2, αυτός δε τις διεβίβασε (επίσης τηλεφωνικώς) σε εκάτερο των δύο τούτων μερών (και τις επιβεβαίωσε στη συνέχεια και εγγράφως), ενεργώντας στη μεν διαπραγμάτευση ως εντολοδόχος μεσίτης, στην δε τελική συμφωνία ως "άγγελος". (β) Σχετικά με το ουσιαστικό περιεχόμενο της συμβάσεως, με την (εκ προθέσεως) άρνηση των πωλητριών να εκπληρώσουν την παροχή που, κατά τη σύμβαση, τις βάρυνε και με την ζημία που, συνεπεία τούτου, υπέστη η αγοράστρια. (γ) Σχετικά με την αβασιμότητα του ισχυρισμού των πωλητριών, ότι η αγοράστρια υπήρξε συνυπαίτια της ζημίας της.
Κατόπιν τούτων: (1) Είναι αβάσιμοι: ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του κυρίου αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9,1 και 1 αντιστοίχως του Κ.Πολ.Δ.) και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 1 και 10 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως του από 29-12-2009 πρόσθετου αναιρετηρίου (υπό στοιχ. ΙΙ1, ΙΙ2 και ΙΙ3) καθώς και ο μοναδικός λόγος του από 9-1-2010 πρόσθετου αναιρετηρίου, διότι έχουν ως έρεισμα την εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων ενήργησε ως αντιπρόσωπος των πωλητριών και της αγοράστριας και ότι συνήψε την ειρημένη πώληση για λογαριασμό τους με αυτοσύμβαση.
(2) Είναι αβάσιμοι: ο έβδομος και ο όγδοος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και ο έβδομος λόγος (εκ του άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) του από 29-12-2009 προσθέτου αναιρετηρίου (υπό στοιχ. ΙΙ4γ), με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την ποσότητα του προϊόντος (πυρηνελαίου) που αφορούσε η ένδικη πωλητήρια σύμβαση και σχετικά με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτού και εκείνου που η αναιρεσίβλητη εταιρία αγόρασε από άλλους προμηθευτές, καθώς και σχετικά με τον τρόπο κατάρτισης της ίδιας σύμβασης.
(3) Είναι αβάσιμος ο ένατος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του περιεχόμενου του) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ανεπαρκής αιτιολογία, ως προς το ακριβές ύψος της ζημίας που υπέστη η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των πωλητριών εταιριών.
(4) Προβάλλονται απαραδέκτως ο ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δωδέκατος (υπό στοιχ. Β4) λόγος του από 29-12-2009 προσθέτου αναιρετηρίου. Τούτο δε, διότι, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και των άρθρων 341, 342, 383 ΑΚ για την θεμελίωσή τους, στην πραγματικότητα δι' αυτών βάλλεται η οντολογική- και άρα ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου- κρίση του Εφετείου, ότι οι πωλήτριες εταιρίες από δική τους υπαιτιότητα (σκοπιμότητα) δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση που συμβατικώς είχαν αναλάβει έναντι της αγοράστριας (και περιήλθαν έτσι σε υπερημερία οφειλέτου). (5) Προβάλλεται αλυσιτελώς ο δέκατος όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με τον οποίο "η ...
παραδοχή της αναιρεσειόμενης ότι η υπαναχώρηση των πωλητριών εταιρειών από την εκτέλεση της υποτιθέμενης συμβάσεως λόγω της αυξανόμενης τιμής των πυρηνελαίων στην τοπική και διεθνή αγορά είναι μη νόμιμος διότι έγινε δεκτή χωρίς να αποδειχθεί και χωρίς να διαταχθεί απόδειξη γι' αυτό, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση εάν οι πωλήτριες εταιρείες επώλησαν την ποσότητα των 1.700 τόνων πυρηνελαίου (συν-πλην 10%), πότε την πώλησαν και σε ποιά τιμή πωλήθηκε".
Τούτο δε, διότι νομικώς κρίσιμο, δεν είναι το αν όντως οι πωλήτριες πέτυχαν ή όχι να διαθέσουν τα εμπορεύματα, που αρνήθηκαν να παραδώσουν στην αγοράστρια, σε τιμή ανώτερη από την συμφωνηθείσα με την τελευταία, αλλά μόνον το αν αυτή ζημιώθηκε εξαιτίας της μη εκπληρώσεως, εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων της, της συμβατικής τους υποχρεώσεως.
(6) Προβάλλονται απαραδέκτως οι δέκατος έκτος, δέκατος ένατος και ο εικοστός (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και οι πέμπτος, ένατος, δέκατος και δέκατος τρίτος λόγοι του από 29-12-2009 προσθέτου αναιρετηρίου (υπό στοιχ. ΙΙ4α, Β2Β, Β2Γ, Β-5), διότι, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8, 19, 19, 10, 10, 19 και 1 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, για την θεμελίωσή τους, ουσιαστικώς δι' αυτών πλήττονται οι μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου, σχετικά με την σύναψη της ένδικης συμβάσεως, με την ένσταση περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στην επέλευση και το ύψος της ζημίας της και με την συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω: (1) Είναι αβάσιμοι: ο τέταρτος, πέμπτος, δωδέκατος, δέκατος τέταρτος και ο εικοστός (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγοι του κυρίου αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ.), με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο συγκεκριμένων αποδεικτικών εγγράφων, τα οποία είχαν νομίμως προσκομίσει και επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες. Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση οποιουδήποτε από τα εν λόγω έγγραφα, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου τους (μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα).
(2) Eίναι αβάσιμοι ο δέκατος έβδομος λόγος του αναιρετηρίου και ο έκτος (υπό στοιχ. ΙΙ β) λόγος του από 29-12-2009 πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ,Δ, μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του συγκεκριμένα αποδεικτικά έγγραφα, που οι ίδιοι είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί. Τούτο δε, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία για την εκ μέρους αυτού (Εφετείου) συνεκτίμηση και των φερόμενων ως αγνοηθέντων εγγράφων.
(3) Προβάλλονται αορίστως και, επομένως, απαραδέκτως οι δέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος πέμπτος λόγοι του κύριου αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19, 1 και 19, αντιστοίχως), διότι δεν είναι σαφές ποια νομική πλημμέλεια αποδίδεται δι' αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση.
(4) Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτή εκθέτει: (α) Ότι με τη διαμεσολάβηση του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, είχε συμφωνήσει να αγοράσει από τις πωλήτριες εταιρίες "1.700 τόννους πυρηνελαίου εξαχθέντος δι' εξανίου από πυρήνες παρθένας ελιάς νέας εσοδείας 1994-1995, στην τιμή των 380 δραχμών ανά κιλό FOB" και με τους ειδικότερους όρους που επίσης διαλαμβάνονται στην αγωγή. (β) Ότι λόγω της αρνήσεως των πωλητριών να εκπληρώσουν την συμβατική τους υποχρέωση, η ίδια αναγκάσθηκε να αγοράσει από άλλους (κατονομαζόμενους) προμηθευτές πυρηνέλαιο "των αυτών προδιαγραφών" σε τιμές ανώτερες (ειδικώς αναφερόμενες) από αυτή που είχε συμφωνήσει με τις αντιδίκους της (προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι των δικών της πελατών) και έτσι ζημιώθηκε (κατά την διαφορά των δύο τιμών).
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή τόσο το περιεχόμενο της πωλητήριας σύμβασης, όσο και ο λόγος ευθύνης των πωλητριών για την ζημία που - κατά τους ισχυρισμούς της - υπέστη η ενάγουσα αγοράστρια. Κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε το Εφετείο στην πλημμέλεια της παράνομης μη απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης και εντεύθεν, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.πολ.Δ.
απορρέοντες έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι όγδοος (υπό στοιχ. Β2Α) και ενδέκατος (υπό στοιχ. Β-3) λόγοι του από 29-12-2009 πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε με τα δικόγραφα των προσθέτων λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2008 αίτηση των διαδόχων εταιριών της εταιρίας με την επωνυμία " Ε-1 ΑΕ" όπως συμπληρώθηκε με τα δικόγραφα προσθέτων λόγων από 4-9-2008, 29-12-2009 και 3-1-2010 για αναίρεση της 118/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για καθένα εξ αυτών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ