Legislator Case Law & Legislation
108/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of claim based on abuse of right, remanding case for retrial.

Case Number 108/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a co-ownership claim for rent distribution. The appellant argued the First Instance Court erred by considering an abuse of right defense that was not properly raised before the appellate court. The Court ruled that the First Instance Court violated procedural law by relying on this unraised defense, thereby remanding the case for a retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must reject a claim for abuse of right if the defense was not properly raised before it, and the first instance judgment relying on such a defense is void.

Keywords

AI generated
abuse of right defense procedural violation remand for retrial co-ownership rent unraised defense

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 108 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Μ., κατοίκου ….και προσωρινά Γερμανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δόμνα Τσομπάνογλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. συζ. Χ. Β., το γένος Μ. Μ. και 2) Δ. Μ. του Μ., κατοίκων Διδυμοτείχου, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Διδυμοτείχου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/49/3/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 11-10-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 17/49/3/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 29-9-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 65/29-9-2017) αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι με τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες αδελφές του είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των αναφερομένων ακινήτων, τα οποία έχουν εκμισθώσει ενιαίως και ζήτησε να υποχρεωθεί καθεμία από τις εναγόμενες αδελφές του να του καταβάλει, ως πολιτικούς καρπούς, κατ' αναλογίαν του μεριδίου του επί των κοινών ακινήτων, συνολικό ποσό 7.876,66 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από το έτος 2012 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 90/2018 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αγωγής εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, την από 17-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8/18-10-20218) έφεσή τους, με την οποία παραπονούνταν για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικώς και ουσιαστικώς την έφεση, κατά παραδοχή της πρωτοδίκως προβληθείσας ένστασης των εκκαλουσών, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., απέρριψε την αγωγή.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί, των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ. (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 19/2000, Ολ.ΑΠ 31/1997). Επίσης θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 461/2019). Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας, απέρριψε την αγωγή του, δεχόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού του δικαιώματος εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., αν και οι εκκαλούσες δεν προέβαλαν ως λόγο εφέσεως την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ένδικης αγωγής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα εξής: "Οι διάδικοι είναι αδέλφια και συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, ενός οικοπέδου εμβαδού 3.204,90 τ.μ., που βρίσκεται στο Διδυμότειχο Έβρου, στο Ο.Τ. 354.

Επί του άνω ακινήτου ανεγέρθηκε μετά από αίτηση της εταιρίας Κ. Μ., δυνάμει της υπ' αριθμ. 44/06 οικοδομικής άδειας, ένα διώροφο κατάστημα συνολικού εμβαδού 1.497,18 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο και από πρώτο όροφο για στέγαση γραφείων. Ειδικότερα, οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου, κατά το προαναφερθέν ποσοστό ενός εκάστου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 230/15-1-2003 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Μαρίας Βαΐτση Τσερκέζη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κείου Διδυμοτείχου στο τόμο 790 και αριθμό 19, με την οποία αποδέχθηκαν κατά ποσοστό 1/3 την εξ αδιαθέτου επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους Α.

Μ., ήτοι ποσοστό 21,05% που της ανήκε στο ακίνητο, άλλως 7,01% εξ αδιαιρέτου για κάθε διάδικο, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 20519/24-2-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Κυριακής Γκιδίκα Μπακιρτζή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κείου Διδυμοτείχου, στον τόμο 661 και αριθμό 19, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1988 πατέρα τους Μ.

Μ., που άφησε την υπ' αριθμ. 13.607/30-12-1987 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Κυριακής Γκιδίκα - Μπακιρτζή, νομίμως δημοσιευθείσα. Η άνω κληρονομιαία ακίνητη περιουσία εντάχτηκε στην υπ' αριθμ. 1715/1995 πράξη εφαρμογής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης - Έβρου, που μεταγράφηκε στο υποθ/κείο Διδυμοτείχου στον τόμο 642, με αριθμό 1.

Η εν λόγω πράξη εφαρμογής τροποποιήθηκε αρχικά δυνάμει της 1-3185/1998 απόφασης του Νομάρχη Έβρου, που μεταγράφηκε στο υποθ/κείο Διδυμοτείχου στον τόμο 693 με αριθμό 74, και οριστικά με την 1-1154/14-11-2007 διορθωτική απόφαση του Νομάρχη Έβρου, που μεταγράφηκε στον τόμο 908, με αριθμό 71, με την οποία δημιουργήθηκαν το υπ' αριθμ. 01 οικόπεδο στο Ο.Τ. 354, συνολικού εμβαδού 3.204,90 τ.μ., επί του οποίου υφίσταται το ανωτέρω κτίσμα - κατάστημα, και το υπ' αριθμ. 02 οικόπεδο στο Ο.Τ. 356, εκτάσεως 359,58 τ.μ., με τα οποία (οικόπεδα) αντικαταστάθηκαν τα δοθέντα αρχικώς οικόπεδα στα Ο.Τ. 354, 355, 356 και 357.

Έτσι, σε καθένα από τα υπ' αριθμ. 01 οικόπεδο, στο Ο.Τ. 354 με ολικό εμβαδό 3.204,90 τ.μ. (στο οποίο υφίσταται το ανωτέρω κτίσμα - κατάστημα) και υπ' αριθμ. 02 οικόπεδο στο Ο.Τ. 356, εκτάσεως 359,58 τ.μ., το ποσοστό εξ αδιαιρέτου καθενός από τους διαδίκους ανέρχεται σε 33,33% (ήτοι 26,32% από την κληρονομιά του πατέρα τους, και 7,01% από την κληρονομιά της μητέρας τους).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου έκτασης 3.204,90 τ.μ., που δημιουργήθηκε με την πράξη εφαρμογής, και πέραν αυτού, υφίστατο ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 1.370 τ.μ., με πρόσοψη στην κεντρική οδό 25ης Μαΐου του Διδυμοτείχου. Το οικόπεδο αυτό επίσης ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα των διαδίκων Μ.

Μ., ο οποίος με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 13.607/30-12-1987 δημόσια διαθήκη του το κατέλιπε σε καθέναν από αυτούς ως διαιρετά τμήματα των 455 τ.μ. Ωστόσο, οι διάδικοι δεν προέβησαν σε σύσταση ξεχωριστών κάθετων ιδιοκτησιών στο εν λόγω οικόπεδο, πλην όμως αποδέχθηκαν εξαρχής τη βούληση του πατέρα τους και έλαβαν άτυπα, κατόπιν συμφωνίας τους, από ένα τμήμα εμβαδού 455 τ.μ.

του όλου οικοπέδου. Με το από 27-10- 2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, οι διάδικοι εκμίσθωσαν στην εταιρία Κ. - Μ. το ακίνητο των 3.200 τ.μ., στο οποίο είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, μαζί με τα δύο τμήματα του ακινήτου έκτασης 1.370 τ.μ., τα οποία ατύπως ανήκαν στις εκκαλούσες (ήδη αναιρεσίβλητες) (συνολικού εμβαδού 920 τ.μ.), διότι η μισθώτρια τους είχε καταστήσει σαφές πως θα προέβαινε στη μίσθωση μόνο εάν στο μίσθιο περιλαμβάνονταν τα συγκεκριμένα ακίνητα, διότι είχαν πρόσοψη στην κεντρική οδό, ήταν αδόμητα, και η εταιρία ήθελε να τα χρησιμοποιήσει ως χώρους πάρκιγκ για το κατάστημα.

Παράλληλα, ο ίδιος ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) ζήτησε από τις εκκαλούσες να μην συμπεριληφθεί στο μίσθιο το δικό του τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 455 τ.μ., διότι το είχε ήδη δομήσει και το εκμίσθωνε σε τρίτα πρόσωπα. Για το λόγο αυτό, επειδή οι εκκαλούσες συνεισέφεραν στο μίσθιο επιπλέον εμβαδό, ήτοι πέραν του εμβαδού του ακινήτου στο οποίο οι διάδικοι ήταν συγκύριοι κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου, ο εφεσίβλητος δέχθηκε και αναγράφηκε εξαρχής στο συμφωνητικό της μίσθωσης πως το μίσθωμα, το οποίο ορίσθηκε στο ποσό των 5.200 ευρώ, θα καταβάλλεται σε καθεμία από τις εκκαλούσες κατά ποσοστό 37,30%, και στον ίδιο κατά ποσοστό 25,40%.

Ακολούθως, τον Οκτώβριο του 2011 το μίσθωμα μειώθηκε στο ποσό των 4.921 ευρώ, και με το από 31-1-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης μίσθωσης, το μίσθωμα, το οποίο από τον Δεκέμβριο του 2012 είχε διαμορφωθεί σε 4.984,21 ευρώ, μειώθηκε εκ νέου σε 4.237,21 ευρώ, ενώ ως προς τους λοιπούς όρους της σύμβασης ίσχυαν όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους με την από 27-10- 2005 σύμβαση μίσθωσης.

Περαιτέρω, μετά την εξαγορά της μισθώτριας εταιρίας από την εταιρία "I. & Σ. Σ. Α.Ε.Ε.", συντάχθηκε από τους διαδίκους το από 30-9-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε το από 27-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και ορίσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα σε 4.237,21 ευρώ, ενώ ο εφεσίβλητος συνέχισε να λαμβάνει ως μίσθωμα το ποσό των 1.140,81 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 25,40%, όπως είχε δηλωθεί με το αρχικό από 27-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης.

Τέλος, αποδείχθηκε πως ο εφεσίβλητος υπέγραψε ο ίδιος το από 27-10-2005 αρχικό συμφωνητικό της μίσθωσης, με το οποίο κατόπιν συμφωνίας του με τις εκκαλούσες καθορίσθηκε το ποσοστό του στο μίσθωμα, καθώς και όλα τα υπόλοιπα συμφωνητικά που ακολούθησαν, ενώ κατά τα έτη 2014 και 2015, οπότε η μισθώτρια εταιρία είχε καθυστερήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα την καταβολή του μισθώματος και ο ίδιος ήταν στη Γερμανία, βρισκόταν σε συνεχή επαφή και αντάλλασσε ηλεκτρονικά μηνύματα με την δικηγόρο Σμαράγδα Πιστίκη, η οποία τον καιρό εκείνο εκπροσωπούσε όλους τους διαδίκους, προκειμένου να συνεννοούνται ως προς το περιεχόμενο των σχετικών εξώδικων δηλώσεων που θα επέδιδαν προς τη μισθώτρια, στις οποίες (εξώδικες δηλώσεις) αναγράφονταν ρητώς και αναλυτικά τα ποσά που ο εφεσίβλητος και οι αδελφές του δικαιούνταν από τα καθυστερούμενα μισθώματα με βάση τα συμφωνηθέντα ποσοστά τους.

Ως εκ τούτου, η ανωτέρω προηγηθείσα της αγωγής συμπεριφορά του εφεσίβλητου (ήτοι η εξαρχής γνώση και συμφωνία του για τη λήψη μικρότερου μισθώματος, η μη εναντίωσή του σ' αυτό κατά τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του μισθωτηρίου, και οι συνεννοήσεις του με τη δικηγόρο για την αποστολή των εξωδίκων στη μισθώτρια εταιρία με τα συμφωνηθέντα ποσοστά), και μάλιστα για χρονικό διάστημα 12 συναπτών ετών (από τη σύνταξη του αρχικού μισθωτηρίου το έτος 2005 έως την άσκηση της αγωγής το έτος 2017) δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση στις εκκαλούσες ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του για κατ' ισομοιρίαν με αυτές συμμετοχή του στα ωφελήματα της μίσθωσης, και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αγωγής, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες, και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τις εκκαλούσες.

Όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη συμπεριφορά του εφεσιβλήτου καθ' όλη τη διάρκεια της μισθωτικής σχέσης από την έναρξή αυτής το 2005 έως και το έτος 2017, οπότε άσκησε την αγωγή του σε βάρος των εκκαλουσών, προτάθηκαν από τις τελευταίες προκειμένου να στηρίξουν την νομίμως προταθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εφεσιβλήτου, πλην όμως απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, με το σκεπτικό πως οι εκκαλούσες ανέφεραν μόνο πως ο εφεσίβλητος αδράνησε να ασκήσει το δικαίωμά του επί μακρό χρονικό διάστημα, και ότι η αδράνειά του επέφερε βλάβη σ' αυτές, αλλά δεν επικαλέσθηκαν για την πλήρη θεμελίωσή της και άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του".

Έτσι όμως που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Κατόπιν τούτου, δεκτού γενομένου του δευτέρου λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της. Αφού λοιπόν εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και η υπόθεση διακρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο και δικασθεί στην ουσία της....η σχετική ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος πρέπει να κριθεί νόμιμη, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και η.....αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε επί της ένδικης αγωγής απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βάσιμης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος προς έγερση της αγωγής.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 17.10.2018 έφεσης προκύπτει ότι οι εκκαλούσες ουδόλως πλήττουν την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με λόγο εφέσεως για την απόρριψη της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, την οποία (ένσταση) είχαν προβάλει νομοτύπως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Από το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεώς τους προκύπτει ότι αυτές παραπονούνται μόνο για την κατ' ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού τους, που στηρίχθηκε στο άρθρο 792 παρ. 2 του Α.Κ., κατά το οποίο "Το δικαίωμα κάθε κοινωνού για την αναλογία του στα ωφελήματα από το κοινό αντικείμενο δε υπόκειται σε καμία μείωση χωρίς τη συναίνεσή του".

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ διότι έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος που δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά ενώπιόν του.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από το Δικαστή που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες ως ηττηθείσες διάδικοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 17/49/3/2021 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ