1091/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1091/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ....., (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή), της τρίτης ενάγουσας, του εναγομένου και του Ζ1, β) η τρίτη ενάγουσα, Χ2 είναι κυρία άλλου ακινήτου, εκτάσεως 250 τ.μ., που συνορεύει με ακίνητα της δεύτερης ενάγουσας, της Κ1, του εναγομένου και του Ζ1 και γ) η τέταρτη ενάγουσα, Χ3, είναι κυρία άλλου ακινήτου, εκτάσεως 250 τ.μ., που συνορεύει με ακίνητα Κ1, εναγομένου, ιδιοκτησία " ΜιραμπέλλοΑΕ" και Κ2, και ακίνητο Ζ1.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1091 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1091/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,2) Χ2 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μακράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2000 μη οριστική,95/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 602/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 11-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 602/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λασιθίου ......, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, στην πρώτη αναιρεσίβλητη Χ1, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου ( νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου. (ΑΠ 1368/1994, 92/1987).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 64 και 65 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, οι διατάξεις ν.8 Κωδ. (7.39) και 9 παρ.1Πανδ.( 50. 14) του προϊσχύσαντος ΒΡ δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται καλόπιστη νομή επί μία τριακονταετία, εφαρμόζονται στη χρησικτησία που άρχισε πριν την ισχύ του ΑΚ, όταν με το συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, ενώ αν, αντιθέτως, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η καθοριζόμενη από αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από την ισχύ αυτού , ήτοι από 23-2-1946.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είναι κυρίες, τριών, αντίστοιχα, αυτοτελών αγροτικών ακινήτων, που βρίσκονται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ....., και συγκεκριμένα α) η δεύτερη ενάγουσα, Χ1, είναι κυρία ακινήτου, εκτάσεως 250 τ.μ., που συνορεύει με ακίνητα της πρώτης ενάγουσας
....., (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή), της τρίτης ενάγουσας, του εναγομένου και του Ζ1, β) η τρίτη ενάγουσα, Χ2 είναι κυρία άλλου ακινήτου, εκτάσεως 250 τ.μ., που συνορεύει με ακίνητα της δεύτερης ενάγουσας, της Κ1, του εναγομένου και του Ζ1 και γ) η τέταρτη ενάγουσα, Χ3, είναι κυρία άλλου ακινήτου, εκτάσεως 250 τ.μ., που συνορεύει με ακίνητα Κ1, εναγομένου, ιδιοκτησία " ΜιραμπέλλοΑΕ" και Κ2, και ακίνητο Ζ1.
Τα πιο πάνω τρία ακίνητα αποτελούσαν άλλοτε τμήματα ενιαίου μείζονος ακινήτου που ανήκε στον πατέρα των εναγουσών ......, ο οποίος αποβίωσε το έτος 1944. Μετά το θάνατο αυτού και κατά το ίδιο έτος έγινε μεταξύ των κληρονόμων του άτυπη διανομή του ενιαίου ακινήτου και βάσει αυτής καθεμιά ενάγουσα έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή της διακεκριμένο τμήμα, δηλαδή το προπεριγραφόμενο για καθεμιά ακίνητο, το οποίο έκτοτε νεμόταν συνεχώς με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.
Εδικότερα καθεμιά από αυτές καλλιεργούσε το τμήμα που έλαβε κατά την άτυπη διανομή με πατάτες, όσπρια και σιτηρά και επέβλεπε τα όριά του από τυχόν παρεμβάσεις τρίτων. Έτσι οι ενάγουσες, με την άσκηση νομής επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έγιναν κυρίες το έτος 1964 των παραπάνω ακινήτων, με έκτακτη χρησικτησία.
Ο εναγόμενος, ο οποίος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την κυριότητα των εναγουσών στα πιο πάνω ακίνητα, είναι κύριος συνεχόμενου προς αυτά ακινήτου, συνολικής έκτασης 11.164,43 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με ακίνητο .... και ήδη "Μιραμπέλλο Α.Ε.", νότια με ιδιωτική οδό και πέραν αυτής με ακίνητο ....., ανατολικά με ακίνητα ...
και .... και επαρχιακή οδό ..... και δυτικά με ακίνητα Κ2 και κληρονόμων ....... (εναγουσών), και το οποίο περιήλθε σ' αυτόν κατά κυριότητα με τμηματικές, συμβολαιογραφικώς μεταγραμμένες, αγορές από διάφορους ιδιοκτήτες. Οι ενάγουσες από το έτος 1944 για τη μετάβασή τους από τη δημόσια αμαξωτή οδό ..... στα προπεριγραφόμενα ακίνητά τους χρησιμοποιούσαν δίοδο διερχόμενη από το ανωτέρω ακίνητο που μετέπειτα περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου, και συγκεκριμένα εδαφική λωρίδα, πλάτους 2 μέτρων και μήκους 110 μέτρων, η οποία άρχιζε από το σημείο της άνω δημοσίας οδού, όπου υπήρχε τεχνικό έργο-γεφυράκι, συνέχιζε δια μέσου του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας της Φ1 και τώρα του εναγομένου μέχρι το νοτιοανατολικό άκρο του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας .....
και τώρα του εναγομένου, απ' όπου ακολουθώντας τη νότια πλευρά του ακινήτου αυτού σε ευθεία γραμμή μήκους 45 περίπου μέτρων εισερχόταν στο πρώην ακίνητο της Φ1 και τώρα του εναγομένου και δια μέσου αυτού κατέληγε στη νοτιοανατολική γωνία του ακινήτου της πρώτης ενάγουσας (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή), από το οποίο στη συνέχεια κάθε ενάγουσα μετέβαινε στο ακίνητό της.
Από τη δίοδο αυτή (επίδικη), η κατεύθυνση και το μήκος της οποίας εμφαίνονται στο από μηνός Αυγούστου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..... με στοιχεία ΨΩΔΕΘ, διέρχονταν οι ενάγουσες από το έτος 1944 πεζή ή με έμφορτα ζώα και αργότερα με γεωργικό ελκυστήρα και μικρό σκαπτικό μηχάνημα για να μεταβαίνουν στα δεσπόζοντα ακίνητά τους, προς εκτέλεση σ' αυτά των αγροτικών εργασιών τους.
Αυτές και μετά το έτος 1964, που απέκτησαν την κυριότητα στα δεσπόζοντα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, συνέχισαν μέχρι το έτος 1994 να διέρχονται από την επίδικη δίοδο, όπως και προηγουμένως, ασκώντας επ' αυτής οιονεί νομή δουλείας διελεύσεως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, χωρίς να ενοχληθούν από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του.
Το έτος 1989 ο εναγόμενος κατασκεύασε στο ακίνητό του περίφραξη, παρακωλύοντας έτσι τη διέλευση των εναγουσών από τη δίοδο, πλην όμως αυτές αμέσως κατέστρεψαν ένα τμήμα της περίφραξης και συνέχισαν να διέρχονται από την ίδια δίοδο μέχρι το έτος 1994, οπότε ο εναγόμενος επανέφερε την περίφραξη και κατασκεύασε μανδρότοιχο, αποκλείοντας έτσι έκτοτε τη διέλευση των εναγουσών από την επίδικη δίοδο και προσβάλλοντας το δικαίωμά τους δουλείας.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες κατέστησαν, με έκτακτη χρησικτησία, δικαιούχοι πραγματικής δουλείας διελεύσεως σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος-εναγομένου, επί εδαφικής λωρίδας αυτού, πλάτους 2 μέτρων και μήκους 110 μέτρων,και ότι, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, δεχόμενο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί ομολογήσεως δουλείας, αναγνώρισε το δικαίωμα δουλείας διελεύσεως που είχαν αποκτήσει οι αναιρεσίβλητες στην επίδικη δίοδο και διέταξε την άρση της προσβολής της δουλείας από τον αναιρεσείοντα, με αφαίρεση από τη δίοδο της περίφραξης, του μανδροτοίχου και των ελαιοδένδρων που είχε φυτέψει σ' αυτήν, δεν έσφαλε.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1118, 1121 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που δεν εφάρμοσε και οι οποίες, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή για την έκτακτη χρησικτησία των εναγουσών, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1124 και 1125 του ΑΚ, που δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στα κρίσιμα ζητήματα της κυριότητας των εναγουσών στα δεσπόζοντα ακίνητα και της κτήσης από αυτές του δικαιώματος δουλείας διελεύσεως σε βάρος του ακινήτου του εναγομένου διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι ενάγουσες από το έτος 1944 ασκούσαν αφενός νομή στα χρησιδεσπόζοντα ακίνητα και αφετέρου οιονεί νομή δουλείας διελεύσεως σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του εναγομένου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1994 και συνεπώς συμπληρώθηκε στα πρόσωπα αυτών, από μεν την ισχύ του ΑΚ (23-2-1946) και μέχρι το έτος 1966 η απαιτούμενη εικοσαετία για την κτήση κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, επί των ακινήτων που χρησιδέσποζαν, από δε το έτος 1966 και μέχρι το έτος 1994 η απαιτούμενη εικοσαετία για την κτήση του επιδίκου δικαιώματος δουλείας, με έκτακτη χρησικτησία.
Ακόμη, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από το χρόνο που άρχισαν οι ενάγουσες να ασκούν οιονεί νομή στην επίδικη δίοδο, για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ακινήτων τους, και μέχρι το έτος 1994, που ο εναγόμενος απέκλεισε τη δίοδο αυτή, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμά τους δουλείας, δεν υπήρξε διεύρυνση της διόδου αυτής ή επιβάρυνση του δουλεύοντος με νέες ανάγκες των δεσποζόντων ακινήτων και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των ρυθμιστικών κανόνων των άρθρων 1124 και 1125 του ΑΚ.
Επομένως οι για όλα τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, και κατά τα δύο μέρη αυτών, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες( Ολ.
ΑΠ 43/1990, ΑΠ 552/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως βάσιμη την ένδικη αγωγή και να αναγνωρίσει το δικαίωμα δουλείας διελεύσεως των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη δίοδο, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ.1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, καθόσον η άσκηση του δικαιώματος δουλείας των αναιρεσιβλήτων θα επιφέρει στο δουλεύον ακίνητό του ζημία δυσανάλογη σε σχέση με το όφελος των μικρής έκτασης ακινήτων εκείνων, η οποία συνίσταται, αφενός στις δαπάνες που θα απαιτηθούν για την αφαίρεση από τη δίοδο του μανδροτοίχου, της σιδερένιας εξώπορτας και των ελαιοδέντρων και αφετέρου στην αδυναμία αξιοποίησης της ιδιοκτησίας του, λόγω διέλευσης της διόδου από το μέσον αυτής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, στους οποίους αυτός στηρίζεται, δεν προτάθηκαν από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής του.
-ΕΠΕΙΔΗ ο τρίτος λόγος λόγος, μέρος πρώτο, αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή με λόγο της έφεσής του.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο λόγο, μέρος πρώτο, αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα τις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, την από 1-3-1990 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ..... και τις αναφερόμενες έξι φωτογραφίες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, και από τη ρητή μνεία σ' αυτήν της τεχνικής έκθεσης και των αεροφωτογραφιών, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
ΕΠΕΙΔΗ, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα έξι φωτογραφίες, στις οποίες εικονίζονται καλλιεργημένα τα δεσπόζοντα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που προβλέπει το άρθρο 448 παρ.2 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ,το Εφετείο δεν προσέδωσε στις παραπάνω φωτογραφίες μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά τις εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του ..... κατά της υπ' αριθμ. 602/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων Χ2 και Χ3, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ