Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of grounds for review and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued for a retrial based on alleged procedural violations and calculation errors regarding commercial commissions and lost profits. The court rejected these claims, finding no valid grounds for review and ruling that the lower court's calculations were legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment rendered in absentia is admissible only after the period for filing a complaint for nullity has expired or the right to complain has been waived, and the appeal must be based on substantive grounds rather than procedural technicalities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1090 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1090/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... AG", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Μαρινάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/3/2007 και από 27/3/2008 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1558/2009 και 6273/2010 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 3703/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω με τις από 27/3/2008 και 15/6/2013 αιτήσεις τους αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκε η 806/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 3703/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2796/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 585/2017, ΑΠ 268/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 2796/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της, εδρεύουσας στη ..., εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης. Από τα προσκομιζόμενα: 1) υπ' αριθμ. ...04/09-05-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Έ., σε συνδυασμό με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, από την αναιρεσείουσα, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με αριθμ. πρωτ. 1 ΑR 66/2017 από 22-06-2017 έγγραφο του Ειρηνοδικείου Regensburg και το υπ' αριθμ. πρωτ. 11962/04-08-2017 έγγραφο της Εισαγγελίας Αθηνών. Και, 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. 466/11-09-2018 πιστοποιητικό, περί μη άσκησης ενδίκων μέσων, της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 09-05-2017 και ότι κατ' αυτής η τελευταία δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στις 21-09-2017, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε τελεσιδικήσει και προσβάλλεται, με αυτή, παραδεκτά.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 αρ. 2 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 2274/2009, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1663/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 27-03-2008 (αρ. κατ. 64223/2984/2008) αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποίαν αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, οφείλει να της καταβάλει, συνολικά, το ποσό των 1.818.575,17 €, λόγω αντισυμβατικής, άκαιρης, καταχρηστικής, αθέμιτης και παράνομης καταγγελίας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και, ειδικότερα:
α) 937.000 €, ως δικαιουμένη αμοιβή, για πωλήσεις εμπορευμάτων, που έγιναν στην παραχωρηθείσα, από την εναγομένη περιοχή (ελληνική επικράτεια), β) 306.971,55 €, ως αποζημίωση πελατείας, γ) 424.603,62 € ως διαφυγούσες προμήθειες, για το διάστημα των έξι μηνών, από τη λύση της σύμβασης και, δ) 150.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκδόθηκε η, απορριπτική αυτής, υπ' αριθμ. 6273/2010, οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 01-03-2011 (αριθμ. κατ. 1413/2011) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 3703/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, έγινε, εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, ως προς τα κονδύλια της αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών, για τα ποσά των 108.401,50 € και 53.604 €, αντίστοιχα και, απορρίφθηκε ως προς τα κονδύλια των οφειλομένων προμηθειών και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως, ασκήθηκαν από τις διαδίκους οι, αντίθετες, αναιρέσεις από: α) 15-06-2013 της ήδη αναιρεσείουσας και, β) από 25-06-2013, της ήδη αναιρεσίβλητης. Με την 806/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού απορρίφθηκε η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, έγινε, εν μέρει, δεκτή η πρώτη και αναιρέθηκε η προαναφερθείσα εφετειακή απόφαση, αναφορικά με τα κεφάλαια αυτής: "...που αφορούν: 1) τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ...
ΕΠΕ από προμήθειες κατά το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991 και 2) το μη συνυπολογισμό των αμέσως ανωτέρω προμηθειών κατά τον προσδιορισμό των αποζημιωτικών αξιώσεων αυτής από διαφυγόντα κέρδη στο εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης...". Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναιρετικώς ενδιαφέροντος μέρους αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", με την από 10-3-2007 (αριθμ. εκθ. καταθ. 85548/3817/2007) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη (και) κατά της εναγομένης εταιρίας, γερμανικού δικαίου με την επωνυμία "... AG", εξέθεσε ότι κατά της τελευταίας, με την οποία την συνέδεε, η από 20-3-1996 και καταγγελθείσα άκαιρα και καταχρηστικά σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την επισυναπτόμενη, από 14-7-2006 (αριθμ.εκθ.καταθ. 131989/7129/2006), αγωγή της, αξιώνοντας αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, συνολικού ποσού 1.818.575,15 ευρώ, λόγω της άκαιρης λύσης της σύμβασής τους με δική της καταγγελία.
Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, επικαλούμενη την ανάγκη απόδειξης των κονδυλίων αποζημίωσης της ιστορούμενης αγωγής της, ζήτησε την επίδειξη, άλλως την προσκόμιση και την παράδοση, επικυρωμένων αντιγράφων των αναφερόμενων τιμολογίων πώλησης, δελτίων αποστολής, πρωτοκόλλων παραλαβής αποδεικτικών είσπραξης του τιμήματος πώλησης, που εξέδωσε η εναγομένη γερμανική εταιρία για την πώληση εμπορευμάτων της (εξοπλισμού, εξαρτημάτων και παραρτημάτων της), με τη δική της μεσολάβηση ως αποκλειστικής της αντιπροσώπου, στους ιστορούμενους πελάτες της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1558/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιμωλία των άνω διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, η αγωγή, ως προς την εναγομένη γερμανική εταιρία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας εταιρίας, λόγω της νομότυπης παραίτησής της από το δικόγραφο της ιστορούμενης, από 14-7-2006 και με αριθμ.
εκθ. καταθ. 131989/7129/2006, αγωγής της, για την απόδειξη των κονδυλίων της οποίας είχε αξιώσει την επίδειξη εγγράφων. Η ίδια ως άνω ενάγουσα και ήδη καλούσα -εκκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με την από 27-3-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 64223/2984/2008) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της ίδιας ως άνω εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας γερμανικού δικαίου, εξέθεσε ότι μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτίστηκε στις 20-3-1996, προφορικά, σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας η ίδια ανέλαβε την υποχρέωση να προωθεί, έναντι καθοριζόμενης αμοιβής (προμήθειας) τα συμβατικά προϊόντα της εναγομένης, κατ' αποκλειστικότητα σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Ότι, παρά το ότι η ίδια με την πάροδο του χρόνου συνέβαλε σημαντικά στην προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, η τελευταία δια των νομίμων εκπροσώπων της, ενεργώντας βάσει δολίου και αθέμιτου σχεδίου εκτόπισής της από την αγορά, προσπάθησε να καρπωθεί τα οφέλη τα οποία προήλθαν από την δική της δραστηριότητα στην ελληνική αγορά, αρχικά παραβιάζοντας την μεταξύ τους συμφωνηθείσα ρήτρα αποκλειστικότητας, προωθώντας τα συμβατικώς καθοριζόμενα προϊόντα μέσω άλλης εταιρίας, της "..." παρένθετο στην ουσία πρόσωπο της εναγομένης και στη συνέχεια καταγγέλλοντας στις 19-4-2006, αιφνίδια και χωρίς τήρηση προθεσμίας, τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου.
Ότι με αυτή την παράνομη, αθέμιτη και καταχρηστική συμπεριφορά και άκαιρη καταγγελία η εναγομένη καρπώθηκε τα οφέλη (εισφορά νέων πελατών, αύξηση πωλήσεων) τα οποία περιήλθαν από τη δική της δραστηριότητα σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, με αντίστοιχη ζημία της, λόγω της λήξης της μεταξύ τους σύμβασης.
Κατόπιν τούτων - μετά την παραδεκτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό και την νομότυπη παραίτησή της από το σωρρευόμενο αρχικά σε αυτήν αίτημα επίδειξης εγγράφων - η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι, η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 1.818.575,15 ευρώ και ειδικότερα:
α) ποσό 937.000 ευρώ ως οφειλόμενες προμήθειες, για τις συμφωνίες που καταρτίστηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και των αναφερομένων επτά επιχειρήσεων - πελατών, της αρμοδιότητάς της (της ενάγουσας), ως αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσώπου της αντιδίκου της στην Ελλάδα, β) ποσό 306.971,55 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, προσδιοριζομένης αυτής με βάση τις προμήθειές της των πέντε τελευταίων ετών πριν τη λύση της σύμβασης, γ) ποσό 424.603,62 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος της, το οποίο θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το χρονικό διάστημα των έξι μηνών μετά την ένδικη, άκαιρη και χωρίς την τήρηση της νόμιμης (εξάμηνης) προθεσμίας καταχρηστική καταγγελία και, δ) ποσό 150.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης από τη μείωση της φήμης και της αξιοπιστίας της στην αγορά συνεπεία της υπαίτιας παράνομης - ως καταχρηστικής και αθέμιτης - συμπεριφοράς της εναγομένης, επικαλούμενη (η ενάγουσα) προς θεμελίωση των άνω αξιώσεών της, εκτός από το π.δ. 219/1991, και τις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού, λόγω της εκτόπισής της από την αγορά και υφαρπαγής της πελατείας, την οποία η ίδια με δικές της ενέργειες και προσπάθειες δημιούργησε, άλλως τις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ, λόγω της εκ προθέσεως της εναγομένης πρόκλησης ζημίας της κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, άλλως τις διατάξεις του άρθρου 2α του ν. 703/1991, λόγω της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης από την προμηθεύτριά της - εναγομένη, με πρόσθετη επίκληση, αναφορικά με την αιτούμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση, και των διατάξεων των άρθρων 57 - 59 ΑΚ, λόγω της παράνομης προσβολής της νομικής προσωπικότητάς της στην αγορά από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της εναγομένης.
Τα παραπάνω κονδύλια, πλην αυτού των 306.971,55 ευρώ της αποζημίωσης πελατείας, ζήτησε η ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 14-7-2006 (αριθμ.καταθ.7129/2006) προηγούμενης, ομοίου περιεχομένου αγωγής της, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την ένδικη αγωγή, άλλως από την επίδοση της τελευταίας....
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 6273/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο, περί τοκοδοσίας αίτημα του κονδυλίου της αποζημίωσης πελατείας κατά την κύρια βάση του, και αφού κρίθηκε ότι η ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δεν ήταν επί αποκλειστικής βάσεως, ως και ότι η καταγγελία της εκ μέρους της εναγομένης οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, κατά ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως αυτής της εναγομένης, απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολο της και ως προς όλες τις βάσεις της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Τις προαναφερόμενες δύο οριστικές αποφάσεις (την 1558/2009 και 6273/2010), που εκδόθηκαν επί των άνω δύο αγωγών της, προσέβαλε η εκκαλούσα - ενάγουσα με τις ασκηθείσες κατ' αυτών δύο εφέσεις της και συγκεκριμένα με την από 5-11-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10476/2009) έφεσή της την πρώτη και με την από 1-3-2011 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1413/2011) έφεσή της τη δεύτερη, στρεφόμενη κατά της εναγομένης και των δύο αγωγών της, γερμανικού δικαίου εταιρίας.
Η εκκαλούσα παραπονέθηκε με την πρώτη έφεσή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αναφορικά με την απόρριψη ως απαράδεκτης της πρώτης αγωγής της και με την δεύτερη έφεσή της για λόγους που ανάγονται σε: α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου για την απόρριψη ως μη νομίμου του περί τοκοδοσίας, κυρίου αιτήματος, της αξιούμενης με τη δεύτερη αγωγή της αποζημίωσης πελατείας και β) για λόγους που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης της εναγομένης για δική της υπαιτιότητα στην ένδικη καταγγελία και την ουσιαστική απόρριψη όλων των βάσεων της αγωγής της αυτής.
Μετά ταύτα ζήτησε την εξαφάνιση των εκκαλουμένων αποφάσεων, προκειμένου να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι δύο αγωγές της στο σύνολο τους. Επί των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 3703/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν και έγιναν τυπικά δεκτές και οι δύο εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η πρώτη τούτων (η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10476/2009), έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η δεύτερη, (η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1413/2011), έφεση.
Ακολούθως, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, με την τελευταία έφεση, υπ' αριθμ. 6273/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης δεύτερης, από 27-3-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 64223/2984/2008) αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρίας και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή αυτή, ...
έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε ότι η τελευταία οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 162.005.50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προηγούμενης, με αριθμό κατάθεσης 131989/7129/2006, όμοιας κατά περιεχόμενο αγωγή της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο τούτο, μετά από κρίση και χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας χωρίς τη ρήτρα αποκλειστικότητας, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό της εναγομένης για καταγγελία αυτής από υπαιτιότητα της ενάγουσας αντιπροσώπου, έκανε εν μέρει δεκτή την εν λόγω αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την βάση της εκ των διατάξεων του π.δ. 219/1991, και μόνο ως προς την αποζημίωση πελατείας και την αποζημίωση από διαφυγόντα κέρδη, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα για τις αιτίες αυτές το ποσό των 108.401,50 ευρώ και των 53.604 ευρώ, αντίστοιχα - (υπολογιζομένης της τελευταίας αποζημίωσης μόνο με βάση τις καταβληθείσες στην ενάγουσα προμήθειες του προηγουμένου έτους της καταγγελίας) - λόγω της απρόθεσμης καταγγελίας, εκ μέρους της, της ένδικης σύμβασης, απορριπτομένων όλων των λοιπών βάσεων της αγωγής (του αθεμίτου ανταγωνισμού, του άρθρου 919 ΑΚ, της παράνομης προσβολής της ενάγουσας με αδικοπραξία και αντίθετης στο 281 ΑΚ συμπεριφοράς και καταγγελίας) και του ερειδόμενου αποκλειστικά στις βάσεις αυτές αιτήματος εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ως ουσιαστικά αβασίμων.
Επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμο απορρίφθηκε στο σύνολο του και το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση, κατ' άρθρον 6 παρ. 1 γ του π.δ. 219/1991, οφειλομένων προμηθειών της ενάγουσας, διότι, όπως κρίθηκε, αυτή δεν ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγομένης και μόνη αρμόδια στην ελληνική αγορά και διότι δεν αποδείχθηκε ότι της οφείλονταν προμήθειες από συμβάσεις που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβησή της.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησαν αναίρεση και η εκκαλούσα και η εφεσίβλητη, με την από 15-6-2013 αίτησή της η πρώτη και με την από 25-6-2013 αίτησή της η δεύτερη. Επ' αυτών των αιτήσεων αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 806/2015 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως της εφεσίβλητης εταιρίας και, αφού ερευνήθηκαν όλοι οι λόγοι της αναίρεσης της εκκαλούσας, κατά παραδοχή δύο μόνο λόγων αυτής - μέρους του πρώτου και μέρους του δεύτερου -και απορριπτομένων των λοιπών λόγων της ως αβασίμων, αναιρέθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που δίκασε, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, υπ' αριθμ. 6273/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της προαναφερόμενης δεύτερης, της από 27-3-2008 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 64223/2984/2008), αγωγής της εκκαλούσας - ενάγουσας, και μόνο ως προς τα αναφερόμενα συγκεκριμένα (δύο) κεφάλαια αυτής: 1) των αξιώσεων από προμήθειες, κατ' άρθρον 6 παρ. 1 γ' του πδ 219/1991 και 2) το μη συνυπολογισμό των ανωτέρω προμηθειών κατά τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών στο εξάμηνο της προθεσμίας για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης.
Ειδικότερα, με την άνω αναιρετική απόφαση, κατά την έρευνα των λόγων της αναίρεσης της εκκαλούσας - η οποία και μόνο ενδιαφέρει εν προκειμένω - κρίθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του: 1) προσδιορίζοντας τη δικαιούμενη από την ενάγουσα - εκκαλούσα εμπορική αντιπρόσωπο αποζημίωση πελατείας - ποσού 108.401,50 ευρώ - με υπολογισμό μόνο των αμοιβών (προμηθειών) που είχε εισπράξει αυτή για τις εμπορικές πράξεις που είχαν συναφθεί με δική της παρέμβαση κατά τη διάρκεια της σύμβασης και όχι και των διεκδικούμενών προμηθειών 2) απορρίπτοντας το αίτημα περί οφειλής τόκων επί του ποσού της αποζημίωσης πελατείας από την επόμενη της καταγγελίας της σύμβασης και 3) κρίνοντας ότι η καταγγελία, εκ μέρους της εναγομένης, της ένδικης σύμβασης αορίστου χρόνου, που δεν είναι σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, έστω και αν έγινε αιφνίδια χωρίς την παροχή εύλογης εξάμηνης προθεσμίας, δεν συνιστά συμπεριφορά παράνομη εις βάρος της ενάγουσας, ούτε ενέχουσα υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, ούτε θεμελιωτική των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 919 ΑΚ και του άρθρου 1 ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, αλλά συνιστά συμπεριφορά σύμφωνη με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεως της εναγομένης στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης από αυτή δομής των πωλήσεών της στην Ελλάδα και απορρίπτοντας, μετά ταύτα, όλες τις ανωτέρω αγωγικές βάσεις ως και το αίτημα επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, δεν παραβίασε με την απόφασή του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6, 9 παρ. 1 β' σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 παρ. 1, και αρθ. 8 παρ. 3, 4 του π.δ. 219/1991, 281, 288, 297, 298. 914, 932 ΑΚ, 1 ν. 146/1914 και οι περί του αντιθέτου, σχετικοί λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, της αναίρεσης για ψευδή ερμηνεία των διατάξεων αυτών, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Όμως, αναφορικά με την απόρριψη α) της αξίωσης της ενάγουσας - εκκαλούσας για προμήθειες, λόγω της έλλειψης του στοιχείου της αποκλειστικότητας στην ένδικη σύμβαση και β) το μη συνυπολογισμό των ανωτέρω διεκδικούμενων προμηθειών κατά τον προσδιορισμό της αποθετικής της ζημίας, με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1γ του π.δ. 219/1991 σε συνδ.
με το άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 γ' του ιδίου ως άνω π.δ. Κατόπιν τούτου, κατά παραδοχή των σχετικών, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγων (μέρος του πρώτου και μέρος του δεύτερου) της αναίρεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3703/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου εν μέρει.
Συγκεκριμένα αναιρέθηκε αυτή μόνο κατά το μέρος που δίκασε - μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, υπ' αριθμ. 6273/2010, οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - επί της από 27-3-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 64223/2084/2008) αγωγής και ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν: α) στις αξιώσεις της εκκαλούσας - ενάγουσας εταιρίας από προμήθειες κατά το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991 και 2) το μη συνυπολογισμό των αμέσως ανωτέρω προμηθειών κατά τον προσδιορισμό των αποζημιωτικών αξιώσεων αυτής από διαφυγόντα κέρδη στο εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης.
Ακολούθως η υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση). Μετά την κατά τα άνω μερική αναίρεση της υπ' αριθμ. 3703/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου η υπόθεση εισήχθη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση, νόμιμα, με την προαναφερόμενη κλήση της εκκαλούσας (αρθ. 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, εντός δε των ορίων αυτών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, αναβιώνει η προαναφερόμενη αίτηση παροχής έννομης προστασίας της ενάγουσας - εκκαλούσας, δηλαδή η από 27-3-2008 αγωγή της κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια, που παραπέμπονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς έρευνα.
Σημειώνεται ότι οι διαλαμβανόμενοι και στις έγγραφες προτάσεις της εκκαλούσας κατά την προκείμενη, μετά την αναίρεση συζήτηση, ισχυρισμοί, με τους οποίους επαναφέρονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί της για: α) τον αποκλειστικό χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης για αντιπροσώπευση της εναγομένης - εφεσίβλητης από την ίδια, ως μόνης αρμόδιας αποκλειστικής αντιπροσώπου της στην ελληνική επικράτεια β) τον υπολογισμό και το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης πελατείας στο αιτούμενο με την αγωγή της ποσό και την τοκογονία αυτής από την επομένη της ένδικης καταγγελίας και γ) την σωρρευόμενη αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης - εφεσίβλητης, με αντίστοιχη υποχρέωσή της για καταβολή της αιτούμενης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης, απαραδέκτως επαναπροβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Και τούτο διότι, μετά την μερική μόνο αναίρεσή της, η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναφορικά με: α) το χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, ως σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, χωρίς όρο αποκλειστικότητας στην ελληνική επικράτεια β) ο προσδιορισμός της αποζημίωσης πελατείας στο ποσό των 108.401,50 ευρώ που επιδικάστηκε, και το νομιμότοκο αυτής από την επίδοση της προηγούμενης, με αριθμό κατάθεσης 131980/7129/2006, αγωγής της ενάγουσας και γ) η έλλειψη κάθε αδικοπρακτικής ευθύνης και υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης της ενάγουσας, κατέστη αμετάκλητη.
Για το λόγο αυτό τα ανωτέρω κριθέντα αμετακλήτως ζητήματα και κεφάλαια, τα οποία δεν συνέχονται αναγκαίως με τα αναιρεθέντα, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλούσα, δεν ερευνώνται εκ νέου από το Δικαστήριο τούτο κατά την προκείμενη, μετ' αναίρεση συζήτηση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω με την υπ' αριθμ. 3703/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κρίθηκαν, αμετάκλητα, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα εταιρία (ήδη εκκαλούσα) έχει αντικείμενο την αντιπροσώπευση ξένων οίκων του εξωτερικού. Η εναγομένη (ήδη εφεσίβλητη) δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και πώλησης μηχανών (πλήρων γραμμών εμφιαλώσεως) και εγκαταστάσεων για εργοστάσια ζυθοποιίας, παραγωγής ποτών, αναψυκτικών κλπ.
Τον Μάρτιο του 1996 μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των παραπάνω εταιριών συνήφθη, προφορικά, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας αορίστου διάρκειας, αρχόμενη την 1-4-1996. Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι καθοριζόμενης αμοιβής (προμήθειας) να προωθεί τα προϊόντα της εναγομένης, δηλαδή να διαπραγματεύεται για λογαριασμό της την πώληση των μηχανημάτων παραγωγής της στην ελληνική επικράτεια.
Έκτοτε και στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, που είναι σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, για τη σύναψη της οποίας δεν απαιτείται έγγραφος τύπος, συνεργάστηκαν οι διάδικοι. Η παραπάνω όμως σύμβαση ουδέποτε συμφωνήθηκε επί αποκλειστικής βάσης, έστω και αν για αρκετό χρονικό διάστημα η ενάγουσα ήταν η μόνη αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά.
Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η ενάγουσα συνεργαζόταν ως εμπορική αντιπρόσωπος και με άλλες εταιρίες, πλην της εναγομένης, η οποία ουδέποτε της απαγόρευσε την αντιπροσώπευση άλλων προϊόντων ανταγωνιστικών ή μη επιβάλλοντας την αντιπροσώπευση μόνο δικών της προϊόντων. Έτσι από το έτος 2003 και έκτοτε συνεργαζόταν ως εμπορικός αντιπρόσωπος με την εταιρία ..., συμφερόντων της εναγομένης, η οποία κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της και προωθούσε στην ελληνική αγορά τα προϊόντα αυτής, δηλαδή μηχανήματα γραμμών εμφιάλωσης μικρής δυνατότητας, αλλά και με μεγάλες εταιρίες (..., …, ...) μη ανταγωνιστικές.
Η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι "η όλη προσπάθειά μας υπέρ της προώθησης των συμφερόντων της εναγομένης έφθασε να καλύπτει το 60% της συνολικής δράστηριότητάς μας". Εξάλλου, από το έτος 2002 την εναγομένη στην ελληνική αγορά αντιπροσώπευε και η εταιρία με την επωνυμία "...". Τούτο δε προκύπτει και από την από 8-3-2005 επιστολή της ίδιας της ενάγουσας προς την εναγομένη, στην οποία ρητά γίνεται λόγος για την παραπάνω εταιρία ως εμπορικής αντιπροσώπου της εναγομένης και μάλιστα των ίδιων προϊόντων με αυτά της ενάγουσας.
Η ενάγουσα από την αρχή δεν διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη για τυχόν παράβαση από αυτήν, με την καθιέρωση και της εταιρίας αυτής ως αντιπροσώπου της στην ελληνική αγορά (έστω και προς εξεύρεση νέων πελατών με τους οποίους δεν είχε επαφή η ενάγουσα), των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας που αφορούσαν τυχόν αποκλειστικότητα της ενάγουσας στην ελληνική επικράτειας ως αντιπροσώπου της εναγομένης.
Αντίθετα για μεγάλο διάστημα αποδέχτηκε την δραστηριότητα της εταιρίας "...", κάποιες δε διαμαρτυρίες της προς την εναγομένη αφορούν κυρίως τις συνθήκες και τον τρόπο συνεργασίας της εναγομένης με αυτή (ενάγουσα) αλλά και την άνω εταιρία .... Το γεγονός ότι μέχρι το έτος 2002 η ενάγουσα υπήρξε μόνη αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά, ουδόλως αποδεικνύει ότι η μεταξύ τους σύμβαση περιείχε όρο αποκλειστικότητας.
Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από την παραπάνω συμπεριφορά της ενάγουσας και τη μη εναντίωσή της στην είσοδο στην ελληνική αγορά και της πιο πάνω εταιρίας. Εξάλλου το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της εναγομένης στην από 1-3-2005 επιστολή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι "δεν δικαιούνται (οι εκπροσωπούντες την ...s), ωστόσο, να αποκαλούν τους εαυτούς τους αντιπροσώπους της ...", ουδόλως συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η ενάγουσα ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά.
Από όλα τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά... Στις 19-4-2006 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που διατηρούσε με την ενάγουσα, επικαλούμενη άμεση ισχύ (της καταγγελίας), χωρίς την τήρηση της προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος.
Η καταγγελία αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας...Ασκήθηκε όμως από την εναγομένη, ως είχε δικαίωμα και δεν είναι καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι έγινε απρόθεσμα, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και υπήρξε ζημιογόνος για την ενάγουσα. Η εναγομένη αποφάσισε να αλλάξει τη δομή των πωλήσεων στην Ελλάδα.
Κρίνοντας αποδοτικότερη τη συνεργασία της με την εταιρία ... και σταθμίζοντας το καλώς εννοούμενο συμφέρον της προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δεν ήταν επί αποκλειστικής βάσεως, η δε εναγομένη είχε τη δυνατότητα κατά πάντα χρόνο να ορίσει και άλλους εμπορικούς αντιπροσώπους στην ελληνική επικράτεια, όπως και έπραξε και μάλιστα εν γνώσει της ενάγουσας, η οποία αν και γνώριζε ότι η εταιρία "..." είναι εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης από το έτος 2002 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ότι με τις ενέργειες αυτές της εναγομένης που είχαν σκοπό την υφαρπαγή της πελατείας που η ίδια δημιούργησε επιτεύχθηκε ο εκτοπισμός της από την ελληνική αγορά.
Συνεπώς η αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού πρέπει να απορριφθεί. Για τον ίδιο λόγο και εν όψει του δεν αποδεικνύεται η εκ προθέσεως ζημία στην ενάγουσα εκ μέρους της εναγομένης και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή και κατά τη βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ.
Δοθέντος δε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης δεν συνιστά άδικη και παράνομη πράξη πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά το αίτημά της περί αναγνώρισης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι πλήγηκε το όνομα και η φήμη της ενάγουσας στον εμπορικό κόσμο. Λόγω όμως της μη τήρησης της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας για την καταγγελία της σύμβασης η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα ως διαφυγόντα κέρδη το ποσό που αυτή θα κέρδιζε ως προμήθειες κατά πάσα πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία το επίδικο χρονικό διάστημα των έξι μηνών μετά την καταγγελία ....
επιπρόσθετα της οφείλει και αποζημίωση πελατείας. Ως προς την αποζημίωση πελατείας αποδείχθηκε ότι το χρονικό διάστημα συνεργασίας των διαδίκων υπήρξε εισφορά τουλάχιστον δώδεκα νέων πελατών εκ μέρους της ενάγουσας εμπορικής αντιπροσώπου στο δίκτυο της εναγομένης, αλλά και προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με ήδη υφιστάμενους πελάτες.
Μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης υπήρξε διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από την εναγομένη που προκύπτουν από τη διαχείριση των υποθέσεών της εν όψει και του ότι παρέμειναν στο δίκτυο αυτής οι παραπάνω νέοι πελάτες. Η καταβολή αποζημίωσης πελατείας είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της απώλειας των προμηθειών της ενάγουσας.
Τα ποσά των αμοιβών (προμηθειών) της ενάγουσας που δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη έχουν ως ακολούθως: καταβληθείσες προμήθειες από 19-4-2001 έως 18-4-2002 105.052,08 ευρώ, από 19-4-2002 έως 18-2003 140.873,23 ευρώ, από 19-4-2003 έως 18-4-2004 81.695,07 ευρώ, από 19-4-2004 έως 18-4-2005 107.181,91 ευρώ, από 19-4-206 έως 18-4-2006 107.205,25 ευρώ.
Συνεπώς το σύνολο των αμοιβών της ενάγουσας (που της καταβλήθηκαν από την εναγομένη) το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 έως 18-4-2006 (των τελευταίων πέντε ετών πριν την καταγγελία) ανέρχεται στο ποσό των 542.007,54 ευρώ και συνακόλουθα η αποζημίωση πελατείας αντιστοιχεί στο ποσό των (542.007,54 ευρώ:5 έτη=) 108.401,50 ευρώ. Το ποσό αυτό οφείλει να καταβάλει η ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της με αριθμό κατάθεσης 7129/2006 αγωγής της ενάγουσας και όχι από την επομένη ημέρα από την καταγγελία της σύμβασης (20-4-2006), αίτημα μη νόμιμο...".
Περαιτέρω πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή, ως προς τα δύο κεφάλαια, που χώρησε η αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όπως προεκτέθηκε. .... Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (6273/2010) απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να ληφθούν υπόψη, τόσο ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων και η ληφθείσα στα πλαίσια άλλης δίκης ένορκη βεβαίωση, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της παρούσας διαφοράς..., σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, αναφορικά με τα ερευνώμενα από το Δικαστήριο τούτο κεφάλαια - της αξίωσης της ενάγουσας για προμήθειες, και για αποζημίωση, με συνυπολογισμό των ανωτέρω προμηθειών, από τα διαφυγόντα κέρδη της το επίδικο εξάμηνο χρονικό διάστημα - τα ακόλουθα πραγματικά, γεγονότα:
Η αμοιβή (προμήθεια) της ενάγουσας αντιπροσώπου είχε οριστεί σε ποσοστό επί του τιμήματος πωλήσεως εμπορευμάτων της εναγομένης που γινόταν σε επιχείρηση -πελάτη της δικής της αρμοδιότητας ή με τη μεσολάβησή της. Το ποσοστό αυτό κυμαινόταν από 2% έως 10%, ανάλογα με το ύψος έκπτωσης που χορηγούσε κάθε φορά η εναγομένη πωλήτρια στον αντίστοιχο πελάτη - αγοραστή επί του αρχικού τιμήματος πωλήσεως των εμπορευμάτων της.
Η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, από το 2002 πωλούσε στην ελληνική αγορά τα προϊόντα της, αντιπροσωπευόμενη και από την ενάγουσα και από την εταιρία "...". Κάθε μία από τις δύο αντιπροσώπους της είχε κατά κανόνα διακριτή δραστηριότητα και πελάτες που εξυπηρετούσε. Η εναγομένη, λαμβάνοντας υπόψη την αποτελεσματικότητα και την δραστηριότητά κάθε αντιπροσώπου της και οργανώνοντας τη δομή των πωλήσεών της, διαχώρισε και ρητά την ήδη διαμορφωμένη, από την αρχή της παράλληλης συνεργασίας της μαζί τους, αρμοδιότητά τους, ανάλογα με το αντικείμενο των επιχειρήσεων - πελατών της που εξυπηρετούσε μέχρι τότε αποτελεσματικότερα η κάθε μία.
Ειδικότερα από το καλοκαίρι του 2004 ρητά ανέθεσε, σταδιακά, στην εταιρία ...s την αντιπροσώπευσή της για τις πωλήσεις εμπορευμάτων της (μηχανισμούς και γραμμές εμφιάλωσης, ανταλλακτικά μηχανής και μεταπώλησης) προς όλες τις επιχειρήσεις παραγωγής και εμφιάλωσης γάλακτος, ανθρακούχων ποτών, νερού, κρασιού, οινοπνευματωδών ποτών, εμφιαλωμένων, χυμών και ανθρακούχων ποτών, που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.
Μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών που ανέθεσε η εναγομένη στην άνω αντιπρόσωπο της, συμπεριλαμβάνονταν, με βάση το αντικείμενο τους, και οι έξι πρώτες από τις επτά συνολικά επιχειρήσεις, για τις οποίες η ενάγουσα, επικαλούμενη δική της αρμοδιότητα στην αντιπροσώπευση της ενάγουσας στις πωλήσεις των ιστορούμενων εμπορευμάτων της σ' αυτές, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, αξιώνει, με την ένδικη αγωγή της, αμοιβή της (προμήθειες) συνολικού ποσού 937.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα από τις επίδικες, οι έξι επιχειρήσεις που ανέθεσε η εναγομένη στην αντιπρόσωπο της εταιρία ... ήταν οι: 1) …2) …, 3) Όμιλος ... 4) … (…) 5) ... ΑΕ και 6) …(…). Αντίστοιχα η εναγομένη όρισε την αρμοδιότητα της ενάγουσας ως αντιπροσώπου της στις διαπραγματεύσεις για την πώληση των ίδιων προϊόντων στους πελάτες της - επιχειρήσεις παραγωγής και εμφιάλωσης μπύρας (ζυθοποιίες), της μη αλκοολούχας βιομηχανίας (φαγητό, υγειονομική περίθαλψη), … και …, που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.
Από αυτές μόνο η τελευταία είναι επίδικη και αξιώνεται για πώληση ενός μηχανήματος σε αυτή προμήθεια με την ένδικη αγωγή. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη εξυπηρετούσε το οικονομικό της συμφέρον και με το ασφαλές κριτήριο του αντικειμένου εμπορίας των πελατών της εντός της ελληνικής επικράτειας, καθόριζε με απόλυτη σαφήνεια την αρμοδιότητα και την ευθύνη των δύο αντιπροσώπων της, η οποία είχε διαμορφωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος στην πράξη, αλλά διατυπώθηκε ρητά από το καλοκαίρι του 2004 και ολοκληρώθηκε και διατυπώθηκε και εγγράφως από την εναγομένη την 1-10-2005.
Την οργάνωση αυτή των πωλήσεών της γνωστοποίησε η εναγομένη και στους ίδιους τους πελάτες της με σχετικό έγγραφό της τον Οκτώβριο του 2005, ενημερώνοντάς τους μάλιστα, προς διευκόλυνσή τους, για τον τρόπο επικοινωνίας τους με τον αντιπρόσωπο που η ίδια είχε ορίσει αρμόδιο για την αντιπροσώπευσή της, ανάλογα με το αντικείμενο της επιχείρησής τους.
Η ενάγουσα, ουδέποτε αντέδρασε ούτε στην τυπική αυτή ρύθμιση της αρμοδιότητάς της κατά τον ανωτέρω τρόπο, κρίνοντας ότι η συνεργασία της με την εναγομένη στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης ήταν προς το συμφέρον της, όπως κατέθεσε και ο μάρτυράς της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Πράγματι, οι προμήθειες που εισέπραξε η ενάγουσα από την εναγομένη τα πέντε τελευταία έτη πριν την καταγγελία της σύμβασής τους, συνυπάρχοντας με την έτερη αντιπρόσωπο, ήταν σημαντικές, με μικρές διαφοροποιήσεις κατ' έτος.
Μάλιστα ο ρητός ορισμός και η τυπική ολοκλήρωση του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων τους εντός των δύο τελευταίων ετών ήταν πράγματι προς το συμφέρον της ενάγουσας, καθόσον τα έτη αυτά οι προμήθειες που εισέπραξε ανήλθαν στο ποσό των 107.181,92 ευρώ και στο ποσό των 107.205,25 ευρώ, αντίστοιχα, εμφανίζοντας αύξηση σε σχέση με αυτές, που είχε εισπράξει το αμέσως προηγούμενο έτος (από 19-4-2003 έως 18-4-2004, ποσού 81.695,07 ευρώ.
Επομένως, η μόνη από τις επίδικες επτά επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα και ανήκαν στην αρμοδιότητα της ενάγουσας αντιπροσώπου της εναγομένης το επίδικο χρονικό διάστημα, από τον Αύγουστο του 2004 έως και την καταγγελία της σύμβασης, είναι η έβδομη και τελευταία, η εταιρία ... (... 3Ε), όπως σαφώς αποδείχθηκε από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και όλα τα προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση από την εκκαλούσα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλασσαν μεταξύ τους οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.
Όλες οι λοιπές επίδικες έξι επιχειρήσεις, που προαναφέρθηκαν, το εν λόγω χρονικό διάστημα ανήκαν στην αρμοδιότητα της έτερης αντιπροσώπου της εναγομένης, η οποία πράγματι διαπραγματευόταν για λογαριασμό της με αυτές. Άλλωστε, ο ίδιος ο μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή πωλήσεις εμπορευμάτων της εναγομένης, συνολικής αξίας 6.300.000 ευρώ και 600.000 ευρώ, προς τις δύο από τις επίδικες επιχειρήσεις-πελάτες, "…" και "… (…)", αντίστοιχα, για τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει προμήθεια 157.500 ευρώ και 24.000 ευρώ, έγιναν με τη μεσολάβηση, όχι της ενάγουσας, αλλά της έτερης αντιπροσώπου της εταιρίας ...s, στην οποία, κατά τα προαναφερόμενα, είχε ανατεθεί η αρμοδιότητα αντιπροσώπευσης της εναγομένης στις διαπραγματεύσεις με τις ανωτέρω εταιρίες.
Επιπρόσθετα, σχετικά με την εταιρία "... ΑΕ", για την οποία επίσης η ενάγουσα επικαλείται αβάσιμα αρμοδιότητά της ως αντιπροσώπου της εναγομένης το έτος 2005 και αξιώνει προμήθεια, η ίδια δια των οργάνων της, στο από 6-10-2005 ηλεκτρονικό της μήνυμα προς την εναγομένη, δέχεται ότι την εταιρία αυτή, ήδη από τα έτη 2003 και 2004, την επισκέπτεται και την εξυπηρετεί η έτερη αντιπρόσωπος της εναγομένης και όχι η ίδια.
Περαιτέρω, σχετικά και με τον όμιλο "…", που αποτελείται από τις εταιρίες …ΑΕ και …, για τις οποίες επίσης αξιώνει προμήθεια η ενάγουσα, ποσού 408.000 ευρώ για την πώληση των δύο γραμμών εμφιαλώσεως, μίας πλήρους γραμμής εμφιαλώσεως νερού και ανθρακούχων αναψυκτικών και μίας επίσης πλήρους γραμμής εμφιαλώσεως νερού, η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξη της άνω αξιώσεώς της το υπ' αριθμ. ...390/9-3-2006 τιμολόγιο πώλησης και το υπ' αριθμ. ...005-2/8-11-2004 προτιμολόγιο της εναγομένης προς την αγοράστρια εταιρία ...
ΑΕ. Αυτά τα παραστατικά όμως αφορούν σε χρονικό διάστημα που η άνω εταιρία εμφιαλώσεως νερού είχε ρητά οριστεί από την εναγομένη ως περιλαμβανόμενη, βάσει του αντικειμένου της, στην αρμοδιότητα της άλλης αντιπροσώπου της και όχι της ενάγουσας. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα για τις επίδικες πρώτες έξι επιχειρήσεις δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται οποιαδήποτε παραγγελία, που να δόθηκε μέσω αυτής, για την πώληση των ιστορούμενων στην αγωγή μηχανημάτων της εναγομένης, αλλά ούτε προσκομίζει οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο που να αναφέρεται σε δική της μεσολάβηση στην κατάρτιση των επικαλούμενων συμβάσεων πωλήσεως των αναφερόμενων εμπορευμάτων προς τις εν λόγω επιχειρήσεις, ώστε να δικαιούται για το λόγο αυτό προμήθειας.
Σε ολόκληρη την ηλεκτρονική αλληλογραφία των διαδίκων που προσκομίζεται από την εκκαλούσα, γίνεται λόγος μόνο σε μία παραγγελία, την υπ' αριθμ. ...267/9-9-2004, που δόθηκε μέσω της ενάγουσας. Αυτή αφορά στην αγορά ενός μεμονωμένου μηχανήματος της εναγομένης, τύπου Rinser/ Filler/Copper από την ενδιαφερόμενη εταιρία "...
ΑΕ", η οποία το παρήγγειλε, μέσω της ενάγουσας, στις 9-9-2004, πριν την ενημέρωσή της από την εναγομένη για τον διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων των δύο αντιπροσώπων της. Το ανωτέρω μηχάνημα όμως δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα συστήματα εμφιάλωσης της εναγομένης, ούτε περιλαμβάνεται σε αυτά τα συστήματα, τα οποία παραγγέλθηκαν μεταγενέστερα, ένα και πλέον έτος, από την εταιρία ...
ΑΕ, όταν αρμόδια αντιπρόσωπος της εναγομένης για τις διαπραγματεύσεις της με την εταιρία αυτή, λόγω του αντικειμένου της, ως εταιρίας εμφιαλώσεως ύδατος, είχε οριστεί η εταιρία .... Περαιτέρω, πλην των πωλήσεων των εμπορευμάτων στην εταιρία ... ΑΕ, για την οποία και μόνο προσκομίζονται τα προαναφερόμενα παραστατικά που ενσωματώνονται κατά περιεχόμενο στην αγωγή, η ενάγουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει οποιοδήποτε παραστατικό ή άλλο αξιόπιστο στοιχείο, ούτε καν για την κατάρτιση των λοιπών επικαλούμενων συμβάσεων πωλήσεως με τις άλλες πέντε εταιρίες, ώστε να δύναται να κριθεί ακόμη και ότι αυτές καταρτίστηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης.
Η ενάγουσα, αγνοώντας και η ίδια τα ακριβή και πραγματικά στοιχεία των εν λόγω πωλήσεων, δεν αναφέρει το χρόνο κατάρτισής τους, προσδιορίζει το, κατά τους δικούς της υπολογισμούς, τίμημα των αναφερομένων εμπορευμάτων, χωρίς αναφορά της - άγνωστης σ' αυτήν - έκπτωσης που χορήγησε η εναγομένη γι' αυτά - και υπολογίζει την προμήθειά της σε ποσοστό 4% στο οποίο, όπως εκθέτει ανέρχεται ο μέσος όρος του συμφωνηθέντος περιθωρίου της προμήθειάς της (2% έως 10%), εκθέτοντας ότι αυτό θα αποδειχθεί από τις προσκομιζόμενες κατά τη συζήτηση της αγωγής της εκκαθαρίσεις των προμηθειών της αυτών.
Όμως η ενάγουσα δεν προσκόμισε τις επικαλούμενες με την αγωγή της εκκαθαρίσεις για τις επίδικες προμήθειες, αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο που να αναφέρεται σ' αυτές. Μόνη δε η ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της, δεν αρκεί για τον προσδιορισμό τους, δεδομένου ότι ενώ ο μάρτυρας αυτός, όπως προεκτέθηκε, κατηγορηματικά κατέθεσε ότι δεν μεσολάβησε η ενάγουσα στις επίδικες πωλήσεις εμπορευμάτων στις επιχειρήσεις "…" και της "…", αλλά η εταιρία ...s, ακολούθως αντιφατικά και παντελώς αόριστα κατέθεσε ότι οφείλονται στην ενάγουσα όλες οι επίδικες προμήθειες - δηλαδή και για τις συμβάσεις των άνω δύο εταιριών - προσδιορίζοντάς τες αυθαίρετα στο αιτούμενο, με την αγωγή ποσό.
Εξάλλου, εάν η εναγομένη όφειλε στην ενάγουσα ένα τόσο σημαντικό ποσό προμηθειών από την δραστηριότητά της εντός της τελευταίας διετίας, οπωσδήποτε αυτή θα είχε οχλήσει την οφειλέτριά της για την καταβολή τους επανειλημμένως και όχι το πρώτον μετά την από 19-4-2006 ένδικη καταγγελία της σύμβασής τους. Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες πρώτες έξι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ανήκαν το επίδικο χρονικό διάστημα στην αρμοδιότητα της ενάγουσας ως αντιπροσώπου της εναγομένης στη διαπραγμάτευση πώλησης των εμπορευμάτων της, αλλά ούτε ότι οι ιστορούμενες συμβάσεις πωλήσεως με τις επιχειρήσεις αυτές καταρτίστηκαν κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης με τη μεσολάβησή της ενάγουσας, η τελευταία δεν δικαιούται προμήθειες γι' αυτές.
Προμήθεια δικαιούται η ενάγουσα μόνο για την πώληση εμπορευμάτων της εναγομένης προς την εταιρία ... (... 3Ε), η οποία είχε καθοριστεί ως ανήκουσα στη δική της αρμοδιότητα. Στην εταιρία αυτή η εναγομένη, με βάση την υπ' αριθμ. ...2526/13-12-2005 προσφορά, και με τη μεσολάβηση της αρμόδιας προς τούτο αντιπροσώπου της, της ενάγουσας, το Φεβρουάριο του επόμενου έτους (2006), δηλαδή κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, πώλησε ένα παστεριωτή, αντί του ποσού, μετά τη χορηγηθείσα έκπτωση του αρχικού τιμήματος πωλήσεως, των 1.137.127 ευρώ.
Με βάση την έκπτωση που χορηγήθηκε το ποσοστό της προμήθειας της ενάγουσας ήταν 3% και όχι 4% επί του τελικού τιμήματος. Το ανωτέρω τελικό τίμημα πωλήσεως και το ποσοστό της προμήθειας της ενάγουσας σ' αυτό αποδείχθηκε σαφώς από το από 1-8-2004 έγγραφο της εναγομένης, το οποίο προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα και αυτό δεν αντικρούστηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως η συμφωνημένη προμήθεια της ενάγουσας για την ανωτέρω πώληση προς την εταιρία ..., την οποία εξακολουθεί να της οφείλει η εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των (1.137.127 X 3% =) 34.113.81 ευρώ - και όχι στο ποσό των 48.000 ευρώ που αξιώνεται με την αγωγή - όπως άλλωστε δέχεται και η εναγομένη με το προαναφερόμενο έγγραφο της προς την ενάγουσα, πριν την αυθαίρετη, εκ μέρους της, μείωση της άνω προμήθειας στο ήμισυ, με το ίδιο έγγραφο της.
Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό ως προμήθεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991, με το νόμιμο τόκο... Πέραν τούτου η ενάγουσα, λόγω της άκαιρης, χωρίς την τήρηση της νόμιμης, εξάμηνης προθεσμίας, καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, υπέστη αποθετική ζημία, από διαφυγόντα κέρδη, δεδομένου ότι το εξάμηνο αυτό χρονικό διάστημα απώλεσε προμήθειες, τις οποίες με βεβαιότητα θα αποκέρδαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν λειτουργούσε το άνω εξάμηνο η σύμβαση αυτή.
Για τον προσδιορισμό της αποθετικής αυτής ζημίας της ενάγουσας το προαναφερόμενο ποσό των οφειλόμενων και διεκδικούμενων με την ένδικη αγωγή προμηθειών της θα πρέπει να συνυπολογιστεί στο ποσό των 107.207,25 ευρώ, των προμηθειών που η ίδια εισέπραξε το προηγούμενο έτος της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από την εναγομένη, σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 5 παρ.1 και 9 παρ.
ιγ του π.δ. 219/1991. Κατόπιν του συνυπολογισμού αυτού σαφώς αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη αποθετική ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη της το χρονικό διάστημα της εξάμηνης προθεσμίας για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, η οποία δεν τηρήθηκε, ποσού (107.207,25 ευρώ + 34.113,81 ευρώ = 141.321,06 ευρώ : 12 μήνες = 11.776,75 ευρώ Χ 6 μήνες =) 70.660,5 ευρώ και όχι στο ποσό των 53.604 ευρώ.
όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3703/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Το ποσό αυτό της αποζημίωσης της ενάγουσας, προσδιορίστηκε, με την άνω απόφαση, μετά από εσφαλμένο υπολογισμό μόνο των προμηθειών που είχε εισπράξει η ενάγουσα το τελευταίο έτος πριν την καταγγελία. Για το λόγο αυτό η απόφαση αναιρέθηκε κατά τούτο, προκειμένου να γίνει συνυπολογισμός των ανωτέρω προμηθειών που δεν καταβλήθηκαν στην ενάγουσα, αλλά τις οφείλονται και διεκδικούνται με την ένδικη αγωγή, για τον προσδιορισμό της ανωτέρω αποζημιωτικής αξίωσής της για τα διαφυγόντα κέρδη της στο εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω - εκτός από την αποζημίωση πελατείας ποσού 108.401,50 ευρώ που αναγνωρίστηκε αμετάκλητα ως οφειλόμενο από την εναγομένη στην ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 3703/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου - η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν, ως προς τα προαναφερόμενα και ερευνώμενα από το Δικαστήριο τούτο δύο κεφάλαιά της και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 34.113,81 ευρώ ως προμήθειες και το ποσό των 70.660,50 ευρώ ως αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη), δηλαδή συνολικά (34.113.81+70.660,50=) 104.774,31 ευρώ...".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο συμμορφώθηκε στην αναιρετική, υπ' αριθμ. 806/2015, απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Και τούτο διότι, κατά τις ως άνω, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα, ως εμπορική αντιπρόσωπος της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, με βάση την ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ήταν αρμόδια για πελάτες αυτής (αναιρεσίβλητης) μίας καθορισμένης ομάδας προσώπων εντός του γεωγραφικού χώρου της ελληνικής επικράτειας και συγκεκριμένα τους πελάτες της - επιχειρήσεις παραγωγής και εμφιάλωσης μπύρας (ζυθοποιίες), της μη αλκοολούχας βιομηχανίας (φαγητό, υγειονομική περίθαλψη) …και ... ....
Περαιτέρω, χωρίς ν' απαιτήσει, ως προϋπόθεση, για την καθίδρυση του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της ήδη αναιρεσείουσας προς λήψη προμήθειας, για εμπορικές πράξεις, που έχουν συναφθεί, κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, την ύπαρξη, στην ένδικη σύμβαση, ρήτρας αποκλειστικότητας, την οποία η ως άνω αναιρετική απόφαση έκρινε ως μη ασκούσα έννομη επιρροή στο σχετικό δικαίωμά της ως εμπορικού αντιπροσώπου, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στην αρμοδιότητα της ενάγουσας (αντιπροσώπου της εναγομένης) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις επτά αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή επιχειρήσεις, για τις συμβάσεις των οποίων με την ήδη αναιρεσίβλητη, αυτή (αναιρεσείουσα), αξιώνει προμήθεια, ανήκει μόνο η εταιρία ... (... 3Ε) και ότι αυτή (προμήθεια) ανέρχεται στο ποσό των 34.113.81 ευρώ και αφού, εν συνεχεία, συνυπολόγισε το τελευταίο αυτό ποσό στις προμήθειες, καθώς και στις αξιώσεις αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη στο εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, της επιδίκασε, για τις αιτίες αυτές, το ποσό των 104.774,31 ευρώ, πέραν αυτού των 162.005,50 ευρώ, που είχε αναγνωρισθεί ότι της όφειλε η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, από την προηγούμενη εφετειακή απόφαση, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, υπό στοιχείο Α. 1 αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Mε τον υπό στοιχείο Β αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι, με το ν' απορρίψει, ως απαραδέκτως επαναπροβληθέντα, τον αγωγικό της ισχυρισμό, περί αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως, εκ μέρους της, της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης στην ελληνική επικράτεια, με την αιτιολογία ότι αυτός (ισχυρισμός) καλύπτεται από το δεδικασμένο της μερικά αναιρεθείσας προηγουμένης, ως άνω αποφάσεώς του, παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δημιουργίας τέτοιου δεδικασμένου, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, κρίνεται απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, αφού η πληττόμενη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πλεοναστική και δεν επηρρέασε ούτε στήριξε το διατακτικό της. Και τούτο διότι, για τη θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσείουσας, για προμήθειες, αρκούσε, μόνο, το γεγονός ότι οι σχετικές εμπορικές πράξεις είχαν συναφθεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της ένδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας με πελάτες, που ανήκαν στο γεωγραφικό τομέα, για τον οποίον ήταν αρμόδια η αναιρεσείουσα, χωρίς ν' ασκεί έννομη επιρροή το αν αυτή ήταν ή όχι αποκλειστική αντιπρόσωπος της ήδη αναιρεσίβλητης (ΑΠ 806/2015).
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Δ 1 αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι: "...ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες πρώτες έξι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ανήκαν το επίδικο χρονικό διάστημα στην αρμοδιότητα της ενάγουσας ως αντιπροσώπου της εναγομένης στη διαπραγμάτευση πώλησης των εμπορευμάτων της, αλλά ούτε ότι οι ιστορούμενες συμβάσεις πωλήσεως με τις επιχειρήσεις αυτές καταρτίστηκαν κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης με τη μεσολάβηση της ενάγουσας, (με συνέπεια) η τελευταία δεν δικαιούται προμήθειες γι' αυτές..." και, περαιτέρω, ότι: "...Η ενάγουσα, ουδέποτε αντέδρασε ούτε στην τυπική αυτή ρύθμιση της αρμοδιότητάς της κατά τον ανωτέρω τρόπο, κρίνοντας ότι η συνεργασία της με την εναγομένη στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης ήταν προς το συμφέρον της...", έλαβε υπόψη του μη προταθέντες ισχυρισμούς, αφού η ήδη αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη ερημοδίκησε και δεν αντέκρουσε την έφεσή της (αναιρεσείουσας).
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος και, επομένως, κρίνεται απορριπτέος, αφού τα όσα επικαλείται, η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν "πράγματα", με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, με βάση και τους αρνητικούς, της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, που περιείχοντο στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι οποίες, λόγω της ερημοδικίας της, προσκομίσθηκαν, κατ' άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την παρασταθείσα στο Εφετείο, εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, τους οποίους, αφού έλαβε αυτό υπόψη του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε στο δικανικό του πόρισμα.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της, κατά το προαναφερθέν μέρος, ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να ληφθούν υπόψη, τόσο ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων και η ληφθείσα στα πλαίσια άλλης δίκης ένορκη βεβαίωση, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της παρούσας διαφοράς...".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δε μνημονεύει, ειδικώς και δεν αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και, τα έγγραφα: 1) αντίγραφο του από 1-8-2006 εγγράφου της εναγόμενης, 2) αντίγραφα των 11-6-2002, 19-9-2005 και 27-9-2004 προσφορών της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγόμενης προς τους πελάτες ..., ...., που αποτυπώνουν τον επίσημο τιμοκατάλογο της εναγόμενης, 3) το απόσπασμα από την ιστοσελίδα της εναγόμενης ..., τεύχος Απριλίου 2004, όπου αναφέρεται για την επένδυση που έκανε η εναγόμενη στην εταιρεία ...
και το σύνολο των επενδύσεων υπερβαίνει τα 6.000.000 ευρώ και, 4) αντίγραφο του από 30-3-20006 εγγράφου της εναγόμενης, που αναγνωρίζει ότι ήδη οφείλει το ποσό των 16.000 €, που αντιστοιχεί σε μέρος μεγαλύτερης οφειλομένης προμήθειας από πώληση ανταλλακτικών € 70.000, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο υπό στοιχείο Δ 4 α' λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
IV. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση συναγωγής της έμμεσης δικαστικής ομολογίας, σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του ομολογούντος, είναι να μη έχει αμφισβητηθεί, ειδικώς, ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η εν λόγω αρνητική προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων, το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει αν από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και τη γενική άρνηση, που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία. Η κρίση αυτή αφορά αποκλειστικά σε πράγματα και συνεπώς, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 416/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του ως άνω (υπό στοιχείο Δ 4 α') λόγου αναιρέσεως, πάλι, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις από 16-11-2009, πρωτόδικες, προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, έμμεση δικαστική ομολογία της, συναγομένη από τη μη αμφισβήτηση τόσο των επιδίκων πωλήσεων και του χρόνου ολοκλήρωσής τους, όσο και του ύψους των δικαιουμένων αμοιβών της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, αφού δεν την ανέφερε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο δικανικό του πόρισμα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση των ως άνω προτάσεων της αναιρεσίβλητης δεν συνάγεται έμμεση δικαστική ομολογία της, καθόσον αφορά τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά, αντίθετα, ειδική άρνηση, του καθενός, από τα κονδύλια, της ένδικης αγωγής.
V. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1182/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου από την 3703/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος απέρριψε (αμετάκλητα) την από 05-11-2009 (αρ. κατ. 10476/2009) έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 1558/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 10-03-2007 (αρ.
κατ. 85548/3817/2007) αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, περί επίδειξης εγγράφων, προς απόδειξη των ενδίκων αξιώσεών της. Επομένως, δεν ιδρύεται ο δωδέκατος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, που δέσμευε την εκ νέου εξέταση των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσείουσας, διότι η ως άνω απόφαση διαλαμβάνει την παραδοχή: "Άλλωστε το ύψος των σχετικών κονδυλίων δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη" και κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται αβάσιμος, διότι, οι ένδικες αξιώσεις δεν είχαν καταστεί αντικείμενο της προηγούμενης δίκης, που είχε ανοιχθεί με την προαναφερθείσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, περί επιδείξεως εγγράφων και δεν είχαν διαγνωσθεί αυτές (ένδικες αξιώσεις) με την επικαλουμένη αμετάκλητη εφετειακή απόφαση, ούτε και ήταν δυνατόν, άλλωστε, να διαγνωσθούν, στο πλαίσιο της ως άνω δίκης, περί επιδείξεως εγγράφων, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη των επίμαχων αξιώσεων, εφ' όσον, αντικείμενο της εν λόγω δίκης (επίδειξης εγγράφων) δεν ήταν η διάγνωση της απαίτησης, αλλά, η προπαρασκευή της απόδειξής της.
Και υπό την εκδοχή, ακόμη, όμως, ότι η επικαλουμένη αιτίαση υπάγεται στον από τον αριθμό 8 του ίδιου ως άνω άρθρου ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, περί ύπαρξης δεδικασμένου (ΑΠ 1253/2009. ΑΠ 1867/2006), πάλι, ο σχετικός αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, με το να δεχθεί τα αντίθετα, από αυτά, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωσή του, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία, εκ των πραγμάτων, τον εν λόγω ισχυρισμό της.
VΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος, αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ τέτοιος λόγος δεν δημιουργείται ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν, με αυτά, κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, εφόσον, η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012, ΑΠ 724/2011).
Περαιτέρω, για την σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/91 καθίδρυση δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, προς λήψη προμήθειας για εμπορικές πράξεις, που έχουν συναφθεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να έχουν συναφθεί με πελάτη, που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα, για τον οποίο αυτός είναι αρμόδιος ή με πελάτη, που ανήκει σε μία καθορισμένη ομάδα προσώπων, για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ρήτρας αποκλειστικότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, για το γεωγραφικό τομέα ή για την καθορισμένη ομάδα προσώπων (AΠ 806/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την προπαρατεθείσα επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, σ' αυτήν, ότι: α) Η αμοιβή (προμήθεια) της ενάγουσας αντιπροσώπου είχε οριστεί σε ποσοστό επί του τιμήματος πωλήσεως εμπορευμάτων της εναγομένης που γινόταν σε επιχείρηση - πελάτη της δικής της αρμοδιότητας ή με τη μεσολάβησή της, β) Η εναγομένη, από το 2002 πωλούσε στην ελληνική αγορά τα προϊόντα της, αντιπροσωπευόμενη και από την ενάγουσα και από την εταιρία "...".
Κάθε μία δε, από τις δύο αντιπροσώπους της, είχε κατά κανόνα διακριτή δραστηριότητα και πελάτες, που εξυπηρετούσε, γ) Η ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, στις διαπραγματεύσεις για την πώληση των προϊόντων της στους πελάτες της - επιχειρήσεις παραγωγής και εμφιάλωσης μπύρας (ζυθοποιίες), της μη αλκοολούχας βιομηχανίας (φαγητό, υγειονομική περίθαλψη), ...
και ... ..., που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. δ) η μόνη από τις επίδικες επτά επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα και ανήκαν στην αρμοδιότητα της ενάγουσας αντιπροσώπου της εναγομένης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι η εταιρία ... (... 3Ε). Όλες οι λοιπές επίδικες έξι επιχειρήσεις, που προαναφέρθηκαν, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ανήκαν στην αρμοδιότητα της έτερης αντιπροσώπου της εναγομένης.
ε) Προμήθεια δικαιούται η ενάγουσα μόνο για την πώληση εμπορευμάτων της εναγομένης προς την ως άνω εταιρία, ... (... 3Ε), η οποία ανήκε στη δική της αρμοδιότητα και στην οποία κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, πώλησε ένα παστεριωτή, αντί του ποσού, μετά από χορηγηθείσα έκπτωση του αρχικού τιμήματος πωλήσεως, των 1.137.127 ευρώ, στ) Με βάση την έκπτωση που χορηγήθηκε το ποσοστό της προμήθειας της ενάγουσας ήταν 3% επί του τελικού τιμήματος και η συμφωνημένη προμήθεια αυτής, για την ανωτέρω πώληση (προς την εταιρία ...), που εξακολουθεί να της οφείλει η εναγομένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991, ανέρχεται στο ποσό των (1.137.127 X 3% =) 34.113.81 ευρώ, ζ) για τον προσδιορισμό της αποθετικής αυτής ζημίας της ενάγουσας το προαναφερόμενο ποσό των οφειλόμενων και διεκδικούμενών με την ένδικη αγωγή προμηθειών της θα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ.
ιγ του π.δ. 219/1991, να συνυπολογιστεί στο ποσό των 107.207,25 ευρώ, που εισέπραξε αυτή, για την ίδια αιτία, κατά το προηγούμενο έτος της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από την εναγομένη, η) η ενάγουσα υπέστη αποθετική ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη της το χρονικό διάστημα της εξάμηνης προθεσμίας για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, η οποία δεν τηρήθηκε, ποσού 70.660,5 ευρώ.
Και, τέλος, θ) εκτός από την αποζημίωση πελατείας ποσού 108.401,50 ευρώ, που αναγνωρίστηκε αμετάκλητα ως οφειλόμενο στην ενάγουσα, η εναγόμενη της οφείλει, επιπλέον, το ποσό των 34.113,81 ευρώ, για προμήθειες και το ποσό των 70.660,50 ευρώ για αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη), ήτοι, συνολικά (34.113.81+ 70.660,50=) 104.774,31 ευρώ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, δικαιολογούσαν την, κατ' ορθή εφαρμογή των, σημειουμένων στην αρχή της παρούσας, διατάξεων των άρθρων 1 και 6 του π.δ. 219/1991, παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, με προσδιορισμό της αξιώσεώς της για προμήθειες σε ποσοστό 3%, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες, προς έρευνα, αναιρετικούς λόγους, υπό στοιχεία:
Γ, Δ2 και, Δ3, αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 19, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες. Τέλος, για την ταυτότητα των νομικών λόγων, κρίνονται απορριπτέες και οι σύστοιχες προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, που προβάλλονται, με τον υπό στοιχείο Ε λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, αφού για τον προσδιορισμό του συνυπολογίζονται τα ποσά του προηγουμένου κονδυλίου (των προμηθειών), με το οποίο συνέχεται.
VII. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2796/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, εμπρόθεσμες, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-09-2017 αίτηση αναίρεσης της 2796/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ