Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, ruling inheritance rights excluded if divorce suit filed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding inheritance rights. The appellant argued procedural errors and insufficient reasoning in the lower court's application of Article 1822 of the Civil Code. The court held that the right to inheritance is excluded if the surviving spouse filed a divorce suit, regardless of fault, and that the lower court's reasoning was sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1822, 1439, 1440 of the Civil Code; The right to inheritance and the survivor's share are excluded if the decedent, having a valid ground for divorce, filed a divorce suit against the spouse.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 108 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 108/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζηκωνσταντή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. χήρας Α. Γ., θυγ. Μ. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρισβά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
.Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ, το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί, αποκλείονται, αν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του. Οι όροι, επομένως, προς αποκλεισμό του κληρονομικού αυτού δικαιώματος είναι να είχε ο κληρονομούμενος βάσιμο λόγο διαζυγίου, δηλαδή, νόμιμη αιτία που δικαιολογεί την αιτηθείσα διάπλαση και να είχε, γι' αυτό εναντίον του συζύγου του ασκήσει (με κατάθεση έστω και σε αναρμόδιο δικαστήριο και επίδοση στον εναγόμενο) την αντίστοιχη αγωγή. Ως νόμιμες αιτίες που δικαιολογούν τη λύση του γάμου νοούνται οι εκ των άρθρων 1439 και 1440 ΑΚ λόγοι διαζυγίου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αμαχήτους τεκμαιρόμενος εκ της διετούς διάσπασης κλονισμός της έγγαμης σχέσης, ο οποίος κατά το ρητό ορισμό του νόμου (1439 παρ. 3α ΑΚ, όπως ισχύει) θεμελιώνεται ακόμη και όταν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος.
Συνεπώς, το ανωτέρω έννομο αποτέλεσμα του αποκλεισμού του επιζήσαντος εναγόμενου συζύγου από το κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία και στο εξαίρετο του αποβιώσαντος συζύγου επέρχεται ασχέτως υπαιτιότητας του εναγόμενου, αφού ο νόμος αποσυνδέει τους λόγους διαζυγίου από την υπαιτιότητα (ΑΠ 1796/05, ΑΠ 766/04). Περαιτέρω, με το θάνατο ενός των συζύγων η περί διαζυγίου εκκρεμής δίκη καταργείται, καθόσον εκλείπει το αντικείμενό της, αφού άλλωστε η περί διαζυγίου αγωγή δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους. Το δε ζήτημα, αν ο λόγος του διαζυγίου, είναι (νόμω και ουσία) βάσιμος, θα κριθεί σε νέα δίκη από τους κληρονόμους ή τον επιζώντα και δη είτε με αναγνωριστική περί τούτου αγωγή είτε με αγωγή περί κλήρου, στην οποία παρεμπιπτόντως θα κριθεί το ζήτημα.
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρότασή του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
ΙΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης 187/2018, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου) έχουν ως εξής: "H αποβιώσασα την 1.6.2014 στον ... αδελφή της ενάγουσας, Φ. Σ., και ο εναγόμενος, Λ. Χ., τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Καρλοβασίου Σάμου, στις 13.10.1994. Οι εν λόγω σύζυγοι ήταν συνομήλικοι και κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους, που ήταν ο πρώτος για αμφοτέρους τους διαδίκους, διήνυαν το 56° έτος της ηλικίας τους.
Ως εκ τούτου δεν απέκτησαν τέκνα, πλην όμως ο εναγόμενος είχε αποκτήσει ένα άρρεν τέκνο από την ελεύθερη συμβίωσή του με άλλη γυναίκα (… υπήκοο), κατά το πριν του γάμου του διάστημα, που διέμενε και εργαζόταν στη …, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Η σύζυγος, Φ. Σ., ήδη συνταξιούχος του NAT κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου της, είχε εργασθεί ως ξεναγός σε κρουαζιερόπλοια και ήταν υψηλόμισθη και οικονομικά ανεξάρτητη από μικρή ηλικία.
Διέμενε στην πατρική της κατοικία στον Π. Π. Σ., που της είχε παραχωρήσει ο πατέρας της και διέθετε αξιόλογη περιουσία συνισταμένη στην ως άνω οικία, σε κτήματα στον ..., σε μια ακόμη οικία στο ..., σε μετρητά χρήματα κλπ. Η ανωτέρω πατρική κατοικία αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη των συζύγων, οι οποίοι και μία 3ετία περίπου συμβίωσαν υπό ομαλές συνθήκες.
Στη συνέχεια εκδηλώθηκαν έντονες αντιθέσεις, οι οποίες οδηγούσαν σε συνεχείς προστριβές και αντεγκλήσεις, που με την πάροδο του χρόνου επιτείνονταν, με αποτέλεσμα την πλήρη ψυχική αποξένωσή τους και την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Τούτο κατετέθη από τη μάρτυρα της ενάγουσας και επιβεβαιώνεται από το αδιαμφισβήτητο γεγονός του αποκλεισμού της προσβάσεως του εναγομένου στα δωμάτια της συζυγικής κατοικίας, πλην της κουζίνας, που διέθετε λειτουργική αυτοτέλεια, με την τοποθέτηση κλειδιών και λουκέτων στις λοιπές πόρτες αυτής, των οποίων χρήση έκανε αποκλειστικά η αποβιώσασα, φοβούμενη την εκ μέρους του εναγομένου αφαίρεση των φυλαγμένων εντός των δωματίων χρυσαφικών και λοιπών αντικειμένων αξίας.
Επίσης, ένδειξη ελλείψεως εμπιστοσύνης της αποβιώσασας προς τον εναγόμενο συνιστά και η αναγραφή ως συνδικαιούχου στον τραπεζικό λογαριασμό της μόνο του ονόματος της ενάγουσας αδελφής της, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον εναγόμενο σύζυγο της (βλ. την από 10.2.2014 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση που απηύθηνε ο εναγόμενος στην ενάγουσα).
Εν όψει των προεκτεθεισών συνθηκών ήταν αδύνατη η συνύπαρξη των συζύγων, οι οποίοι ωστόσο συνέχισαν να διαβιούν υπό την αυτή στέγη κατά παράκληση του εναγομένου, ο οποίος δεν διέθετε δική του κατοικία, μέχρις ότου διαμορφώθηκε σε κατοικήσιμο χώρο ένα πρόχειρο κατάλυμα που διατηρούσε αυτός σε κτήμα του στο βουνό, σε μικρή απόσταση (2-3 χιλιόμετρα) από τη συζυγική κατοικία.
Τούτο (η αποπεράτωση του ως άνω κτίσματος) συνέβη περί το έτος 2011, οπότε και αποχώρησε ο εναγόμενος από τη συζυγική οικία, εγκαθιστάμενος πλέον στην ως άνω εξοχική κατοικία, όπου και συνεχίζει να διαμένει μέχρι σήμερα. Επίσης αποδείχθηκε ότι από το έτος 2010, η Φ. Σ. διεγνώσθη ότι έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο - ψυχωσική συνδρομή και Parkinson.
Είχε τακτική ιατρική παρακολούθηση και ελάμβανε την ενδεικνυόμενη φαρμακευτική αγωγή, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε η συνεπεία των νοσημάτων της έκπτωση της νοητικής της ικανότητας, δεδομένου ότι διαχειριζόταν αποκλειστικά η ίδια μέχρι του θανάτου της κάθε προσωπική και περιουσιακή της υπόθεση. Ούτε, άλλωστε, η κατά τα προεκτεθέντα παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης της Φ.
Σ. προς το σύζυγό της οφειλόταν σε αδικαιολόγητη καχυποψία της, προερχόμενη από τα παραπάνω αναφερόμενα προβλήματα υγείας της, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αλλά ήταν κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του τελευταίου. Ενδεικτικές εκδηλώσεις τέτοιας συμπεριφοράς αποτελούν και τα παρακάτω αποδειχθέντα περιστατικά:
Η είσπραξη από τον εναγόμενο, για λογαριασμό της συζύγου του και εν αγνοία αυτής, της αναλογούσης σ' αυτήν επιδοτήσεως για το παραχθέν ελαιόλαδο και η απόκρυψη της ενεργείας του αυτής από την τελευταία, με σκοπό την κάρπωση του καταβληθέντος για την αιτία αυτή ποσού. Όταν δε έλαβε γνώση του συμβάντος η δικαιούχος σύζυγος του, δικαιολογήθηκε ισχυριζόμενος ότι είχε συμβάλει στη συλλογή του ελαιοκάρπου και εδικαιούτο το ποσόν της επιδοτήσεως.
Επίσης, αμέσως μετά το θάνατο της συζύγου του, κατάφερε να αποσπάσει από την ενάγουσα αδελφή της το κλειδί του χώρου της κουζίνας της πρώην συζυγικής κατοικίας, με το πρόσχημα της διευκολύνσεως της για την απομάκρυνση μεγάλου αριθμού κατοικίδιων (περίπου 8 γάτες), που διατηρούσε η αποβιώσασα στο χώρο αυτό.
Στη συνέχεια, έχοντας δυνατότητα εισόδου στο συγκεκριμένο χώρο, αφαίρεσε τις κλειδαριές και από τις λοιπές πόρτες (που όπως προεκτέθηκε είχαν κλειδωθεί από τη σύζυγό του και των οποίων τα κλειδιά, μετά το θάνατο της, είχε στην κατοχή της η ενάγουσα αδελφή της), αποκτώντας έτσι πρόσβαση σε όλα τα δωμάτια της οικίας, απ' όπου αφαίρεσε διάφορα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και την κοσμηματοθήκη της συζύγου του, στην οποία αυτή εφύλασσε κοσμήματα μεγάλης αξίας (βλ.
την από 13.5.2014 έγκληση της ενάγουσας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σάμου). Επιπλέον, ο εναγόμενος προέβη σε τοποθέτηση νέων κλειδαριών, αποστερώντας έτσι την ενάγουσα από τη δυνατότητα εισόδου στην ως άνω οικία. Κατόπιν αυτού η τελευταία αιτήθηκε τη σφράγιση αυτής, η οποία υλοποιήθηκε στις 17.2.2014.
Ενόψει όλων αυτών που παραπάνω εκτέθηκαν αποδεικνύεται ανενδοίαστα ότι πολλά έτη προ του θανάτου της Φ. Σ., είχε επέλθει ισχυρός κλονισμός στην έγγαμη συμβίωση των συζύγων από λόγο που αφορούσε κυρίως το πρόσωπο του εναγομένου και τουλάχιστον από το έτος 2011 διαβιούσαν σε χωριστές κατοικίες. Επιπλέον, ανεξάρτητα του ότι διέμεναν μέχρι τότε στην ίδια κατοικία είχε προ πολλού επέλθει διάσταση του συζυγικού τους δεσμού, αφού οι σύζυγοι είχαν κατά τα ανωτέρω πλήρως απομακρυνθεί φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, έχοντας τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου.
Τουλάχιστον δε από την πλευρά της συζύγου εξακολούθησε να υπάρχει σταθερή πρόθεση διαστάσεως μέχρι το τέλος του βίου της. Κατά μείζονα άλλωστε λόγο δεν τίθεται θέμα αναιρέσεως της διαστάσεως από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης εκ μέρους του εναγομένου και από το εάν τυχόν συνόδευε κάποιες φορές τη σύζυγο του στους ιατρούς για τις επιβεβλημένες ιατρικές εξετάσεις.
Τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, αιτήθηκε η Φ. Σ. με την από 11.7.2012 (αριθμ. κατ. δικ. 22/13.9.2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής ορίσθηκε η 13.3.2013. Κατά τη δικάσιμο αυτή δεν εμφανίσθηκαν οι διάδικοι καθόσον συμφώνησε και ο εναγόμενος στην υποβολή κοινής αιτήσεως προς έκδοση συναινετικού διαζυγίου, το οποίο θα απαιτούσε λιγότερο χρόνο και δαπάνη.
Μετά δύο μήνες από την ως άνω ματαίωση κατετέθη ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου η από 15.5.2013 (αριθμ. κατ. δικ. 81/7.6.2013) κοινή αίτηση προς έκδοση συναινετικού διαζυγίου. Ως ημερομηνία συζητήσεώς της ορίσθηκε η 4.9.2013, που επίσης ματαιώθηκε, λόγω επιδεινώσεως της υγείας της αιτούσας, η οποία και απεβίωσε μετά τρίμηνο.
Με βάση τα προαποδειχθέντα και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1822 ΑΚ, όσον αφορά την υποβληθείσα αίτηση συναινετικού διαζυγίου, δεδομένου ότι αυτή δε συζητήθηκε και δεν εκδόθηκε σχετική απόφαση από το Δικαστήριο. Θα τύχει όμως εφαρμογής το εν λόγω άρθρο εφόσον η ήδη αποβιώσασα, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου (ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης - άρθρο 1439 ΑΚ), είχε ασκήσει την ως άνω από 11.7.2012 αγωγή διαζυγίου, αιτούμενη τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο.
Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι πράγματι είχε επέλθει ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης της ήδη αποβιώσασας με τον εναγόμενο σύζυγο της, που καθιστούσε αφόρητη τη συμβίωση γι' αυτήν από λόγο που αφορούσε το πρόσωπό του, τεκμαιρομένου άλλωστε αμάχητα αυτού (ισχυρού κλονισμού) και από τη συμπλήρωση διετούς διαστάσεως του συζυγικού δεσμού μέχρι την άσκηση αγωγής διαζυγίου, αποκλείεται το κληρονομικό δικαίωμα του εναγομένου επί της κληρονομιαίας περιουσίας της ως άνω αποβιώσασας, στο σύνολο του, συμπεριλαμβανομένης και της νόμιμης μοίρας ως και του δικαιώματος αυτού στο εξαίρετο.
Κατόπιν αυτού, δικαίωμα κληρονομιάς επί της καταλειφθείσας περιουσίας της αποβιώσασας χωρίς διαθήκη αδελφής της αποκτά αποκλειστικά η ενάγουσα, ως μοναδική, μετά τον αποκλεισμό του εναγομένου, εξ' αδιαθέτου κληρονόμος αυτής (βλ. υπ' αριθμ. …/...2.2014 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Σάμου)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (στην άνω μεταβατική του Έδρα) απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος (μετ' αντικατάσταση των αιτιολογιών) κατά της 6/17 οριστικής απόφασης του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Σάμου. Ειδικότερα, αφού δέχθηκε ότι είναι εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη η αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε ότι αποκλείεται το δικαίωμα του (ήδη αναιρεσείοντος) εναγόμενου επί της κληρονομίας της αποβιώσασας συζύγου του, Φ.
Σ., (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων του στη νόμιμη μοίρα και στο εξαίρετο), διότι η τελευταία, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου εναντίον του (ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέση που αφορούσε στο πρόσωπο του εναγόμενου, αλλά και εξαιτίας του αμάχητου τεκμηρίου της διετούς διάστασης των συζύγων), άσκησε την από 11-7-12 αγωγή διαζυγίου, ζητώντας τη λύση του γάμου τους.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (της μεταβατικής Έδρας Σάμου) με την προσβαλλόμενη απόφασή του (187/18) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ. Ειδικότερα, καταλογίζει ότι παραβίασε με, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ, αφού στις παραδοχές της δεν διαλαμβάνεται ότι είχε ασκηθεί, όπως προβλέπεται στο παραπάνω άρθρο, η εναντίον του (αναιρεσείοντος) αγωγή διαζυγίου της προαναφερόμενης Φ. Σ., αλλά αναφέρεται μόνο η κατάθεση, όχι δε και η κοινοποίησή της σε αυτόν (εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα) που προσαπαιτείται για την άσκηση της αγωγής. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του ηττηθέντος στον α' βαθμό εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (κατά της 6/17 οριστικής απόφασης του Πολ. Πρ. Σάμου), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, την πιο πάνω έλλειψη (μη επίδοσης σε αυτόν της προειπωθείσας από 11-7-12 αγωγής διαζυγίου) αυτός δεν είχε προβάλει με λόγο έφεσης (αρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ).
V. Κατά τον αρ.14 του άνω άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Τέτοιο δε απαράδεκτο, του οποίου η μη κήρυξη ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του αρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός, μόνον αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Αν, δε, ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον α'βαθμό, η νόμιμη επαναφορά την ισχυρισμών του στο Εφετείο, όπως π.χ.
είναι η αοριστία της αγωγής μπορούσε να γίνει μόνο με λόγο έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α' ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αρ. 14 του άνω άρθρου, ως εκ της μη αναφοράς στην αγωγή διαζυγίου συγκεκριμένων κλονιστικών περιστατικών, τον δε ισχυρισμό της αοριστίας της αγωγής εκείνης (διαζυγίου) είχε προβάλει και στην πρωτόδικη δίκη.
Με τον ίδιο λόγο, μέρος β' ο αναιρεσείων επιρρίπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την ίδια (αρ.14) πλημμέλεια, διότι, όπως ισχυρίζεται το Εφετείο προχώρησε στην ουσιαστική εξέταση των λόγων διαζυγίου, παρά το ότι στην αγωγή διαζυγίου έλλειπε η κατ'άρθρ.96, 98α ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα. Ο λόγος αυτός (2ος κατά τα μέρη α', β') είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπησή του εφετήριου δικογράφου οι ισχυρισμοί που περιέχονται στον πιο πάνω λόγο αναίρεσης δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης.
VI. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ.19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη, ότι υπέπεσε στην υπ' αρ.19 του άνω άρθρου πλημμέλεια, για αντιφατικές και, σε κάθε περίπτωση, ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 1822 ΑΚ, διότι η παραδοχή ότι η Φ. Σ., παρά την πάθηση από την οποία έπασχε, ήτοι το οργανικό ψυχοσύνδρομο και την ψυχωσική συνδρομή, είχε τη δυνατότητα να χειρίζεται προσωπικές της υποθέσεις, δεν είναι κρίσιμο στοιχείο, αλλά το κρίσιμο, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι το αν λόγω της πάθησής της αυτής είχε ψευδαισθήσεις ως προς την ύπαρξη πραγματικών κλονιστικών περιστατικών.
Ο λόγος είναι αλυσιτελής, διότι δεν πλήττει επιτυχώς την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης περί ισχυρού κλονισμού (ανυπαίτιου) της έγγαμης συμβίωσης των συζύγων, που στηριζόταν στο αμάχητο τεκμήριο της διετούς διάστασης αυτών αιτιολογία η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης.
VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στο ηττώμενο αναιρεσείοντα και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2019 αίτηση του Λ. Χ. για αναίρεση της 187/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ