1090/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1090/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 559 αριθ.1 α΄ και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α΄ ) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Full text
Απόφαση 1090 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1090/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) .... και 2)...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπανταβάνο.
Της αναιρεσίβλητης:...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσούγκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2001 μη οριστική,181/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 234/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ., για το ορισμένο της αγωγής περί αναγνωρίσεως της κυριότητας ακινήτου, πρέπει να περιέχει το δικόγραφό της, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενό της διαφοράς, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 24-9-1999 αγωγής περί αναγνωρίσεως κυριότητας της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, σ' αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο, του οποίου η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία, είναι το υπ' αριθμ. ....
οικόπεδο, αρχικού εμβαδού 1535 τ.μ., που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα .... και ότι το οικόπεδο αυτό, μετά τη γενόμενη κατά το έτος 1978 διάνοιξη Κοινοτικής οδού που το διασχίζει και κατέλαβε απ' αυτό έκταση 300 τ.μ., έχει διαχωρισθεί σε δύο τμήματα, εμβαδού 530 και 700 τετραγ. μέτρων, αντίστοιχα, τα οποία συνορεύουν, το πρώτο (ανατολικό) βόρεια με κοινοτική έκταση και κοινοτική οδό, νότια με κοινοτική οδό, δυτικά με κοινοτική οδό και ανατολικά με ιδιοκτησία ...., το δε δεύτερο ( δυτικό) βόρεια, νότια και ανατολικά με κοινοτικές οδούς και δυτικά με κοινοτική έκταση.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, αφού περιέχει, πλην των άλλων απαιτουμένων κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της στοιχείων, ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μη δημιουργείται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του. Επομένως το Εφετείο που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ, ο δε για τα αντίθετα πρώτος λόγος, μέρος πρώτο, αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 559 αριθ.1 α΄ και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α΄ ) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε κατά τον αναιρεσείοντα η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.( Ολ.
ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 369 ΑΚ, την οποία το Εφετείο, κατά τους αναιρεσείοντες, εσφαλμένα εφάρμοσε, με το να δεχθεί ότι " για το κρίσιμο ζήτημα της νομής του επιδίκου δεν αποτελεί χρήσιμο έγγραφο το από 15-11-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού, με το οποίο ο δεύτερος τούτων παραχωρεί στην ενάγουσα τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 126 τ.μ. , αφού τυχόν παραίτηση αυτής από το δικαίωμά της κυριότητας επί του επιδίκου που είχε αποκτήσει ήδη από το έτος 1978 με έκτακτη χρησικτησία, έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 369 του ΑΚ.".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής και δεν καθορίζεται η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών διαγνώσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
ΕΠΕΙΔΗ, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος , αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, μέρος δεύτερο, της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από την αναιρεσίβλητη και απόκτησης από αυτήν της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες, για τη στήριξη του λόγου αυτού, προβάλλουν ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμάται η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ως περισσότερο αξιόπιστη από εκείνην του δικού τους μάρτυρα, δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίο η αναιρεσίβλητη δέχθηκε, με την κατάρτιση του από 15-11-1985 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού, να περιορισθεί σε τμήμα του επιδίκου 126 τ.μ.
και δε γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίζεται η κρίση του Εφετείου ότι οι πράξεις νομής των αναιρεσειόντων αφορούν άλλο ακίνητο και όχι το επίδικο. Οι ανεπάρκειες, όμως, αυτές που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ το πόρισμα που έχει εξαχθεί από αυτές, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη ενάγουσα νεμόταν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο από το έτος 1958 μέχρι τις 18-8-1998 και έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, διατυπώνεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιού συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιό είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως ο τρίτος λόγος, μέρος πρώτο, αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι το Εφετείο, αφενός προσέδωσε στην κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα της αναιρεσίβλητης αποδεικτική δύναμη που δεν είχε σύμφωνα με το νόμο, και αφετέρου δεν προσέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη στα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες , είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν καθορίζεται σ' αυτόν, ποιά αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, ποιά συγκεκριμένα είναι τα προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ποιά ήταν η αποδεικτική δύναμη που δεν αποδόθηκε σε καθένα από αυτά, και σε τι συνίσταται το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ΄ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα :
α) το υπ' αριθμ..... συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστερίου Παπαγεωργίου β) την υπ' αριθμ.... απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας .... και γ) την υπ' αριθμ. .... βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ..... Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2005 αίτηση αναιρέσεως των .... και ..... κατά της υπ' αριθμ.234/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ