Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to defendant's absence and failure to raise arguments previously.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment rendered in absentia. The appellant failed to appear at the hearing where the appeal was argued, and the court found that the grounds for cassation were inadmissible because the contested arguments had not been properly raised before the lower court. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 554, 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may only review the legality of a lower court's decision based on the factual situation that the lower court was required to consider, necessitating that the grounds for cassation were previously raised and argued before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1090 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1090/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Μ. συζ. Φ. Α. Μ. το γένος Ι. Ζ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. - Α. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πεγιάνοβιτς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Μαϊου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 478/2010 και 397/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Μαΐου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη με αριθ. 1209 Β/9-1-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Βόλου ... αντίγραφο, της από 27-11-2012 κλήσεως με την οποία φέρεται σε συζήτηση η υπό κρίση αναίρεση με τη πάνω σ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επίσπευση του καλούντος αναιρεσιβλήτου νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά το άρθρο 553 § 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή και η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις άρθρων 566§1 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αναιρετικής αίτησης είναι και το να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, συνάγεται ότι, αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, ως προς την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης (Α.Π. 1219/2010).
Κατ' ακολουθίαν η προκειμένη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την υπ' αριθ. 397/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας υπ' αριθ. 478/2010 απόφασης του ίδιου Εφετείου είναι απαράδεκτη διότι δεν περιλαμβάνει κανένα λόγο αναίρεσης που να αφορά την απόφαση αυτή.
Από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 Α.Κ. (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 ν. 3719/2008) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1438 και 1439 παρ.1 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο εκείνου που ενάγει για διάζευξη. Ως διάσταση, κατά την έννοια της πρώτης ως άνω διατάξεως, νοείται η φυσική και ψυχική απομάκρυνση μεταξύ των συζύγων, με την πρόθεση τουλάχιστον του ενός εξ αυτών να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Την έννοια δε του όρου τούτου πληροί η συνδρομή περιστατικών που από τη φύση τους είναι δηλωτικά τέτοιας πρόθεσης όπως είναι, εκτός των άλλων, και η χωριστή διαβίωση των συζύγων χωρίς να έχουν καμία απολύτως επαφή μεταξύ τους.
Στη προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 324/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 478/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας μετά την απόρριψη ως ανυποστήρικτης της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα λόγω της ερημοδικίας της τελευταίας και την τελεσιδικία της μετά την απόρριψη με την επίσης προσβαλλόμενη κατά τα προεκτεθέντα υπ' αριθ. 397/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου και της από την ίδια διάδικο ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι, οι οποίοι έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην πόλη Κυρήνεια της Κύπρου, στις 25 Μαΐου 1969, σύμφωνα με τους κανόνες του χριστιανικού δόγματος της Καθολικής Εκκλησίας και συμβίωσαν στην πόλη του Βόλου από τα έτη 1974-1975 έως και τον Αύγουστο 2003, οπότε η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε οριστικά και από τότε ζουν χωριστά. Η διάσταση συνεχίστηκε έκτοτε χωρίς διακοπή έως και την παρούσα πρώτη συζήτηση της υπόθεσης (23 Σεπτεμβρίου 2008), χωρίς οι διάδικοι να έχουν απολύτως καμία επαφή μεταξύ τους.
Συνεπώς, η διάρκεια της υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια και ως εκ τούτου η έγγαμη σχέση τους τεκμαίρεται αμάχητα ότι έχει κλονιστεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο σύμφωνα με τα οποία η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά από τον Αύγουστο 2003 και από τότε χωρίς διακοπή ζουν χωριστά μέχρι και τη πρώτη συζήτηση της υπόθεσης (23 Σεπτεμβρίου 2008) χωρίς να έχουν απολύτως καμία επαφή μεταξύ τους και ότι έτσι η έγγαμη σχέση τους κλονίστηκε σοβαρά κατ' αμάχητο τεκμήριο συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ. την οποία και εφάρμοσε χωρίς ν' απαιτείται επιπρόσθετα και ρητή αναφορά ότι η διάσταση επήλθε με πρόθεση για οριστική διακοπή και λύση της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων αφού ταυτόσημη έννοια έχει το γενόμενο δεκτό πραγματικό περιστατικό ότι η έγγαμη σχέση τους διασπάστηκε οριστικά και από τότε χωρίς διακοπή οι διάδικοι ζουν χωριστά χωρίς να έχουν απολύτως καμία επαφή μεταξύ τους. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά το, άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην.
Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος) κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όχι δε και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα σ' αυτό με την έφεση ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δικάστηκε ερήμην.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 281 Α.Κ. είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ενώ από την απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με τέτοια ένσταση.
Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (αρθρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ ή η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εναγομένης ενώ έπρεπε να συμψηφιστούν κατά τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ. ενόψει της ιδιότητας αυτών ως συζύγων είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 186 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτηση της Α. - Μ. συζ. Φ. Α. Μ. το γένος Ι. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 397/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 478/2010 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ