Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to examine a specific argument regarding cost allocation among co-owners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance of Western Macedonia. The appellant argued that the lower court failed to examine a specific appeal argument regarding the erroneous allocation of restoration costs, claiming the defendants should only bear their proportional share as co-owners. The court rejected this claim because the original lawsuit was legally improper; the defendants had already voluntarily restored the entire damage themselves, making the specific argument about cost sharing irrelevant to the legal basis of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 of the Civil Code and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to examine a specific argument regarding the allocation of costs among co-owners when the underlying claim was legally improper due to the voluntary restoration of the entire damage by the defendants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1090 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1090/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Τ. του Γ. και 2. Μ. Β. του Π. συζ. Ν. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπηίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 185/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Αυγούστου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 3ου και 4ου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι 1) ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλουμένη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημιάς και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ179, 495/13).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτής, από τα άρθρ. 914 ΑΚ και 286 ΠΚ, αγωγή των αναιρεσιβλήτων διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε τη διάπραξη εκ μέρους της του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 286 παρ.1 ΠΚ ποινικού αδικήματος της εξ αμελείας, κατά την εκτέλεση από την ίδια του περιγραφομένου σ' αυτήν οικοδομικού έργου, που της είχαν αναθέσει οι αναιρεσίβλητοι, παραβίασης των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, χωρίς όμως ταυτόχρονη παραδοχή περί της προκλήσεως από την παραβίαση αυτή κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, υπό την οποία και μόνο καταφάσκεται η τέλεση του από το άρθρ. 286 ΠΚ προβλεπομένου εγκλήματος και συνακόλουθα η αποδιδομένη σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά (ΑΠ 1820/83 Ποιν).
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία διαλαμβάνει τη φερομένη ως ελλείπουσα ως άνω παραδοχή αναφέροντας ρητώς ότι "... αποδείχθηκε ότι από αμέλεια της εναγομένης (αναιρεσείουσας) που δεν εφάρμοσε τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες παρουσιάστηκαν τα ακόλουθα κατασκευασμένα σφάλματα-αστοχίες-ελλείψεις κατά την κατασκευή-ανέγερση του επιδίκου ακινήτου ...
τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σοβαρών προβλημάτων διείσδυσης υγρασίας στην οροφή της κρεβατοκάμαρας... θα προκύψουν προβλήματα οξείδωσης του σιδηρού οπλισμού τα οποία μπορεί να επηρεάσουν ακόμη και τη σχετική λειτουργία της πλάκας του ορόφου, υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης των στηθαίων και κίνδυνος για την ασφάλεια των κατοίκων αλλά και των περιοίκων της περιοχής ...
υπάρχει κίνδυνος πτώσης της κεντρικής κεραίας της οικοδομής ... και των μαρμαροποδιών του στηθαίου... Τα λιμνάζοντα νερά προκαλούν προβλήματα στο φέροντα οργανισμό της οικοδομής και αποτελούν εστίες μόλυνσης..." με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινομένη απορριπτέα, η προβαλλόμενη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων( που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ. 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το, απ' αυτήν μετ' επικλήσεως προσκομισθέν προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από την ίδια ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών [κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτήν (ένσταση) συντρέχον πταίσμα των τελευταίων στην εμφανισθείσα στο διαμέρισμά τους υγρασία, φερομένη ως προκληθείσα από τις αυθαίρετες κατασκευές (κλείσιμο των ημιυπαιθρίων χώρων) στις οποίες προέβησαν αυτοί (αναιρεσίβλητοι)], υπ' αριθμ. ...
έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Κοζάνης, με το οποίο ανακλήθηκε προγενέστερο [υπ' αριθμ. ...] έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος μεν αυτής (αναιρεσείουσας), ως εργολάβου, πρόστιμο για την αυθαίρετη ανέγερση των αναφερομένων σ' αυτό κατασκευών, (κλείσιμο ημιυπαιθρίων χώρων), σε βάρος δε του πρώτου των αναιρεσιβλήτων πρόστιμο διατήρησης αυτών, παραμένουσας σε ισχύ, μετά την εν λόγω ανάκληση, της υπ' αριθμ. 56621/4.12.07 απόφασης της παραπάνω διεύθυνσης με την οποία και το πρόστιμο ανέγερσης και το πρόστιμο διατήρησης είχαν επιβληθεί μόνο σε βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού η ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι "το κλείσιμο των ως άνω ημιυπαιθρίων χώρων δεν επηρεάζει στη δημιουργία των προβλημάτων υγρασίας που υπήρχαν στο διαμέρισμα αυτό ..... συνεπώς τα προβλήματα υγρασίας του διαμερίσματος των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) οφείλονται αποκλειστικά σε εξ' αμελείας σφάλματα, ατέλειες, ελλείψεις και κακοτεχνίες της εναγομένης (αναιρεσείουσας) και όχι σε μεταγενέστερες επεμβάσεις (κλείσιμο ημιυπαιθρίων) των εναγόντων" με την οποία διαπιστώνεται έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφενός του κλεισίματος των ημιυπαιθρίων χώρων, στο οποίο πραγματικά προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι, με συνέπεια την επιβολή σε βάρος τους, ύστερα από τη χωρήσασα ανάκληση, με το ...
ως άνω έγγραφο της πολεοδομικής αρχής του προγενεστέρου ... εγγράφου αυτής, και του πρόστιμου ανέγερσης και του προστίμου διατήρησης των σχετικών αυθαιρέτων κατασκευών (κλεισίματος των ημιυπαιθρίων χώρων) και αφετέρου της εμφανισθείσας στο διαμέρισμα των αναιρεσιβλήτων υγρασίας, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα της προβαλλόμενης αιτίασης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν.3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι, επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται, κυρίως μεν, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης.
Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1,5 και 13 του Ν.3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Το ίδιο συμβαίνει, δηλαδή ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις νόμου, όταν η πιο πάνω δικαιοπραξία και οι συμφωνίες αντίκεινται στις διατάξεις αυτές, όταν δηλαδή ο καθορισμός των κοινοχρήστων, κατ' έκταση και περιεχόμενο, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση σε ρητή πολεοδομική διάταξη, που απαγγέλλει ρητώς ή εμμέσως πλην σαφώς ακυρότητα. (ΑΠ 1658/07).
Εξάλλου ο κύριος ορόφου ή διαμερίσματος έχει όλες τις παρεχόμενες στον κύριο αγωγές για ζημιές προκληθείσες υπό τρίτων στον όροφο ή στο διαμέρισμά του και τυγχάνει της έννομης προστασίας του κοινού δικαίου ατομικά. Τις ίδιες αγωγές έχει παράλληλα ο κύριος ορόφου και για δαπάνες αποκατάστασης ζημιών κοινοχρήστων χώρων, οι οποίες αιτιωδώς συνδέονται και με τις ζημιές που προκλήθηκαν αποκλειστικά στην οριζόντια ιδιοκτησία του, τις οποίες επισκεύασε με δικές του δαπάνες.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ.106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (αρθρ.110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, και εκτιμώντας, προφανώς εσφαλμένα, τα διαδικαστικά έγγραφα (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 13/95) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή,
ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), ενώ αντιθέτως δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ελέγχονται με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1299/09, ΑΠ 558, 625, 701/2008).
Πράγμα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ. ΑΠ 25/2003, Ολ. ΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθ. 559 αρ.8 και 1 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν ερεύνησε τον, από την ίδια, νομίμως με το δικόγραφο της έφεσής της προβληθέντα, λόγο περί εσφαλμένης από την πρωτόδικη απόφαση επιδίκασης στους αναιρεσιβλήτους της δαπάνης στην οποία δέχθηκε ότι αυτοί υποβλήθηκαν, ως συνιδιοκτήτες (κατά 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος), της περιγραφομένης σ' αυτήν οριζόντιας ιδιοκτησίας (μεζονέτα 4ου και 6ου ορόφου) για την αποκατάσταση των ζημιών όχι μόνο της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους αλλά και (για αποκατάσταση) της ζημίας που υπέστη η κεραμοσκεπή και ο πρωτότοιχος (πλάκα) του πέμπτου και έκτου ορόφου της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας από την κατά άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αντί του αναλογούντος στο ποσοστό συνιδιοκτησίας από 131/10000 (και μάλιστα του 1/2 των εν λόγω ποσοστού) μέρους αυτής (δαπάνης) ενόψει του κοινοκτήτου και κοινοχρήστου, κατά τη διάταξη του άρθρ.2 ν.3741/1929, χαρακτήρα των βλαβέντων ως άνω μερών, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής της οποίας προέβη και η ίδια, μετά την παράλειψη έρευνας του σχετικού λόγου της έφεσης, στην επιδίκαση της συνολικής δαπάνης αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας.
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι ενόψει του ότι ο, με το προεκτεθέν περιεχόμενο πρωτοδίκως υποβληθείς και με την εκκαλουμένη απόφαση απορριφθείς, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμος καθόσον η φύση της ασκουμένης με την ένδικη αγωγή σχετικής αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, αφορώσα όχι σε διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών ή μεταξύ των τελευταίων και τρίτου σχετικής με ζημία προκληθείσα αποκλειστικά στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, στην αποκατάσταση της οποίας προέβησαν άπαντες οι εν λόγω συνιδιοκτήτες, αλλά σε ζημία προκληθείσα από την περιγραφομένη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας σε βάρος, της ατομικής ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων (οριζόντιας ιδιοκτησίας), συνδεομένης (ζημίας) αναγκαίως και αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εναγομένης επί της κεραμοσκεπής (στέγης) από την οποία (συμπεριφορά) εβλάβη αποκλειστικά και μόνο η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, οι οποίοι προέβησαν στην αποκατάσταση της συνολικής ζημίας με δικές τους δαπάνες καθιστούσε μη νόμιμη την αποδοχή του υποβαλλομένου αιτήματος και συνακόλουθα αλυσιτελή την έρευνα της προβαλλομένης με τον παραπάνω λόγω αιτίασης.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-8-12 και με αριθμ. καταθ. 4/13 αίτηση αναίρεσης της 185/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ