1090/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1090/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή της, παραβίασε αντίστοιχα τις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 1665/1986, 904 και 400 ΑΚ.
Full text
Απόφαση 1090 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1090/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία … Κατασκευαστική - Μελετητική Ανώνυμη Εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ, η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΓΚ Ανώνυμος Εταιρεία Χρηματοδοτικής Μισθώσεως, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ρέκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6945/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1356/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της αγωγής της αναιρεσείουσας με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθ. 6945/2010 οριστική απόφαση που την απέρριψε ως μη νόμιμη, ασκηθείσης δε εφέσεως κατ' αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 1356/2013 απόφαση, του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση που η αγωγή ή ένας αγωγικός ή άλλος αυτοτελής ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος πρέπει κατ' αρχήν να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το δικόγραφο αυτό να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολομ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 388/1998, ΑΠ 699/2011). Πρέπει επίσης να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης α) ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το περιεχόμενό της, β) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής γ) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα, καθώς και δ) και τέλος η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή ποια η έννομη συνέπεια η οποία καταγνώσθηκε με βάση την προβαλλόμενη παραβίαση (ΑΠ 1662/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή της, παραβίασε αντίστοιχα τις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 1665/1986, 904 και 400 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής της ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών, τέτοια δε επίκληση δεν αποτελεί το αναφερόμενο στο αναιρετήριο ιστορικό της διαφοράς, που δεν φέρεται ως παραδοχή του Εφετείου, αλλά ούτε και ως περιεχόμενο της αγωγής από το οποίο (ιστορικό) μάλιστα ελλείπει και το αίτημα της αγωγής.
Επί πλέον, αναφορικά με την αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο πλημμέλεια της ψευδούς ερμηνεία του άρθρου 1 ν. 1665/1986, δεν προσδιορίζεται η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή ποια ήταν η έννομη συνέπεια η οποία καταγνώσθηκε με βάση την προβαλλόμενη παραβίαση και σε σχέση με το αιτητικό της αγωγής.
Τέλος, αναφορικά με τις αποδιδόμενες με τον τέταρτο και πέμπτο λόγους πλημμέλειες της ψευδούς ερμηνείας του άρθρου 1 ν. 1665/1986, δεν προσδιορίζεται που ακριβώς εντοπίζεται το σφάλμα, δηλαδή αν εντοπίζεται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή των κανόνων αυτών και σε τι ειδικότερα έγκειται το ερμηνευτικό ή το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.
Με το δεύτερο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και με τον τρίτο λόγο από τους αριθμούς 12 και 20 του ίδιου άρθρου ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την απόδειξη και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσας συμβολαιογραφικής πράξεως.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Συνεπώς δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, προϋπόθεση αναγκαία για την ίδρυση των αναιρετικών αυτών λόγων. Τέλος, με το δεύτερο λόγο προβάλλει επί πλέον και αιτίαση από τον αριθμό 17 του ίδιου άρθρου, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις, πλην όμως δεν αναφέρει τις φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, όπως απαιτείται για την ίδρυση του λόγου αυτού. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… Κατασκευαστική Μελετητική Ανώνυμη Εταιρεία" με τον διακριτικό τίτλο ... AE για αναίρεση της υπ' αριθ. 1356/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ