Legislator Case Law & Legislation
1091/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding statute of limitations and new evidence in labor dispute.

Case Number 1091/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the hospital's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a nurse's wage claim. The hospital argued that the Second Instance Court erred in applying the statute of limitations and admitting new evidence, but the Court found no violation of substantive law. The Court ruled that the Second Instance Court correctly applied rules on the interruption of limitation periods and the admissibility of new documents in retrial proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 579(1) and 581(2) of the Code of Civil Procedure; Art. 527, 529(1)(a), (2), 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appellate court cannot examine appeal grounds regarding parts of a judgment not annulled, and new claims or evidence are admissible in retrial proceedings unless they alter the basis of the original suit or were introduced through bad faith or gross negligence.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation retrial proceedings new evidence admissibility procedural grounds labor dispute appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 579(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 581(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 527 of the Code of Civil Procedure
Art. 529(1)(a) and (2) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1091 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1091/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «ΛΑΪΚΟ» (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιανουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6068/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 839/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 6068/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 5899/2003 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10 Νοεμβρίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 2 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, κατά το πρώτο, δεύτερο και πέμπτο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 579 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί ως προς ένα μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής στο οποίο εισάγεται η υπόθεση δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αφορούν στα λοιπά κεφάλαια της απόφασης, ως προς τα οποία η απόφαση δεν αναιρέθηκε, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στο αναιρεσείον νοσοκομείο ως καθαρίστρια με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από την 25-1-1973 και με την ένδικη αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον νοσοκομείο να της καταβάλει τις διαφορές αποδοχών που εδικαιούτο από 1-1-1994 έως 31-12-1997, λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτήν αποδοχών με βάση την Δ.Α. 42/1981, μη χορηγήσεως σ' αυτή της πρόσθετης αμοιβής των δυο ωρών ημερησίως του Ν. 201/1975, και μη καταβολής της νόμιμης αμοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και για υπερωριακή εργασία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 6068/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται τις αποδοχές της Δ.Α. 42/1981, λόγω δεδικασμένου που παράγεται από την 99/1997 προηγούμενη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί άλλης αγωγής για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών της ενάγουσας και αμοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-12-1993.

Η ως άνω 6068/2000 απόφαση αναιρέθηκε με την 839/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αλλά μόνο κατά το μέρος που έκρινε, ότι η παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας που είχαν γεννηθεί εντός του έτους 1995 διακόπηκε με την 14524/29-12-1995 αίτησή της προς το εναγόμενο, και τούτο διότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε πριν ακόμη αρχίσει η παραγραφή αυτών, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση, κατά το προαναφερόμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο.

Σημειώνεται ότι οι άλλοι λόγοι της αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που αφορούσαν την παραβίαση του δεδικασμένου που προέκυπτε από την ανωτέρω 99/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκαν, με αποτέλεσμα η 6068/2000 απόφαση να καταστεί κατά τα λοιπά αμετάκλητη. Μετά ταύτα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκρινε, ότι από την 99/1997 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του έτους 1995 για την καταβολή επιδόματος τριετιών, προσαυξήσεως του άρθρου 3 της Δ.Α. 125/1981, αμοιβής δύο ωρών του Ν.201/1975, επιδόματος τέκνου, και υπολογισμού του βασικού μισθού της ενάγουσας βάσει 8ωρης εργασίας, και αφού απέρριψε την ένσταση παραγραφής που προέβαλε το εναγόμενο νοσοκομείο κατ' αποδοχή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που προέβαλε η ενάγουσα, επικύρωσε τη 14/1999 πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε επιδικάσει σ' αυτήν μισθολογικές διαφορές για το έτος 1995.

Eνόψει όμως του ότι με την 839/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε η 6068/2000 απόφαση του Εφετείου μόνο κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, ενώ κατά τα λοιπά η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, με αποτέλεσμα να παράγεται δεδικασμένο και ως προς τη δημιουργία των αξιώσεων του έτους 1995, το Δικαστήριο της παραπομπής πλεοναστικώς προέβη στην εκ νέου έρευνα των αξιώσεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δέχτηκε εσφαλμένα την ύπαρξη δεδικασμένου από την 99/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τις ένδικες αξιώσεις του έτους 1995, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, ο ίδιος (πρώτος), κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν ερεύνησε και τις αγωγικές αξιώσεις των ετών 1994, 1996 και 1997, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι και ως προς τις αξιώσεις αυτές υπήρχε δεδικασμένο από την 6068/2000 προηγούμενη απόφαση, η οποία ως προς τις παραπάνω αξιώσεις δεν είχε αναιρεθεί.

Επειδή κατά το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των μετ' αυτού συνδεομένων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών.

Η παραγραφή αυτή αρχίζει κατά το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 51 εδάφ. β' του ανωτέρω Ν.Δ/τος η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου διακόπτεται και δια της υποβολής προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Σε περίπτωση που δεν απαντήσει η αρμόδια αρχή, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Η υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διακοπή της παραγραφής των προαναφερομένων αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ, προϋποθέτει έναρξη της παραγραφής, αφού δεν μπορεί να νοηθεί διακοπή παραγραφής η οποία δεν άρχισε ακόμη.

Επομένως, για να διακοπεί η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων κατά ΝΠΔΔ, πρέπει η αίτηση περί πληρωμής αυτών να υποβάλλεται μετά τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες οι απαιτήσεις, αφού πριν από το τέλος του έτους αυτού, δεν αρχίζει η παραγραφή. Εξάλλου, αν υποβλήθηκε αίτηση του υπαλλήλου περί πληρωμής χρηματικών απαιτήσεών του προς το νομικό πρόσωπο εντός του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι απαιτήσεις με συνέπεια η εν λόγω αίτηση να μην επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής αυτών κατά τα ανωτέρω, και υποβληθεί στη συνέχεια νέα αίτηση μετά τη λήξη του έτους, η υποβολή της δεύτερης αίτησης έχει το ως άνω αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής, αφού όπως προκύπτει από την τελευταία από τις ανωτέρω διατάξεις, η δεύτερη αίτηση δεν διακόπτει την παραγραφή, μόνο στην περίπτωση που αυτή έχει διακοπεί ήδη με προηγούμενη αίτηση.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη, για την πληρωμή των ένδικων χρηματικών απαιτήσεών της για καθυστερούμενες αποδοχές της, ως καθαρίστριας εργαζόμενης με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου, υπέβαλε προς αυτό την 14524/29-12-1995 αίτησή της, με την οποία ζητούσε την πληρωμή διαφορών αποδοχών για το διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1997, και ότι με την αίτηση αυτή δεν διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων που γεννήθηκαν εντός του έτους 1995, αφού η παραγραφή αυτών δεν είχε αρχίσει κατά το χρόνο υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως, υπέβαλε όμως στη συνέχεια και νέα αίτηση προς το αναιρεσείον στις 30-12-1997 με αριθ. 14416/30-12-1997, έκρινε δε το Εφετείο ότι με την υποβολή της τελευταίας αυτής αιτήσεως διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων που γεννήθηκαν εντός του έτους 1995.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, για τη διακοπή της παραγραφής και πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναιρέσεως.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, νέοι ισχυρισμοί στη μετ' αναίρεση δίκη προβάλλονται παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς που δεν πρότεινε στην προηγούμενη δίκη, προς υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, εκτός αν αυτοί μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής.

Επομένως παραδεκτώς η αναιρεσίβλητη πρότεινε στο Εφετείο, κατά τη μετ' αναίρεση δίκη, την αντένσταση ότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεών της που ανάγονται στο έτος 1995 διακόπηκε με την υποβολή της υπ' αριθ. 14416/39-12-1997 αιτήσεως που υπέβαλε αυτή προς το αναιρεσείον για την πληρωμή μισθολογικών διαφορών και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ.α΄και 2 του ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ενώπιον του Εφετείου προσκομιδή νέων εγγράφων είναι δυνητική εξαρτώμενη από την ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αναγόμενη σε πράγματα, κρίση του δικαστηρίου. Επομένως η κρίση του Εφετείου, ότι δικαιολογείται η επίκληση από την αναιρεσίβλητη και προσκομιδή ενώπιόν του για πρώτη φορά στη μετ' αναίρεση δίκη της υπ' αριθ. 14416/39-12-1997 αιτήσεως που υπέβαλε αυτή προς το αναιρεσείον για την πληρωμή μισθολογικών διαφορών, είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς και ο περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2003 αίτηση τoυ Ν.Π.Δ.Δ. «Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ» περί αναιρέσεως της υπ΄αριθ. 5899/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ