Supreme Court allows appeal against bank contract breach ruling due to unclear debt allocation calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a bank contract breach. The bank argued that the court failed to properly allocate payments made by the state and guarantors, creating uncertainty about the debt amount at the time of the breach declaration. The court found this procedural error violated substantive law and remanded the case for retrial with a new panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 423 of the Civil Code; Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court fails to determine whether payments made by third parties were applied to interest and costs first or directly to the principal, creating ambiguity regarding the debt amount at the time of breach, it violates substantive law and constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 108 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Β. του Α., 2) Σ. Ι. του Α., συζύγου Θ. Β., 3) Σ. Β. του Θ., εκπροσωπουμένης ως ανήλικης από τους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτής γονείς της α) Θ. Β. του Α., β) Σ. Ι. του Α., 4) Ε. Β. του Θ., εκπροσωπουμένης ως ανήλικης από τους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτής γονείς της α) Θ. Β. του Α., β) Σ. Ι. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καραγιαννακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10748/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1721/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2019 αίτησή της και τους από 25/7/2025 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1721/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 1-9-2014 έφεσης μετά των προσθέτων λόγων αυτής των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 10748/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 30-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας και είχε απαγγελθεί η ολική διάρρηξη ως καταδολιευτικών των εκεί αναφερόμενων, συμβολαιογραφικώς καταρτισθεισών, δικαιοπραξιών μεταβιβάσεως ακινήτου. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο αφού δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση μετά των προσθέτων λόγων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσίαν και απήγγειλε την μερική διάρρηξη της αναφερόμενης μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ως καταδολιευτικής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Παραδεκτός, επίσης, είναι και ο πρόσθετος λόγος αυτής, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα με το από 25-7-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31-7-2025 (βλ.
τη με αριθμό ...-2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους στις 7-8-2025 (βλ. τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και ...-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Γ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ., ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την προκείμενη συζήτηση της αναίρεσης.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου αυτής να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης, προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) Η ύπαρξη απαίτησης, κατά του οφειλέτη, γεννημένη, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη, στο ακροατήριο, συζήτηση της αγωγής, για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 708/2017), β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει, όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί, για την ικανοποίηση του δανειστή.
Τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως, για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου, που απαλλοτριώθηκε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται, μόνον, κατά το μέρος, που ζημιώνεται ο δανειστής, αν, δε, το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή, προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 938/2025).
Η απαγγελία της σχετικής διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση στο σύνολό της, αλλά μόνο στο μέτρο, που αυτό είναι αναγκαίο, για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον, για διάρρηξη πέρα από αυτό και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησής του, προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.
Η εξεύρεση του παραπάνω μέτρου, εξαρτάται από την σχέση του ποσού της απαίτησης, που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, οπότε τα ποσά αυτά πρέπει, για το, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ορισμένο της, να αναφέρονται στο δικόγραφο (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1127/2005).
Στην περίπτωση, που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται, για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, ενώ σε περίπτωση, που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαίτησης του δανειστή.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση το Δικαστήριο, για να διατάξει την μερική διάρρηξη πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδά της, κατά του οφειλέτη, επικείμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και το γεγονός, ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου (ΑΠ 1560/2024, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1011/2022, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 243/2019, ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 480/2013, ΑΠ 1815/2012).
Επίσης η μετά την έγερση της αγωγής διαρρήξεως ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή από τον εναγόμενο οφειλέτη ή τον τρίτο επάγεται την απόρριψη αυτής για έλλειψη έννομου συμφέροντος. Το έννομο συμφέρον αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προυπόθεση αυτή ιδρύει ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους των αριθμών 1 του 19 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847 επ., 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει, ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως, από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή, για διάρρηξη των, προς βλάβη του, απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη, του πιστούχου ή εγγυητή της σύμβασης πίστωσης, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση, της, περί διαρρήξεως, αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης, για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση, για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση, υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο, το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν, όμως, το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή, για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Έτσι, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια και συνεπώς, έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της πιστούχου ή εγγυητή, ακόμη και αν έλαβε χώρα, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση, της περί διάρρηξης αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).
Επίσης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ, με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει, απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται, προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης, απέναντι στον δανειστή του και συνεπώς, όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως, όμως, εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης, κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον, προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του, για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη, κατά τους όρους των διατάξεων, του, περί καταδολιεύσεως δανειστών, κεφαλαίου του Α.Κ (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 621/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ΠτΚ οι συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο νόμο ή στη σύμβαση, ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, η κήρυξη της πτωχεύσεως αποτελεί λόγο λύσης των συμβάσεων προσωπικού χαρακτήρα, στις οποίες ο οφειλέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και εκείνων η λύση των οποίων επέρχεται ή μπορεί να επέλθει από ειδική διάταξη νόμου. Ο νόμος δεν προσδιορίζει ποιες θεωρεί "συμβάσεις προσωπικού χαρακτήρα" (intuitus personae), πλην όμως, ως τέτοιες πρέπει να νοηθούν εκείνες, από τις ενοχικές συμβάσεις, οι οποίες δημιουργούν σχέσεις, μεταξύ των συμβαλλομένων με ιδιαίτερο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, ώστε να διαπιστώνεται υποκειμενική αδυναμία συνέχισης της σχέσης επί διάρρηξης του προσωπικού δεσμού. Στις συμβάσεις αυτές περιλαμβάνεται και η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος περατώνεται και με την κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης ενός από τους συμβαλλομένους, ενόψει του ότι στηρίζεται στην αμοιβαία πίστη μεταξύ τους.
Συνεπώς, η πτώχευση επιφέρει αυτοδικαίως το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, έκτοτε, δε, καθίσταται απαιτητό το τυχόν υφιστάμενο κατάλοιπο (ΑΠ 2042/2009). Κατά, δε, το άρθρο 24 παρ. 1 του ΠτΚ από την κήρυξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών, που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα, παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Η παύση της τοκογονίας δεν ισχύει για τους συνοφειλέτες και τους εγγυητές.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει, ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'' ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της, για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία, για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση των αποδείξεων, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες, μόνο, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η, εκ πλαγίου, παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το Δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση, περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση, κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται, μόνο, οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ1463/2024, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Με την με αριθμ. ...-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, η ενάγουσα χορήγησε έντοκη πίστωση στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΠΕΤΕΞ (FARBETEX) ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ - ΒΑΦΕΙΑ - ΦΙΝΙΡΙΣΤΗΡΙΑ", με έδρα τις Μάνδρες του Νομού Κιλκίς, μέχρι του ποσού των 1.000.000 ευρώ, με τους όρους που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση.
Ταυτόχρονα με την υπογραφή της ως άνω σύμβασης συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου η με αριθμ. ...-2005 σύμβαση παροχής εγγύησης, με την οποίαν ο πρώτος εναγόμενος εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, πλέον τόκων , ανατοκιζομένων τόκων και εξόδων, που περιγράφονται στη σύμβαση και εν γένει την εκπλήρωση από την πιστούχο -πρωτοφειλέτιδα όλων των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνονται από την ανωτέρω σύμβαση, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτιδα και παραιτούμενος από την προβολή της ένστασης διζήσεως και των τυχών ενστάσεων της πρωτοφειλέτιδας - πιστούχου, που απορρέουν από το άρθρο 853 Α.Κ.
Συμφωνήθηκε ακόμη με την ως άνω σύμβαση εγγύησης (αριθμός 6 αυτής) ότι περισσότεροι εγγυητές ευθύνονται εις ολόκληρον και αν ακόμη ο καθένας εγγυήθηκε χωριστά το χρέος και δεν το ανέλαβαν από κοινού, για το ποσό για το οποίο εγγυήθηκε και ανεξάρτητα από καταβολές άλλων εγγυητών ή της πιστούχου, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης της τράπεζας κατά της πιστούχου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμ. ...-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δυνάμει της οποίας αποφασίσθηκε η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των έως 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες στους Νομούς Φλώρινας, Καστοριάς και Κιλκίς, σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, εξοφλητέο σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30-6-2008 και τελευταία την 31-12-2016.
Κατόπιν αίτησης της παραπάνω πρωτοφειλέτιδας, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα και με την παραπάνω υπουργική απόφαση, ενέκρινε την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τις υφιστάμενες στις 30-6-2006 οφειλές της προς τα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και προς την ενάγουσα.
Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της παραπάνω απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η ενάγουσα και η παραπάνω πιστούχος κατάρτισαν την με αριθμ. ...-2007 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής και την με αριθμ. ...-2007 πρόσθετη σύμβαση, διορθωτική της πρώτης, βάσει των οποίων η πιστούχος αναγνώρισε ότι το υπόλοιπο της οφειλής της από την παραπάνω πίστωση ανερχόταν στις 30-6-2006 στο ποσό των 900.000 ευρώ και ρυθμίστηκε η εξόφληση της οφειλής με τους αναφερόμενους στην εν λόγω σύμβαση όρους.
Ειδικότερα ορίστηκε περίοδος χάριτος έως 31-12-2007, κεφαλαιοποίηση των τόκων της παραπάνω περιόδου, οι οποίοι θα αποτελούσαν με το κεφάλαιο των υπό ρύθμιση οφειλών ένα ενιαίο δάνειο και με εξόφληση αυτού, με την καταβολή ίσων εξαμηνιαίων χρεολυτικών ή τοκοχρεολυτικών δόσεων, η πρώτη των οποίων ήταν καταβλητέα στις 30-6-2008 και η τελευταία στις 31-12-2016.
Ο πρώτος εναγόμενος, καθώς και άλλα οκτώ άτομα (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) συμβλήθηκαν και στην παραπάνω σύμβαση ως εγγυητές, αποδεχόμενοι τη ρύθμιση και επαναλαμβάνοντας την εγγύηση που είχαν παράσχει, ο καθένας χωριστά, προς την ενάγουσα για την αρχική σύμβαση, εγγυώμενοι την ολοσχερή εξόφληση και κάθε οφειλής από το δάνειο, παραιτούμενοι ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της διζήσεως.
Επίσης, η παραπάνω πιστούχος κατήρτισε όμοιες συμβάσεις ρύθμισης με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% των οφειλών της και με άλλα έξι πιστωτικά ιδρύματα, προς ρύθμιση των οφειλών της και προς αυτά, οι οποίες ανέρχονταν στις 30-6-2006 συνολικά σε ποσό μεγαλύτερο των 8.000.000 ευρώ. Για το λόγο αυτό, με το με αριθμ. ...-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.
Σ. - Κ. , η παραπάνω πιστούχος παραχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο υποθήκη συνολικού ποσού 5.520.000 ευρώ επί των επιχειρηματικών ακινήτων της στις Μάνδρες Ν. Κιλκίς, συνολικής έκτασης 53.000 τ.μ. περίπου και του εξοπλισμού της επιχείρησής της. Επί των ίδιων ακινήτων και προς εξασφάλιση του υπολοίπου 20% της απαίτησής της από την παραπάνω σύμβαση, για το οποίο δεν παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα προέβη σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 168.000 ευρώ, με την με αριθμ. 6998/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με την με αριθμ. ...-2009 πρόσθετη πράξη σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων μερών, κατ' εφαρμογή της νεότερης με αριθμ. ...-2008 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και ενόψει του ότι η παραπάνω πιστούχος είχε εξοφλήσει τους οφειλόμενους τόκους του έτους μετατέθηκε η καταβολή της πρώτης δόσης του δανείου για την 30-6-2009.
Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι η ανωτέρω πρωτοφειλέτρια δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της από την παραπάνω σύμβαση, ενώ λόγω της οικονομικής κρίσης στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας αντιμετώπιζε ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα και για τον λόγο αυτόν κατέθεσε αίτηση πτώχευσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 80/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που δημοσιεύθηκε στις 22-6-2010, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε χρόνος παύσης πληρωμών η 29-3-2010, ημέρα κατάθεσης της αίτησής της.
Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα στις 25-8-2010 προέβη σε κλείσιμο του με αριθμ. ... λογαριασμού παρακολούθησης του δανείου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης για την κήρυξη της πτώχευσης, είχε λυθεί η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος κατά τον ως άνω χρόνο εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της πιστούχου, ποσού 902.528,93 ευρώ, το οποίο μετέφερε, κάνοντας χρήση συμβατικού της δικαιώματος, σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 5-9-2010 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον σύνδικο της πτώχευσης της πιστούχου, στις 16-9-2010 και στον εγγυητή - πρώτο εναγόμενο, στις 20-9-2010 (βλ. την με αριθμ. ...-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο ενταύθα Πρωτοδικείο Δ. Μ.), γνωστοποίησε στους παραπάνω το κλείσιμο και το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού και την καταγγελία της σύμβασης, ενώ συγχρόνως τους καλούσε να εξοφλήσουν άμεσα την οφειλή τους, έντοκα με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος εναγόμενος έχει καταστεί οφειλέτης της ενάγουσας, η απαίτηση της οποίας είναι απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής (29-1-2013). Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πρώτος εναγόμενος με το με αριθμ. ...-2008 συμβόλαιο σύστασης επικαρπίας λόγω δωρεάς εν ζωή και γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Γ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 2536 με αριθμό 11, μεταβίβασε με δωρεά εν ζωή στη δεύτερη εναγομένη - σύζυγό του την επικαρπία και με γονική παροχή στις τρίτη και τέταρτη των εναγομένων - ανήλικες θυγατέρες του την ψιλή κυριότητα κατ' ισομοιρία, του με αριθμ. 7 οικοπέδου, έκτασης 503,70 τ.μ., που βρίσκεται στο Ρετζίκι, του Δήμου Συκεών και ήδη Δήμου Πεύκων του Νομού Θεσσαλονίκης και στην οδό ..., μετά της επ' αυτού ανεγερθείσας διώροφης οικοδομής με υπόγειο και στέγη, αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 171,68 τ.μ, ισόγειο εμβαδού 154,46 τ.μ.
και ορόφου πάνω από το ισόγειο εμβαδού 125,40 τ.μ. Το ακίνητο αυτό και μόνο το οικόπεδο απέκτησε ο πρώτος εναγόμενος με γονική παροχή των γονέων του, Α. Β. και Π. Β., βάσει του με αριθμ. ...-1989 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο 1529 με αριθμό 415.
Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο οι παρέχοντες γονείς του πρώτου εναγομένου παρακράτησαν ισόβια το δικαίωμα συνοίκησης επί του ως άνω οικοπέδου και της μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής. Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος ανήγειρε με δικές του δαπάνες την ως άνω αναφερόμενη διώροφη κατοικία, η οποία αποπερατώθηκε μετά το 1989 και την οποίαν μεταβίβασε κατά τα ανωτέρω και κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, καταδολιευτικά στην δεύτερη εναγόμενη - σύζυγο και στα ανήλικα τέκνα του (τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων), διατηρουμένου όμως και του δικαιώματος συνοίκησης επί της οικοδομής, που ήδη είχαν οι γονείς του.Η αντικειμενική αξία της επικαρπίας επί του ανωτέρω ακινήτου προσδιορίστηκε στο ποσό των 134.030,38 ευρώ και της ψιλής κυριότητας στο ποσό των 89.353,50 ευρώ, ενώ το δικαίωμα συνοίκησης, επειδή δεν φορολογείται δεν προσδιορίστηκε η αξία του.
Η εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε την εμπορική αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής για μεν την επικαρπία στο ποσό των 180.000 ευρώ για δε την ψιλή κυριότητα στο ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ για το δικαίωμα συνοίκησης έκρινε ότι δεν επιβαρύνεται η αξία του ακινήτου, λόγω του ότι το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται σε φορολόγηση και ως εκ τούτου δεν αποτελεί στοιχείο τροποποίησης του υπολογισμού της αξίας του ακινήτου.
Εξάλλου προέκυψε ότι μετά την μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο, η δεύτερη εναγόμενη - σύζυγός του, η οποία είναι τραπεζική υπάλληλος, κατήρτισε με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την από 30-6-2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, βάσει της οποίας έλαβε από αυτό δάνειο, ύψους 100.000 ευρώ, προκειμένου, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να ολοκληρώσει τα ημιτελή τμήματα του ακινήτου και να ανακαινίσει, λόγω της παλαιότητάς του, το ήδη κατασκευασθέν τμήμα αυτού. Σύμφωνα με την σύμβαση αυτή, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων του Ν.Δ 3783/1957 (περί ΤΠΚΔ), ορίστηκε περίοδος εξόφλησης του δανείου αυτού από 1-7-2009 μέχρι 30-6-2039, εξόφληση, που θα γίνεται με παρακράτηση των μηνιαίων αποδοχών της δεύτερης εναγομένης. Παράλληλα και προς εξασφάλιση αποπληρωμής του το ΤΠΚΔ ενέγραψε επ' αυτού υποθήκη ποσού 100.000 ευρώ, κατά της δεύτερης εναγομένης και κατά των τρίτης και τέταρτης των εναγομένων, που λόγω της ανηλικότητάς τους εγκρίθηκε η εγγραφή αυτή βάσει της με αριθμ. 12267/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία), ενώ αναφορικά με το δικαίωμα ισόβιας συνοίκησης των γονέων του πρώτου εναγομένου, αυτοί παραιτήθηκαν από αυτό, με το με αριθμ. .../2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Γ. - Μ., αλλά μόνο για την περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του ακινήτου αυτού από το ΤΠΚΔ, λόγω της εγγραφής της υποθήκης.
Περαιτέρω προέκυψε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία, που να είναι αρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, ενώ ούτε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής διαθέτει άλλη περιουσία. Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου έγινε από αυτόν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και προκειμένου να αποστερηθεί τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από την περιουσία του. (...).
Αποδείχθηκε, εξάλλου ότι, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του, ήδη από τις 5-6-2007, οπότε υπογράφηκε η σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι μέχρι τότε η οφειλή της πρωτοφειλέτριας πιστούχου, την εξόφληση της οποίας εγγυήθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 900.000 ευρώ και επομένως, κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης (29-12-2008) ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι, απαλλοτριώνοντας το μοναδικό εμφανές περιουσιακό του στοιχείο, αποστερούσε από την ενάγουσα τη δυνατότητα να ικανοποιήσει έστω εν μέρει την απαίτησή της.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η απαίτηση της ενάγουσας δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά είχαν ήδη συντελεστεί από το χρόνο σύναψης της σύμβασης και η ενάγουσα ήταν έκτοτε δανείστρια, με την καταγγελία δε της σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού, που έλαβαν χώρα πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, η απαίτηση αυτής απλώς κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Επομένως, η ενάγουσα τράπεζα και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού ήταν δανείστρια και κατά συνέπεια είχε το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική την επίμαχη δικαιοπραξία, ενώ το ότι η ως άνω πιστούχος κατέβαλε και μετά την μεταβίβαση τις δόσεις του δανείου, εξυπηρετώντας τον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, πέραν του ότι από τα τέλη του 2009 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν κατέβαλε τις δόσεις, στα οποία τελικά δεν κατάφερε να ανταπεξέλθει και για τον λόγο αυτόν κηρύχθηκε σε πτώχευση (με χρόνο παύσης πληρωμών στις 29-3-2010), δεν αίρει τον σκοπό βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους του, δεδομένου ότι γνώριζε ότι υπάρχει χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος του και ότι η απομένουσα μετά την μεταβίβαση περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης....(...).
Οι εκκαλούντες προβάλουν με τον τέταρτο λόγο της έφεσης και με τον αυτοτελή πρόσθετο λόγο αυτής, τον οψιγενή ισχυρισμό της μερικής εξόφλησης της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας, ισχυριζόμενοι ότι, ενώ η ενάγουσα έπαυσε την τοκογονία από τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης της πτώχευσης (30-6-2010), ημερομηνία κατά την οποίαν η οφειλή της πρωτοφειλέτριας ως άνω πτωχής εταιρίας ανερχόταν στο ποσό των 879.658,82 ευρώ και ζήτησε από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, να της καταβάλει το 80% της οφειλής αυτής, δηλαδή το ποσό των 703.727,06 ευρώ (879.658,82 Χ 80%= 703.727,06 €), το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε στην ενάγουσα, στις 29-12-2011, συνεχίζει να χρεώνει παράνομα τόκους για την πτωχεύσασα εταιρία, τους οποίους ζητά από τον ίδιο και τους λοιπούς συνεγγυητές.
Ότι έπρεπε να παύσει η τοκογονία και να υπολογιστεί το οφειλόμενο ποσό, με βάση την οφειλή, στις 30-6-2010, χωρίς την μετά τον χρόνο αυτόν μέχρι και σήμερα χρέωση τόκων, δηλαδή από το οφειλόμενο ποσό των 879.658,82 ευρώ, αφού αφαιρεθεί το ποσό των 703.727,06 ευρώ, που κατέβαλε το Δημόσιο αλλά και το ποσό των 168.283,51 ευρώ, που κατέβαλαν, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και ύστερα από συμφωνία της ενάγουσας, οι συνεγγυητές και συνοφειλέτες Ε.
Σ. και Δ. Σ., το χρονικό διάστημα από 22-7-2013 μέχρι 24-6-2014, όπως οι καταβολές αυτές αναφέρονται συγκεκριμένα κατά ποσό και ημεροχρονολογία στον αυτοτελή πρόσθετο λόγο της έφεσης, να οφείλεται μόνο το υπόλοιπο ποσό των 7.648,24 ευρώ (879.658,82 - 703.727,06 - 168.283,51 ευρώ). Επικουρικά και σε κάθε περίπτωση, υπολογιζομένης της οφειλής στο ποσό των 902.528,93 ευρώ, που ανερχόταν κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης δανείου και αφαιρουμένου του ποσού των 703.727,06 ευρώ, που κατέβαλε το Δημόσιο, απομένει υπόλοιπο 198.801,87 ευρώ, από το οποίο κατεβλήθη και το ποσό των 168.283,51 ευρώ από τους συνεγγυητές, με συνέπεια να οφείλεται το υπόλοιπο, ύψους 30.518,36 ευρώ.
Αναφορικά με τον παραπάνω λόγο προέκυψε ότι η ενάγουσα, μετά την δημοσίευση της απόφασης της πτώχευσης της πιστούχου, στις 30-6-2010, έκλεισε τον λογαριασμό στις 25-8-2010 με υπόλοιπο οφειλής 902.528,93 ευρώ. Στη συνέχεια ζήτησε από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, να της καταβάλει το 80% της οφειλής, που υπήρχε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης της πτώχευσης, οπότε και λύθηκε αυτοδικαίως η σύμβαση πίστωσης και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, παύει η τοκογονία με την δημοσίευση της πτώχευσης για την πτωχή, η οποία, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο πίνακα του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 879.658,82 ευρώ και κατά συνέπεια το 80% αυτού, ήταν 703.727,06 ευρώ (879.658,82 Χ 80%= 703.727,06 €), το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε στην ενάγουσα, στις 29-12-2011 και απέμεινε υπόλοιπο οφειλής ύψους 198.801,87 ευρώ.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέχιζε να χρεώνει νόμιμα τόκους στον ως άνω λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, μέχρι και σήμερα, τους οποίους και ζητά από τους συνεγγυητές, μαζί με τα λοιπά έξοδα επιδόσεων, εγγραφής υποθηκών σε ακίνητα των συνεγγυητών, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007) "Από την κήρυξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών, που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα, παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους.
Η παύση της τοκογονίας δεν ισχύει για τους συνοφειλέτες και τους εγγυητές".
Συνεπώς οι τόκοι της απαίτησης αυτής (του καταλοίπου) δεν παύουν να τρέχουν έναντι των εγγυητών ή των συνοφειλετών της πρωτοφειλέτριας - πτωχής και επομένως νόμιμα η ενάγουσα χρέωνε στον ως άνω λογαριασμό τους συμφωνημένους με την σύμβαση τόκους. Επομένως, νόμιμα η ενάγουσα χρεώνει τόκους για την οφειλή των συνεγγυητών, όπως προαναφέρθηκε και πρέπει, να απορριφθεί ο σχετικός αυτοτελής πρόσθετος λόγος της έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και σε μια προσπάθεια συμβιβασμού με την ενάγουσα οι συνεγγυητές με τον πρώτο εναγόμενο, Ε. Σ. και Δ. Σ., κατέβαλαν έναντι της οφειλής, που ανερχόταν, μετά την κατάπτωση της εγγύησης, ύψους 703.727,06 στο ποσό των 198.801,87 ευρώ το χρονικό διάστημα από 22-7-2013 μέχρι 24-6-2014, το συνολικό ποσό των 168.283,51 ευρώ , όπως συνομολογεί με τις προτάσεις της η εφεσίβλητη (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και δη: στις 22-7-2013 το ποσό των 3.283,51 ευρώ, στις 9-12-2013 το ποσό των 40.000 ευρώ, στις 6-3-2014 το ποσό των 6.250 ευρώ, στις 31-3- 2014 το ποσό των 68.750 ευρώ, στις 20-6-2014 το ποσό των 30.000 ευρώ και στις 24-6-2014 το ποσό των 20.000 ευρώ.
Συνεπώς η απαίτηση της ενάγουσας, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης της ενάγουσας, ανέρχεται πλέον στο ποσό των 30.518,36 ευρώ (198.801,87 - 168.283,51 €). Με βάση τα παραπάνω η ένσταση μερικής εξόφλησης, που παραδεκτά προβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού προέκυψε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης (άρθρο 527 αρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη καθώς και ο τέταρτος λόγος της έφεσης και ο αυτοτελής πρόσθετος λόγος αυτής ως προς το επικουρικό του σκέλος ως ουσιαστικά βάσιμος.... Με βάση τα παραπάνω, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και το δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την ουσία της.
Περαιτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να απαγγελθεί η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, που καταρτίσθηκε με το με αριθμ. ...-2008 συμβόλαιο σύστασης επικαρπίας λόγω δωρεάς εν ζωή και γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. - Μ. και μόνο κατά το μέρος, που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτηση της ενάγουσας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 30.518,36 ευρώ με τόκους και έξοδα.
Η απαίτηση αυτή καλύπτεται με τη διάρρηξη της δωρεάς εν ζωή, υπέρ της δεύτερης εναγόμενης και εφόρου ζωής της, της επικαρπίας του ανωτέρω αναφερομένου ακινήτου συνολικής εμπορικής αξίας 90.000 ευρώ, και μόνο κατά το 1/3 αυτής, δηλαδή κατά το ποσό των 30.518,36 ευρώ, καθώς η διάρρηξη κατά το ποσοστό αυτό της επικαρπίας αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής.".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλομένη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα του ύψους της απαίτησης της αναιρεσείουσας δανείστριας και της βλάβης της κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που συνιστά αναγκαία προϋπόθεση, για τη θεμελίωση της αγωγικής αξίωσής της για διάρρηξη των επιδίκων ,καταρτισθεισών με το με αριθμ. ...-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Γ.- Μ., απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος οφειλέτης της αναιρεσείουσας ως εγγυητής μεταβίβασε στην μεν πρώτη αναιρεσίβλητη, σύζυγό του, την επικαρπία λόγω δωρεάς εν ζωή, στις δε τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες, τέκνα του, την ψιλή κυριότητα κατ'ισομοιρία, του αναφερομένου ακινήτου και του εννόμου συμφέροντός της (της αναιρεσείουσας δανείστριας) για την διάρρηξη των ως άνω επιδίκων δικαιοπραξιών και την έκταση της διάρρηξης αυτών κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής και της απαγγελίας της διάρρηξής τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 939, 941 παρ.1, 943 και 851 του Α.Κ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται α)ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας δανείστριας Τράπεζας κατά της πιστούχου εταιρίας και του πρώτου αναιρεσίβλητου εγγυητή ανερχόταν στις 30-6-2010, χρόνο δημοσίευσης της απόφασης πτώχευσης της εν λόγω πιστούχου οφειλέτριας εταιρίας, στο ποσό των 879.658,82 ευρώ, β) ότι η απαίτηση κατά του αναιρεσίβλητου εγγυητή, σε βάρος του οποίου νόμιμα η δανείστρια χρεώνει τόκους για την οφειλή, ανερχόταν στις 25-8-2010 σε 902.52,93 ευρώ, στη συνέχεια δέχεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, για τον προσδιορισμό της βλάβης της αναιρεσείουσας, της άσκησης της αγωγής στις 6-10-2010, ανερχόταν σε 198.801,87 ευρώ, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές ότι μέχρι το χρόνο αυτό έγιναν καταβολές, αλλά συνυπολογίζοντας τις μεταγενέστερες της άσκησης της αγωγής καταβολές, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια για το ποσό της απαίτησης κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο της άσκησης της αγωγής.
Περαιτέρω, ενώ οι μεταγενέστερες της άσκησης της αγωγής καταβολές συνυπολογίζονται για το ύψος της απαίτησης της δανείστριας κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και απαγγελίας της διάρρηξης, ώστε να κριθεί το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας-ενάγουσας για τη διάρρηξη και την έκταση της διάρρηξης των επίδικων μεταβιβάσεων, ερευνώμενου τούτου αυτεπαγγέλτως αλλά και στα πλαίσια του προβαλλόμενου από τους αναιρεσίβλητους στο Εφετείο σχετικού ισχυρισμού, το Εφετείο για τον συνυπολογισμό των καταβολών που έγιναν έναντι της οφειλής στη δανείστρια Τράπεζα στις 29-12-2011 ποσού 703.727,06 ευρώ εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου από κατάπτωση της εγγύησης υπέρ της πιστούχου, και εκ μέρους των συνεγγυητών Ε.
Σ. και Δ. Σ., έναντι της οφειλής το χρονικό διάστημα από 22-7-2013 μέχρι 24-6-2014 και συγκεκριμένα στις 22-7-2013 ποσό 3.283,51 ευρώ, στις 9-12-2013 ποσό 40.000 ευρώ, στις 6-3-2014 ποσό 6.250 ευρώ, στις 31-3- 2014 ποσό 68.750 ευρώ, στις 20-6-2014 ποσό 30.000 ευρώ και στις 24-6-2014 ποσό 20.000 ευρώ, ενώ δέχεται ότι η απαίτηση κατά του αναιρεσίβλητου εγγυητή ήταν έντοκη, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι οι ανωτέρω γενόμενες καταβολές από τους συνεγγυητές καταλογίστηκαν στο κεφάλαιο της απαίτησης και όχι πρώτα στα έξοδα και τους τόκους και ακολούθως στο κεφαλαίο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 423 ΑΚ, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή για ύπαρξη συμφωνίας των μερών για τέτοιο καταλογισμό, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια για το ύψος της απαίτησης της δανείστριας κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και απαγγελίας της διάρρηξης, που ασκεί επιρροή στην κρίση για τη διάρρηξη και την έκταση της διάρρηξης των επίδικων μεταβιβάσεων, κατά τα προεκτεθέντα.
Έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και υπέπεσε στην, εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής του εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της ( άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1721/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους, από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ