Legislator Case Law & Legislation
1090/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment, rejecting incidental appeal due to lack of independent legal interest.

Case Number 1090/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the incidental appeal filed by the insurance fund against the final judgment of the Court of First Instance. The fund argued it had a legal interest in the outcome of the main plaintiffs' incidental counterclaim regarding the restoration of property status. However, the court ruled that since the main counterclaim was already rejected on the merits, the fund lost its standing to appeal separately.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An incidental appeal is admissible only if the appellant possesses a distinct legal interest in the outcome of the main claim, which is extinguished if the main claim is already decided against them.

Keywords

AI generated
incidental appeal legal interest main claim property restoration code of civil procedure dismissed appeal court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 point 3 letter d of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1090 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1090/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειουσών: 1) Ζ. - Ε. - Β. χας Κ. Λ., το γένος Ά. Μ., κατοίκου ..., 2) Ά. Λ. του Κ., κατοίκου ... και 3) Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Νακοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Ι., 2) Κ. συζ. Α. Μ., 3) Ι. Μ. του Α., κατοίκων ... Αττικής, εκ των οποίων οι 2η και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρισβά και ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρισβά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη. Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Ι., 2) Κ. συζ. Α. Μ. και 3) Ι. Μ. του Α., κατοίκων ... Αττικής, εκ των οποίων οι 2η και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρισβά και ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρισβά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2002 αγωγή - πλαγιαστική αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-11-2006 αγωγή του ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντος - 4ου των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων και με την ασκηθείσα διά των προτάσεών τους ανταγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ου των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5815/2007 μη οριστική και 1066/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2392/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσες με την από 30-5-2016 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 6-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της κάθε αίτησης, όλοι δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (18-3-2022) συζητήθηκαν Α. η από 30.5.2016 (αριθ. κατ. 6522/962/2016) αίτηση των 1) Ζ.- Ε.- Β., χήρας Κ. Λ., 2) Ά. Λ. του Κ. και 3) Α. Λ. του Κ., στρεφόμενη κατά των 1) Α. Μ. του Ι., 2) Κ. Μ. συζ. Α., 3) Ι. Μ. του Α. και 4) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και Β. η από 6.4.2017 (αριθ. κατ. 2492/210/2017) επικουρική αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", στρεφόμενη κατά των 1) Α. Μ. του Ι., 2) Κ. συζ. Α. Μ., 3) Ι. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2392/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Οι ενάγουσες ήδη αναιρεσείουσες α) Ζ.- Ε. - Β. χήρα Κ. Λ., β) Ά. Λ. και γ) Α. Λ., με την από 9-9-2002 (με αριθμό κατ. 836/73/7-1-2003) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι ο Π.

Μ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", στη θέση της οποίας, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, υπεισήλθε το "Επικουρικό Κεφάλαιο", προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Κ.

Λ. (συζύγου της πρώτης και πατέρα των δευτέρας και τρίτης τούτων), σε τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στον τόπο και χρόνο και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Ότι, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού και του ανωτέρω οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας κατά το αυτό τροχαίο ατύχημα, η βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση προς αποζημίωση έχει περιέλθει στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, πρώτο και δεύτερο των εναγομένων (γονείς του) και τρίτο εναγόμενο (αδελφό του).

Ότι, περαιτέρω, οι ως άνω τρεις πρώτοι εναγόμενοι αδρανούν και δεν ασκούν κατά του τετάρτου εναγομένου "Επικουρικού Κεφαλαίου", τα εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως δικαιώματά τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος συγγενούς τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: Α) να υποχρεωθούν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας σ' αυτές ψυχικής οδύνης:

α) στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 88.041,09 ευρώ, β) στην δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 58.700 ευρώ και γ) στην τρίτη ενάγουσα επίσης το ποσό των 58.700 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και Β) να υποχρεωθεί το τέταρτο, πλαγιαστικώς εναγόμενο, "Επικουρικό Κεφάλαιο", να καταβάλει στους τρεις πρώτους εναγομένους οποιοδήποτε ποσό αυτοί υποχρεωθούν να καταβάλουν σ' αυτές (ενάγουσες), νομιμοτόκως από της καταβολής του.

Εξάλλου, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι στην ως άνω αγωγή, με τις από 4-6-2007 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άσκησαν παραδεκτά ανταγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι ο Κ. Λ. (σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δευτέρας και τρίτης των εναγουσών στην ως άνω πρώτη αγωγή) και ο άγνωστος οδηγός ενός Ι.Χ.Ε.

οχήματος, εργοστασίου κατασκευής "RENAULT", τύπου "CLΙΟ", χρώματος γκρι, από συνυπαιτιότητά τους, προκάλεσαν το θανάσιμο τραυματισμό του Π. Μ. (υιού των πρώτης και δευτέρου και αδελφού του τρίτου τούτων), οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του, στο τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται αναλυτικά στο δικόγραφο των προτάσεών τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού, με δήλωσή τους, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 5815/2007 μη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περιορισμού του αιτήματος της ανταγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ.), να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγουσες στην πρώτη αγωγή-αντεναγόμενες, ευθυνόμενες κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, υποχρεούνται να καταβάλουν, για την αναφερόμενη αιτία, σε καθένα των πρώτου και δευτέρας τούτων το ποσό των 70.000 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 50.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της συζητήσεως της ανταγωγής και μέχρι εξοφλήσεως.

Τέλος, το ενάγον "Επικουρικό Κεφάλαιο" με την από 20-11-2006 και με αριθμό κατ. 202054/10127/27-11-2006 αγωγή, ισχυρίστηκε ότι σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 6908/2003 (τελεσιδίκου) αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης, από 17-6-2001 (αύξ. αρ. κατ. 6406/2001), κατ' αυτού αγωγής των εναγομένων -με την οποία είχαν ισχυρισθεί ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους Π.

Μ. κατά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα αγνώστου οδηγού- κατέβαλε σ' αυτούς το συνολικό ποσό των 183.483,07 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα και συγκεκριμένα κατέβαλε: α) στον πρώτο εναγόμενο (Α. Μ.) το ποσό των 64.326,23 ευρώ, β) στη δεύτερη εναγόμενη (Κ. Μ.) το ποσό των 62.030,83 ευρώ, γ) στον τρίτο εναγόμενο (Ι.

Μ.) το ποσό των 28.563,01 ευρώ και δ) στην τέταρτη εναγόμενη (Ε. Γ.) το ποσό των 28.563,01 ευρώ. Ότι κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 770/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 4424/2006 απόφασή του, αφού έκανε δεκτή την έφεσή του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 70/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκδοθείσα κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Α' Κ.Πολ.Δ.) και, δεχθέν ότι για το ένδικο ατύχημα δεν ευθύνεται τρίτος, άγνωστος, οδηγός, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την κατ' αυτού, από 17-6-2011 αγωγή, των εκεί εναγόντων και ήδη εναγομένων.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, την, κατ' άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ., επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση προ της εκτελέσεως της (ήδη αναιρεθείσας) υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την απόδοση σ' αυτό, εκ μέρους καθενός των εναγομένων, των καταβληθέντων ποσών, νομιμοτόκως από του χρόνου καταβολής σε καθένα από αυτούς, άλλως από της επιδόσεως της από 30-6-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, άλλως από το χρόνο δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 770/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 6908/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), άλλως από της επιδόσεως προς αυτούς της κλήσεως προς περαιτέρω (μετ' αναίρεση) συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, άλλως από της δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 4426/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως η αγωγή των εδώ εναγομένων) άλλως από της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής.

Επικουρικά δε, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τα ως άνω ποσά, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες δύο αγωγές και ανταγωγή και, με την υπ' αριθμ. 5815/2007 μη οριστική απόφασή του, ανέστειλε τη συζήτηση αυτών, μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου, επί της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε ασκηθεί κατά της υπ' αριθμ. 4424/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2167/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, επανεισήχθησαν με κλήσεις, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι ως άνω δύο (2) αγωγές και η ανταγωγή, μετά τη συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1066/2011 απόφαση αυτού, η οποία έκρινε: Α) Επί της από 9-9-2002 (με αριθ. κατ. 836/73/7-1-2003) αγωγής, και όσον αφορά την ευθεία αγωγή (κατά των τριών πρώτων εναγομένων), δέχθηκε αυτή εν μέρει και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου αυτών κληρονομικής μερίδας (1/3 έκαστος) α) το ποσό των 45.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, β) το ποσό των 30.000 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα, και συγκεκριμένα ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 35.000, η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 35.000 ευρώ και ο τρίτος το ποσό των 35.000 ευρώ, ενώ όσον αφορά την πλαγιαστική αγωγή (κατά του τετάρτου εναγομένου (Επικουρικού κεφαλαίου), απέρριψε αυτή (αγωγή) ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους της ευθείας ως άνω αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως προς τον τρίτο εναγόμενο της ευθείας ως άνω αγωγής και υποχρέωσε το τέταρτο εναγόμενο να καταβάλει στον ως άνω τρίτο εναγόμενο το ποσό των 6.436,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την εκ μέρους του καταβολής του, Β) επί της ασκηθείσας με τις προτάσεις των τριών πρώτων εναγομένων στην αμέσως προαναφερόμενη αγωγή από 6-6-2007 ανταγωγής, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και Γ) επί της από 20-11-2006 με αριθ.

κατ. 202054/10127/27-11-2006 αγωγής, αφού απέρριψε αυτή ως αόριστη κατά την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, στη συνέχεια ερεύνησε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και απέρριψε αυτή, ως προς τον τρίτο εναγόμενο, δέχτηκε δε αυτή, εν μέρει μεν ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, καθ' ολοκληρίαν δε ως προς την τέταρτη εναγόμενη, και υποχρέωσε τους πρώτο, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων να καταβάλουν στο ενάγον "Επικουρικό Κεφάλαιο", α) το ποσό των 29.326,23 ευρώ ο πρώτος, β) το ποσό των 27.030,83 ευρώ η δεύτερη και γ) το ποσό των 28.563,01 ευρώ η τετάρτη εναγόμενη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1066/2011 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών Α. η από 20-6-2011 (με αριθ. κατ. 4490/2011) έφεση των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών Ζ.- Ε.- Β. χήρας Κ. Λ., Ά. Λ. και Α. Λ., οι οποίες ζητούσαν, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η αγωγή τους, Β.

η από 1-3-2012 (με αριθ. κατ. 1629/2012) έφεση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο", υπό την ιδιότητά του α) ως ενάγοντος της από 20-11-2006 με αριθ. κατ. 202054/10127/27-11-2006 αγωγής και β) ως πλαγιαστικώς εναγομένου, υπό την ιδιότητά του ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη, στην από 9-9-2002 (με αριθμό κατ. 836/73/7-1-2003) αγωγή, το οποίο ζητούσε, για τους αναφερόμενους λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η κατ' αυτού από 9-9-2002 (με αριθμό καταθ. 836/73/2003) πλαγιαστική αγωγή των Ζ.- Ε.-Β.

χήρας Κ. Λ., Ά. Λ. και Α. Λ. και να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η από 20-11-2006 (με αριθμό κατ. 10127/2006) αγωγή αυτού κατά των Α. Μ., Κ. Μ., Ι. Μ. και Ε. Γ. και Γ. από 28-7-2011 (με αριθμό καταθ. 5453/2011) έφεση των Α. Μ., Κ. Μ., Ι. Μ. και Ε. Γ., οι οποίοι ζητούσαν, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η από 6-6-2007 ανταγωγή τους κατά των τριών πρώτων εφεσιβλήτων Ζ.-Ε.- Β.

χήρας Κ. Λ., Ά. Λ. και Α. Λ. και να απορριφθούν, η από 9-9-2002 (με αριθ. κατ. 73/2003) αγωγή των ως άνω τριών πρώτων εφεσίβλητων κατά των πρώτου, δεύτερης και τρίτου από αυτούς, καθώς και η κατ' αυτών από 20-11-2006 (με αριθμό καταθ. 10127/2006) αγωγή του πέμπτου εφεσίβλητου "Επικουρικού Κεφαλαίου". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2392/2014 απόφασή του, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (υπό την ιδιότητά του ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη), από 28-7-2011 με αριθ.

κατ. 5453/2011) έφεση των εκκαλούντων Α. Μ., Κ. Μ., Ι. Μ. και Ε. Γ., δέχτηκε, κατά τα λοιπά τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές και ερεύνησε αυτές περαιτέρω κατ' ουσίαν: Α. 1) δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την από 9-9-2002 (με αριθμ. κατ. 836/73/2003) πρώτη (ευθεία) αγωγή κατά των τριών πρώτων εναγομένων και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στις ενάγουσες, κατά τον λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής τους μερίδας, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 40.000 ευρώ και σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών το ποσό των 25.000 ευρώ και δη ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 22.500 ευρώ, η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 22.500 ευρώ και ο τρίτος εναγόμενος το ποσό των 22.500 ευρώ, 2) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω από 9-9-2002 (με αριθμ.

κατ. 836/73/2003) πρώτη (πλαγιαστική) αγωγή κατά του τετάρτου εναγομένου "Επικουρικού Κεφαλαίου", ως προς τους τρεις πρώτους εναγομένους στην ως άνω πρώτη αγωγή. Β. δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα με τις από 4-6-2007 έγγραφες προτάσεις ανταγωγή των τριών πρώτων εναγομένων στις δύο ένδικες αγωγές, κατά των εναγουσών στην πρώτη αγωγή, και αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες στην πρώτη αγωγή -αντεναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν στους αντενάγοντες, κατά τον λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδος, α) το ποσό των 16.250 ευρώ η πρώτη το ποσό των 24.375 ευρώ η δεύτερη και το ποσό των 24.375 ευρώ η τρίτη.

Γ. δέχτηκε, ως προς την τέταρτη εναγόμενη καθ' ολοκληρίαν, ως προς δε τους τρεις πρώτους εναγόμενους εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 20-11-2006 (με αριθμ. κατ. 202054/10127/2006) δεύτερη αγωγή και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στο ενάγον στην εν λόγω δεύτερη αγωγή Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" το ποσό των 41.826 ευρώ ο πρώτος, το ποσό των 39.530 ευρώ η δεύτερη, το ποσό των 6.063 ευρώ ο τρίτος και το ποσό των 28.563,01 ευρώ η τέταρτη τούτων.

Επί της από 30.5.2016 (αριθ. κατ. 6522/962/2016) αιτήσεως αναιρέσεως:

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξ άλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Ειδικότερα, στο άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε το επίδικο ατύχημα (13-9-1999), προβλέπονται τα ακόλουθα: Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1).

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3 εδάφ.

α'). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδάφ. α' και ε' του αυτού ΚΟΚ, "οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 13-9-1999 και περί ώρα 08.00 ο Π.

Μ., υιός των δύο πρώτων εναγομένων και αδελφός του τρίτου εναγομένου στις ως άνω αγωγές, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν κατά τον χρόνο αυτό ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", στη θέση της οποίας, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο (τέταρτο εναγόμενο στην πρώτη αγωγή και ενάγοντος στην δεύτερη αγωγή), εκινείτο στην παραλιακή Λεωφόρο Ποσειδώνος, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Γλυφάδα, επί του αριστερού τμήματος της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού.

Καθ' όν χρόνο ο Π. Μ. εκινείτο στο ύψος της εισόδου του κέντρου διασκεδάσεως "ΦΑΝΤΑΣΙΑ" (κειμένου δεξιά αυτού εν σχέσει προς την πορεία του), με αυξημένη ταχύτητα, άνω των ογδόντα χιλιομέτρων την ώρα, όπου δεν υφίστανται φωτεινοί σηματοδότες ή διάβαση πεζών, ο πεζός Κ. Λ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δεύτερης και τρίτης εναγουσών στην πρώτη αγωγή, επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα του προς Γλυφάδα ρεύματος της Λεωφόρου Ποσειδώνος, κινούμενος από δεξιά προς αριστερά ως προς την πορεία του ως άνω οχήματος, αν και σε σχετικά μικρή απόσταση (εκατόν ένδεκα μέτρα -111 μ.) από το συγκεκριμένο σημείο υφίσταντο διαβάσεις πεζών (με σχετική οριζόντια σήμανση), όπου λειτουργούν φωτεινοί σηματοδότες.

Ο Π. Μ. δεν αντελήφθη εγκαίρως την κίνηση του Κ. Λ., ο οποίος είχε ήδη διασχίσει περί τα δύο τρίτα (2/3 ) του οδοστρώματος της ως άνω οδού και δεν ενήργησε αμέσως τους αναγκαίους αποφευκτικούς ελιγμούς, με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του στην αριστερή κνήμη του ως άνω πεζού, ο οποίος, συνεπεία του σφοδρότατου πλήγματος, το οποίο δέχθηκε, εκτινάχθηκε δεξιά στο οδόστρωμα, υποστάς βαρύτατο τραύμα στο δεξιό τμήμα του κρανίου (διάσχιση δεξιάς μετωποβρεγματικής χώρας), το οποίο προκάλεσε το θάνατο του.

Ακολούθως, ο Π. Μ. απώλεσε τον έλεγχο της οδηγούμενης από αυτόν δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία συνέχισε ανεξέλεγκτη την πορεία της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ακολούθως δε παρεξέκλινε της πορείας της προς τα δεξιά, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ανετράπη (συρόμενη επί του οδοστρώματος, όπου κατέλιπε αποξέσεις μήκους 6,50 μ.), κτύπησε στο ρείθρο του πεζοδρομίου (όπου κατέλιπε αποξέσεις μήκους 0,35 μ.) και εν τέλει κατέληξε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα, το οποίο υπήρχε επί του πεζοδρομίου και υπέστη στρέβλωση, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της Π.

Μ.. Στο σημείο του ατυχήματος το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται με σχετική πινακίδα σε εβδομήντα χιλιόμετρα ανά ώρα (70 χλμ/ώρα), δεν υφίσταται, όπως προαναφέρθηκε, διάβαση πεζών, ενώ σε μικρή απόσταση πριν από αυτό το προς Γλυφάδα ρεύμα κυκλοφορίας παρουσιάζει καμπύλη προς τα δεξιά και αμέσως προς τα αριστερά, υπάρχουν τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και κάθε κατεύθυνση διαχωρίζεται με νησίδα προστατευτικά κιγκλιδώματα ("μπάρες"), κατά δε το χρόνο του ατυχήματος η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και η κατάσταση της οδού ξηρά.

Καθόσον αφορά στην επικαλούμενη από τους εναγόμενους στις υπό κρίση δύο αγωγές κρίσιμη εμπλοκή τρίτου (αγνώστου) οχήματος, ήδη με την υπ' αριθμ. 4424/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (επικυρωθείσας με την υπ' αριθμ. 2167/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου) κρίθηκαν τα ακόλουθα: ".....Αντίθετα, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τον πεζό Κ.

Λ. τραυμάτισε θανάσιμα άλλο αυτοκίνητο αγνώστου οδηγού, και ότι η αμελής συμπεριφορά του τελευταίου συνέβαλε στην εκτροπή της μοτ/τας του θανατωθέντος Π. Μ., εφόσον ανάμειξη αγνώστου οδηγού σ' αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν προανακριτικά, που δεν ήταν αυτόπτες, δηλαδή οι επιληφθέντες αρμοδίως αστυνομικοί της ΤΟΤΑ, τρίτοι που βρέθηκαν στο σημείο του ατυχήματος λίγο χρόνο μετά απ' αυτό, οδηγός και πλήρωμα του ασθενοφόρου που μετέφερε τον άτυχο Π.

Μ. στο Ασκληπιείο Βούλας, καθώς και οι συγγενείς των θανατωθέντων, δεν κατέθεσαν για ανάμειξη άλλου οδηγού στο ένδικο ατύχημα. Ο υπαστυνόμος Κ. Μ. του τμήματος ΤΟΤΑ, ο οποίος επιλήφθηκε του ενδίκου ατυχήματος και συνέταξε τα από 13-9-1999 δελτίο τροχαίου ατυχήματος, έκθεση απλής αυτοψίας (με χρόνο σύνταξης αυτής 9.05) και σχεδιάγραμμα, στην πιο πάνω έκθεση αυτοψίας βεβαιώνει στο αρ. 2 ΕΙΔΟΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ:

Παράσυρση πεζού από δίκυκλη μοτοσικλέτα- Ανατροπή αυτής. Θανάσιμος τραυματισμός και στο με αριθμό 15 "Πορεία οχημάτων- πεζών" (βάσει πληροφοριών- πειστηρίων κ.λ.π. στοιχείων) .....μετά την παράσυρση η δίκυκλη μοτοσικλέτα παρεξέκλινε προς τα δεξιά και προσέκρουσε σε προστατευτικό κιγκλίδωμα, χωρίς ουδεμία μνεία να περιέχεται στα πιο πάνω για πιθανή ανάμειξη άλλου αυτοκινήτου.

Στη συνέχεια ο πιο πάνω υπαστυνόμος με την από 17-3-2000 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών αναφέρει για κάποιο τηλεφώνημα που δέχθηκε περί ώρα 8.30 της 13-9-1999 από άγνωστο άνδρα ότι στο ένδικο τροχαίο πιθανόν να εμπλέκεται ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου Renault Clio με ψηφία 8002 χρώματος γκρι, χωρίς όμως το στοιχείο αυτό να αναφέρει στην συνταχθείσα από αυτόν έκθεση αυτοψίας.

Όμως, μόνη η αναφορά αυτή για πιθανή εμπλοκή άλλου αυτοκινήτου, το οποίο καίτοι αναζητήθηκε δεν ανευρέθη (βλ. από 17-3-2000 κατάθεση αστ/κα Γεωργ. Παπαγεωργίου), δεν αποδεικνύει πράγματι την εμπλοκή άλλου αυτοκινήτου και πολύ περισσότερο ότι η αμελής συμπεριφορά του τυχόν αγνώστου οδηγού συνέβαλε στην εκτροπή της μοτοσικλέτας του θανατωθέντος Π.

Μ.. Εξάλλου, τέτοια εμπλοκή δεν προκύπτει ούτε από τα ευρήματα που απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα, τα οποία τοποθετούνται στο αριστερό και στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας και είναι στον μεν αριστερό λίμνη αίματος του πεζού, όπου βρέθηκε και αυτός μετά το ατύχημα, γυαλιά ηλίου, κομμάτι από ρολόι του θανατωθέντος Μ.

και πλαστικό τεμάχιο της μοτοσικλέτας του, στο δε δεξιό εκτός από τις αποξέσεις από τη μοτοσικλέτα στο οδόστρωμα και στο ρείθρο του πεζοδρομίου τα υποδήματα, τεμάχιο τεχνητής οδοντοστοιχίας του Μ., λίμνη αίματος από τον τραυματισμό του, καθώς αυτός βρέθηκε μετά το ατύχημα στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου.

Τέλος, ούτε η από 29-10-2001 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Λ. Μ. και προσκομίζουν οι ενάγοντες κατά την οποία ο πεζός χτυπήθηκε από αυτοκίνητο μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση το δικαστήριο, εφόσον αυτή στηρίζεται σε δεδομένα που δεν αποδεικνύονται.......". Επομένως, μη αποδεικνυoμένης της εμπλοκής τρίτου (αγνώστου) οχήματος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, αυτό οφείλεται κατ' αρχήν σε υπαιτιότητα του Π.

Μ., ο οποίος από αμέλεια του, δηλαδή μη καταβολή εκ μέρους του της απαιτούμενης στο πλαίσιο των συναλλαγών επιμελείας, δεν είχε ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματος του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του με γνώμονα τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του οχήματος του ενώπιον οποιουδήποτε εμποδίου, δυναμένου να προβλεφθεί και ευρίσκεται στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού (άρθρα 12 παρ. 1 , 19 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας"), υφισταμένης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας οδηγήσεως του οχήματος του και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος.

Περαιτέρω, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε εν μέρει και ο Κ. Λ., διότι ως πεζός δεν έλεγξε επαρκώς το οδόστρωμα, το οποίο σκόπευε να διασχίσει καθέτως προς τον άξονα του από σημείο, στο οποίο δεν υφίσταται διάβαση πεζών ούτε φωτεινός σηματοδότης, για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων (καίτοι σε μικρή σχετικά απόσταση - περίπου 111 μ. - από το συγκεκριμένο σημείο υφίσταται διάβαση πεζών), αλλά αντιθέτως επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των οχημάτων επί της ως άνω οδού, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 4 περ.

α' και ε' Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας", με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του Π. Μ., υφισταμένης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας αμελούς ενεργείας του ως άνω πεζού και του επελθόντος αποτελέσματος.

Ενόψει των ανωτέρω, ο ως άνω πεζός κατέστη, κατά ποσοστό 40%, συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν η περί συνυπαιτιότητας αυτού (πεζού) ένσταση των εναγομένων της ένδικης πρώτης αγωγής............". Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται 1) κατά ποσοστό 60%, σε υπαιτιότητα του Π.

Μ., ο οποίος, από αμέλειά του, δεν είχε ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματός του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα αυτού με γνώμονα τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του προ οποιουδήποτε εμποδίου, δυναμένου να προβλεφθεί και ευρισκόμενου στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση του πεζού Κ.

Λ. επί του οδοστρώματος και να μην ενεργήσει αμέσως τους αναγκαίους αποφευκτικούς ελιγμούς, με συνέπεια να επιπέσει επ' αυτού και να τον τραυματίσει θανάσιμα, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων άρθρων 12 παρ. 1 , 19 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας") και 2) κατά ποσοστό 40% σε υπαιτιότητα του πεζού Κ.

Λ., ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των οχημάτων επί της ως άνω οδού, από σημείο στο οποίο δεν υφίσταται διάβαση πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, παρότι σε μικρή σχετικά απόσταση (περίπου 111 μ.) από το συγκεκριμένο σημείο υφίσταται διάβαση πεζών, ενήργησε δηλαδή κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 4 περ.

α' και ε' Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., 12 § 1, 19 §§ 1, 2 και 3 και 38 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της υπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσυκλέττας (κατά ποσοστό 60%) και της συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού (κατά ποσοστό 40%) και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των ήδη αναιρεσειουσών, για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, με τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως (πρώτο σκέλος του υπό το στοιχείο δ' τμήματος αυτού), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν. Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, τόσο του τραυματισθέντος θανάσιμα οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, όσο και του επίσης θανάσιμα τραυματισθέντος πεζού, και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του θανάτου αυτών), καθώς και ως προς την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τις ήδη αναιρεσείουσες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτές (αναιρεσείουσες) διατείνονται, δεν διευκρινίζεται: α) γιατί, ενώ ο πεζός είχε ήδη διασχίσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και πλησίαζε στη διαχωριστική νησίδα, δεν παρασύρθηκε από άλλα διερχόμενα οχήματα, όπως θα έπρεπε να είχε συμβεί, αν είχε επιχειρήσει να διασχίσει το οδόστρωμα, χωρίς προηγούμενο έλεγχο, β) δεν προσδιορίζεται αα) η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας τον πεζό που διέσχιζε το οδόστρωμα, ούτε γιατί ο πεζός εμπόδιζε τη διέλευση της μοτοσυκλέτας, αφού η οδός ήταν ευθεία και ο οδηγός αυτής είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την πορεία του πεζού, καθ' ον χρόνο διέσχιζε τις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας, ώστε να τον αποφύγει με τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό και ββ) η ακριβής θέση της μοτοσυκλέτας και του πεζού, ώστε να δικαιολογηθεί η κρίση του ότι ο τελευταίος κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς προηγούμενο επαρκή έλεγχο της κινήσεως σ' αυτό.

Τούτο δε διότι, οι επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του υπό το στοιχείο δ' τμήματος αυτού, καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις όμως, αυτές περιπτώσεις, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του υπό το στοιχείο α' τμήματος αυτού, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων- συγγενών του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, στα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, έλαβε υπόψη μόνο την (κατά ποσοστό 60%) υπαιτιότητα αυτού στην επέλευση του ατυχήματος, χωρίς να προσδιορίσει και να συνυπολογίσει το συντρέχον πταίσμα του ως προς την έκταση της ζημίας του, ενόψει του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ο θάνατός του οφείλεται σε βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, και, συνεπώς, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., που ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προέχοντος διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή όχι) είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο (συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος), δεν είχε προβληθεί με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αντεναγομένων- ήδη αναιρεσειουσών, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές, αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 παρ. 1 ΑΚ η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, όπως ιδίως η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα κατά του υπόχρεου οδηγού, ιδιοκτήτη κ.λ.π. του ζημιογόνου οχήματος, παραγράφεται μετά από πέντε έτη, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποκατάσταση.

Ειδικά ως προς το στοιχείο της γνώσεως του υπόχρεου προς αποζημίωση, απαιτείται θετική γνώση του προς αποζημίωση υποχρέου, ήτοι ορισμένου προσώπου, κατά του οποίου οι κληρονόμοι του παθόντος (επί θανατώσεως αυτού), βάσει γνωστών σ' αυτούς συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, δύνανται να εγείρουν αγωγή με επιτυχία και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 711/2011).

Πότε συμβαίνει αυτό, είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε οι προαναφερόμενοι δικαιούχοι της αποζημιώσεως θεωρείται ότι γνωρίζουν το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση, κατά το χρόνο που αυτοί, ερευνώντας, θα μπορούσαν να το πληροφορηθούν (ΑΠ 1385/2007).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το βάρος αποδείξεως ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξιώσεως, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής (ΑΠ 141/2007, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την προβληθείσα εκ μέρους των αντεναγομένων ένσταση παραγραφής της αξιώσεως των αντεναγόντων, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην κρινόμενη υπόθεση, οι ενάγουσες στην πρώτη αγωγή (αντεναγόμενες προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις τους, την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως των αντεναγόντων- τριών πρώτων εναγομένων στην πρώτη αγωγή, για το λόγο ότι οι τελευταίοι ήδη από της ημέρας του ατυχήματος (13-9-1999) γνώριζαν τα στοιχεία της ταυτότητας του θανόντος Κ.

Λ. και την εμπλοκή του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, έχοντες πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία της σχετικώς σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, πλην όμως μέχρι την 5-6-2007 (ημερομηνία ασκήσεως με τις έγγραφες προτάσεις της κρινόμενης ανταγωγής) ουδεμία αξίωση ήγειραν κατ' αυτών εκ του ερευνωμένου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, με συνέπεια η ασκούμενη το πρώτον με την υπό κρίση ανταγωγή αξίωση τους περί αναγνωρίσεως οφειλής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης να έχει πλέον υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ και επομένως ότι πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό η ανταγωγή.

Από πλευράς τους οι αντενάγοντες- τρεις πρώτοι εναγόμενοι στην ως άνω πρώτη αγωγή ισχυρίστηκαν ότι έλαβαν για πρώτη φορά γνώση του προσώπου του υπόχρεου προς αποζημίωση (ήτοι του θανόντος Κ. Λ. και εντεύθεν των κληρονόμων του) την 15-6-2006, όταν δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 4424/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι μέχρι τότε υπελάμβαναν ότι υπαίτιος του ατυχήματος ήταν άγνωστος οδηγός, εν πάση περιπτώσει την 15-4-2005, όταν δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 770/2005 (πρώτη επί της υποθέσεως) απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η αρχικά εκδοθείσα υπ' αριθμ. 6908/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ως εκ τούτου η ανταγωγή ασκήθηκε εντός πενταετίας, μη υποκυψάσης της δι' αυτής διωκόμενης αξιώσεως σε παραγραφή.

Η ως άνω ένσταση παραγραφής όμως που προέβαλαν οι παραπάνω αντεναγόμενες, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι στην πρώτη αγωγή- αντενάγοντες (συγγενείς του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Π. Μ.) από τις πληροφορίες τις οποίες συνέλεξαν επί τόπου από τα επιληφθέντα αστυνομικά όργανα και από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία και ιδίως α) την από 12-10-1999 προανακριτική κατάθεση του Γ.

Κ., στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη αγνώστου αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO, β) την από 17-3-2000 αναφορά του Υπαστυνόμου Α' Κ. Μ. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην οποία γίνεται αναφορά περί ανωνύμου τηλεφωνήματος προς αυτόν, από άγνωστο άνδρα περί πιθανής εμπλοκής στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αγνώστου ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO, γ) την από 5-10-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, του ορισθέντος, κατόπιν εντολής της Τροχαίας Αθηνών, πραγματογνώμονα Δ.

Κ., στην οποία αναφέρεται ότι "από την αξιολόγηση και ερμηνεία των ανωτέρω αναλυτικά βλαβών (της μοτοσικλέτας), καταλήξαμε ότι αυτές δεν προήλθαν από κρούση σε ανθρώπινο σώμα, αλλά από πρόσκρουση σε σταθερό και ανυποχώρητο αντικείμενο, που ευρίσκετο στην οδό (νησίδα ασφαλείας ή πεζοδρόμιο) ή από σύγκρουση με άλλο όχημα", δ) την από 29-10-2001 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Λ.

Μ., στην οποία αναφέρεται συμπερασματικά ότι άγνωστο αυτοκίνητο είχε άμεση εμπλοκή στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, δεν τελούσαν εξ αρχής εν γνώσει επακριβώς των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα δεν γνώριζαν εάν υπαίτιος για την πρόκλησή του ήταν τρίτος οδηγός αγνώστου οχήματος, ή αν υπαίτιος ήταν ο θανατωθείς κατά το ίδιο ατύχημα πεζός Κ.

Λ., ώστε, όντες βέβαιοι ότι ο τελευταίος ήταν υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, να στραφούν εναντίον των κληρονόμων του, εγείροντας την σχετική αγωγή περί αποζημιώσεως με βάσιμες λεπίδες επιτυχίας. Η γνώση μόνο της ταυτότητας του πεζού, χωρίς όμως και ακριβή γνώση των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, δημιούργησε στους εν λόγω αντενάγοντες αβεβαιότητα και σοβαρές αμφιβολίες περί του εάν ο πεζός Κ.

Λ. ήταν υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο θάνατος του συγγενούς αυτών Π. Μ., οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι ως άνω αντενάγοντες, με βάση τα περιστατικά που γνώριζαν, υπελάμβαναν ότι υπαίτιος του ατυχήματος δεν ήταν ο ως άνω πεζός, αλλά άγνωστος οδηγός ΙΧΕ αυτοκινήτου, γι' αυτό και αυτοί (καθώς και η τέταρτη εναγομένη στην δεύτερη αγωγή Ε.

Γ.) άσκησαν αρχικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 17-6-2001 με αριθμ. καταθ. 101751/6406/2001 αγωγή αποζημιώσεώς τους μόνον κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 70/2003 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αφού δέχθηκε την ύπαρξη τρίτου εμπλεκόμενου στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αγνώστου οχήματος.

Στη συνέχεια μάλιστα, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.6908/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία επικυρώθηκε η παραδοχή της πρωτόδικης αποφάσεως περί της εμπλοκής στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αγνώστου οχήματος. Μετά ταύτα, υπήρχε βάσιμη αμφιβολία αυτών περί της εμπλοκής στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και της τυχόν συνυπαιτιότητας, στην πρόκληση αυτού του πεζού Κ.

Λ. και εντεύθεν, ως προς το πρόσωπο του πράγματι υπόχρεου προς αποζημίωση, ώστε να μην πληρούται η αναγκαία κατ' άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ προϋπόθεση της "γνώσεως του προσώπου του υπόχρεου προς αποζημίωση", μέχρι την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως στην -τότε εκκρεμή δίκη επί της από 17-6-2001 με αριθμ. καταθ. 6406/2001 αγωγής, ήτοι μέχρι την έκδοση της υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου.

Επομένως η ένδικη ανταγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, δεκτού γενομένου ως βάσιμου και κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου εφέσεως των εκκαλούντων της από 28-7-2001 (με αριθμό κατ. 5453/2011) εφέσεως". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το λόγο εφέσεως των εκκαλούντων- αντεναγόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι παρεπονούντο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ως βάσιμη την προβληθείσα από τις αντεναγόμενες- εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσείουσες ένσταση παραγραφής της αξιώσεώς τους και, κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την ασκηθείσα με τις προτάσεις αυτών από 6-6-2007 ανταγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα δικαίου του άρθρου 937 Α.Κ., την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων στοιχείων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος αυτής.

Ειδικότερα, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα, δέχτηκε το Εφετείο 1) ότι οι αντενάγοντες- εκκαλούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, δεν γνώριζαν από την ημέρα του ατυχήματος (13-9-1999), σε βαθμό επαρκή, ώστε να έχουν τη δυνατότητα δικαστικής επιδιώξεως της ένδικης αξίωσεώς τους, ότι υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Π.

Μ. κατά το ένδικο ατύχημα ήταν ο πεζός Κ. Λ., εφόσον, με βάση τις πληροφορίες τους, είχαν την πεποίθηση ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα αγνώστου οδηγού διερχόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου, 2) ότι η ανεπαρκής αυτή γνώση της ευθύνης του προαναφερθέντος πεζού για το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, διατηρήθηκε τουλάχιστον μέχρι και το χρόνο εκδόσεως της υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία επιβεβαίωνε την πεποίθησή τους περί εμπλοκής στο ατύχημα άγνωστου οχήματος και 3) ότι από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, κατά το έτος 2003, μέχρι την, με τις έγγραφες προτάσεις τους, άσκηση της ένδικης ανταγωγής (5-6-2007), η αξίωσή τους δεν είχε υποκύψει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ.

πενταετή παραγραφή.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, με το υπό στοιχείο β' τμήμα του πρώτου λόγου, και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 19 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως, κατά τα προαναφερθέντα μέρη αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ. "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, οι ασκούντες την προβλεπόμενη με αυτήν πλαγιαστική αγωγή δανειστές, ασκούν, κατά του τρίτου οφειλέτη του οφειλέτη τους, τα δικαιώματα του τελευταίου, με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις που ο οφειλέτης του μπορεί να τα ασκήσει κατά του δικού του οφειλέτη και, επομένως, ο τελευταίος, μπορεί να αντιτάξει κατά του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή (δανειστή του δικού του δανειστή) και όλους τους καταλυτικούς και διακωλυτικούς ισχυρισμούς που αυτός μπορεί να προτείνει κατά του αμέσου δανειστή του και αμέσου οφειλέτη του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή (ΑΠ 84/2019).

Εξ άλλου, οι διατάξεις των άρθρων 440 και 441 Α.Κ., που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν, το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε, με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού, κατ' άρθρο 442 Α.Κ., μπορεί να λάβει χώρα είτε εξωδίκως, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ενστάσεως (ΑΠ 486/2016). Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 Α.Κ. και 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαιτήσεως του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 84/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό το στοιχείο γ' μέρος αυτού, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 440 επ.

του ΑΚ και 72 του Κ.Πολ.Δ. και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους του πλαγιαστικώς εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου ένσταση συμψηφισμού, και, κατόπιν παραδοχής αυτής, απορριπτέα την ένδικη πλαγιαστική αγωγή τους, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το ως άνω Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αναφορικά με την υποβληθείσα από τέταρτο (πλαγιαστικώς) εναγόμενο στην πρώτη αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητο "Επικουρικό Κεφάλαιο", ένσταση συμψηφισμού, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "...........συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως (σε βάρος των τριών πρώτων εναγομένων στην πρώτη από 9-9-2002 με αριθμό κατ. 836/73/2003 ένδικη αγωγή) σε όλες τις ενάγουσες ......, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως της ψυχικής οδύνης την οποία αυτές δοκίμασαν λόγω του θανάτου του Κ.

Λ. [...........] η οποία προσδιορίζεται στο δίκαιο και εύλογο ποσό: α) των 40.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του αποβιώσαντος, β) των 25.000 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα, θυγατέρα του αποβιώσαντος και γ) των 25.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα, θυγατέρα του αποβιώσαντος. [..............]. Το τέταρτο (πλαγιαστικώς) εναγόμενο στην πρώτη αγωγή "Επικουρικό Κεφάλαιο" πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ένσταση συμψηφισμού και ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι διατηρεί αξίωση:

α) ύψους 64.326 ευρώ κατά του πρώτου εναγομένου στις ένδικες αγωγές (Α. Μ.), β) ύψους 62.030,83 ευρώ κατά της δεύτερης εναγομένης (Κ. Μ.), γ) ύψους 28.563,01 ευρώ κατά του τρίτου εναγομένου (Ι. Μ.), τα οποία (ποσά) κατεβλήθησαν στους ως άνω εναγομένους σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (δεχθείσα ότι υφίσταται εμπλοκή στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αγνώστου οδηγού και εντεύθεν ευθύνη του προς αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 περ.

α' Π.Δ. 237 της 10.6/18.7.1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν. 489/1976 (Φ.Ε.Κ. Α' 331/1976) "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης""), η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 770/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, υφισταμένης κατά τούτο αξιώσεων του τετάρτου (πλαγιαστικώς) εναγομένου "Επικουρικού Κεφαλαίου" σε αναζήτηση των ως άνω (αχρεωστήτως πλέον εκ μέρους του) καταβληθέντων ποσών [................................].

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμ. Ζ 108801/18-1Γ-2003, Ζ 108801/18-1-2003 και Ζ 108801/12-12-2003 αποδείξεις πληρωμής, αποδεικνύεται ότι το τέταρτο (πλαγιαστικώς) εναγόμενο στην πρώτη αγωγή [.....] "Επικουρικό Κεφάλαιο" κατέβαλε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών: α) στον πρώτο εναγόμενο [....] (Α.

Μ.), το ποσό των 64.326 ευρώ, β) στη δεύτερη εναγόμενη (Κ. Μ.), το ποσό των 62.030,83 ευρώ και γ) στον τρίτο εναγόμενο (Ι. Μ.), το ποσό των 28.563,01 ευρώ. Περαιτέρω, [.........] το τέταρτο (πλαγιαστικώς) εναγόμενο στην πρώτη αγωγή [....] "Επικουρικό Κεφάλαιο" οφείλει (ως εκ του νόμου υποκατασταθέν στα εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, η άδεια λειτουργίας της οποίας έχει οριστικά ανακληθεί):

α) στον πρώτο εναγόμενο [.....] (Α. Μ.), το ποσό των 22.500 ευρώ, β) στη δεύτερη εναγόμενη (Κ. Μ.) το ποσό των 22.500 ευρώ και γ) στον τρίτο εναγόμενο (Ι. Μ.), το ποσό των 22.500 ευρώ. Επομένως, οι ως άνω αμοιβαίες, ομοειδείς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμοι απαιτήσεις δια της προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού αποσβέννυνται, καθ' ό μέρος αλληλοκαλύπτονται και ως εκ τούτου το ενιστάμενο τέταρτο (πλαγιαστικώς) εναγόμενο [...........] "Επικουρικό Κεφάλαιο", ουδέν οφείλει στους παραπάνω τρεις εναγομένους [........] (Α.

Μ., Κ. Μ. και Ι. Μ.), λόγω εξαντλήσεως των αντιστοίχων απαιτήσεων των τελευταίων, απορριπτόμενων ως αβασίμων, των περί του αντιθέτου ισχυρισμών και λόγων εφέσεων των εκκαλούντων των από 20-6-2011 και 28-7-2011 εφέσεων". Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε 1) ότι οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι Α. Μ., Κ. Μ. και Ι. Μ., υποχρεούνται να καταβάλουν στις ενάγουσες, ήδη αναιρεσείουσες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εξ αιτίας του επελθόντος, κατά το ένδικο ατύχημα, θανάτου του συγγενούς τους Κ.

Λ.: α) το ποσό των 40.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα Ζ.- Ε.- Β., β) το ποσό των 25.000 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα Ά. Λ. και γ) το ποσό των 25.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα Α. Λ., 2) ότι το πλαγιαστικώς εναγόμενο "Επικουρικό Κεφάλαιο", κατέβαλε στους ευθέως από τις αναιρεσείουσες εναχθέντες α) Α. Μ., το ποσό των 64.326 ευρώ, β) Κ. Μ., το ποσό των 62.030,83 ευρώ και γ) Ι.

Μ., το ποσό των 28.563,01 ευρώ, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, 3) ότι η εν λόγω υπ' αριθμ. 6908/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 770/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με συνέπεια να υφίσταται αξίωση του (πλαγιαστικώς) εναγομένου "Επικουρικού Κεφαλαίου" προς αναζήτηση των ως άνω (αχρεωστήτως πλέον εκ μέρους του) καταβληθέντων ποσών και 4) ότι οι ως άνω αμοιβαίες, ομοειδείς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, δια της προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού, αποσβέννυνται, κατά το μέρος που αλληλοκαλύπτονται και 5) ότι, ως εκ τούτου, το ενιστάμενο τέταρτο (πλαγιαστικώς) εναγόμενο "Επικουρικό Κεφάλαιο", ουδέν οφείλει στους κυρίως εναγομένους Α.

Μ., Κ. Μ. και Ι. Μ., λόγω εξαντλήσεως των αντιστοίχων απαιτήσεων των τελευταίων. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού έκρινε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την προταθείσα από το πλαγιαστικώς εναγόμενο "Επικουρικό Κεφάλαιο" ένσταση συμψηφισμού, και συνεπώς ότι το τελευταίο ουδέν οφείλει στους εναγομένους της από 9-9-2002 (με αρ.

κατ. 836/73/2003) ευθείας αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών, απέρριψε την κατ' αυτού ("Επικουρικού Κεφαλαίου") πλαγιαστική αγωγή των αναιρεσειουσών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 επ. του ΑΚ και 72 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των ως άνω διατάξεων.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Η περαιτέρω αιτίαση ότι η προβληθείσα σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του Επικουρικού Κεφαλαίου πηγάζει από την ευθύνη αυτού για ατυχήματα που προκαλούνται από άγνωστο οδηγό, κατ' άρθρο 19 παρ. 1α του Ν. 489/1976, ενώ στην ένδικη πλαγιαστική αγωγή αυτό ενάγεται με την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, κατ' άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 489/1976 και, συνεπώς, απαίτηση και ανταπαίτηση στηρίζονται σε διαφορετική νομική βάση, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν απαιτείται κατά νόμο, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους.

Επομένως, ο με το αναφερόμενο παραπάνω περιεχόμενο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό το στοιχείο γ' μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Kατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' και β' του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των από τους διαδίκους τιθέμενων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1634/2018), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 1210/2020, ΑΠ 1003/2020, ΑΠ 869/2020).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του υπό το στοιχείο α' τμήματος αυτού, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, αληθώς, από τον αριθμό 19 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδίκασε σε βάρος τους και υπέρ των αντιδίκων τους τα αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης από το θανάσιμο τραυματισμό του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα συγγενούς τους Π.

Μ., χωρίς να λάβει υπόψη του την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών (αναιρεσειουσών) και δη ότι αυτές στερούνται οικονομικών πόρων, ενόψει του ότι η πρώτη από αυτές (χήρα του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα πεζού Κ. Λ.), αδυνατεί, λόγω της ηλικίας της, να εργασθεί και να αποκομίσει εισοδήματα, οι δε λοιπές, (θυγατέρες αυτού), αδυνατούν να συντηρήσουν εαυτές, λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι τα περιστατικά αυτά (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους ή όχι) είχαν τεθεί υπόψη του Εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν είχαν τεθεί υπόψη του Εφετείου με τις ενώπιόν του προτάσεις των αντεναγομένων- ήδη αναιρεσειουσών, ώστε να ληφθούν υπόψη από αυτό, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον για διερεύνηση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως μέρος της, τα εξής: ".... ενόψει των συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως (σε βάρος των τριών πρώτων εναγομένων στην πρώτη από 9-9-2002 με αριθμό κατ. 836/73/2003 ένδικη αγωγή) σε όλες τις ενάγουσες στην αγωγή αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως της ψυχικής οδύνης, την οποία αυτές δοκίμασαν λόγω του θανάτου του Κ.

Λ. (ηλικίας 64 ετών), η οποία κατ' εκτίμηση των κατά νόμο στοιχείων, δηλαδή του βαθμού υπαιτιότητας του συγγενούς των τριών πρώτων εναγομένων στην εν λόγω αγωγή Π. Μ., του είδους του προσβληθέντος εννόμου αγαθού, του βαθμού της συγγενικής σχέσεως και του ψυχικού δεσμού αυτών με τον αποβιώσαντα Κ. Λ., προσδιορίζεται στο δίκαιο και εύλογο ποσό :

α) των 40.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του αποβιώσαντος, β) των 25.000 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα, θυγατέρα του αποβιώσαντος και γ) των 25.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα, θυγατέρα του αποβιώσαντος". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας υπέρ των αναιρεσειουσών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του, βαρυνόμενου με συνυπαιτιότητα 40%, ηλικίας 64 ετών, συγγενικού τους προσώπου, στα ποσά των 40.000 ευρώ για τη σύζυγο αυτού και των 25.000 ευρώ για κάθε μία από τις θυγατέρες του, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο συναφής δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδ.

δ') του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., επιδίκασε σ' αυτές (αναιρεσείουσες) ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής τους οδύνης από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Κ. Λ., τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι καταφανώς μικρότερα εκείνων που επιδικάζονται συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 30.5.2016 (αριθ. κατ. 6522/962/2016) αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι είχαν διαφορετική νομική εκπροσώπηση και δη, οι τρεις πρώτοι τούτων παρέστησαν, η δεύτερη και ο τρίτος μετά, ο δε πρώτος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου των Νικολάου Ρισβά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ το τέταρτο τούτων Επικουρικό Κεφάλαιο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα απάντων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

Επί της από 6.4.2017 (αριθ. κατ. 2492/210/2017) επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ": Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία (3) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Ήδη, η προθεσμία αυτή περιορίσθηκε σε δύο (2) έτη, με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου ενάτου του άρθρου 1 του ιδίου ως άνω νόμου, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 και εφεξής.

Επί των αποφάσεων όμως, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, ήτοι προ της 1-1-2016, και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση, που αρχίζει από τη δημοσίευσή τους (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 97/2020).

Εξ άλλου, η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι, οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης, συνεκδικασθείσας, εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου (Α.Π. 889/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 632/2018, ΑΠ 547/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2392/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επίδοση της οποίας δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, δημοσιεύθηκε την 10-4-2014 (ήτοι πριν από την 1-1-2016) και η κατ' αυτής από 6.4.2017 ένδικη (επικουρική) αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, που την εξέδωσε, την 7-4-2017 (βλ. τη συνημμένη στο δικόγραφο αυτής υπ' αριθμ. 2492/210/7-4-2017 έκθεση καταθέσεως), δηλαδή πριν την πάροδο τριετίας και, συνεπώς, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα.

Με την αίτηση αυτή το Επικουρικό Κεφάλαιο ζητεί, επικουρικά και σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η άνω από 30-5-2016 αίτηση αναιρέσεως των Ζ.-Ε.-Β., χήρας Κ. Λ., Ά. Λ. του Κ. και Α. Λ. του Κ., κατά της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 2392/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και, μετ' αναίρεση αυτής, παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο ανωτέρω Δικαστήριο και γίνει δεκτή η από 9-9-2002 πλαγιαστική αγωγή αυτών εναντίον του (ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της), να γίνει δεκτή η (επικουρική) αίτηση αναιρέσεως αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος της που απέρριψε την από 1-3-2012 (αύξ.

αριθ. εκθ. κατ. 1629/2012) έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 1066/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει μόνο δεκτή η από 20-11-2006 αγωγή του κατά των (επικουρικώς) αναιρεσιβλήτων, να γίνει δεκτή η έφεσή του, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να γίνει δεκτή η από 20-11-2006 (αύξ.

αριθμ. 10127/2006) αγωγή του (περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της υπ' αριθμ. 6908/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατάσταση) και κατά το μέρος που είχε αυτή απορριφθεί. Για την άσκηση της ως άνω επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον έχει το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην δικονομική δυνατότητα να καταστεί αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης στο δικαστήριο της παραπομπής η προαναφερθείσα από 20-11-2006 (αύξ.

αριθμ. 10127/2006) αγωγή του και κατά το μέρος που είχε αυτή απορριφθεί. Μετά, όμως, την προαναφερθείσα επί της ουσίας απόρριψη της συνεκδικαζομένης αιτήσεως αναιρέσεως των κυρίως εναγουσών-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, πρέπει να απορριφθεί και η, ασκηθείσα υπό την αίρεση της παραδοχής αυτής, επικουρική αναίρεση του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 6.4.2017 (αριθ. κατ. 2492/210/2017) επικουρική αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 30.5.2016 (αριθ. κατ. 6522/962/2016) αίτηση αναιρέσεως και την από 6.4.2017 (αριθ. κατ. 2492/210/7-4-2017) επικουρική αίτηση αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από 30.5.2016 (αριθ. κατ. 6522/962/2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2392/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει, για μεν τους τρεις πρώτους τούτων, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για δε το τέταρτο Επικουρικό Κεφάλαιο, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 6.4.2017 (αριθ. κατ. 2492/210/7-4-2017) επικουρική αίτηση για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως (2392/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών).

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ