Supreme Court dismisses appeal against land dispute judgment due to defendant's absence and non-reviewable facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's land dispute judgment. The defendant failed to appear at the hearing without submitting a declaration of non-appearance, and the court proceeded despite this absence. The appeal arguments regarding the lower court's reasoning on land ownership and evidence evaluation were rejected as inadmissible because they pertained to the non-reviewable substantive findings of fact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only on procedural grounds, rejecting arguments that challenge the non-reviewable substantive assessment of facts and evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1090 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1090/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Τ. και της Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/ΤΜ111/2009/2010 μη οριστική, 19/ΤΜ/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ....2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Άμφισσας Ν. Φ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύτηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη από 24.3.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 49/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 19/ΤΜ/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 Ν.2664/1998, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ` ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία αναφορικά με τον δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί όποιος έχει έννομο συμφέρον, ήτοι ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ., να ζητήσει με αγωγή που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ` ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ και 12 παρ.1 εδ.ζ και 4 του ν. 2664/1998, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου έλαβε χώρα μετά την ισχύ του ΑΚ (23-2-1946), η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ` αυτών, μεταβαίνει αναδρομικά στον κληρονόμο, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του (στις περιοχές όπου ισχύει το σύστημα των μεταγραφών που υποστηρίζεται από τα Υποθηκοφυλακεία) ή καταχωρίσει το σχετικό δημόσιο έγγραφο με την περί αποδοχής δήλωσή του στο οικείο κτηματολογικό φύλλο εκάστου κληρονομιαίου ακινήτου (στις περιοχές όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο) (ΑΠ 403/2018, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 615/2016, ΑΠ 717/2014).
Μόλις δε γίνει η μεταγραφή ή η καταχώριση, αντίστοιχα, θεωρείται ότι περιήλθε η κυριότητα στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, ενόψει ότι ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή. Ειδικότερα, η μεταγραφή ή η καταχώριση αξιώνεται για λόγους δημοσιότητας και εξασφάλισης της συνέχειας των μεταβιβάσεων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ή στα κτηματολογικά φύλλα που τηρούνται στα πλαίσια του Εθνικού Κτηματολογίου και δεν έχει την έννοια ότι πριν από τη μεταγραφή ή την καταχώριση η κυριότητα επί του κληρονομιαίου ακινήτου δεν έχει αποκτηθεί από τον κληρονόμο από την επαγωγή.
Αντίθετα, όπως γίνεται παγίως δεκτό, ο κληρονόμος από την επαγωγή και δια της επαγωγής αποκτά την κυριότητα (ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα) επί του κληρονομιαίου ακινήτου, αλλά η κτήση αυτή τελεί υπό τη νομική αίρεση της μεταγραφής ή της καταχώρισης, μέχρις ότου δε αυτή (μεταγραφή ή καταχώριση) συντελεστεί, η κυριότητα του ακινήτου είναι μετέωρη.
Για την παύση της ως άνω μετέωρης κατάστασης απαιτείται η μεταγραφή ή η καταχώριση της αποδοχής της κληρονομίας, η οποία (αποδοχή) πρέπει να προκύπτει από δημόσιο έγγραφο (άρθρ. 1195 ΑΚ και 12 παρ. 4 του ν. 2664/1998). Από τις διατάξεις αυτές και ενόψει των ορισμών των άρθρων 6 παρ. 2 του ν.2664/1998 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, που ουσιαστικά πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή με παρεπόμενο αίτημα τη διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, στην περίπτωση που η κτήση της κυριότητας του ενάγοντος επί του ανακριβώς καταχωρισθέντος ακινήτου στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ` ουσίαν βάσιμη, πλην άλλων, και η εκ μέρους του ενάγοντος γενόμενη και από δημόσιο έγγραφο προκύπτουσα αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή ή η καταχώριση της σχετικής περί αποδοχής δήλωσής του ή του κληρονομητηρίου, χωρίς να απαιτείται και η αναφορά του τόμου και των λοιπών στοιχείων της μεταγραφής ή του αριθμού καταχωριστέας πράξης αντίστοιχα, των οποίων η απόδειξη μπορεί να γίνει κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της αγωγής, με την προσκόμιση των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, καθώς και μόνη η ιδιότητα του κληρονομουμένου ως κυρίου του ακινήτου, χωρίς περαιτέρω καθορισμό του τρόπου κτήσης της κυριότητας από τον τελευταίο, εκτός αν η κυριότητά του αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε απαιτείται να αναφέρονται, είτε στην αγωγή καθ` υποφοράν, είτε στις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης συζήτησης, κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρο 224 εδ β ΚΠολΔ), τα παραγωγικά της κυριότητάς του ή των δικαιοπαρόχων του γεγονότα ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης μέχρι την πρωτότυπη κτήση (ΑΠ 403/2018, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 383/2014).
Περαιτέρω, κατ` άρθρο 7α παρ.1 περ. α του ν.2664/1998, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 2 του Ν.3127/2003 (ΦΕΚ Α 67/19.3.2003), όσο διαρκεί η διόρθωση των πρώτων εγγραφών, δεν κωλύεται η εν γένει μεταβίβαση και επιβάρυνση των μη καταχωρισθέντων στις πρώτες εγγραφές δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, ο δικαιούχος μη καταχωρισθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος κυριότητας μπορεί να μεταβιβάσει τούτο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ΑΚ, χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης στις διατάξεις αυτές προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Εφόσον δε ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρίσει στο οικείο κτηματολογικό φύλλο την προρρηθείσα αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.2664/1998 περί διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, την ως άνω υποχρέωση εγγραφής της μεταβιβαστικής πράξης αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλειά του καταχώριση της σχετικής αγωγής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο.
Εωσότου καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθησόμενη απόφαση επί της ανωτέρω αγωγής (άρθρο 7 του ν.2664/1998), τυχόν μεταβίβαση του ανακριβώς καταχωρισθέντος δικαιώματος τελεί υπό την αναβλητική αίρεση ταύτης, ήτοι της αμετάκλητης απόφασης που δέχεται την αγωγή. Ειδικότερα, σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής μη καταχωρισθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος και συγκεκριμένα, αν στις πρώτες εγγραφές δεν έχει καταχωρισθεί εμπράγματο δικαίωμα και δη της κυριότητας επί ακινήτου των πραγματικών δικαιούχων - κληρονόμων, ο δε κληρονομούμενος έχει αποβιώσει πριν την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης περί ενάρξεως λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, οι κληρονόμοι του, εφόσον δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία κατ' άρθρο 1847 του ΑΚ, μπορούν και αν ακόμη ανακριβώς αναγράφεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο τρίτος ως δικαιούχος και όχι ο κληρονομούμενος, να συντάξουν το σχετικό δημόσιο έγγραφο περί αποδοχής της κληρονομίας και να καταχωρήσουν τούτο στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, υπό την προρρηθείσα αναβλητική αίρεση του άρθρου 7α, ενώ παράλληλα θα ασκήσουν την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.2664/1998, ζητώντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε αντί του ανακριβώς αναγραφομένου στις πρώτες εγγραφές ως δικαιούχου κυριότητας, να αναγραφούν οι ίδιοι (κληρονόμοι).
Η αντίθετη άποψη, που υποστηρίζει ότι η διόρθωση κατά τον ανωτέρω τρόπο πρέπει να γίνει στο όνομα του κληρονομουμένου, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, καθότι αφενός κατά το χρονικό σημείο έναρξης του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, στο οποίο και αναφέρονται οι πρώτες εγγραφές, ο κληρονομούμενος έχει αποβιώσει και δε νοείται να είναι φορέας εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αφετέρου διότι η αποδοχή κληρονομίας, ανεξαρτήτως του χρόνου σύνταξης του σχετικού δημοσίου εγγράφου και μεταγραφής του ή τώρα πλέον καταχώρισής του στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ενεργεί αναδρομικά κατά το χρόνο της επαγωγής (θανάτου), η δε άσκηση και καταχώριση της σχετικής αγωγής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο εκ μέρους των κληρονόμων αναπληρώνει την έλλειψη εγγραφής της δήλωσης περί αποδοχής κληρονομίας και την ανάγκη δημοσιότητας κατ' άρθρα 1193 και 1199 του ΑΚ και 12 παρ.1 εδ.
ζ και 4 του ν.2664/1998. Επομένως κατά το χρονικό σημείο έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, το μη καταχωρισθέν στις πρώτες εγγραφές εμπράγματο δικαίωμα, έχει ήδη περιέλθει στους κληρονόμους. Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης επέφερε στην πράξη μία "ανατροπή στα νομολογιακά δεδομένα" αναφορικά με το ορισμένο της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής σε περίπτωση που ο επικαλούμενος τρόπος κτήσης είναι η κληρονομική διαδοχή.
Ενώ, λοιπόν, η κλασσική νομολογιακή θέση απαιτεί να αναγράφεται στην αγωγή το δημόσιο έγγραφο περί αποδοχής της κληρονομίας και η μεταγραφή του, εν προκειμένω τούτο είναι αδύνατο, διότι για την καταχώριση (πρώην μεταγραφή) στο κτηματολογικό φύλλο της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας απαιτείται να προηγηθεί η καταχώριση της αγωγής του άρθρου 6 παρ.2 , οπότε αυτονόητο είναι ότι κατά το χρόνο σύνταξης και κατάθεσης της αγωγής, τα στοιχεία καταχώρισης δεν είναι γνωστά αυτά θα συμπληρωθούν με τις προτάσεις.
Διαφορετική είναι η περίπτωση που ο κληρονομούμενος απεβίωσε μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης περί ενάρξεως του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, άρα κατά το κρίσιμο εκείνο χρονικό σημείο ήταν δικαιούχος κυριότητας επί του ακινήτου, οπότε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, κατ' άρθρο 6 παρ.2 του ν.2664/1998, θα γίνει στο όνομα του κληρονομουμένου και όχι των κληρονόμων, ανεξαρτήτως εάν οι τελευταίοι προέβησαν στην καταχώριση της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας στο οικείο κτηματολογικό φύλλο κατ' άρθρο 7α παρ. 1 περ.α του ιδίου νόμου, και τούτο διότι, παρά την αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, αυτή ανατρέχει στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και όχι στο προγενέστερο αυτού κρίσιμο χρονικό σημείο έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή, στο οποίο αναφέρονται οι πρώτες εγγραφές.
Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή. (ΑΠ 1932/2017).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).
Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1875/2023, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την κρινόμενη αγωγή, αφού στο δικόγραφό της δεν διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ, απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, και ειδικότερα δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο ενάγων, επικαλούμενος παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας (κληρονομική διαδοχή), έχει ήδη προβεί σε καταχώριση της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου, κατ' άρθρο 7Α του νόμου 2664/1998.
Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι ο πατέρας του, Τ. Τ. του Κ., κατέστη κύριος ενός ελαιοτεμαχίου, έκτασης 5.047,62 τ.μ., με τα εντός αυτού εξήντα (60) ελαιόδενδρα και τις οκτώ (8) αμυγδαλιές, όπως αυτό αναλυτικώς περιγράφεται στην αγωγή.
Ότι ο πατέρας του απέκτησε το ακίνητο κατά ψιλή κυριότητα με αγορά από τη μητέρα του, Ζ. σύζυγο Κ. Τ., δυνάμει του υπ' αριθ. ....1958 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άμφισσας Α. Α., που μεταγράφηκε στον τόμο 4Ζ' και με αριθμό 214 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άμφισσας, και κατά πλήρη κυριότητα το έτος 1975, όταν απεβίωσε η πωλήτρια - επικαρπώτρια.
Ότι η Ζ. σύζυγος Κ. Τ. απέκτησε το προαναφερόμενο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα με αγορά από τον Α. Α. Α. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1940 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άμφισσας Ιωάννη Γεωργούτσου, που μεταγράφηκε στον τόμο 4Α' και με αριθμό 27 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άμφισσας. Ότι ο Α.
Α. κατέστη κύριος του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατρός του Α. Α., δυνάμει του υπ' αριθ. ....1935 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Άμφισσας Ιωάννη Γεωργούτσου, νομίμως μεταγραφέντος, και κατά το ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, δυνάμει του υπ' αριθ. ....1940 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Άμφισσας Ιωάννη Γεωργούτσου νομίμως μεταγραφέντος.
Ότι ο απώτατος δικαιοπάροχός του, Α. Α., ασκούσε με καλή πίστη επί του ακινήτου από το έτος 1880 τις αναλυτικά αναγραφόμενες στην αγωγή πράξεις νομής και κατοχής, καθιστάμενος κατ' αυτόν τον τρόπο κύριος αυτού με χρησικτησία. Ότι κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές το ως άνω ακίνητο χωρίστηκε σε δύο επιμέρους τμήματα, εκ των οποίων το τμήμα με ΚΑΕΚ 480091201003/0/0 εμβαδού 4.462 τ.μ.
καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Τ. Τ. του Κ. και το τμήμα με ΚΑΕΚ 480091201903/0/0 εμβαδού 584 τ.μ. καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα κτηματολογικά φύλλα ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Περαιτέρω επικαλείται ότι ο ίδιος είναι εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε την 1.7.2006 προτού δημοσιευθεί η σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για την έναρξη του Κτηματολογίου στην ένδικη περιοχή (ΦΕΚ 854/Β/10.7.2006).
Για τους λόγους αυτούς ζητεί να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του ανωτέρω ακινήτου και ειδικότερα επί του τμήματος των 584 τ.μ. και να γίνει η σχετική διόρθωση στην αρχική εγγραφή στα οικεία Κτηματολογικά Βιβλία. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 6 παρ. 1 και 2, 7α παρ. 1 περ.
α του Ν. 2664/1998, 1710, 1711 και 1846 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα γίνεται σαφής αναφορά στο δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου κατά το χρόνο έναρξης της λειτουργίας του κτηματολογίου στην περιοχή της Άμφισσας του Δήμου Άμφισσας, καθώς και στον τρόπο κτήσης αυτού (κληρονομική διαδοχή), ενώ αναφέρεται με σαφήνεια και ο τρόπος κτήσης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του, μη απαιτουμένων άλλων επιπλέον στοιχείων, και δη της αναφοράς στην αγωγή των στοιχείων καταχώρισης στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου της δήλωσης περί αποδοχής εκ μέρους του ενάγοντος της κληρονομίας του πατρός του Τ.
Τ., δεδομένου ότι αυτό είναι αδύνατο, διότι για την καταχώριση στο κτηματολογικό φύλλο της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας απαιτείται η αμέσως προηγούμενη καταχώριση της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, οπότε αυτονόητο είναι ότι κατά το χρόνο σύνταξης και κατάθεσης της αγωγής τα στοιχεία της καταχώρισης δεν ήταν γνωστά στον ενάγοντα, συμπληρώθηκαν όμως στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την προσκομιδή εκ μέρους του ενάγοντος της με αριθμό ....2011 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας του Τ.
Τ. συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθανασίου Παναγιωτόπουλου και ήδη καταχωρηθείσας στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).
Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι ο προβληθείς ισχυρισμός του περί της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος συνιστά ένσταση και ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο έχει το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ θα έπρεπε να κρίνει ότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ο ενάγων έπρεπε να αποδείξει την κυριότητά του, με ανάστροφη διαδοχή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπό τις προϋποθέσεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, συμπληρωμένες μέχρι το έτος 1915.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ο ανωτέρω προταθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος έναντι της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αλλά ένσταση καταλυτική της αγωγής και το βάρος απόδειξής του έφερε το εκκαλούν - αναιρεσείον που πρότεινε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η επίκληση και απόδειξη της απόκτησης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι τις 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα που κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αποδείχθηκε.
Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι, σε κάθε περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλομένης, ο απώτερος δικαιοπάροχος όλων, Α. Α., είχε γίνει κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά το προϊσχύον δίκαιο, διότι παρέλαβε τη νομή του το έτος 1880, κατόπιν άτυπης δωρεάς του πατέρα του Δ.
Α. και άσκησε πράξεις νομής ανενόχλητος για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών με καλή πίστη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).
Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (AΠ 19/2022, AΠ 261/2016, AΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 19/2022).
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα έκανε δεκτό τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του και ειδικά του απώτατου δικαιοπαρόχου του Α.
Α. επί του επιδίκου, παρότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ υπ' αριθ.46/τμ111/2009/2010 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού), την υπ' αριθ. 2245/2010 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάσθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθ.
Παναγιωτόπουλου μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο εδαφικό τμήμα έχει έκταση 584 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "Βάμπα" της κτηματικής περιφέρειας Άμφισσας. Έχει λάβει ΚΑΕΚ 480091201903/0/0. Το όριά του είναι βόρεια με γεωτεμάχιο υπ' αριθ.
ΚΑΕΚ 48 009 12 01 001, νότια με γεωτεμάχιο υπ' αριθ. ΚΑΕΚ 48 009 12 01 016, ανατολικά με γεωτεμάχιο υπ' αριθ. ΚΑΕΚ 48 009 12 01 003 και δυτικά με ρέμα υπ' αριθ. ΚΑΕΚ 48 009 ΕΚ 001 45. Μέσα στο τεμάχιο αυτό υπάρχουν οκτώ ελαιόδεντρα και οκτώ αμυγδαλιές που είχε φυτέψει ο πατέρας του ενάγοντος. Έχει μήκος περίπου 65 μ. και πλάτος 4 έως 10 μ.
και εκτείνεται κατά μήκος ενός χειμάρρου που καλείται "Κολοβατιανός" στα δυτικά αυτού. Ο ενάγων με την υπ' αριθ. 2800/2011 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθ. Παναγιωτόπουλου αποδέχτηκε την κληρονομία του πατέρα του Τ. Τ., κατοίκου όσο ζούσε Άμφισσας που απεβίωσε την 1.7.2006, δηλαδή προτού δημοσιευθεί η σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για την έναρξη του Κτηματολογίου στην ένδικη περιοχή.
Η αποδοχή αυτή καταχωρήθηκε την 29.6.2011 στα κτηματολογικά φύλλα των γεωτεμαχίων υπ' αριθ. ΚΑΕΚ 480091201003/0/0 και ΚΑΕΚ 480091201903/0/0. Η κληρονομία που αποδέχτηκε ο ενάγων αφέθηκε σ' αυτόν από τον πατέρα του με την υπ' αριθ. 737/2006 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθ. Παναγιωτόπουλου που δημοσιεύτηκα με τα υπ' αριθ. 134/2006 πρακτικά του μονομελούς πρωτοδικείου Άμφισσας.
Η αποδοχή αφορούσε το σύνολο του κτήματος με 60 ελαιόδεντρα εκτάσεως 5.047,62 τ.μ., το οποίο κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα της περιοχής χωρίστηκε στα δύο και έχει λάβει το μεν ένα εκτάσεως 4.462 τ.μ. ΚΑΕΚ 480091201003/0/0, το δε άλλο εκτάσεως 583,81 τ.μ. ΚΑΕΚ 480091201903/0/0. Ο πατέρας του ενάγοντος είχε γίνει ψιλός κύριος αυτού το 1958 με αγορά από αληθινό κύριο και συγκεκριμένα από τη μητέρα του Ζ.
σύζυγο Κ. Τ., η οποία είχε παρακρατήσει υπέρ αυτής την επικαρπία του κτήματος όσο ζούσε. Η πώληση έγινε με το υπ' αριθ. 8792/1958 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Άμφισσας Α. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άμφισσας στον τόμο ΚΖ με αριθμό 214. Μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου του που έλαβε χώρα το 1975 έγινε πλήρης κύριος του κτήματος.
Η μητέρα του είχε γίνει κυρία αυτού με αγορά από αληθινό κύριο (Α. Α.) το 1940 με το πωλητήριο συμβόλαιο υπ' αριθ. 11.956/1940 του συμβολαιογράφου Άμφισσας I. Γεωργούτσου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άμφισσας στον τόμο ΚΑ με αριθμό 27. Ο δικαιοπάροχος αυτής Απ. Ασημακόπουλος είχε αποκτήσει αυτό με το υπ' αριθ. .../1940 διανεμητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άμφισσας στον τόμο ΚΑ με αριθμό 26, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. .../1935 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου περί διανομής της κληρονομίας του αποβιώσαντος το 1920 πατέρα των αδελφών Α.
που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άμφισσας στον τόμο ΚΠΘ με αριθμό 52. Ο απώτερος δικαιοπάροχος όλων Α. Α. είχε γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία διότι παρέλαβε τη νομή του το 1880 κατόπιν άτυπης δωρεάς του πατέρα του Δ. Α. και άσκησε πράξεις νομής (καλλιεργώντας βασικά με ελαιόδεντρα και επίβλεψη) στη συνέχεια ανενόχλητος για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών με καλή πίστη κατά το προϊσχύον δίκαιο.
Ενώ λοιπόν το όλο κτήμα ήταν πάντοτε ένα ενιαίο και αδιαχώριστο, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα και έχει λάβει το μεν ένα εκτάσεως 4.462 τ.μ. ΚΑΕΚ 480091201003/0/0, το δε άλλο εκτάσεως 583,81τ.μ. ΚΑΕΚ 480091201903/0/0. Κατά τη γενόμενη δε πρώτη εγγραφή του Κτηματολογίου κύριος του μεν πρώτου τμήματος φέρεται ο πατέρας του ενάγοντος, του δε δευτέρου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διότι δήθεν είχε δασικό χαρακτήρα, πράγμα που ωστόσο είναι εσφαλμένο.
Το Ελληνικό Δημόσιο στον πρώτο βαθμό ισχυρίσθηκε κατ' ένσταση ότι το επίδικο τμήμα των 584 τ.μ. είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του α) ως διάδοχο το Οθωμανικού δημοσίου διότι επρόκειτο για κτήμα που ανήκε σε Οθωμανούς, και επικουρικά β) διότι επρόκειτο για δημόσια δασική έκταση ή επικουρικότερα λιβάδι-βοσκότοπος και τέλος ακόμη πιο επικουρικά διότι επρόκειτο για αδέσποτο κτήμα.
Ουδόλως αποδείχθηκε κάποια από τις ανωτέρω επικαλούμενες ιδιότητες του κτήματος, το οποίο αποτελεί φυσική συνέχεια το υπολοίπου με το οποίο αποτελούσε πάντοτε ένα συνεχόμενο σύνολο ελαιοκτήματος. Με το εφετήριο το Δημόσιο μεταβάλλει θέσεις και υποστηρίζει ότι πρόκειται για κοίτη του παρακείμενου χειμάρρου που καλείται "Κολοβατιανός" και είναι στα δυτικά αυτού.
Υποστηρίζει ότι η κοίτη αυτή προέκυψε μετά από την εκτέλεση τεχνικού έργου (τοιχείου), τη χρονολογία του οποίου δεν αναφέρει, και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 116/1975. Ανεξάρτητα από το ότι δεν πρόκειται για ποταμό αλλά για χείμαρρο, αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιες διοικητικές αρχές, χωρίς να έχει προκύψει ο χρόνος, κατασκεύασαν ένα τοιχείο κατά μήκος του χειμάρρου αυτού με πέτρες και συρματόπλεγμα προς προστασία των όμορων κτημάτων από την ροή των υδάτων το χειμώνα.
Το τοιχείο αυτό δεν τέμνει το συνολικό κτήμα του ενάγοντος και επομένως δεν το διαχωρίζει σε δύο τμήματα και η τοποθέτηση του τοιχείου στο συγκεκριμένο σημείο από τις υπηρεσίες του Δημοσίου φανερώνει ότι το όλο κτήμα του πατέρα του ενάγοντος θεωρήθηκε ενιαίο και γι' αυτό μερίμνησαν για την προστασία του συνόλου από τα νερά του χειμάρρου.
Σε καμία δηλαδή περίπτωση δεν αποτελούσε κοίτη του χειμάρρου όπως αβάσιμα υποστηρίζει το Δημόσιο. Επομένως, εφόσον ο πατέρας του ενάγοντος, που απεβίωσε προτού δημοσιευθεί η σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για την έναρξη του Κτηματολογίου στην ένδικη περιοχή, ήταν ο αληθινός κύριος του επιδίκου τμήματος των 584 τ.μ.
και ο ενάγων κληρονόμος αυτού από διαθήκη, νομιμοποιούταν (ο ενάγων) ως έχων έννομο συμφέρον από την ιδιότητα του κληρονόμου να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 ν. 2664/1998. Γι' αυτό το Ελληνικό Δημόσιο αβάσιμα υποστηρίζει τα αντίθετα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του. Επίσης, στην ένδικη αγωγή, όπως εκτιμάται στο σύνολό της, υπάρχει αίτημα διατυπωμένο να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος του επιδίκου και γι' αυτό η εκκαλούμενη δεν επιδίκασε μη αιτηθέντα όπως αβάσιμα υποστηρίζει το Δημόσιο με την έφεσή του.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή. Από την ως άνω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του πορίσματός του, περί ιδίας κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την υπ' αριθ. 2245/2010 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάσθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθ.
Παναγιωτόπουλου μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου, καθώς και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί εκτάκτου χρησικτησίας και εκείνες του άρθρου 1 του ν. 116/1975, δεχόμενο εσφαλμένα, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφενός μεν ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου και δη ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος όλων Α.
Α. είχε γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύον δίκαιο, διότι παρέλαβε το έτος 1880 τη νομή του κατόπιν άτυπης δωρεάς του πατέρα του Δ. Α. και άσκησε στη συνέχεια πράξεις νομής ανενόχλητος για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών με καλή πίστη, αφετέρου δε ότι το επίδικο δεν αποτελεί κοίτη χειμάρρου, παραλείποντας να διαλάβει στην αιτιολογία της απόφασής του κρίση περί του αποδειχθέντος πραγματικού περιστατικού της διαφοροποίησης στην ηλικία της υπάρχουσας βλάστησης επί του επιδίκου με αυτή της υπόλοιπης έκτασης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφορά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε επιχειρήματα του δικαστηρίου που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα δε της θεμελίωσής του στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, λόγω του προνομίου της ατέλειας που απολαμβάνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/28.7.1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση αναίρεσης και τούτο δεν έχει κατατεθεί, ώστε να τίθεται θέμα απόδοσής του ή μη.
Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος για τον απόντα αναιρεσίβλητο, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.3.2016 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 49/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ