Legislator Case Law & Legislation
1090/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to lack of legal grounds and evidence evaluation errors.

Case Number 1090/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's ruling on their debt restructuring case. The court found the appeal arguments insufficient to challenge the lower court's assessment of evidence regarding the debtors' insolvency. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appeal bond was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561, 495, 746 of the Code of Civil Procedure; Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010: An appeal is dismissed when the grounds do not affect the trial court's evaluation of evidence, and no court costs are awarded in debt restructuring proceedings under this law.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency proceedings appeal admissibility evidence evaluation court costs waiver legal grounds insufficiency supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, Judgment 4/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, Judgment 1784/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, Judgment 1674/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, Judgment 1163/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, Judgment 1054/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, Judgment 988/2023
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1090 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1090/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. - Δ. Α. του Ι. και 2) Ε. Δ. του Ν., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Μήλιου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων και εκπροσώπου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ... ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν, ενώ για την 2η εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ανδρέας Μπαλτάκος, που δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την εταιρεία με την επωνυμία ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ..., ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-11-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 481/2013 και 482/2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14379/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 26-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 76567/130/27-7-2022), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 14379/2020 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 277/2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες ... προς τις οποίες κοινοποιήθηκε η από 1-8-2017 έφεση, πιστώτριες των αιτούντων, ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις τελευταίες, που δικάσθηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1, εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες ...

πιστωτριών και αυτών των αιτούντων, καθών οι αιτήσεις και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, προς τις οποίες κοινοποιήθηκε η από 1-8-2017 έφεση της τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ...", καθής οι αιτήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η επ. σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην δικάσιμο της 5-6-2020 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022). Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 26-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 76567/130/27-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14379/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 16, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Κ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στην πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή υπαλλήλους αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείοντες και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι πρώτη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι ήδη δύο αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, τις από 8-11-2013 αιτήσεις τους, με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών οι αιτήσεις τους, ήτοι τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες ...

ζήτησαν την δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους προς τις ως άνω πιστώτριές τους, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 277/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως αόριστη την ένσταση που προέβαλε η πρώτη των καθών οι αιτήσεις περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δέχθηκε τις αιτήσεις τους ως βάσιμες κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η εκ των καθών οι αιτήσεις ... νόμιμη διάδοχος της οποίας κατέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 1-8-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2311/48/3-8-2017) έφεσή της. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αυτήν τυπικώς και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε τις υποθέσεις και δίκασε αυτές κατ' ουσίαν, αφού δέχθηκε ότι η ένσταση της ως άνω καθής οι αιτήσεις και εκκαλούσας ...

περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, είναι ορισμένη, απέρριψε τις αιτήσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ιδίου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ' ένστασιν και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στην νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 609/2023, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, αντιστοίχως, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πιστώσεως, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023).

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023). Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε, αν το Δικαστήριο, για την θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο αγωγή ή ένσταση.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμον για την στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1508/2020).

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς τους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, έκρινε ορισμένη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε εναντίον τους πρωτοδίκως η καθής οι αιτήσεις ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία ... την οποία επανέφερε με λόγο της από 1-8-2017 εφέσεώς της και ότι το ως άνω Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 481 επ. του Α.Κ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 14379/2020, αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο, ως προς την προαναφερθείσα ένσταση και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 481 επ. του Α.Κ., δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στην κρινόμενη υπόθεση, με τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως η εκκαλούσα επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση δόλιας περιέλευσης των εφεσίβλητων σε αδυναμία πληρωμών, ισχυριζόμενη, όπως και πρωτοδίκως, ότι οι εφεσίβλητοι έλαβαν τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο δάνεια από τις πιστώτριες, συνολικού ποσού 769.292€ και 694.740€ ο καθένας αντίστοιχα, αν και γνώριζαν ότι η εισοδηματική τους κατάσταση δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν οικονομικά στην ανάληψη αυτού του ύψους των δανειακών υποχρεώσεων και παρ' όλ' αυτά προέβησαν στον ως άνω υπέρογκο δανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσουν ανώτερο βιοτικό επίπεδο υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή.

Δηλαδή, η ενιστάμενη και ήδη εκκαλούσα, αποδεχόμενη τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως τραπεζικά προϊόντα που κάθε οφειλέτης συμφώνησε, εκθέτει στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και στο εφετήριο ότι με βάση τις οικονομικές δυνατότητές τους κατά τον χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες οι εφεσίβλητοι γνώριζαν ότι η αδυναμία πλήρους αποπληρωμής των χρεών τους αποτελούσε βέβαιο μελλοντικό γεγονός, άλλως σε κάθε περίπτωση, προέβλεψαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Με το ως άνω περιεχόμενο η προβληθείσα ένσταση είναι ορισμένη, ... Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός ότι από την εκκαλούσα έλαβαν από κοινού με τους λοιπούς δύο συνιδιοκτήτες του οικοπέδου στα Καλύβια Αττικής ένα στεγαστικό δάνειο, για την εξυπηρέτηση του οποίου ο καθένας τους ευθύνεται ως πιστούχος, αλλά και ως εγγυητής για τους λοιπούς και ως εκ τούτου, ότι πρόκειται για δανειακές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν για την ίδια αιτία και τον ίδιο σκοπό, δεν αναιρεί τον δόλο τους.

Και τούτο διότι ο ν. 3869/2010 είναι προσωποπαγής τόσο ως προς τις προϋποθέσεις όσο και ως προς τις συνέπειες της υπαγωγής και της ρύθμισης, υπό την έννοια ότι ο οφειλέτης και όχι οι απαιτήσεις του απολαμβάνει τις συνέπειες αυτής και η ρύθμιση των οφειλών και η απαλλαγή εξ αυτών ενεργεί μόνο υποκειμενικά και όχι αντικειμενικά.

Στην περίπτωση του συνοφειλέτη υπάρχει απόκλιση από το άρθρο 481ΑΚ και πρέπει και αυτός να ακολουθήσει την διαδικασία του ν. 3869/2010, προκειμένου να μην κινηθούν εναντίον του οι πιστωτές, ακόμη κι αν έχει ήδη κινήσει την διαδικασία ο συνοφειλέτης. Επομένως, το σύνολο της οφειλής προς την πιστώτρια βαρύνει κάθε εφεσίβλητο ανεξαρτήτως της ιδιότητάς του ως πρωτοφειλέτη ή εγγυητή....".

Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (των προτάσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ... ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Ειρηνοδικείου Λαυρίου και του σχετικού λόγου εφέσεως) προκύπτει ότι η ένσταση δόλου που υποβλήθηκε από αυτήν, περιελάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωσή της, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και, ειδικότερα, ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, εν τούτοις, αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό επιθυμώντας να εξασφαλίσουν ένα βιοτικό επίπεδο ανώτερο των οικονομικών δυνατοτήτων τους.

Τέλος, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με τις παραδοχές ότι οι αιτούντες κατέστησαν εις ολόκληρον οφειλέτες των επιδίκων δανειακών συμβάσεων, στις οποίες συμβλήθηκαν είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 481 επ. του Α.Κ.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου αυτού, αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικώς με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει:

α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά, που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και την σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτώς στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, ή την μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 181/2022). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.

Α.Π. 57/1990, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 181/2022, Α.Π. 1199/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν το Δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 987/2023).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 198/2015).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα εξής περιστατικά: "...Οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι σύζυγοι και από τον μεταξύ τους γάμο έχουν αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα που γεννήθηκαν στις 30-4-2005 και 2-1-2015 το καθένα αντίστοιχα.

Ο α' εφεσίβλητος, ηλικίας σήμερα 49 ετών (γεννήθηκε στις 4-2-1971), είναι διακοσμητής. Από τις 30-11-2006 διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις διακοσμήσεις καταστημάτων και άλλων επαγγελματικών χώρων, με έδρα στα Καλύβια Αττικής, στην οδό Ιόλης, έως τις 30-9-2012, οπότε προέβη σε διακοπή εργασιών προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

και διεγράφη από τα μητρώα του ΟΑΕΕ. Το κέρδος που απεκόμιζε ο α' εφεσίβλητος από την προαναφερόμενη εργασία του αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών, ώστε αυτός τυγχάνει μικρέμπορος, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως και κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τις 30-4-2018 εργάζεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου και εξωτερικών εργασιών στην επιχείρηση με την επωνυμία ..., αντί μηνιαίου μισθού που υπολογίζεται σύμφωνα με την ΕΓΣΣΕ. Η δε β' εφεσίβλητη, ηλικίας σήμερα 41 ετών (γεννήθηκε στις 31-5-1979), είναι επίσης άνεργη, εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ από 16-9-2019 έως 19-5-2020 και δεν έχει κανένα εισόδημα από οποιαδήποτε αιτία.

Τους εφεσίβλητους συνδράμει οικονομικά η μητέρα της δεύτερης εξ αυτών, προκειμένου να καλύψουν τις στοιχειώδεις δαπάνες διαβίωσής τους, τα οποία εκτιμώνται στα 600€ μηνιαίως, στα οποία περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, και ύδρευση, με βάση τις συνθήκες ζωής τους και την ηλικία των γονέων και των τέκνων τους, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αυτός που ζητά την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 πρέπει από την πλευρά του να μειώνει στο ελάχιστο τις δαπάνες του και να τις περιορίζει στις απολύτως απαραίτητες.

Από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2005-2014 προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι είχαν τα εξής εισοδήματα: 1) το οικονομικό έτος 2005 ο μεν πρώτος 14.885,01€ από μισθωτές υπηρεσίες και 3.948,55€ από ακίνητα και συνολικά, 18.833,56€, η δε δεύτερη 8.987,74€ από μισθωτές υπηρεσίες, 2) το οικονομικό έτος 2006 ο μεν πρώτος 14.885,01€ από μισθωτές υπηρεσίες και 4.104,33€ από ακίνητα και συνολικά 18.989,34€, η δε δεύτερη 5.954,31€ από μισθωτές υπηρεσίες, 3) το οικονομικό έτος 2007 ο μεν πρώτος 14.885,01€ από μισθωτές υπηρεσίες, 919,16€ από εμπορικές επιχειρήσεις, 2.295,11€ από ελευθέρια επαγγέλματα και 4.266€ από ακίνητα και συνολικά 22.365,28€€, καθώς και 7.350,64€ ως αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα, η δε δεύτερη 7.508,1€ από μισθωτές υπηρεσίες, 4) το οικονομικό έτος 2008 ο μεν πρώτος 19.417,12€ από εμπορικές επιχειρήσεις, 2.036,3€ από ελευθέρια επαγγέλματα και 4.503€ από ακίνητα και συνολικά 25.956,42€, η δε δεύτερη 5.451,88€ από μισθωτές υπηρεσίες, 5) το οικονομικό έτος 2009 ο μεν πρώτος 3.576€ από εμπορικές επιχειρήσεις και 4.503€ από ακίνητα και συνολικά 8.079€, η δε δεύτερη 3.868,42€ από μισθωτές υπηρεσίες, 6) το οικονομικό έτος 2010 ο μεν πρώτος 7.292,21€ από εμπορικές επιχειρήσεις και 4.560€ από ακίνητα και συνολικά 11.852,21€, η δε δεύτερη 2.114,73€ από μισθωτές υπηρεσίες, 7) το οικονομικό έτος 2011 ο μεν πρώτος 4.555,87€ από εμπορικές επιχειρήσεις και 4.794€ από ακίνητα και συνολικά 9.349,87€, η δε δεύτερη 291€ από μισθωτές υπηρεσίες, 8) το οικονομικό έτος 2012 ο μεν πρώτος 7.814,17€ από εμπορικές επιχειρήσεις και 3.939€ από ακίνητα και συνολικά 11.753,17€, η δε δεύτερη 291€ από μισθωτές υπηρεσίες, 9) το οικονομικό έτος 2013 ο μεν πρώτος 2.620,7€ από εμπορικές επιχειρήσεις και 218,25€ από ακίνητα και συνολικά 2.838,95€, η δε δεύτερη 218,25€ από μισθωτές υπηρεσίες και 10) το οικονομικό έτος 2014 οι σύζυγοι δεν δήλωσαν εισόδημα παρά μόνο το ποσό των 0,04€ ως αυτοτελώς φορολογούμενο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας μίας μονοκατοικίας, επιφάνειας 110,19 τ.μ., έτους κατασκευής 2007, η οποία είναι κτισμένη επί οικοπέδου εμβαδού 719,67 τ.μ. που βρίσκεται στα Καλύβια Αττικής επί της οδού Ιόλης και το οποίο ανήκει κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στον καθέναν από αυτούς.

Η αντικειμενική της αξία ανέρχεται στο ποσό των 99.643,83 ευρώ για το ποσοστό του καθενός από τους συγκυρίους (βλ. προσκομιζόμενο ΕΤΑΚ 2009), μη υπερβαίνουσα το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο με δύο τέκνα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Επίσης, ο α' εφεσίβλητος έχει την κυριότητα των ακόλουθων ακινήτων: 1) Ενός διαμερίσματος του 3ου ορόφου, επιφάνειας 59,10 τ.μ., που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., έτους κατασκευής 1962, η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 58.509,00 ευρώ (βλ.

ΕΤΑΚ 2009) και 2) Ενός διαμερίσματος του 1ου ορόφου, επιφάνειας 41,40 τ.μ. που βρίσκεται στην Αθήνα, στη θέση Πατήσια επί της ..., η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 25.833,60 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη δήλωση φόρου κληρονομιάς). Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος είναι κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW, 1.596 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004, το οποίο έθεσε σε ακινησία στις 29-12-2014 λόγω αδυναμίας πληρωμής τελών και ασφάλειας.

Η εμπορική αξία του οχήματος αυτού ανέρχεται στο ποσό των 6.000,00 ευρώ. Επίσης, έχει στην πλήρη κυριότητά του και τη με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσυκλέτα, 595 κ.εκ., εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2001, η εμπορική αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 1.000,00 ευρώ, ενώ η εφεσίβλητη είναι κυρία του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FIAT PUNTO, 1.242 κ.εκ., έτους κατασκευής 2000, η εμπορική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 500,00 ευρώ. Ενόψει της εμπορικής τους αυτής αξίας, του τύπου και της παλαιότητάς τους, τα ανωτέρω οχήματα δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' αρθ. 9 παρ.1 ν. 3869/10 εκποίησή τους.

Σε χρόνο προ του έτους από την κατάθεση των ένδικων αιτήσεων οι εφεσίβλητοι είχαν λάβει τα κάτωθι δάνεια: Α) Από την τράπεζα με την επωνυμία ...", τέσσερα στεγαστικά δάνεια, δυνάμει των με αριθμούς ... συμβάσεων, στα πρώτα τρία εκ των οποίων ενέχονται ως συνοφειλέτες και στο τέταρτο ως συνεγγυητές και από τα οποία οι οφειλές τους στις 29-7-2013 ανέρχονταν στα ποσά των 173.269,07€, 138.614,24€, 153.890,01€ και 202.056,02€ αντίστοιχα, και συνολικά στο ποσό των 667.829,34€, και Β) Από την τράπεζα με την επωνυμία ...", ένα καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης, στο οποίο ο μεν α' εφεσίβλητος ενέχεται ως οφειλέτης, η δε β' εφεσίβλητη ως εγγυήτρια και από το οποίο η οφειλή τους στις 19-8-2013 ανερχόταν στο ποσό των 26.907,99€. Επιπρόσθετα, ο α' εφεσίβλητος είχε λάβει: 1) από την τράπεζα με την επωνυμία ..." στεγαστικό δάνειο, με την με αριθμό ... σύμβαση, από το οποίο η οφειλή του στις 29-7-2013 ανερχόταν στο ποσό των 36.882,31€, 2) από την τράπεζα με την επωνυμία ..." επαγγελματικό δάνειο με την με αριθμό ...

σύμβαση, από το οποίο η οφειλή του στις 16-8-2013 ανερχόταν στο ποσό των 36.495,28€ και 3) από την τράπεζα με την επωνυμία ... καταναλωτικό δάνειο με τον με αριθμό ... λογαριασμό, από το οποίο η οφειλή του στις 2-8-2013 ανερχόταν στο ποσό των 1.179,47€. Επομένως, οι συνολικές οφειλές του α' εφεσίβλητου ανέρχονται στο ποσό των 768.114,92€, ενώ οι συνολικές οφειλές της β' εφεσίβλητης ανέρχονται στο ποσό των 694.737,33€.

Οι απαιτήσεις της τράπεζας ..." από τα ανωτέρω στεγαστικά δάνεια είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημειώσεις υποθήκης στην ανωτέρω κύρια κατοικία συγκυριότητας των εφεσίβλητων αλλά και στο υπό στ. 1 επί της οδού ... διαμέρισμα του α' εφεσίβλητου. Με βάση τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της εκκαλούσας η μηνιαία δόση που οι εφεσίβλητοι έπρεπε να- καταβάλουν για την εξυπηρέτηση των δανείων τους ανερχόταν σε 3.308,5€ και 2.970,7€ για τον καθένα αντίστοιχα, δηλαδή σε ποσά που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς το οικογενειακό εισόδημα.

Απ' όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα έσοδα των εφεσίβλητων, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών τους και ως εκ τούτου, οι εφεσίβλητοι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητας τους προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, η οποία είναι αρνητική, με την έννοια ότι μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτών και της οικογένειάς τους, η υπολειπόμενη ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους ούτε καν σε ουσιώδες μέρος τους.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος κατά το σκέλος αυτό ο πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της περί μη περιελεύσεως των εφεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, κατόπιν παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης, που προέβαλε η εκκαλούσα.

Πιο συγκεκριμένα, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι εφεσίβλητοι περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους από ενδεχόμενο δόλο και τούτο διότι από το έτος 2005 λάμβαναν δάνεια για να εξασφαλίσουν επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που ανταποκρινόταν στο μέτρο των οικονομικών τους δυνατοτήτων, επιλέγοντας την λύση της υπερχρέωσης, χωρίς να έχουν προσδοκίες για την αύξηση των εισοδημάτων τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο λαμβάνοντας ιδίως υπόψιν την κατάθεση του ίδιου του α' εφεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι οι αποδοχές του ανέρχονταν σε 1.500€ από μισθωτή εργασία πλέον των αμοιβών του από άλλες εργασίες που πραγματοποιούσε ατομικά, ενώ η σύζυγός του εργαζόταν ως σερβιτόρα στο κατάστημα της μητέρας της με αποδοχές ύψους 500-600€ και η μηνιαία δόση για την εξόφληση μόνο των δύο δανείων που είχαν λάβει από την εκκαλούσα ανερχόταν στο ποσό των 2.000€, σε συνδυασμό και με τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2005-2014, από τα οποία προκύπτει ότι το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπέρασε τις 30.000€, τα περισσότερα δε έτη κυμαινόταν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε.

Από κανένα όμως, αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν τα στοιχεία στα οποία στηρίζονταν οι εφεσίβλητοι και προσδοκούσαν την διατήρηση του εισοδήματός τους, αν όχι και την αύξηση αυτού, λαμβάνοντας ιδίως υπόψιν ότι από το 2006 ο α' εφεσίβλητος δεν ήταν πλέον μισθωτός, αλλά ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα, μάλιστα, ο ίδιος κατέθεσε ότι έλαβε επιχειρηματικό δάνειο, ενώ ως έδρα της επιχείρησής του δήλωνε την οικία του, προκειμένου να αποπληρώσει άλλες οφειλές του, η δε σύζυγός του απασχολούταν στην οικογενειακή επιχείρηση.

Επομένως, οι εφεσίβλητοι επιχειρούσαν να εξασφαλίσουν ένα ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που τους επέτρεπε το εισόδημά τους, το οποίο θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, εφόσον ακολουθούσαν μία συνετή και ορθολογική διαχείριση των χρημάτων τους ενόψει και του ότι δεν επικαλούνται ιδιαίτερες δαπάνες πχ για την υγεία τους ή την ανατροφή των τέκνων τους...

Ενόψει τούτων, αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώνουν τις οφειλές τους και περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς τις εφεσίβλητες χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων, παρ' ότι πρόβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η σχετική ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των εφεσίβλητων σε αδυναμία πληρωμών. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμη η κατ' άρθρο 300ΑΚ αντένσταση συνυπαιτιότητας των τραπεζικών εταιρειών που προέβαλαν οι τελευταίοι, ισχυριζόμενοι ότι οι τράπεζες επέδειξαν βαριά αμέλεια, αφού είχαν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν τις συνολικές δανειακές υποχρεώσεις των εφεσίβλητων, υπέχοντας και σχετική εκ του νόμου υποχρέωση βάσει της ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β7917/2010, αλλά και επειδή υιοθέτησαν μια στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, παραβιάζοντας την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού.

Και τούτο διότι για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 §1 εδ. τελ. ν.3869/2010, αρκεί το υποκειμενικό στοιχείο του δικού του δόλου, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη ...

ή η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, πράγμα το οποίο δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου, ... Σε κάθε δε περίπτωση, ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τίνος τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε η εκκαλούσα....".

Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για το εάν οι διατάξεις αυτές εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι αιτούντες δολίως περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, εξαιτίας του υπερδανεισμού τους, εφόσον αυτοί από το έτος 2005 λάμβαναν δάνεια, για να εξασφαλίσουν επίπεδο διαβιώσεως ανώτερο από αυτό, που ανταποκρίνονταν στο μέτρο των οικονομικών τους δυνατοτήτων, επιλέγοντας την λύση της υπερχρέωσης, χωρίς να έχουν προσδοκίες για την αύξηση των εισοδημάτων τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, με αποτέλεσμα οι συνολικές οφειλές του πρώτου αυτών να ανέρχονται σε ποσό 768.114,92 ευρώ και της δεύτερης αυτών σε ποσό 694.737,33 ευρώ, ενώ η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλουν για την εξυπηρέτηση των δανείων τους ανερχόταν σε 3.308,5 ευρώ και 2.970,7 ευρώ για τον καθένα, αντιστοίχως, δηλαδή σε ποσά που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς το οικογενειακό τους εισόδημα.

Όλα τα προαναφερόμενα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, προκειμένου αυτή (απόφαση) να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, περί περιελεύσεως αυτών (αιτούντων - αναιρεσειόντων) εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών.

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, κατά τα λοιπά, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν Δικαστήριο.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρον 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 988/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14379/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ