Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding unpaid wages and wrongful dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court of Syros and the Court of First Instance of the Aegean. The company argued that the lower courts failed to apply Article 281 of the Civil Code regarding unpaid wages and wrongful dismissal, claiming the employer intentionally withheld payments to force employees to resign. The court held that the lower courts correctly applied the law, noting the employer's contradictory claim of financial problems while hiring new staff without paying old workers, and rejected the argument that the employer's conduct constituted a procedural error. Consequently, the appeal was declared inadmissible as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court correctly applied substantive law and the appellant's arguments regarding procedural violations are unfounded or do not constitute legal grounds for overturning the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 108 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 108/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Πίκουλα και Ηλία Γιολδασέα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Β. του Ι., κατοίκου ... 2) Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ... 3) Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ... 4) Π. Δ. του Μ., κατοίκου ... 5) Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ... 6) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 7) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5Ειδ./2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/12/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-12-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 140/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης: α) της από 1/3/2017 εφέσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Α. Α.Ε.", και β) της από 18/7/2017 εφέσεως των εναγόντων κατά της 5/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1/3/2017 έφεση της εναγομένης εταιρείας, ενώ έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 18/7/2017 έφεση των εναγόντων και στη συνέχεια έγινε δεκτή η από 7/5/2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να υπάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί, στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Δεν είναι όμως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμα του στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια, που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος δηλαδή ελέγχει μόνο, αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 125/2011).
Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Δηλαδή, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, που τίθενται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος διότι διαφορετικά καθίσταται άκυρη κατά το άρθρο 174 του ΑΚ (ΑΠ 688/1999, ΑΠ 917/1990).
Η προστασία του εργαζομένου μέσω του άρθρου 281 ΑΚ δεν περιορίζεται μόνον, όταν η καταγγελία είναι κακόβουλη δηλαδή ερίζεται σε μεμπτά κίνητρα του εργοδότη αλλά και όταν αυτή είναι αντικειμενικά αδικαιολόγητη δηλαδή δεν στοχεύει στην προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1143/1994 και ΑΠ 1888/1987).
Η αρχή του άρθρου 281 του ΑΚ επιβάλλει την αναζήτηση αντικειμενικών λόγων, που δικαιολογούν τη συγκεκριμένη κάθε φορά απόλυση, δηλαδή λόγων που έχουν σχέση με την εξυπηρέτηση των αντικειμενικών συμφερόντων της επιχείρησης και δεν οφείλονται σε κακοβουλία ή αισθήματα εκδίκησης του εργοδότη απέναντι στον εργαζόμενό του.
Η καταγγελία η οποία γίνεται από λόγους εκδίκησης ή ακαίρως ή κατά τρόπο σκληρό και άκαμπτο από πλευράς του εργοδότη είναι άκυρη. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η απόλυση, που γίνεται διότι ο εργαζόμενος άσκησε νόμιμο δικαίωμά του κατά του εργοδότη προς είσπραξη των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών του, όπως η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως ή η προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας ή η κατάθεση αγωγής.
Είναι όμως σαφές ότι, όταν η απόφαση του εργοδότη να απολύσει εργαζόμενο συμβαίνει, επειδή ο τελευταίος προέβη σε άσκηση νομίμων δικαιωμάτων του ή επειδή αξίωσε, νόμιμα την εξόφληση των αποδοχών του, αυτή υπερβαίνει τα όρια, που τίθενται από την καλή πίστη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου τέτοια απόλυση είναι άκυρη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8-5-2015 αγωγή τους οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν, ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία "Κ.Α. Α.Ε." με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες ημερομηνίες και με τις αντίστοιχες ειδικότητές τους.
Κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015 η εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους επικαλούμενη, ότι επρόκειτο για καταγγελίες οφειλόμενες σε οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο για καταγγελίες που αποφασίσθηκαν από τους εκπροσώπους της εργοδότριας εκδικητικά εξαιτίας του γεγονότος ότι όλοι οι ενάγοντες ήταν μέλη του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων της εναγομένης εταιρείας, το οποίο είχε εναντιωθεί σθεναρά στη μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών του προσωπικού της καθώς και του γεγονότος ότι όλοι οι ενάγοντες είχαν προβεί αφενός σε νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, λόγω της μη καταβολής επί μεγάλο χρονικό διάστημα των δεδουλευμένων αποδοχών τους, αφετέρου δε λόγω προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας για τη διεκδίκηση των οφειλομένων αποδοχών τους.
Ακόμη όμως και αν κριθεί ότι οι καταγγελίες των πιο πάνω συμβάσεων είχαν γίνει για οικονομοτεχνικούς λόγους, τότε αυτές αντίκεινται στην αρχή της αναλογικότητας και είναι καταχρηστικές διότι διενεργήθηκαν χωρίς να επιχειρηθεί από την εναγομένη εταιρεία η εφαρμογή ηπιότερων μέτρων. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία να αποδέχεται πραγματικά και προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στις θέσεις, που κατείχαν και προ της απόλυσης τους με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας από το χρόνο της κάθε καταγγελίας μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2016 με τους νόμιμους τόκους.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί της αγωγής αυτής εξέδωσε την 5/2017 απόφασή του με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή, κατόπιν δε ασκηθεισών εφέσεων από αμφοτέρους τους διαδίκους το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στην ουσία την από 1/3/2017 έφεση της αναιρεσείουσας ενώ δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά με την 140/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, την από 18/7/2017 αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίζοντας την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας κατ' ουσίαν και μετά από νέα έρευνα της υποθέσεως δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή:
α) αναγνώρισε ως άκυρες τις από 26/2/2015 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, β) υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εταιρεία, να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα αναλυτικά προσδιοριζόμενα ποσά και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, να απασχολεί τους αναιρεσίβλητους στις θέσεις εργασίας, που κατείχαν στην επιχείρηση κατά το χρόνο καταγγελίας των συμβάσεών τους.
Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: στις 26/2/2015 η εναγομένη εταιρεία - αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων στις 10/2/2015 της έκτης αναιρεσίβλητης και στις 10/10/2014 του εβδόμου αναιρεσιβλήτου....
Κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου το δικαίωμα της εναγομένης εταιρείας να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των πιο πάνω εναγόντων ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη τα χρηστά ήθη καθώς και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της καταγγελίας.
Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε ήδη από τον Αύγουστο του έτους 2014 να προσλαμβάνει νέους εργαζόμενους με τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές και με ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατά το χρονικό διάστημα από 13/8/2014 και ενώ συνέχιζε να μην καταβάλει στους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, η εναγομένη προσέλαβε 34 συνολικά εργαζομένους, όταν δηλαδή είχε λήξει η επίσχεση εργασίας των εναγόντων....
Ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρείας ότι αναγκάσθηκε να προχωρήσει στις προσλήψεις νέων εργαζομένων για να καλύψει τις θέσεις εργασίας των ευρισκομένων σε επίσχεση δεν κρίνεται πιεστικός, διότι ενώ όλοι οι ενάγοντες είχαν ξεκινήσει την επίσχεση της εργασίας τους στις 13/10/2014, η εναγομένη προσέλαβε δύο νέους εργαζομένους την ακριβώς επόμενη ημέρα 14/10/2014 εκ του οποίου συνάγεται λογικά ότι η πρόσληψή τους είχε προαποφασισθεί και δρομολογηθεί με εκπαίδευσή τους πολύ πριν από την έναρξη της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων.
Επίσης η εναγομένη εταιρεία κατέβαλε στους νεοπροσληφθέντες εργαζομένους κανονικά και εμπρόθεσμα το σύνολο των οφειλομένων αποδοχών τους, ενώ αντίθετα κατά τη διάρκεια όλου του έτους 2014 εξακολουθούσε να καταβάλει μόνο 300 ευρώ μηνιαίως για μέρος των οφειλομένων αποδοχών τους, τόσο τους ενάγοντες όσο και στους υπόλοιπους παλαιούς εργαζομένους, που δεν είχαν συμφωνήσει στη μείωση των αποδοχών τους στα κατώτατα όρια της ΕΓΣΣΕ.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται η πρόθεση της εναγομένης εταιρείας να ανανεώσει το προσωπικό της προσλαμβάνοντας νέους εργαζομένους με τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές και με ελαστικότερες μορφές εργασίας, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και με ταυτόχρονη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, όσων εργαζομένων αρνήθηκαν να υπογράψουν νέες ατομικές συμβάσεις εργασίας με μειωμένες αποδοχές και με ειδικότητα που δεν καθοριζόταν κατά τη σύναψη της νέας σύμβασης.....
Στη προκειμένη περίπτωση η κατάργηση της νυχτερινής εργασίας και της εργασίας κατά τη διάρκεια των Κυριακών και των αργιών για τους ενάγοντες εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας έλαβε χώρα αμέσως μετά τη λήξη της επίσχεσης εργασίας και ενώ είχε προσληφθεί νέο προσωπικό.... Τα γεγονότα αυτά αποδεικνύουν ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων αναιρεσιβλήτων έγινε για λόγους αντιπαλότητας προς αυτούς και εκδίκησής τους εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, ενώ η παραδοχή αυτή επιβεβαιώνεται και από την άποψη που εξέφρασε ο Κ.
Κ. προϊστάμενος επιτραπέζιων παιγνίων, ο οποίος τον Ιούλιο του έτους 2014 εξέφρασε την άποψη ότι, όσοι έκαναν επίσχεση απολύθηκαν την επομένη ημέρα γιατί δεν στήριξαν την επιχείρηση. Η καταχρηστικότητα των ενδίκων απολύσεων συνάγεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη εσκεμμένα και όχι λόγω οικονομικής αδυναμίας, ενώ κατέβαλε στους νεοπροσληφθέντες εργαζομένους το σύνολο των οφειλομένων αποδοχών τους, αντίθετα συνέχισε να καταβάλει μικρά ποσά στους παλαιούς εργαζομένους της, προκειμένου με αυτό τον τρόπο να τους εξωθεί σε παραίτηση.
Η κατάργηση της νυχτερινής εργασίας και της εργασίας κατά τη διάρκεια των Κυριακών και των αργιών αποτελούσε μονομερή, εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας των εναγόντων.... το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την εναγομένη να απολύσει σχεδόν ταυτόχρονα όλους τους ενάγοντες, επικαλούμενη δήθεν οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ αν αλήθευε ο ισχυρισμός της αυτό τότε δεν θα απέλυε όλους τους ενάγοντες και μάλιστα σχεδόν ταυτόχρονα αλλά θα προέβαινε στις απολύσεις μόνο, όσων εκ των εναγόντων δεν είχαν αποδεχθεί τη μείωση των αποδοχών τους με την τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας τους....
Κατά την κρίση του δικαστηρίου το δικαίωμα της εναγομένης εταιρείας να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη καθώς και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της καταγγελίας. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε ήδη από τον Αύγουστο του έτους 2014 αρχίσει να προσλαμβάνει νέους εργαζόμενους με τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές και με ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Κατά το χρονικό διάστημα από 13-8-2014 μέχρι και 28-2-2015 και ενώ συνέχιζε να μην καταβάλει στους ενάγοντες τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους η εναγομένη εταιρεία προσέλαβε 34 συνολικά εργαζομένους προβαίνοντας μάλιστα σε πέντε προσλήψεις εντός του μηνός Φεβρουαρίου 2015, όταν δηλαδή είχε λήξει η επίσχεση εργασίας των εναγόντων....
Προέκυψε εν προκειμένω ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων υπαγορεύθηκαν από επιλήψιμα κίνητρα και ταπεινά ελατήρια και ειδικότερα έλαβαν χώρα ως απάντηση στην απόφαση των εναγόντων αφενός μεν να προσφύγουν στην οικεία επιθεώρηση και στο αρμόδιο δικαστήριο αφετέρου να προχωρήσουν στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους προκειμένου η εναγόμενη εταιρεία να τους καταβάλει τις οφειλόμενες επί μακρόν δεδουλευμένες αποδοχές τους....
Ανεξαρτήτως όμως του ότι συνιστά δικαίωμα του εργοδότη η καταγγελία των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας του προσωπικού του δεν κρίνεται δικαιολογημένο το συμφέρον της εναγομένης για τη λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, έτσι ώστε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός περί ανάγκης καταγγελίας των συμβάσεων για οικονομοτεχνικούς λόγους.
Κατά το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα οι καταγγελίες (Οκτώβριος 2014 έως Φεβρουάριο 2015), η εναγομένη αντιμετώπιζε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οξύ οικονομικό πρόβλημα και έλλειψη ρευστότητας που συνεπώς συνιστούσαν μη συμφέρουσα και σε κάθε περίπτωση αντικειμενικά δυσχερή την εύρεση των καταβλητέων ποσών αποζημίωσης για τις επίδικες καταγγελίες.
Αντιθέτως, αφού η εναγομένη δεν κατάφερε να μειώσει τις αποδοχές των εναγόντων στα κατώτατα όρια της ΕΓΣΣΕ, κατόπιν και της έντονης δυσαρέσκειας, που προκάλεσε στους εκπροσώπους της η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους και η προσφυγή τους στην Επιθεώρηση Εργασίας και στη δικαιοσύνη, προτίμησε να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και να καταβάλλει σ' αυτούς άμεσα και εν μέσω των οικονομικών της δυσχερειών το συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ για αποζημιώσεις απολύσεων.
Από την αντίδραση αυτή της εναγομένης συνάγεται η πρόθεση του νομίμου εκπροσώπου της βασικού μετόχου και χρηματοδότη αυτής Ν. Μ. να απαλλαγεί από τους ενάγοντες, που διεκδίκησαν τα δεδουλευμένα τους με επίσχεση και με προσφυγή τους στην Επιθεώρηση Εργασίας και στη δικαιοσύνη κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή.....
Δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρείας ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων κρίθηκαν ως η μόνη ενδεδειγμένη λύση για τους προαναφερόμενους οικονομοτεχνικούς λόγους, καθόσον ακόμη και αν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός περί επιβολής των ενδίκων απολύσεων για οικονομοτεχνικούς λόγους η εναγομένη εταιρεία δεν εφάρμοσε, ως όφειλε πριν αποφασίσει τις απολύσεις αυτές άλλα ηπιότερα έναντι της καταγγελίας μέσα, όπως λ.χ.
εκ περιτροπής εργασία ή μερική απασχόληση των εναγόντων ή τέλος στην έσχατη των περιπτώσεων, εάν η μείωση των αποδοχών του προσωπικού που είχε προταθεί από το σωματείο των εργαζομένων ήταν ασύμβατη με την οικονομική επιβίωση της επιχείρησής της, το μέτρο της τροποποιητικής καταγγελίας επιβαλλόμενο σε κάθε ενάγοντα ξεχωριστά έτσι, ώστε καθένας εξ αυτών να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο να απολυθεί εάν δεν συμφωνούσε στη μείωση των αποδοχών του στο κατώτατο όριο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και αναλόγως να αποφασίσει.
Αντί όλων των ανωτέρω, αφού η εναγομένη παρέκαμψε τη διαδικασία όλων των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του ΟΜΕΔ, ως προς τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων της μεταξύ των οποίων και των εναγόντων στα κατώτατα όρια της ΕΓΣΣΕ και κατόπιν της αποτυχίας της να αποσπάσει τη συναίνεση ενός εκάστου ενάγοντος, ώστε να καταρτίσει με καθένα ξεχωριστά με νέα ατομική σύμβαση εργασίας με τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές προχώρησε αφενός εκδικητικά, αφετέρου χωρίς να έχει εξαντλήσει τα περιθώρια για την εξεύρεση άλλης ηπιότερης των απολύσεων λύσης, προς το σκοπό της μείωσης του εργασιακού της κόστους, στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, οι οποίες για όλους αυτούς τους λόγους κρίνονται, ως αντίθετες στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου άκυρες.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και ως ουσία βάσιμη κατά της πρωτόδικης απόφασης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν και αναγνωρίζοντας ως άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, υποχρεώνοντας την εναγομένη να τους απασχολεί στις θέσεις που κατείχαν σ' αυτή κατά το χρόνο της άκυρης απόλυσής τους.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ότι η αιτία της απολύσεως των αναιρεσιβλήτων εστιάζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι επανειλημμένως όχλησαν την εταιρεία για την εξόφληση των οφειλομένων αποδοχών τους, ενώ προς ικανοποίηση του νομίμου αυτού δικαιώματός τους άσκησαν οι περισσότεροι από αυτούς το δικαίωμα επισχέσεως, πριν από την καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης.
Το πιο πάνω δικαίωμα άσκησαν μετά από μεγάλη ανοχή και ενώ ενημέρωναν την αναιρεσείουσα εργοδότη τους, ότι θα επέστρεφαν στην εργασία τους, εάν υπήρχε ομαλοποίηση αναφορικά, με τα οφειλόμενα σ' αυτούς ποσά. Η αναιρεσείουσα εταιρεία ακολούθησε κακόπιστη συμπεριφορά, δηλαδή εξοφλούσε τους αναιρεσίβλητους, τους καλούσε στην εργασία και αυθημερόν τους απέλυε.
Για την τακτική αυτή υπήρξαν διαμαρτυρίες του σωματείου και των εργαζομένων, οι οποίες προκάλεσαν την παρέμβαση της Επιθεώρησης Εργασίας. Η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε δυσαρεστηθεί για τις ενέργειες των αναιρεσιβλήτων για τη διασφάλιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων ενώπιον των δικαστηρίων και της Επιθεώρησης Εργασίας.
Ειδικότερα με την απόλυσή τους η εναγομένη επεδίωκε, αφενός μεν να παραδειγματίσει τους αναιρεσίβλητους, επειδή άσκησαν το νόμιμο δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας και της προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας, αφετέρου δε να αποτρέψει άλλους συναδέλφους από την άσκηση σχετικών δικαιωμάτων. Όμως η απόλυση των αναιρεσιβλήτων δεν εξυπηρετούσε τα αντικειμενικά συμφέροντα της επιχείρησης, ενώ τα παραγωγικά αίτια που οδήγησαν στην απόλυσή τους υπερβαίνουν τα όρια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, εφόσον η απόλυσή τους έγινε κατά κύριο λόγο, επειδή άσκησαν το δικαίωμα επισχέσεως και προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Περαιτέρω, στόχος της εταιρείας ήταν η πλήρη αντικατάσταση του συνόλου των εργαζομένων της γι' αυτό και συνεχώς πραγματοποιούσε νέες προσλήψεις, είχε σκοπό να απολύσει το παλαιό της προσωπικό και να το αντικαταστήσει με νέο. Αυτή δεν ενδιαφερόταν να εξοφλήσει έστω και τμηματικά τους αναιρεσιβλήτους, ώστε να διακοπεί η επίσχεση αλλά προτιμούσε να εξοφλεί πλήρως και ολοσχερώς τους νέους εργαζόμενους της, ενώ κρίνεται αντιφατικό, αφενός μεν η αναιρεσείουσα να επικαλείται οικονομικό πρόβλημα, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τις 13/8/2014 μέχρι και τις 28/2/2015 η εναγομένη προσέλαβε συνολικά 34 εργαζομένους συνεχίζοντας να μην καταβάλει στους ενάγοντες τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648 και 652 του ΑΚ και του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παραλλήλως διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα και επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, επίσης με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, επειδή αναφέρει ότι η εταιρεία εσκεμένα δεν πλήρωνε τους παλαιούς εργαζομένους και τους αντιμετώπιζε με διαφορετική συμπεριφορά από τους νέους, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να τους εξωθήσει σε οικειοθελή αποχώρηση.
Το παραπάνω συμπέρασμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν συνιστά την έννοια του πράγματος για να μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή στα υπό κρίση ζητήματα, όπως είναι η ακυρότητα της απολύσεως των αναιρεσιβλήτων.
Ως πράγματα θεωρούνται οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί, που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που προβάλλει ο διάδικος, ενώ δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της βασιμότητας των ισχυρισμών ή τα επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων απορριπτόμενων κατά συνέπεια, ως αβασίμου του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2018 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Α. Α.Ε." κατά της 140/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ