Supreme Court annuls appeal court decision for illegally considering unsubmitted evidence regarding municipal employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the appeal court's decision for failing to exclude evidence that was not legally submitted. The appellant argued the lower court erred by considering a specific document proving the defendant did not have continuous employment needs, despite this document not being formally presented in court. The court ruled that the appeal was admissible and the lower court committed a procedural error by relying on such evidence, thereby overturning the judgment and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11b of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: The court must exclude evidence not submitted according to law, and upon annulment due to this error, the case is remanded for retrial before a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1090 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1090/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννη Ιερόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Ηρωικής Πόλης Νάουσας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3525/ΕΠ-ΔΙ/199/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν η 42/ΕΠ-ΔΙ/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1270/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-1-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 570/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 8-9-2019 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Α. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης - κλήσης προς νέα συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, μετά την έκδοση επ' αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (20-11-2018) της υπ' αριθμ. 570/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την παρουσία του αναιρεσιβλήτου Δήμου και την απουσία του αναιρεσείοντος και κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, γιατί δεν προέκυπτε ποιο από τους διαδίκους επέσπευδε αυτήν (συζήτηση), με πράξη δε ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, για να παραστεί στην δικάσιμο, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντα. Ο αναιρεσίβλητος όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθμ. καταθ. 10/2018 (από 5-1-2018) του αναιρεσείοντος Π. Γ., ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1270/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την υπ' αριθμ. καταθ. 33/2014 έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 42/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία έγινε δεκτή η από 27-9-2011 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, υπαλλήλου του αναιρεσιβλήτου, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αναγνωρίστηκε δε ότι ο ενάγων συνδέεται με τον εναγόμενο Δήμο Νάουσας με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 1/1/1998.
Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε η ένδικη αίτηση νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 9-1-2018, σύμφωνα με τα άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 ν. 4835/2015, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής.
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων στο άνω δικόγραφο λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα εκκαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης.
Ο άνω λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 511/2016). Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθ'ενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ' αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίστηκε νομίμως (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 261/2018).
Εξ άλλου, θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομισθεί εμπρόθεσμα, εφ' όσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (Ολ. ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του κυρίως το μνημονευόμενο στο αναιρετήριο έγγραφο, το οποίο το αναιρεσίβλητο δεν είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις του, που κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση (ούτε καν τις πρωτόδικες) ούτε όμως και ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. .../20-2-2014 βεβαίωση του γραφείου προσωπικού του εναγομένου, που έχει συνταχθεί μάλιστα μετά την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων του αναιρεσίβλητου, προκύπτει, εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι αυτός δεν επικαλέσθηκε πράγματι το άνω έγγραφο, ούτε βεβαίως οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο πλην των εξής εγγράφων: "1. Την με αριθμ. 42ΕΡ-Δ1/2013 εκκαλούμενη απόφαση του Μ.Π. Βέροιας, 2) τις από 2-10-2013 προτάσεις μου ενώπιον του Μ.Π. Βέροιας, 3) την με αριθ. .../23-10-2014 έκθεση επίδοσης..., 4) την με αριθμ. 1/2011 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής....", χωρίς καν να προσδιορίζει ειδικότερα αυτό, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά του. Άλλωστε το έγγραφο αυτό δεν περιέχεται ούτε στο δικόγραφο της έφεσής του. Το έγγραφο αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε στον αναιρεσείοντα κατά πλήρες και αποκλειστικό ωράριο μόνο μετά την 1/8/2006 και όχι από το έτος 1998, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του, καθώς και ότι δεν καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του από το 1998.
Μάλιστα η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο ενάγων εργάστηκε στον εναγόμενο Δήμο από την 1-1-1998 έως τις 30-6-2011, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Ότι από τη συνεκτίμηση των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα από την .../20-2-2014 βεβαίωση του Γραφείου Προσωπικού του Δήμου Νάουσας, την οποία εξέδωσε ο δημοτικός υπάλληλος Α.
Χ. αποδεικνύεται ότι ο ενάγων παρείχε την εργασία του με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη φωτισμού, με πλήρες ωράριο απασχόλησης κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: Από 1-8-2006 έως 30-9-2006, από 20-6-2007 έως 20-11-2007, από 26-5-2008 έως 27-10-2008, από 6-5-2009 έως 5-10-2009 και από 3-5-2010 έως 30-9-2010. Ότι από τα διαστήματα που μεσολαβούν μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων του και διαρκούν από έξι έως οκτώ μήνες, καθίσταται σαφές ότι δεν κάλυπτε με την εργασία του πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου.
Και ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα με αντίθετο περιεχόμενο έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και ειδικότερα την .../22.7.2001 βεβαίωση του Γραφείου Δημάρχου....σύμφωνα με την οποία ο ενάγων απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες του Δήμου των ν.π.δ.δ. και των δημοτικών επιχειρήσεων από 1-1-1998 έως 30-6-2011....
και την .../1-6-2010 βεβαίωση του υπεύθυνου του Ηλεκτρομηχανολογικού Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών Μ. Μ. που δεν φέρει υπογραφή, οι οποίες εκδόθηκαν για να τις χρησιμοποιήσει ο ενάγων για την απόκτηση άδειας εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου και ότι η δεύτερη διαφοροποιείται από την πρώτη, καθώς φέρει τις συμβάσεις του ενάγοντος (δώδεκα διαδοχικές ετήσιες συμβάσεις και μια πεντάμηνη) να σταματούν στις 31-5-2010.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου πριν από το έτος 2006 και ότι δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και επομένως δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 στις συμβάσεις του ενάγοντος.
Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε αντίθετα, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του το άνω έγγραφο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πιο πάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος και συνεπώς πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που γίνεται δεκτός.
Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου που ηττήθηκε, μειωμένα όμως κατ' άρθρ. 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1270/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγούμενης. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ