Legislator Case Law & Legislation
1090/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against maritime liability judgment due to lack of legal grounds and insufficient reasoning.

Case Number 1090/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by UNISTAR MARITIME SA and an individual against a Piraeus Court of Appeal decision regarding maritime liability. The appellants argued the lower court lacked reasoning for its findings on the ship's seaworthiness and the employer's liability under specific statutes. The court rejected these claims, stating that the absence of cited regulations or salary scales did not constitute a lack of reasoning, and that the lower court's evaluation of evidence regarding the ship's condition was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576§2, 568§§1 and 4, 498§1 of the Code of Civil Procedure; Article 143(3) of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 762/1978; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine sua sponte whether a non-appearing respondent was properly summoned, and an appeal based on lack of reasoning is inadmissible if the lower court's evaluation of evidence and the application of substantive law are clearly explained.

Keywords

AI generated
maritime liability ship seaworthiness employer liability lack of reasoning appellate review Code of Civil Procedure unjust enrichment

Cited Legislation

AI generated
Articles 576§2, 568§§1 and 4, 498§1 of the Code of Civil Procedure
Article 143(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 762/1978
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1090 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1090/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Εταιρείας με την επωνυμία UNISTAR MARITIME SA που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ2, κατοίκου .... Η μεν πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χλούπη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 χήρας Ρ, 2.Ψ2, συζ. Κ, και 3. Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2822/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1015/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 5-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§§1 και 4 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν ο μη εμφανισθείς κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση αντίδικος του επισπεύδοντος έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 143 αρ.3 ΚΠολΔ, η επίδοση σε πρόσωπο που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά στον αντίκλητο, εφ' όσον αναφέρεται στον κύκλο των υποθέσεων για τις οποίες έχει γίνει ο διορισμός του, και όταν ακόμη πρόκειται για αποφάσεις ή πράξεις που επιβάλλουν την αυτοπρόσωπη ενέργεια του παραλήπτη, κατά δε το άρθρο Ιπαρ.1 του ν.762/1978 "περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότη συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού", εάν ο εργοδότης ναυτικού δεν έχει μόνιμον κατοικία εν Ελλάδι ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συναπτών σύμβασιν παροχής εργασίας εις πλοίον του εργοδότη, ευθύνεται εις ολόκληρον μετ' αυτού δι' απάσας τας εκ της σχέσεως ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής απορρεούσας υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι του ναυτικού, θεωρούμενος για την περίπτωσιν αυτήν ως αντίκλητος αυτού.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι εκείνος που ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας συνήψε στην Ελλάδα σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο πλοιοκτησίας αλλοδαπής εταιρίας, είναι εκ του νόμου και αντίκλητος της εταιρίας αυτής, για όλες τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, όπως είναι και η υποχρέωση του εργοδότη προς αποζημίωση των μελών της οικογενείας του θανόντος συνεπεία εργατικού ατυχήματος, σύμφωνα με το ν. 551/15, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ.

Επομένως, νομίμως γίνεται προς αυτόν, ως εκ του νόμου αντίκλητο της αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας, η επίδοση της κλήσεως για τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, επί υποθέσεως που αντικείμενο έχει υποχρεώσεις της εν λόγω αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας από σχέση ναυτικής εργασίας που καταρτίστηκε από τον αντιπρόσωπο της στην Ελλάδα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων εναντίον των ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι με αυτή ασκούνται αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων (αποζημίωση κατά το ν.551/15 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), που απορρέουν από την επικαλουμένη στην αγωγή σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία καταρτίστηκε στην Ελλάδα μεταξύ του θανόντος συζύγου της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των λοιπών και του δευτέρου εναγομένου που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη την αρχή της παρούσας δικάσιμο (18.1.2010), που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η πρώτη αναιρεσείουσα.

Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., με τις κάτω από αυτή από 16.9.2008 απόδειξη εγχειρίσεως και βεβαίωση, σύμφωνα με το άρθρο 128 αρ.4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με τις συνημμένες σ'αυτή πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη την αρχή της παρούσας δικάσιμο (18.01.2010), επιδόθηκε., με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσεβλήτων, νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσείοντα, ως εκ του νόμου αντίκλητο της πρώτης αναιρεσείουσας αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας.

Επομένως και αφού η πρώτη των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε, έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.(άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ)

ΙΙ. Από τα άρθρα 74, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι τα πρόσωπα των διαδίκων πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο θετικό και ορισμένο και να συνάπτονται προς τα δικαιολογούντα την ιδιότητα αυτών, ως εναγόντων ή εναγομένων, πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι απαγορεύεται μόνο η διαζευκτική εναγωγή προσώπων, που επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, όχι, όμως, όταν αυτή αναφέρεται μόνο στη βάση ή το αίτημα της αγωγής, που μπορούν παραδεκτά να εναλλαχθούν επικουρικώς, διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται περί ανεπίτρεπτης άσκησης της αγωγής, ως επί εναλλαγής προσώπων, υπό εξωδιαδικαστική, αλλά υπό επιτρεπτή, όπως επί επικουρικής εναλλαγής βάσεων η αγωγικών αιτημάτων, αίρεση, εφόσον περιέχεται στην αγωγή μια βάση χωρίς αίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων εναντίον των αναιρεσειόντων, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο, συνεπεία επισυμβάντος ναυτεργατικού ατυχήματος (βύθιση του πλοίου), προκλήθηκε ο θάνατος του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ο οποίος παρείχε την εργασία του ως πλοίαρχος του αναφερομένου στην αγωγή πλοίου, πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας, είχε δε προσληφθεί για να προσφέρει την εργασία αυτή, με σύμβαση ναυτικής εργασίας που καταρτίστηκε στην Ελλάδα μεταξύ του ιδίου και του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης στην Ελλάδα.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζητούσαν να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για αποζημίωση κατά τον ν.551/1915 στην πρώτη (σύζυγο του θανόντος) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε όλους. Ρητώς αναφέρεται στην αγωγή (11η σελίδα) ότι "οι αντίδικοι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους για την καταβολή των αιτουμένων αποζημιώσεων μας, η πρώτη ως πλοιοκτήτρια του πλοίου και ο δεύτερος ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, κατά το ν.762/1978, επικουρικά δε η πρώτη ως κυρία του πλοίου και ο δεύτερος ως εφοπλιστής αυτού και εργοδότης του θανόντος".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των εναγομένων περί ακυρότητας του δικογράφου της αγωγής λόγω διαζευκτικής εναγωγής, δεχθέν ότι δεν πρόκειται διαζευκτική εναγωγή, αλλά περιέχονται σ'αυτή δύο βάσεις (κυρία και επικουρική), με την πρώτη των οποίων διώκεται η καταδίκη των εναγομένων να τους καταβάλουν τα αιτούμενα ποσά, η πρώτη εναγόμενη αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία ως πλοιοκτήτρια και εργοδότης και ο δεύτερος ως αντιπρόσωπος της στην Ελλάδα, μετά του οποίου καταρτίστηκε η σύμβαση ναυτικής εργασίας, ενώ με τη δεύτερη (επικουρική), η οποία ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της πρώτης, διώκεται η καταβολή των αιτουμένων ποσών αποζημίωσης, από μεν την πρώτη ως πλοιοκτήτρια από δε τον δεύτερο ως εφοπλιστή του πλοίου.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως με τον πρώτο λόγο αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 1 ν. 762/1978 "περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού" ορίζεται ότι "επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Κ.Ι.Ν.Δ., εάν ο εργοδότης ναυτικού δεν έχει μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συναπτών μετά ναυτικού εν Ελλάδι σύμβασιν παροχής εργασίας εις πλοίον του εργοδότη ευθύνεται εις ολόκληρον μετ'αυτού δι' απάσας τας εκ της σχέσεως ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής απορρέουσας υποχρεώσεις του εργοδότου έναντι του ναυτικού, θεωρούμενος δια την περίπτωσιν αυτήν και ως αντίκλητος αυτού....".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, τόσο η αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, όσο και ο ως αντιπρόσωπός της που συνάπτει σύμβαση ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα με ναυτικό, ευθύνονται εις ολόκληρον, κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ, έναντι του ναυτικού, για κάθε αξίωση αυτού εναντίον του εργοδότη που πηγάζει από τη σχέση εργασίας και επομένως, σε περίπτωση θανάτου του, εξαιτίας ναυτεργατικού ατυχήματος, αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των μελών της οικογενείας του, τόσο για την κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των τελευταίων, η οποία κρίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όσο και για την κατά τα άρθρα 3 και 16 του ν.551/1915 ειδική αποζημίωση, που οφείλεται στα αναφερόμενα στα εν λόγω άρθρα πρόσωπα, όταν το ζημιογόνο εργατικό ατύχημα προκλήθηκε από δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή από την εκ μέρους τους μη τήρηση των ειδικώς προβλεπόμενων για την παροχή της εργασίας μέτρων ασφαλείας.

Επομένως, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, η αντικειμενική ευθύνη του αντιπροσώπου της αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας, για την καταβολή του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θύματος, είναι αδικοπρακτική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1047 παρ.1 εδ.

α' ΚΠολΔ και ο αντιπρόσωπός της στην Ελλάδα, ευθύνεται και με προσωπική του κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσιαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ο λόγος ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασης του.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η αποδιδόμενη πλημμέλεια, καθώς και να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σφάλμα σε σχέση με την εφαρμογή η τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου, η οποία επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από τον αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν χρησιμοποιεί ή χρησιμοποιεί εσφαλμένα τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να ανεύρει την έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν ο κανόνας περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα στον κανόνα δικαίου, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση της υπάρξεως των πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος πρέπει τα διδάγματα της κοινής πείρας να προσδιορίζονται συγκεκριμένως. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις α) ότι, με το να καταδικάσει τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει, εις ολόκληρον με την πρώτη, στους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, την οποία αυτοί υπέστησαν, καθώς και αποζημίωση κατά τα άρθρα 3 και 16 του ν.551/1915 στην πρώτη ενάγουσα, σύζυγο και τέκνα του Ρ, ο οποίος με σύμβαση ναυτικής εργασίας που καταρτίστηκε στην Ελλάδα μεταξύ αυτού και του δεύτερου εναγομένου που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας είχε προσληφθεί να προσφέρει την εργασία του ως πλοίαρχου στο υπό σημαία ...

πλοίο V... πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και ο οποίος απεβίωσε (επνίγει), συνεπεία ναυτεργατικού ατυχήματος (βύθιση του πλοίου) που προκλήθηκε από αμέλεια των νόμιμων εκπροσώπων της πλοιοκτήτριας και του αντιπροσώπου της στην Ελλάδα, διότι αυτοί δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν για να επισκευάσουν εντέχνως τις σημαντικές φθορές που το βυθισθέν πλοίο είχε υποστεί στο παρελθόν σε καίρια σημεία του, ώστε να μπορεί αυτό να ανοίγει στη θάλασσα, χωρίς κίνδυνο για το ίδιο και τους επιβαίνοντες, προσέτι δε δεν τήρησαν από αμέλεια τους τα μέτρα ασφαλείας που ειδικώς καθορίζονται από τη διεθνή σύμβαση περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα του έτους 1974, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 1045/80 όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 17-2- 1978, το οποίο επίσης κυρώθηκε με το ν. 1159/81, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 ν. 762/78 (2ος λόγος), β) ότι, με το δεχθεί πως ο δεύτερος εναγόμενος, που ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγόμενης αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας συνήψε τη σύμβαση ναυτικής εργασίας με τον θανόντα πλοίαρχο, ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος και με προσωπική του κράτηση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 ν.762/78 και 1047 ΚΠολΔ (6ος λόγος) και γ) ότι, με το να δεχθεί πως η βύθιση του πλοίου, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος (πνιγμός) του άνω πλοιάρχου, προκλήθηκε λόγω ρήγματος που αυτό υπέστη, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το πλοίο βυθίστηκε λόγω μετατόπισης του φορτίου (αλάτι χύμα), διότι ο πλοίαρχος δεν τήρησε τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, οι οποίοι επέβαλαν, λαμβανομένων υπόψη των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον χρόνο του ναυαγίου, να οδηγήσει το πλοίο κατά τρόπο ώστε να φέρει τον καιρό πρύμνα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (8ος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι οι μεν υπό στοιχεία α' και β' αβάσιμοι, διότι με τις εκτεθείσες κρίσεις του το Εφετείο, σύμφωνα προς τα αναφερόμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ο δε υπό στοιχείο γ' απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, σχετικά με τις συνθήκες και την αιτία βύθισης του πλοίου.

IV.Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για τον σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 2ο και 3ο (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγους από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτονται στο Εφετείο, αντιστοίχως, οι αιτιάσεις α) ότι, με το να δεχθεί πως η πρώτη εναγόμενη πλοιοκτήτρια αλλοδαπή εταιρία εδρεύει στην ... και η σύμβαση ναυτικής εργασίας καταρτίστηκε στην Ελλάδα από τον αντιπρόσωπο της δεύτερο εναγόμενο, επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων με την αγωγή, αφού οι ενάγοντες εκθέτουν σ' αυτή ότι η πρώτη εναγόμενη τυπικά εδρεύει στην ..., πράγματι δε στον Πειραιά (2ος λόγος) και β)ότι, με το να επιδικάσει στην πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος, την αιτούμενη κατά το ν.551/1915 αποζημίωση, άφησε αδίκαστο το αίτημα των εναγομένων που προβλήθηκε με τον 5° λόγο έφεσης, πως ο θανών ήταν συνταξιούχος και το πλοίο ήταν κάτω των 500 κόρων και ως εκ τούτου " δεν νομιμοποιούντο οι συγγενείς του να ζητήσουν αποζημίωση βάσει σ.σ.ν.ε.

ή εφαρμογή του ν. 551/1916" (3ος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του).Οι λόγοι αυτοί είναι ο μεν πρώτος αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την κυρία βάση της αγωγής, που έγινε δεκτή από το Εφετείο, η εναγωγή της πρώτης εναγομένης έγινε ως εδρεύουσας στην αλλοδαπή (...) και ως πλοιοκτήτριας του βυθισθέντος πλοίου, αντιπροσωπευόμενης στην Ελλάδα, όπου και καταρτίστηκε η σύμβαση με τον θανόντα, από τον δεύτερο εναγόμενο, ο δε δεύτερος απαράδεκτος διότι οι άνω φερόμενοι ως αφεθέντες αδίκαστοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "αιτήματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

V.Κατά την έννοια του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον σχετικό αναιρετικό λόγο, θεωρούνται οι ουσιώδεις και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ και άρα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα .

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν ο κατά την άνω έννοια πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ισχυρισμός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτονται στο Εφετείο οι εξής αιτιάσεις: α) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε με τον 5ο λόγο της έφεσης αυτών, ότι ο θανών πλοίαρχος ήταν συνταξιούχος (3ος λόγος κατά το οικείο μέρος του), β)ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, πως το βυθισθέν πλοίο ήταν χωρητικότητας κάτω των 500 κόρων (3ος λόγος κατά το οικείο μέρος) και γ) ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς περί αναξιοπλοϊας του πλοίου περιεχόμενους στις προτάσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου και όχι σ' αυτές ενώπιον του (Εφετείου), "τουλάχιστον αυτούς τους οποίους επικαλέστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση" (4ος λόγος κατά το β' σκέλος του).

Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ο μεν υπό στοιχείο α' αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του σ'αυτό, αλλ' ούτε και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε υπό στοιχείο β'αβάσιμος διότι, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, αυτό έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχθέν πως το βυθισθέν πλοίο ήταν ολικής χωρητικότητας 1,153 κόρων.

Ο υπό στοιχείο γ' λόγος είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι άνω ισχυρισμοί (θεμελιωτικοί των αγωγικών αιτημάτων) διαλαμβάνονται ή όχι στην αγωγή, ούτε διευκρινίζεται ποιοι είναι οι ισχυρισμοί "τους οποίους επικαλέστηκε (Ι) η προσβαλλόμενη απόφαση". Η περιεχόμενη στον τέταρτο λόγο (κατά το τρίτο σκέλος του) αιτίαση, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως αξιόπιστα όσα ο μάρτυρας ...

κατέθεσε, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς από τον οποίο συντάχθηκε προς τούτο η αριθμ.3322/2.9.05 ένορκη βεβαίωση, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, διότι η εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι το Εφετείο ανεπιτρέπτως κατά νόμο έλαβε υπόψη την άνω 3322/2005 ένορκη βεβαίωση για την οποία ο βεβαιώσας καταδικάσθηκε με την 3854/2007 απόφαση του Τρ. Πλ. Πειρ. σε φυλάκιση 12 μηνών για ψευδορκία, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος είναι αβάσιμος, διότι η καταδίκη αυτή, μη δημιουργούσα δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια, δεν καθιστά την ένορκη βεβαίωση ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο.

VI. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, είτε με εσφαλμένη ανάγνωση είτε με παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων, παραμορφώνει το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου και έτσι αποδίδει το έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό έχει, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, όχι όμως όταν από την εκτίμηση του περιεχομένου του καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρείς ως ορθό ο αναιρεσείων . στην προκειμένη περίπτωση, με τον 7ο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, δεχθέν πως το πλοίο βυθίστηκε λόγω ρήγματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ημερολογίου του θαλάμου επιχειρήσεων του ΥΕΝ, κατά το οποίο "σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληρφορίες το Μ/V V... κατόπιν ρήγματος που είχε υποστεί είχε πάρει μεγάλη κλίση προς ΑΡ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η εκτεθείσα διαπίστωση του Εφετείου ενέχει όχι (εσφαλμένη) διάγνωση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου αλλά εκτίμηση τούτου, δηλαδή αποδεικτική αξιολόγηση του, μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου.

VII. Ως αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν και των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη του αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση, όταν προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου, μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση. Δεν είναι όμως νόμιμη η επίκληση αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου όταν στις

προτάσεις αυτές γίνεται γενική αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ή με την ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα τους, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, μολονότι δεν προσκομίστηκαν νόμιμα, έλαβε υπόψη το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισαν οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και τις υπ' αριθμ.3322/2.9.05 και 17587/6.10.2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη και του Συμβολαιογράφου Πειραιώς, αντιστοίχως, που είχαν ληφθεί για άλλη δίκη και τις οποίες οι εκκαλούντες δεν επικαλέστηκαν νόμιμα με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, αλλά με τις ενσωματωμένες σ'αυτές προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός, ως προς όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι ενάγοντες επικαλέστηκαν με τις ενσωματωμένες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζουν καθόλου τα ειρημένα αποδεικτικά μέσα. Από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των εναγόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι στη δεύτερη σελίδα τους αναφέρεται ότι "προσάγουμε και επικαλούμαστε .......

επικυρωμένο αντίγραφο των πρωτοδικών προτάσεων μας και της προσθήκης μας, μαζί με τα σχετικά τους (η αρίθμηση των οποίων παραμένει η ίδια) οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των παρουσών προτάσεων μας και έχουν ως εξής", ακολούθως δε ενσωματώνονται οι προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την προσθήκη τους, αποτελούμενες από 48 σελίδες και ακολουθούν 13 σελίδες με ενιαία αρίθμηση.

Στις σελίδες 9 και 11 των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, που αποτελούν φωτοτυπία των πρωτόδικων προτάσεων τους, γίνεται επίκληση των άνω υπ' αριθμ.3322/2005 και 17587/2005 ενόρκων βεβαιώσεων, ως σχετικών με αριθμούς 5 και 6. Ο τρόπος αυτός επίκλησης είναι νόμιμος, διότι δεν γίνεται με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, αλλά το κείμενο των τελευταίων αποτελεί τμήμα του ενιαίου κειμένου των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων.

Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως με τον 4° λόγο αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

VIII. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.

β, 453,524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο, της ουσίας οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του.

Η επίκληση μπορεί να γίνει νομίμως, είτε με τις προτάσσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά σ' αυτές σε συγκεκριμένα σημεία των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, οι οποίες προσκομίζονται σε επικυρωμένο αντίγραφο, όπου γίνεται επίκληση του αποδεικτικού μέσου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 7ο λόγο ποοσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αφενός μεν την υπ' αριθμ. 1/10.2.2006 πράξη (ένορκη βεβαίωση) του πρώην πλοιάρχου ... ενώπιον του Έλληνα προξένου στο ..., η οποία έχει ληφθεί νόμιμα μετά προηγουμένη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ.1 εδ.

δ' ΚΠολΔ, αφετέρου δε τις βεβαιώσεις των λιμενικών αρχών, τα τιμολόγια και τις εκθέσεις του νηογνώμονα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου, προς ανταπόδειξη του ασκούντος επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού, ότι το ναυάγιο προκλήθηκε από αμέλεια των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας να συντηρούν το πλοίο, προβαίνοντας σε έντεχνες επισκευές των βλαβέντων μερών και του κύτους του σκάφους, κατά τρόπο που να είναι αξιόπλοο και ασφαλές για τους επιβαίνοντες και από τα οποία αποδεικνύεται ότι το βυθισθέν πλοίο ήταν αξιόπλοο και υποβάλλετο σε τακτικούς ελέγχους και επισκευές.

Όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την υπ' αριθμ. 1/10.2.2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Έλληνα προξένου στο ... και όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό και με τις παραδοχές του, ότι το πλοίο ήταν παλαιό και ιδιαίτερα καταπονημένο και παραμελημένο, ότι επισκευές εκτελούνταν κάθε φορά με προχειρότητα και ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε τεχνική παρέμβαση για την επισκευή των νομέων στήριξης των αριστερών εξωτερικών ελασμάτων, όπου και δημιουργήθηκε το ρήγμα στο κύτος του σκάφους, αναμφίβολα προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την άνω ένορκη βεβαίωση, στην οποία και ρητώς αναφέρται καθώς και τα πιστοποιητικά, τιμολόγια, εκθέσεις επιθεωρήσεων του νηογνώμονα, τα οποία οι εναγόμενοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.

Επομένως, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ελλειψη νόμιμης βάσης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αποτελούν δε αιτιολογίες οι νομικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις:

α) ότι η απόφασή του στερείται αιτιολογιών, διότι, μολονότι για τον καθορισμό της κατά το ν. 551/15 αποζημίωσης στην πρώτη ενάγουσα σύζυγο του θανόντος δέχεται πως οι μηνιαίες αποδοχές του θανόντος πλοιάρχου ανέρχονταν στο ποσό των 3.047,32 ευρώ, δεν αναφέρει τη Σ.Σ.Ε. που καθορίζει τις αποδοχές του πλοιάρχου (3ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) β) ότι η απόφασή του στερείται αιτιολογιών, διότι δεν αναφέρει τη διάταξη νόμου, κατά την οποία ο δεύτερος εναγόμενος, αντιπρόσωπος της πρώτης αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας, ήταν ατομικά υπόχρεος να συντηρεί το πλοίο πλοιοκτησίας της πρώτης, ώστε αυτό να είναι αξιόπλοιο και ικανό να ανοίγει στη θάλασσα χωρίς κινδύνους για το ίδιο το πλοίο και τους επιβαίνοντες σ' αυτό (5ος λόγος) και γ) ότι χωρίς αιτιολογίες δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 1/10.21.2006 ένορκη βεβαίωση του πρώην πλοιάρχου του πλοίου ..., στην οποία αυτός βεβαιώνει ότι είχαν γίνει όλες οι επισκευές του πλοίου και αυτό ήταν αξιόπλοιο (4ος λόγος κατά το οικείο μέρος του).

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι και δη οι μεν υπό στοιχεία α' και β', διότι δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η μη αναφορά ούτε της σχετικής με τις αποδοχές του πλοιάρχου ΣΣΕ ούτε της διατάξεως νόμου επί της οποίας στηρίζεται η αδικοπρακτική ευθύνη του δεύτερου των αναιρεσειόντων, ο δε υπό στοιχείο γ', διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176, 183 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.03.2008 αίτηση α) της εταιρίας με την επωνυμία "UNISTAR MARITIME S.A." με έδρα την ... και β)Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1015/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ