108/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated108/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε ως αόριστη την αγωγή τόσο κατά την κύρια αυτής βάση από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια [η πρώτη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης].
Full text
Απόφαση 108 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 108/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κατσαρό, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2683/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 13/11/2018 αίτησή της και τους από 7/10/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13.11.2018 και με αριθ. κατάθεσης 10466/851/15.11.2018 αίτηση αναίρεσης και τον από 7.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 96/17.10.2019 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 2683/31.5.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτές οι από 29.11.2016 (αριθ. κατάθ. 4745/2016) και από 9.1.2017 (αρ. κατάθ. 42/2017) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της δεύτερης κατά τα άνω έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της πρώτης κατά τα άνω έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 118/16.9.2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη η από 9.12.2013 και υπ' αριθ.
κατάθ. 165987/440/9.12.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας κατά την κυρία αυτής βάση από σύμβαση εργολαβίας δίκης και κατά την πρώτη επικουρική βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια ως προς ορισμένο κεφάλαιο αυτής, ενώ είχε απορριφθεί κατά τα λοιπά κεφάλαια κατά την εν λόγω επικουρική της βάση ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε ως αόριστη την αγωγή τόσο κατά την κύρια αυτής βάση από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια [η πρώτη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης].
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17 Οκτωβρίου 2019 και επίδοση αυτού στις 18 Οκτωβρίου 2019 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την με αριθμό .../18.10.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας αρχική δικάσιμο της 26ης Νοεμβρίου 2019 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επομένως οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 991/2014, ΑΠ 57/2005). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Ειδικότερα όμως, εάν πρόκειται για αγωγή περί καταβολής αμοιβής, αποζημιώσεων ή/και εξόδων που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677-681 του ΚΠολΔ), το δικόγραφο αυτής πρέπει επί πλέον να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 680 του ιδίου Κώδικα [το οποίο από 1ης Ιανουαρίου 2016 έχει εμμέσως, πλην σαφώς, καταργηθεί με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4335/2015, εφόσον δεν περιελήφθη αντίστοιχη διάταξη στον ΚΠολΔ, αλλά εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής - ΑΠ 1251/2018, ΑΠ 441/2016], εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 216 του ΚΠολΔ, και πίνακα που αναγράφει λεπτομερώς τις αιτούμενες αμοιβές ή τις αποζημιώσεις και τα έξοδα.
Κάθε εργασία ή πράξη πρέπει να αναγράφεται χωριστά και απέναντί της ιδιαιτέρως η αμοιβή ή η αποζημίωση και τα έξοδα που έχουν καταβληθεί και μετά την απαρίθμησή τους πρέπει να αναγράφεται το άθροισμα των αμοιβών ή των αποζημιώσεων και των δικαστικών εξόδων. Μάλιστα, αν κάποιο ποσό έχει προκαταβληθεί, πρέπει, σε συμμόρφωση προς το καθήκον της αληθείας (άρθ. 116 του ΚΠολΔ), να αναγράφεται αυτό κάτω από το άθροισμα [έστω και στο σύνολό του] και να αφαιρείται, ώστε να σημειώνεται το εναπομένον ποσό, του οποίου η πληρωμή διώκεται με την αγωγή (ΑΠ 441/2016).
Αυτονόητη προϋπόθεση της εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 680 του ΚΠολΔ είναι η αγωγή να αφορά την επιδίωξη επί μέρους αξιώσεων για αμοιβές ή αποζημιώσεις ή έξοδα από μερικότερες εργασίες ή πράξεις εκ μέρους του δικαιούχου (δικηγόρου, συμβολαιογράφου, μηχανικού, ιατρού κλπ), το συνολικό άθροισμα των οποίων αποτελεί και το αντικείμενο της ανοιγείσας με την αγωγή δίκης, οπότε έχει έννοια κατά νόμο η παράθεση του προαναφερόμενου πίνακα.
Αντιθέτως, η διάταξη αυτή (άρθ. 680 του ΚΠολΔ) δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση της σύμβασης εργολαβίας δίκης, που συνάπτεται κατ' εφαρμογή των άρθρων 92 παρ.3 και 5 εδ. α` του κατά τον κρίσιμο χρόνο έχοντος εφαρμογή Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954), ήτοι της συμφωνίας εκείνης που συνάπτεται μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του και εξαρτά την καταβολή της αμοιβής ή το είδος αυτής από την επιτυχή έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, υπό τον ρητά διατυπούμενο σε αυτήν όρο, προς άρση κάθε αμφιβολίας, ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα δικαιούται να λάβει αμοιβή.
Και ναι μεν στην ως άνω παρ. 5 εδ. α' του ως άνω άρθρου (92 του Κώδικα των Δικηγόρων) γίνεται λόγος περί ανάληψης υποχρέωσης προς διεξαγωγή δίκης μέχρι τελεσιδικίας και έλλειψης δικαιώματος αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, το αυτό όμως πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέως του που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία της νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου συμφέροντος (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 1239/2003).
Στην περίπτωση λοιπόν της κατάρτισης σύμβασης εργολαβίας δίκης, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση της αμοιβής μετά την επιτυχή περάτωση της ανατεθείσας στο δικηγόρο εργασίας αρκεί στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνονται: α) η συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του για την κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης και το αντικείμενο αυτής, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος όρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα δικαιούται να λάβει την αμοιβή, β) το ύψος της αμοιβής με μνεία του συμφωνηθέντος ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης ή της αναληφθείσας εργασίας και της αξίας αυτών μετά την ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας και γ) η επιτυχής τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς με τη δικαίωση του εντολέα ή η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας με τη διενέργεια των αναγκαίων προς τούτο δικαστικών ή εξώδικων πράξεων εκ μέρους του δικηγόρου (σχετ.
ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 57/2005). Αντιθέτως στις περιπτώσεις εκείνες που δεν έχει καταρτισθεί σύμβαση εργολαβίας δίκης, ούτε έχει συναφθεί καθαρά άνευ αιρέσεως συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου ως προς το ύψος της οφειλομένης στον τελευταίο αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 91 παρ.1 αυτού ή όπου η τυχόν υπάρχουσα συμφωνία προβλέπει αμοιβή κατώτερη των ελάχιστων ορίων ή όπου η συμφωνηθείσα αμοιβή καθορίσθηκε στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 98 επ.
του Κώδικα των Δικηγόρων ελαχίστη αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας ή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας, για το ορισμένο της αγωγής του δικηγόρου πρέπει στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνεται: α) η συμφωνία των διαδίκων για ανάθεση της εντολής στο δικηγόρο και το αντικείμενο αυτής, β) οι όροι αυτής για το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής στα ανωτέρω πλαίσια ή η μνεία ότι δεν υπήρξε μεταξύ των μερών συμφωνία ως προς το ύψος της οφειλομένης αμοιβής, γ) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας εντολής δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τον δικηγόρο που πρέπει να διαλαμβάνονται λεπτομερώς στο οικείο δικόγραφο και δ) η αναγραφή της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της αξίας της δικαιοπραξίας ή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας σε συνάρτηση με τις επί μέρους διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκάστοτε ελάχιστης αμοιβής και η αναφορά της οφειλομένης για κάθε επί μέρους ενέργεια αμοιβής, με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα των δικηγόρων ελάχιστα όρια (ΑΠ 1251/2018, ΑΠ 441/2016, ΑΠ 556/2009), με παράθεση αυτών στον προβλεπόμενο από το άρθρο 680 του ΚΠολΔ πίνακα.
Ομοίως για το ορισμένο της αγωγής επιδίκασης των εξόδων, στα οποίο προέβη ο δικηγόρος για την εκτέλεση της εντολής, πρέπει στο οικείο δικόγραφο να αναγράφονται λεπτομερώς κατ' είδος και δαπάνη αυτά σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος για τη διεκπεραίωση της εντολής, με παράθεση αυτών στον προβλεπόμενο από το άρθρο 680 του ΚΠολΔ πίνακα.
Αν τυχόν με την αγωγή διώκεται η καταβολή μεγαλύτερου ποσού σε σχέση με το προκύπτον με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια για επί μέρους ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος, λόγω της επιστημονικής εργασίας, του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των ιδιαζουσών περιστάσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του Κώδικα περί δικηγόρων, πρέπει να γίνεται μνεία και των στοιχείων αυτών στο οικείο αγωγικό δικόγραφο.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, ο ακριβής χρόνος διενεργείας των επί μέρους εργασιών του δικηγόρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής ή ο χρόνος περάτωσης των σχετικών εργασιών (ΑΠ 1881/1987 σχετ. ΑΠ 568/1999, ΑΠ 1439/1990). Και τούτο, διότι, πλην εξαιρέσεων που δεν αφορούν την προκείμενη διαφορά, κρίσιμο για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής είτε στο πλαίσιο σύμβασης εργολαβίας δίκης, είτε με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια, είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της εκτέλεσης της ανατεθείσας εντολής (στην πρώτη περίπτωση) ή η εκτέλεση των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης επί μέρους δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τον δικηγόρο (στη δεύτερη περίπτωση), είναι δε αδιάφορος ο συγκεκριμένος χρόνος που εκτελέσθηκαν οι επί μέρους εργασίες εκ μέρους του δικηγόρου ή ο συγκεκριμένος χρόνος περάτωσης αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 9 Δεκεμβρίου 2013 και με αριθ. κατάθ. 165987/440/2013 αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει του από 2 Ιουλίου 2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας, επιβεβαιωτικού δοθείσας από το Μάιο του 2007 εντολής, που κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την εκτέλεση όλων των αναγκαίων πράξεων για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας, ως κληρονόμου του θανόντος στις 28.9.2006 πατέρα της Ε.
Μ., δυνάμει της από 5.4.2002 δημοσίας διαθήκης αυτού (τα κύρια σημεία του περιεχομένου της οποίας διαλαμβάνονται στην αγωγή), καταρτισθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β. Κ. με την με αριθ. .../5.4.2002 συμβολαιογραφική πράξη αυτής και δημοσιευθείσας με το με αριθ. 5571/10.11.2016 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι ειδικότερα με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία να αποδεχθεί για λογαριασμό της την επαχθείσα σε αυτήν εκ διαθήκης ως άνω κληρονομία του πατέρα της, αποτελουμένη από ακίνητα, κινητά, μετοχές και μετρητά και να προβεί στις αναλυτικά αναφερόμενες στο πιο πάνω συμφωνητικό και στην αγωγή επί μέρους ενέργειες για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.
Ότι η αμοιβή της ενάγουσας για τη διεκπεραίωση της όλης υπόθεσης συμφωνήθηκε αρχικά σε ποσοστό δέκα οκτώ (18%) επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας που θα περιερχόταν στην εναγομένη, ποσοστό το οποίο μειώθηκε εκ των υστέρων σε 12%, κατόπιν σχετικής πρότασης της εναγομένης που αποδέχθηκε η ενάγουσα στις 23 Ιουλίου 2007 και ότι επίσης συμφωνήθηκε ότι τα έξοδα που θα απαιτούνταν για όλες τις διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες θα τα κατέβαλε η ενάγουσα και θα της επιστρέφονταν από την εναγομένη μετά το πέρας της υπόθεσης και τη λήξη της εντολής.
Ότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποπερατώσει την υπόθεση και, εάν απαιτηθεί, να διεξάγει δίκες μέχρις τελεσιδικίας αυτών, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή η ίδια, τα μέλη της ή ο τυχόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος δικηγόρος και ότι ο όρος αυτός, καίτοι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των μερών, δεν περιελήφθη και στην ως άνω έγγραφη συμφωνία, διότι θεωρήθηκε αυτονόητος, ενόψει μάλιστα του ότι για το κύρος της σύμβασης εργολαβίας δίκης δεν προϋποτίθεται η τήρηση τύπου.
Ότι η συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: α) επί της αξίας των ακινήτων, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών που θα επέρχονταν με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής κληρονομίας στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία, β) επί της αξίας των μετοχών, εισηγμένων και μη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών για την περιέλευση αυτών στο όνομά της εναγομένης με την εγγραφή αυτής ως αποκλειστικής κυρίας των αναλογουσών σε αυτή μετοχών στα μετοχολόγια των εκδοτριών εταιρειών, γ) επί της αξίας των κινητών, αμέσως μετά την παράδοσή τους στην εναγομένη από τους εκτελεστές διαθήκης ή αμέσως μετά την καταβολή ή τη διανομή του προϊόντος πώλησής τους από τους τελευταίους, δ) επί της αξίας των μετρητών, μετά την οριστικοποίηση του υπολοίπου που θα προέκυπτε μετά την τήρηση της προβλεπόμενης στη διαθήκη διαδικασίας.
Ότι στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης της δοθείσας εντολής, η ενάγουσα διά του διαχειριστή αυτής, των μελών και των συνεργατών της δικηγόρων προέβη στις αναλυτικά εκτιθέμενες στην αγωγή ενέργειες [μελέτη περιεχομένου διαθήκης, της οποίας όροι δημιουργούσαν διάφορα νομικά ζητήματα για τους οποίους γνωμοδότησαν σχετικά, συνεννοήσεις με τους εκτελεστές της διαθήκης και συναντήσεις -15 φορές - για την επίλυση ζητημάτων της κληρονομίας, συγκέντρωση όλων των δικαιολογητικών για την υποβολή φόρου κληρονομίας και για τη σύνταξη της πράξης αποδοχής της κληρονομίας, μεταβάσεις στα υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης για τον έλεγχο τίτλων και βαρών επί των αναγραφομένων στη διαθήκη κληρονομιαίων ακινήτων, λήψη δώδεκα (12) αντιγράφων συμβολαίων κτήσης των εν λόγω ακινήτων, ανεύρεση ενός ακόμη ακινήτου (χώρου στάθμευσης) στην περιοχή ...
που δεν περιλαμβανόταν στη διαθήκη, υποβολή αιτήσεων και λήψη πιστοποιητικών από το Πρωτοδικείο Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης, περί μη προσβολής κληρονομικού δικαιώματος και περί μη αποποίησης της κληρονομίας, υπολογισμό των αντικειμενικών αξιών των κληρονομιαίων ακινήτων με βάση τους σχετικούς πίνακες του Υπουργείου των Οικονομικών, υποβολή αιτήσεων και λήψη βεβαιώσεων από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για την αξία των αναγραφομένων στην αγωγή μετοχών διαφόρων εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομηθέντος και της εσωτερικής αξίας κατά τον αυτό χρόνο των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών άλλης ανώνυμης εταιρείας, έλεγχο του υπολοίπου σε μετρητά ατομικών λογαριασμών σε ελληνικές Τράπεζες του κληρονομουμένου και σε λογαριασμούς εταιρειών του, διεξαγωγή έρευνας στα αστυνομικά τμήματα ...
για τον έλεγχο της νομιμότητας της κατοχής από τον τελευταίο ένδεκα συνολικά όπλων, υποβολή πρότασης στην εναγομένη για προσφυγή στα δικαστήρια σχετικά με αμφισβήτηση ως προς την ερμηνεία όρου της διαθήκης, απορριφθείσας από αυτήν, σύνταξη δήλωσης φόρου κληρονομίας μετά σχετική συνεννόηση με τους εκτελεστές προκειμένου να μην υπάρχουν διαφορές με τις δηλώσεις των λοιπών κληρονόμων, υποβολή σχεδίου με όλα τα αναγκαία στοιχεία (συμβόλαια) κλπ στη συμβολαιογράφο Αθηνών Φ.
Π. για τη σύνταξη πράξης αποδοχής της κληρονομίας και υποβολή αίτησης για μεταγραφή αυτής στα Υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης, διανομή των όπλων μεταξύ των συγκληρονόμων με κλήρωση, σύνταξη των σχετικών σχεδίων αυτούσιας εξώδικης διανομής των μετοχών διαφόρων ανωνύμων εταιρειών και διενέργεια όλων των ενεργειών για τη διανομή, ούτως ώστε η εναγομένη να καταστεί αποκλειστική κυρία των αναλογουσών σε αυτήν μετοχών και α) να καταχωρηθεί στο τηρούμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχολόγιο ως αποκλειστική κυρία 4.032 μετοχών της ALPHA BANK, 5.228 μετοχών της ...
Α.Ε., 7.516 μετοχών της ... Α.Ε., 2.975 μετοχών της Ε.Τ.Ε., 600 μετοχών της ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ και 842 μετοχών της EFG EUROBANK - ΕΡΓΑΣΙΑΣ και β) να καταχωρηθεί στο μετοχολόγιο της μη εισηγμένης εταιρείας με την επωνυμία ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε. ως αποκλειστική κυρία 19.965 μετοχών αυτής, παράσταση εκπροσώπων της για λογαριασμό της εναγομένης στις τακτικές γενικές συνελεύσεις της εταιρείας "..." των ετών 2007 και 2008 για την έγκριση των οικονομικών χρήσεων των ετών 2006 και 2007, παραστάσεις σε διοικητικά συμβούλια της εταιρείας αυτής προς υπεράσπιση των συμφερόντων της εναγομένης, υποβολή δήλωσης κτηματογράφησης ενός ακινήτου της εναγομένης στη ...
στο Γραφείο Κτηματογράφησης του οικείου Δήμου και συνεννοήσεις για την τύχη τεσσάρων αυτοκινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας για τα οποία οι συγκληρονόμοι κατέληξαν σε σχετική συμφωνία]. Ότι με τις ως άνω ενέργειες τακτοποιήθηκαν όλα τα θέματα της κληρονομικής διαδοχής σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης εργολαβίας και ειδικότερα:
α) ολοκληρώθηκαν οι ενέργειες για τα ακίνητα με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής της κληρονομίας στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία και στο Κτηματολόγιο, β) ολοκληρώθηκαν οι εργασίες για τη διανομή των μετοχών και τη νομιμοποίηση της εναγομένης ως αποκλειστικής κυρίας αυτών έναντι των εκδοτριών αυτών εταιρειών, τόσο των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, όσο και των μη εισηγμένων, γ) περατώθηκαν οι εργασίες που αφορούσαν τα κινητά, με παράδοση των όπλων που κληρώθηκαν στην εναγομένη και τη νομιμοποίησή της έναντι των Αρχών και τακτοποιήθηκε το θέμα των αυτοκινήτων και δ) οριστικοποιήθηκε το ποσό των μετρητών χρημάτων που αναλογούσε στην εναγομένη, μετά την εφαρμογή σχετικών όρων της διαθήκης.
Ότι η συνολική αξία των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στην εναγομένη υπό την πιο πάνω ιδιότητα ανήλθε στο ποσό των 20.528.312,13 ευρώ, όπως τα επί μέρους αυτά στοιχεία αναφέρονται αναλυτικά, κατ' είδος, ποσότητα και αξία στην αγωγή. Ότι με βάση τα όσα συμφωνήθηκαν με το από 2.7.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως τροποποιήθηκε με την από 23.7.2007 συμφωνία ως προς το ποσοστό της αμοιβής, η οφειλομένη μετά την επιτυχή περάτωση της ως άνω εντολής από 12% αμοιβή και, αφού αφαιρεθεί από την κληρονομιαία περιουσία ποσό 301.650,75 ευρώ που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των 3/16 επί οκτώ οικοπέδων στο ...
και ποσό 20.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των αυτοκινήτων, τα οποία σύμφωνα με όρο της διαθήκης δεν περιήλθαν τελικώς στην περιουσία της εναγομένης, ανέρχεται στο ποσό των 2.424.799,36 ευρώ [20.528.312,13 - (301.650,75 + 20.000) = 20. 206.661,38 Χ 12%], επί του οποίου οφείλεται Φ.Π.Α. από 23%, αξίας 557.703,85 ευρώ. Ότι συνολικά η κατά τα άνω οφειλή της εναγομένης προς την ενάγουσα κατά την κύρια βάση της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 2.982.503,21 ευρώ.
Ότι μετά την περάτωση της ανατεθείσας κατά τα άνω εντολής, η εναγομένη με την από 19.10.2010 επιστολή της κάλεσε την ενάγουσα να μην ασχοληθεί περαιτέρω με την υπόθεση και να της αποστείλει αναλυτικό λογαριασμό σχετικά με όσες ενέργειες πραγματοποίησε η ενάγουσα για λογαριασμό της, αναγνωρίζοντας έτσι την εγκυρότητα της συμφωνίας κατά την οποία η αμοιβή της ενάγουσας εξαρτάτο από το αποτέλεσμα της εργασίας της.
Ότι η εκ μέρους της εναγομένης κατά τα άνω ανάκληση της εντολής υπήρξε αδικαιολόγητη και αντισυμβατική χωρίς να συντρέχει περίπτωση υπαιτιότητας εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και κατά συνέπεια αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην τελευταία τη συμφωνηθείσα αμοιβή, κατά το άρθρο 170 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Ότι, επικουρικά, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργολαβίας είναι άκυρη, διότι δεν περιελήφθη σε αυτήν εγγράφως η ρήτρα του άρθρου 92 παρ. 5 του Κώδικα των Δικηγόρων, η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει το ίδιο ποσό με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε άλλη δικηγορική εταιρεία ή μεμονωμένο δικηγόρο με τις ίδιες δυνατότητες για τη διεκπεραίωση της αυτής υπόθεσης.
Ότι, όλως επικουρικότερα, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία τα αξιούμενα στην αγωγή επί μέρους χρηματικά ποσά με βάση τα προβλεπόμενα από τις οικείες ρυθμίσεις των άρθρων 98 παρ. 1, 156, 160, 161 παρ. 1 και 176 του Κώδικα των Δικηγόρων, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζομένων, ελάχιστα όρια αμοιβής της τελευταίας για τις περιγραφόμενες στην αγωγή επί μέρους εξώδικες πράξεις αυτής, εκτεινόμενες σε περίοδο τριετίας και πλέον, προσαυξανόμενες αναλόγως λόγω του δαπανηθέντος χρόνου, της σοβαρότητας της υπόθεσης και των εν γένει συνθηκών και συγκεκριμένα: 1) για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας και βαρών επί των κληρονομιαίων ακινήτων στα υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης, όπου μετέβη εκπρόσωπός της, και τη σύνταξη σχετικού σχεδίου, με βάση το οποίο καταρτίσθηκε η με αριθ. .../2008 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας και μεταγραφή αυτής στα ως άνω υποθηκοφυλακεία και στο γραφείο κτηματογράφησης του Δήμου Νέας Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, των οποίων (ακινήτων) η αντικειμενική αξία ανέρχεται για τα 3/16 εξ αδιαιρέτου οκτώ οικοπέδων στο ...
σε 301.650,75 ευρώ, για τα ακίνητα στο ... που περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης σε 785.894,43 ευρώ, για το ακίνητο στη ... σε 610.155,76 ευρώ και για τα 3/16 εξ αδιαιρέτου του χώρου στάθμευσης στου ... (που δεν περιλαμβανόταν στη διαθήκη) σε 628,03 ευρώ και συνολικά σε 1.698.308,97 ευρώ, η οφειλομένη από την εναγομένη ελαχίστη αμοιβή ανέρχεται σε 25.474,63 ευρώ (1.698.308,97 Χ 1,5%), λόγω όμως του αναλωθέντος χρόνου απασχόλησης εκτός έδρας των δικηγόρων αυτής, της σοβαρότητας της υπόθεσης και των εν γένει συνθηκών η οφειλομένη αμοιβή πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, 2) για εξώδικες εργασίες και σύνταξη σχεδίου διανομής 100.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας "...", σχεδίου διανομής των μετοχών των εισηγμένων εταιρειών ...
Α.Ε., Τσιμέντα ..., Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Μινωικών Γραμμών και E.F.G. Eurobank - Ergasias και σχεδίου διανομής 99.833 μετοχών της μη εισηγμένης Επενδυτικής Τράπεζας, με βάση τις επί μέρους αξίες των μετοχών αυτών, τις οποίες αναλυτικά παραθέτει στην αγωγή, και τα οριζόμενα στο άρθρο 161 παρ. 1 περ. α - ε του Κώδικα των Δικηγόρων ποσοστά αμοιβής ύψους 1%, 0,5%, 0,4%, 0,3% και 0,2% αναλόγως της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, η οφειλομένη από την εναγομένη ελαχίστη αμοιβή ανέρχεται σε 38.805,38 ευρώ, λόγω όμως του αναλωθέντος χρόνου απασχόλησης, της σοβαρότητας της υπόθεσης και των εν γένει συνθηκών η οφειλομένη αμοιβή πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, 3) για την σύνταξη αιτήσεων προς Τράπεζες και εκτελεστές διαθήκης, προκειμένου να περιέλθουν μετρητά συνολικού ύψους 5.655.160,66 ευρώ στην εναγομένη, με βάση τα αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά και τα οριζόμενα στο άρθρο 161 παρ. 1 περ.
α - δ του Κώδικα των Δικηγόρων ποσοστά αμοιβής ύψους 1%, 0,5%, 0,4% και 0,3% επί της αξίας των επί μέρους αντικειμένων, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ως άνω διάταξης, η οφειλομένη από την εναγομένη ελαχίστη αμοιβή ανέρχεται σε 21.637,42 ευρώ, λόγω όμως του αναλωθέντος χρόνου απασχόλησης, της σοβαρότητας της υπόθεσης και των εν γένει συνθηκών η οφειλομένη αμοιβή πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, 4) για την περιέλευση στην κυριότητα της ενάγουσας των αυτοκινήτων και όπλων, με βάση την αξία αυτών ανερχομένη σε 5.000 και 37.500 ευρώ και συνολικά σε 42.500 ευρώ και το οριζόμενο στο άρθρο 161 παρ. 1 ποσοστό αμοιβής ύψους 1% επί της αξίας του άνω αντικειμένου, η οφειλομένη από την εναγομένη ελαχίστη αμοιβή ανέρχεται σε 425 ευρώ, λόγω όμως του αναλωθέντος χρόνου απασχόλησης, της σοβαρότητας της υπόθεσης και των εν γένει συνθηκών η οφειλομένη αμοιβή πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 2.500 ευρώ, 5) για τη μελέτη της διαθήκης, λόγω της φύσης της υπόθεσης, του απαιτηθέντος χρόνου απασχόλησης και της αξίας του αντικειμένου, ανερχομένης σε 20.528.312,13 ευρώ, η οφειλομένη αμοιβή πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 25.000 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα στο άρθρο 156 του Κώδικα των Δικηγόρων ελάχιστα όρια, 6) για τη λήψη πιστοποιητικών μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης, μη αποποίησης της κληρονομίας και μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος από το Πρωτοδικείο Αθηνών, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για τρεις (3) ώρες απασχόλησης προς 160 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 480 ευρώ, 7) για την υποβολή αίτησης και λήψη πιστοποιητικών από την Εφορία Γλυφάδας, όπου μετέβη δύο φορές, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για πέντε (5) συνολικά ώρες απασχόλησης προς 160 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 800 ευρώ, 8) για την υποβολή αίτησης και λήψη βεβαίωσης από το Αστυνομικό Τμήμα Γλυφάδας, όπου μετέβη δύο φορές, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για τέσσερις (4) συνολικά ώρες απασχόλησης προς 160 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 640 ευρώ, 9) για δέκα μεταβάσεις στα γραφεία των εκτελεστών στο Αιγάλεω, όπου απασχολήθηκε επί τρίωρο τη φορά, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για τριάντα (30) συνολικά ώρες απασχόλησης προς 160 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 4.800 ευρώ, 10) για την υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης φόρου κληρονομίας και λήψη πιστοποιητικών από την Εφορία Γλυφάδας, όπου μετέβη δύο φορές, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για πέντε (5) συνολικά ώρες απασχόλησης προς 160 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 800 ευρώ, 11) για τρείς μεταβάσεις στην Κόρινθο και πέντε μεταβάσεις στο Λουτράκι, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για εξήντα τέσσερις (64) συνολικά ώρες εκτός έδρας απασχόλησης προς 200 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 12.800 ευρώ, 12) για δύο μεταβάσεις στη Θεσσαλονίκη, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για δέκα έξι (16) συνολικά ώρες εκτός έδρας απασχόλησης προς 200 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 3.200 ευρώ, 13) για σύνταξη του σχεδίου δήλωση αποδοχής της κληρονομίας και παράσταση εκπροσώπου της κατά την υπογραφή αυτής, η οφειλομένη στην ενάγουσα αμοιβή για τέσσερις (4) συνολικά ώρες απασχόλησης προς 160 ευρώ την ώρα ανέρχεται σε 640 ευρώ.
Ότι η αμοιβή αυτής για τις υπό στοιχεία (6) έως και (13) υπηρεσίες ύψους 160 ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης εντός έδρας και 200 ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης εκτός έδρας είναι η συνήθης αμοιβή αντιστοίχων προς την ενάγουσα δικηγορικών εταιρειών ή δικηγορικών γραφείων με αντίστοιχη πείρα. Ότι συνακόλουθα η εναγομένη τις οφείλει συνολικά το άθροισμα των πιο πάνω ποσών που ανέρχεται σε 183.580 συνολικά, επί του οποίου οφείλεται επί πλέον ο από 23% ΦΠΑ ύψους 42.223 ευρώ.
Ότι επομένως η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, κατά την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής το συνολικό ποσό των 225.803 ευρώ. Ότι πέραν των ανωτέρω η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και τα έξοδα στα οποία προέβη η τελευταία για τη διεκπεραίωση της εντολής, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, και συγκεκριμένα: 1) για δαπάνες δύο μεταβάσεων με επιστροφή με ταξί στο Πρωτοδικείο Αθηνών 24 ευρώ (4 διαδρομές Χ 6 ευρώ) και για έξοδα λήψης τεσσάρων πιστοποιητικών 20 ευρώ (4 Χ 5 ευρώ), 2) για δαπάνες δύο μεταβάσεων (με επιστροφή) με ταξί στην Εφορία Γλυφάδας για τη λήψη πιστοποιητικών 140 ευρώ (4 διαδρομές Χ 35 ευρώ), 3) για δαπάνες δύο μεταβάσεων (με επιστροφή) με ταξί στο Αστυνομικό Τμήμα Αιγάλεω για τη λήψη βεβαίωσης 100 ευρώ (4 διαδρομές Χ 25 ευρώ), 4) για δαπάνες δέκα μεταβάσεων (με επιστροφή) με ταξί στα γραφεία των εκτελεστών [στο Αιγάλεω] 500 ευρώ (20 διαδρομές Χ 25 ευρώ), 5) για δαπάνες δύο μεταβάσεων (με επιστροφή) με ταξί στην Εφορία Γλυφάδας για την υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης φόρου κληρονομίας 140 ευρώ (4 διαδρομές Χ 35 ευρώ), 6) για την εγγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας στα υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης 15 ευρώ για κάθε εγγραφή και συνολικά 30 (15 + 15) ευρώ, 7) για υποβολή αίτησης στο κτηματολογικό γραφείο Νέας Ευκαρπίας 35 ευρώ, 8) για τη λήψη σχεδιαγράμματος του οικοπέδου της Θεσσαλονίκης από το αρχείο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Τ. 35 ευρώ, 9) για δαπάνες τριών μεταβάσεων (με επιστροφή) στην Κόρινθο και πέντε μεταβάσεων (με επιστροφή) στο Λουτράκι 67,20 ευρώ για διόδια, 192 ευρώ για βενζίνη και 400 ευρώ για διάφορα άλλα έξοδα και συνολικά 659,20 ευρώ, 10) για δαπάνες αεροπορικών εισιτηρίων για δύο μεταβάσεις στη Θεσσαλονίκη 880 ευρώ, για (δύο) μεταβάσεις με ταξί από την Αθήνα στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος και τανάπαλι 260 ευρώ (4 διαδρομές Χ 65 ευρώ), για (δύο) μεταβάσεις με επιστροφή με ταξί από το αεροδρόμιο Μακεδονία στη Θεσσαλονίκη και τανάπαλι 180 ευρώ και για έξοδα διατροφής 100 ευρώ και συνολικά 1.450 ευρώ, 11) για δαπάνη αμοιβής της συμβολαιογράφου για τη δήλωση αποδοχής της κληρονομίας 140 ευρώ και δαπάνη λήψης τεσσάρων αντιγράφων 40 ευρώ και 12) για τη λήψη αντιγράφων δώδεκα (12) συμβολαίων των 6 φύλλων 1.440 ευρώ (12 Χ 6 Χ 20 ευρώ).
Ότι συνακόλουθα το σύνολο των δαπανών στις οποίες προέβη η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία για τη διεκπεραίωση της εντολής ανήλθε στο ποσό των 4.753 ευρώ. Με την επίκληση του πιο πάνω ιστορικού και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου πρακτικά συνεδρίασης δίκης και με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της, η ενάγουσα ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.424.799,36 ευρώ, ως συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, πλέον του αναλογούντος σε αυτή Φ.Π.Α.
ύψους 557.703,85 ευρώ, άλλως και επικουρικά τα ίδια ως άνω ποσά με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, άλλως και επικουρικότερα το ποσό των 183.580 ευρώ ως δικηγορική αμοιβή αυτής για τις αναγραφόμενες ανωτέρω εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας προς διεκπεραίωση της εντολής, πλέον του αναλογούντος σε αυτές Φ.Π.Α.
ύψους 42.223 ευρώ, ως και το ποσό των 4.753 ευρώ για έξοδα, όλα δε τα ποσά της αμοιβής με το νόμιμο τόκο από 25.10.2010, ημέρα που με επιστολή της προς την εναγομένη ζήτησε την καταβολή της αμοιβής της, άλλως από 23.12.2010 οπότε όχλησε σχετικά αυτήν με εξώδικη δήλωση, απάντηση και διαμαρτυρία, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση, καθότι περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Ειδικότερα: Α) ως προς την κύρια βάση της αγωγής, στο οικείο δικόγραφο αναφέρονται α) η κατάρτιση της από 23.7.2007 σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και το αντικείμενο της και συγκεκριμένα η εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας εκτέλεση όλων των αναγκαίων ενεργειών για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας της εναγομένης, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος προφορικά όρου αυτής ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ενάγουσα δεν θα δικαιούται οιασδήποτε αμοιβής, β) το ύψος της αμοιβής με αναφορά στο συμφωνηθέν με τροποποιητική συμφωνία ποσοστό από 12% επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, η καταβολή της οποίας θα λάμβανε χώρα με την ολοκλήρωση των αναφερομένων στην αγωγή ενεργειών, αναλόγως του είδους των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, μετοχών, κινητών, μετρητών), γ) η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας ως άνω εργασίας με τη διενέργεια των λεπτομερώς αναγραφομένων στην αγωγή αναγκαίων προς τούτο εξώδικων πράξεων και ενεργειών εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας για τη διεκπεραίωση της εντολής, η οποία είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο που η εναγομένη με επιστολή της στις 19.10.2010 ανακάλεσε την εντολή, δ) μνεία του ύψους της προκύπτουσας αμοιβής, βάσει του πιο πάνω ποσοστού επί της αναγραφομένης αξίας της περιελθούσας τελικά στην εναγομένη κληρονομιαίας περιουσίας και του αναλογούντος σε αυτήν (αμοιβή) από 23% ΦΠΑ, Β) ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, στο οικείο δικόγραφο διαλαμβάνονται α) η παρασχεθείσα εκ μέρους της εναγομένης προς την ενάγουσα δικηγορική εταιρεία εντολή με αντικείμενο την εκ μέρους της τελευταίας εκτέλεση όλων των αναγκαίων πράξεων για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας της εναγομένης, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας, για την περίπτωση που η καταρτισθείσα σύμβαση εργολαβίας δίκης ήθελε κριθεί άκυρη ως τοιαύτη για το λόγο ότι στο (έγγραφο) κείμενο αυτής δεν περιλαμβανόταν ο αναγκαίος για το κύρος αυτής όρος του άρθρου 92 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την διενέργεια εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας των αναλυτικώς αναγραφομένων στην αγωγή επί μέρους εξώδικων πράξεων, για τις οποίες η ενάγουσα δικαιούται με βάση την αξία της καθεμίας εξ αυτών την έναντι εκάστης εξ αυτών αναγραφομένη αμοιβή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα δικηγόρων ελάχιστα όρια ή τη συνήθη ανά ώρα απασχόλησης αμοιβή, γ) μνεία των στοιχείων που δικαιολογούν αυξημένη αμοιβή, ήτοι του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των ιδιαζουσών περιστάσεων, συνεπεία των οποίων η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία δικαιούται μεγαλύτερης αμοιβής για τις επί μέρους ενέργειες σε σχέση με την προκύπτουσα ελαχίστη αμοιβή γι' αυτές κατά τον Κώδικα των Δικηγόρων και δ) μνεία του αθροίσματος των πιο πάνω αμοιβών, μετά την κατά τα άνω απαρίθμηση των επί μέρους εργασιών, και του αναλογούντος στο πιο πάνω άθροισμα από 23% ΦΠΑ.
Περαιτέρω, ως προς το κεφάλαιο των εξόδων, στα οποίο προέβη η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία για την εκτέλεση της εντολής, διαλαμβάνονται λεπτομερώς κατ' είδος και ποσό οι σχετικές δαπάνες σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη η τελευταία. Αόριστο όμως είναι το κονδύλιο των 400 ευρώ για "διάφορα άλλα έξοδα" κατά τις μεταβάσεις εκπροσώπου της ενάγουσας στην Κόρινθο και το Λουτράκι (κονδύλιο αριθ. 14.9 της αγωγής στο κεφάλαιο των εξόδων), καθότι δεν διευκρινίζεται στο οικείο δικόγραφο σε τι ειδικότερα συνίστανται τα έξοδα αυτά.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα ενώπιόν του οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της από 9.1.2017 έφεσης της εναγομένης (κατά το κεφάλαιο της καταβολής αμοιβής για έλεγχο τίτλων, κατά τη δεύτερη επικουρική βάση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα των Δικηγόρων ελάχιστα όρια, για το οποίο και μόνο έγινε δεκτή η σε βάρος της αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία) και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 21.11.2016 αντίθετης έφεσης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας (κατά το κεφάλαιο της απορριφθείσας ως νομικά αβάσιμης κύριας βάσης της αγωγής και κατά τα λοιπά κονδύλια του κεφαλαίου της απορριφθείσας κατ' ουσία δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής) [η πρώτη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης] και αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, τόσο κατά την κύρια αυτής βάση από σύμβαση εργολαβίας δίκης, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα των Δικηγόρων ελάχιστα όρια προσαυξημένα κατά το άρθρο 98 αυτού, "καθόσον δεν εκτίθεται στο δικόγραφό της, ο χρόνος της παροχής εκ μέρους της ενάγουσας της σχετικής υπηρεσίας της, για κάθε μία από τις αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβη σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτή εντολής (ο χρόνος εκτέλεσης της κάθε επιμέρους εξώδικης ενέργειας ) και ο χρόνος που περατώθηκαν όλες οι εργασίες για την εκτέλεση της εντολής".
Ο ακριβής όμως χρόνος διενεργείας των επί μέρους εργασιών του δικηγόρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής ή ο χρόνος περάτωσης των σχετικών εργασιών, δεν αποτελεί κατά τα ήδη προαναφερθέντα αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, είτε στο πλαίσιο συμφωνίας εργολαβίας δίκης, είτε με βάση τα οριζόμενα στον Κώδικα των Δικηγόρων κατώτατα όρια.
Έτσι λοιπόν που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αξιώνοντας επί πλήρους ορισμένης κατά τα λοιπά αγωγής για τη νομική θεμελίωση των πιο πάνω αξιώσεων στοιχεία που ο νόμος δεν απαιτεί, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής και εκείνες των άρθρων 91 παρ.1, 92 παρ.1, 98 (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 156, 160, 161 παρ.1, 176) του ιδίου Κώδικα αναφορικά με την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής [με εξαίρεση το υπό στοιχείο 14.9 κονδύλιο των 400 ευρώ], υποπίπτοντας επομένως στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς οι περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου είναι βάσιμοι. Ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν είναι αβάσιμος, διότι τα στοιχεία αυτά ως και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο (βλ.
σελ 6-7 και 48-50 αυτού). Κατά το μέρος όμως που με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, ως αόριστη η αγωγή ως προς το κονδύλιο των 400 ευρώ, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία (ως προς τον ακριβή χρόνο διενέργειας της σχετικής δαπάνης, ως στοιχείο του ορισμένου).
Και τούτο διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο σε τι ειδικότερα συνίστανται τα "διάφορα άλλα έξοδα" συνολικού ύψους 400 ευρώ, το κονδύλιο αυτό είναι αόριστο. Συνακόλουθα κατά το μέρος αυτό πρέπει ν' απορριφθούν οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι (άρθ. 578 του ΚΠολΔ). Με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη ότι στην αγωγή γινόταν μνεία του χρόνου κατάρτισης της συμφωνίας εργολαβίας δίκης και του χρόνου ανάκλησης της εντολής από την αναιρεσίβλητη στις 19.10.2010, οπότε είχαν ολοκληρωθεί οι αναγραφόμενες λεπτομερώς στην αγωγή ενέργειες για την επιτυχή εκτέλεση της εντολής, με συνέπεια εσφαλμένως να προβεί στην απόρριψη ως αόριστης της αγωγής, κρίνοντας ότι το στοιχείο του χρόνου δεν περιεχόταν σε αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τους χρόνους κατάρτισης της σύμβασης εργολαβίας και ανάκλησης της εντολής, τους οποίους ρητώς διαλαμβάνει στο σκεπτικό του, ως περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, κρίνοντας (εσφαλμένα) ότι για το ορισμένο της αγωγής απαιτείτο επί πλέον και η μνεία του χρόνου εκτέλεσης κάθε επί μέρους ενέργειας προς διεκπεραίωση της εντολής.
Με τον τρίτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, αν και κατά παράβαση του άρθρου 236 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 5 του Ν. 3994/2011 δεν κλήθηκε από τους δικάσαντες πρωτοδίκως και κατ' έφεση δικαστές σε συμπλήρωση των σχετικών ελλείψεων.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η παραμέληση από τον δικαστή να καθοδηγήσει τους διαδίκους με βάση τη διάταξη αυτή, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Με τον μοναδικό πρόσθετο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο εφάρμοσε τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 680 του ΚΠολΔ, αναφορικά με τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αγωγής περί καταβολής αμοιβής και εξόδων εκδικαζομένης κατά τη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, πλέον εκείνων που απαιτεί η διάταξη του άρθ. 216 παρ.1 στοιχ.
α και β του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αν και κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (16.9.2016) η διάταξη αυτή είχε σιωπηρώς καταργηθεί από 1.1.2016 μετά το Ν. 4335/2015 και συνεπώς κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα το δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να μην την εφαρμόσει.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β και 24 παρ.1 εδ.α του ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι το κύρος των διαδικαστικών πράξεων, όπως είναι και το ορισμένο ή μη αγωγής, ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο διενεργείας αυτών (ΑΠ 673/2018), η διάταξη του άρθρου 680 του ΚΠολΔ ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής πριν την 1.1.2016, παρά την εν συνεχεία σιωπηρά κατάργησή εμμέσως της διάταξης αυτής με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4335/2015 (ΑΠ 1251/2018, ΑΠ 441/2016).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή των πρώτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, με εξαίρεση το κονδύλιο των 400 ευρώ, ως προς το οποίο πρέπει η αναίρεση ν' απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της - ενόψει του ότι το μέρος για το οποίο απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή στην αύξηση των εξόδων - (άρθρα 176, 178 παρ.2 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2683/31.5.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με εξαίρεση το υπό στοιχείο 14.9 της αγωγής κονδύλιο των 400 ευρώ, ως προς το οποίο απορρίπτει την αναίρεση .
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ