Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property damage compensation and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the defendants against the Court of First Instance of Western Macedonia's decision. The original lawsuit concerned the defendants' unlawful occupation and use of the plaintiff's land and refrigeration chambers, leading to a claim for damages including lost profits. The court rejected the appeal arguments regarding the clarity of the lower court's decision and the application of civil code provisions, finding them unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 914, 297, 298 of the Code of Civil Procedure and Articles 298, 298 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the grounds are unfounded, and the lower court's decision is not to be overturned when its factual findings and legal application are consistent with the evidence and established law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1090 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.090/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., γι' εαυτόν και ως τέως διαχειριστή της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στα ..., 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Χ1 Α.Ε", προελθούσα από μετατροπή της αρχικής διαδίκου Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Υιοί Χ1 και Σία Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή της Χ1, κάτοικο ..., 3. Χ2, ατομικά και ως τέως ομόρρυθμο μέλος της, 4. Φωτίου Λάζου του Βασιλείου, ατομικά και ως τέως ομόρρυθμο μέλος της και 5. Στέργιου Λάζου του Βασιλείου, ατομικά και ως τέως ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτιο Γρύλλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φίλιο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι το σωστό όνομα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων είναι "Ψ3 χήρας ..." αντί του εσφαλμένου "Ψ3 του ..." που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 1997 1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 13/2004 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 23/15.7.2004 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 13/12.1.2004 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της δίκης, που ανοίχθηκε με την 65/7.10.1997 αγωγή του αρχικού ενάγοντος ΑΑ, μετά τον επισυμβάντα στις 22.5.2000 θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στην δικονομική του θέση οι ήδη αναιρεσίβλητες, κληρονόμοι του με τη συνταχθείσα ενώπιον του συμ/φου Αθ.
Γάγαλη ... δημόσια διαθήκη του, ο τελευταίος διετείνετο, και κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ιδία, (α) ότι ετύγχανε συγκύριος, κατ'ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, μετά του μη όντος διαδίκου ΒΒ, ενός οικοπέδου στην πόλη των ..., με τα υφιστάμενα επ' αυτού κτίσματα ψυγείου και αλευρομύλου και (β) ότι το ακίνητο αυτό παρανόμως και χωρίς την θέλησή τους κατέλαβαν και εκμεταλλεύθηκαν (αα) ο πρώτος από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες κατά το από 1.11.1994 έως 31.8.1995 χρονικό διάστημα και (ββ) η συσταθείσα στη συνέχεια δεύτερη των εναγομένων ομόρρυθμη εταιρεία, με διαχειριστή τον πρώτο τούτων και ομόρρυθμα μέλη τους λοιπούς από 1.9.1995 έως 30.10.1997, με αποτέλεσμα να υποστεί από την άδικη και υπαίτια αυτών πράξη αποθετική ζημία ποσού (i) 4.375.000 δρχ.
και (ii) 11.375.000 δρχ., αντίστοιχα, το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από τη (συν)εκμετάλλευση των ψυκτικών εγκαταστάσεων του ακινήτου, προσδιορίζοντας για τον υπολογισμό τη συνολική χωρητικότητα των ψυκτικών θαλάμων και την μηνιαία κατά κυβικό μέτρο μισθωτική αυτών αξία.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκαν αρχικά οι 55/1998 και 17/2001 μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με τις οποίες αντίστοιχα, τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθούν από τους ενάγοντες τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της έγγραφα και στη συνέχεια, κατά μερική παραδοχή της για το ποσό των (i) 6.113,95 και (ii) 15.896,27, αντίστοιχα, συνολικά για εκείνο των (6.113,95 + 15.896,27), 22.010,22 ευρώ η 37/2002 οριστική αυτού απόφαση, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5/1.10.2002 έφεση των εναγομένων η 13/2004 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με απορριπτική επ' αυτής κατ'ουσίαν κρίση.
Κατά της τελευαίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, η νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται παράλληλα, όταν το δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, αν ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμίσθηκε εσφαλμένα, Για να είναι όμως ορισμένος στην περίπτωση αυτή ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, με βάση το οποίο εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την εξ αυτής υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας, όπως (α) η ζημία αυτή επήλθε από τον δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (330 ΑΚ), (β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και (γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκριμένη πρίπτωση.
Η προξενηθείσα από τον δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος, προστατευόμενο από το νόμο, όπως επί προσβολής απόλυτου δικαιώματος, όπως είναι και εκείνο της κυριότητας. Στην αποκαταστέα ζημία περιλαμβάνεται και εκείνη του διαφυγόντως κέρδους, το οποίο, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 298 εδ.
β' ΑΚ, νοείται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Στο υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο της αγωγής κατά τρόπο ορισμένο διαλαμβάνεται η φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση αποθετικής ζημίας του ενάγοντος από την αποδιδόμενη στους εναγομένους, κατά τις σημειούμενες χρονικές διακρίσεις, άδικη και υπαίτια πράξη της προσβολής του δικαιώματός του συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των επ' αυτού ψυκτικών θαλάμων με την από εκείνους, χωρίς την θέλησή τους και εντεύθεν παράνομα, κατάληψή του και χρήση του, συνισταμένη στην εντεύθεν αδυναμία του (συν)εκμεταλλεύσεώς του, αιτία από την οποία υποστήριζε ότι με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε το υπολογιζόμενο σε μηνιαίο βάση ποσό, προσδιορίζοντας για τον υπολογισμό της τη συνολική χωρητικότητα των ψυκτικών θαλάμων και την μηνιαία κατά κυβικό μέτρο μισθωτική αυτών αξία.
Επομένως, οι διατυπούμενοι με την ένδικη αίτηση λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 (1ος λόγος) και αρ. 1 (2ος λόγος), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής αποφάσεως, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ελέγχονται ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη υπό την αυτή αρίθμηση του δευτέρου και τελευταίου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας ταυτίζονται με τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων κατ' ουσίαν παραδοχή αυτής.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 23/15.7.2004 αίτηση για αναίρεση της 13/12.1.20045 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ