108/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated108/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση των νόμων, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 108 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 108/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Λάμπρο Κιτσαρά και 2) Ιωάννη Μαντζουράνη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Α., 2. Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Κωνσταντίνο Καλαβρό και 2) Ιωάννη Τόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 16-12-2010 και 20-12-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2014 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1049/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές με την από 7-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και 3154/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-8-2017 αίτησή της και τους από 5-2-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά ,που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.
Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, γυμνά, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως.
Τα ανωτέρω ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται "ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης".
Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες).
Ειδικότερα, στην περίπτωση αδικοπραξίας, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε προηγούμενη αγωγή αποζημίωσης του παθόντος αποτελεί στη νέα δίκη, στην οποία με την επίκληση της ίδιας ακριβώς αδικοπραξίας ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης για μεταγενέστερο χρόνο, δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες τέλεσης αυτής, την υπαιτιότητα του εναγόμενου και συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην αγωγή.
Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για τις απαιτήσεις μεταγενέστερου χρόνου, κατά τη διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθεί η αδικοπραξία να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη (ΑΠ 1345/2011). Εάν όμως η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί της προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια αδικοπραξία αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί τη δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα (όπως η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή η υπαιτιότητα) αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ.
Εάν λοιπόν η επί της πρώτης αγωγής αποζημιώσεως τελεσίδικη κρίση αναφέρεται σε αδικοπραξία που προσέβαλε το έννομο αγαθό της προσωπικής και επαγγελματικής τιμής και φήμης του παθόντος, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, η δε δεύτερη αγωγή αφορά συναφή ιστορικά αλλά διαφορετική ως έννομη σχέση αδικοπραξία και αίτημα έχει την καταψήφιση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών, δεν συντρέχει επί της τελευταίας νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 331 ΚΠολΔ, έστω και αν και αν οι δύο έννομες σχέσεις έχουν κοινά επί μέρους πραγματικά στοιχεία, διότι όπως προαναφέρθηκε το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις αλλά εκτείνεται μόνο στο δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Δηλαδή, πρόκειται για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321-324 ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέπει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης.
Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση των νόμων, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ).
Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσίβλητου ότι από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του ιδίου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δημιουργείται δεδικασμένο περί του παρανόμου και υπαίτιου της συμπεριφοράς (παραλείψεων) των οργάνων της εναγομένης, ακολούθως ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Με το ΒΔ 20/29-12-1958 συστάθηκε και λειτουργεί το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ... (...), που ήδη, με το ΠΔ 228/21-9-1999, έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", με .... Η εν λόγω εταιρία έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή από την ίδια, ή σε συνεργασία με τρίτους, των παιχνιδιών ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, αριθμολαχείων, λαχείων - παιγνίων, καθώς και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, σε όλη τη χώρα και εκτός αυτής, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου....
Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία δικαιούται να λειτουργεί ανά τη χώρα πρακτορεία, στα οποία θα πρακτορεύονται τα εν γένει παιχνίδια της κατ' αποκλειστικότητα, με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πρακτορείων της, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ... Στα πλαίσια της δυνατότητας της αυτής και με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η εναγόμενη, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, χορηγεί άδεια για τη λειτουργία εξουσιοδοτημένου πρακτορείου της....
υφίσταται δε μεταξύ της εναγόμενης και του κάθε μεμονωμένου πράκτορα σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (σύμβαση πρακτορείας) κατά την οποία λειτουργούν στο πρακτορείο του τελευταίου, όλα τα προαναφερθέντα παιχνίδια, σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό λειτουργίας πρακτορείων και τις νόμιμες εγκυκλίους του Οργανισμού...
Δυνάμει της από 27-9-2001 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, εγκρίθηκε κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, η χορήγηση σ' αυτόν άδειας λειτουργίας πρακτορείου ..., ..... ήτοι άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ... ΑΕ, σύμφωνα με το υπ' αριθ. ../25-09-2001 πρακτικό της Επιτροπής πρακτορείων γενικών και ειδικών θεμάτων της ...
Α.Ε. Τα ανωτέρω γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα, με ... έγγραφο της διεύθυνσης πρακτορείων. Με το έγγραφο αυτό γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα και οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειες του, όπως η προσκόμιση δικαιολογητικών, καθώς και η ενημέρωση στα γραφεία της ... ΑΕ.
Συνεπώς, με την κατά τα ανωτέρω χορήγηση, από την εναγόμενη στον ενάγοντα, της άδειας λειτουργίας πρακτορείου ..., την αποδοχή αυτής από τον ενάγοντα, με τη διενέργεια όλων των απαιτούμενων ενεργειών καθώς και με την online σύνδεση του πρακτορείου του ενάγοντος, με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα της ...
ΑΕ και εν συνεχεία με την έναρξη λειτουργίας του εν λόγω πρακτορείου, συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης (... ΑΕ) και του ενάγοντος άτυπη σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου, ο δε ενάγων αποδέχθηκε τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν όλοι οι πράκτορες πρακτορείων ... Α.Ε. ...Από την έναρξη λειτουργίας του πρακτορείου , ο ενάγων τήρησε όλους τους όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας του, καθώς και όλες τις υποχρεώσεις του ως πράκτορα, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του Κανονισμού Λειτουργίας των Πρακτορείων ..., χωρίς ποτέ να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, αποδίδοντας εμπροθέσμως προς την εναγομένη τα εισπραχθέντα, από τους πελάτες του πρακτορείου του, για λογαριασμό της και παρακρατώντας κανονικά τη νόμιμη προμήθειά του...
Επειδή ο ενάγων αγαπούσε την δουλειά του, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα λόγω κυρίως της διαρκούς ενασχόλησής του με το πρακτορείο, της εξειδίκευσης που απέκτησε στα παιχνίδια του ... που απαιτούσαν κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις και δεν ήταν απλώς θέμα τύχης... των καλών υπηρεσιών που προσέφερε στους πελάτες του...
αναδείχθηκε σε ένα από τους κορυφαίους πράκτορες της εναγόμενης, από άποψη συνολικού κύκλου εργασιών σε όλα τα παιχνίδια της, αλλά κυρίως στο "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", στο οποίο ήταν τρόπον τινά εξειδικευμένος. Στις 7-6-2006 και περί ώρα 20:00 και ενώ το πρακτορείο του ενάγοντος βρισκόταν σε λειτουργία, εισήλθαν αιφνιδιαστικά εντός αυτού, αστυνομικοί της Διεύθυνσης Λεσχών και Παιγνίων της Ασφάλειας Αττικής, προκειμένου να ελέγξουν καταγγελία αγνώστου, για διενέργεια παράνομου στοιχήματος, δηλαδή για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται από το άρθρο 2 § 2 του Ν.2433/1996.
Επακολούθησε και κατάσχεση των χρημάτων και των επιταγών καθώς και αφαίρεση του κομπιούτερ και αρκετών εγγράφων που υπήρχαν στο εν λόγω πρακτορείο. Στη συνέχεια στις 21-6-2006 ο ενάγων και οι παρευρισκόμενοι εντός του πρακτορείου του κατά την 7-6-2006 Τ. Ν. και Ι. Σ., οδηγήθηκαν στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να δικασθούν ως αυτουργοί της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται από το άρθρο 2 § 2 του Ν.2433/1996 (παράνομο στοίχημα).
Από την έρευνα που διενεργήθηκε στο πρακτορείο του ενάγοντος και σύμφωνα με τις καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων που δόθηκαν στην ποινική δίκη που επακολούθησε, δημιουργήθηκαν ενδείξεις ότι διεξαγόταν στοίχημα αγώνων του Σουηδικού και του παγκόσμιου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, οι οποίοι ήταν εκτός του νόμιμου δελτίου του ..., βρέθηκαν δε στο πρακτορείο σημειώσεις με δύο ομάδες, ενώ η εναγόμενη που διατηρούσε (και διατηρεί) την αποκλειστικότητα διεξαγωγής του στοιχήματος, δεν προσέφερε στο στοίχημα, για μονό ή διπλό στοιχηματισμό, εκτυπώσεις της εταιρίας ...
η οποία δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπο... Η εναγόμενη (... Α.Ε.), μόλις πληροφορήθηκε από την Ασφάλεια Αττικής την εις βάρος του ενάγοντας άσκηση ποινικής δίωξης για συμμετοχή σε παράνομο στοίχημα, διέκοψε στις 8-6-2006 την online σύνδεση του πρακτορείου του, ήτοι ανέστειλε την λειτουργία του δυνάμει της υπ' αριθ. 33/27-7-2006 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της .
Η απόφαση αυτή της ... Α.Ε. γνωστοποιήθηκε (εγγράφως) στον ενάγοντα τον Αύγουστο του έτους 2006. Η εναγόμενη προέβη στην λήψη της εν λόγω απόφασης, ήτοι στην επιβολή της ποινής της παρ.1 γ του άρθρου 7 του Κανονισμού της, χωρίς προηγούμενη κλήση του ενάγοντος, για την παροχή αναγκαίων εξηγήσεων, η οποία απαιτείτο ρητά, σύμφωνα με την παρ. 2 δ' του άρθρου 7 του ανωτέρω Κανονισμού της.
Η παράλειψη αυτή κρίθηκε τελεσίδικα ότι συνιστά παράνομη συμπεριφορά, εκ της οποίας επήλθε ηθική βλάβη στον ενάγοντα...
Ακολούθως, ο ενάγων (ο οποίος, σημειωτέον ότι δεν προσέφυγε κατά της ... ΑΕ, γι' αυτήν την απόφαση της εναγόμενης)... ζήτησε να του επιστραφεί από την εναγομένη, το συνολικό χρηματικό ποσό των 330.000 ευρώ, που είχε καταθέσει στην ... ΑΕ, για την λειτουργία του πρακτορείου του, για λόγους που σχετίζονταν με την αντιμετώπιση των τρεχόντων εξόδων και την διαβίωσή του και όχι επειδή αποδέχθηκε την λύση της επίδικης συμβάσεως ...
Κατόπιν τούτου η ενάγουσα, κατ' άρθρο 9 § 7 του κανονισμού... προέβη στην επιστροφή του παραπάνω χρηματικού ποσού. Ο ενάγων πειστικά ισχυρίστηκε και απέδειξε ότι η επιστροφή αυτή δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή της καταγγελίας της σύμβασης πρακτορείας, αφού στη συνέχεια και μετά την αθώωσή του, ζήτησε την επαναλειτουργία του πρακτορείου του.
Πράγματι, με την υπ' αριθ. 39291/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 7-12-2007, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 2 § 2 του Ν. 2433/1996 (παράνομο στοίχημα), αφού το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψε ότι κατά τη συγκεκριμένη ημέρα διεξαγόταν στο πρακτορείο παράνομο στοίχημα....
Σημειωτέον ότι η αιτιολογία της απόφασης δεν μειώνει τις συνέπειες ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά εν σχέσει με τις επόμενες αυτής υποχρεώσεις της εναγομένης, που ήταν όπως απαιτεί ο ανωτέρω Κανονισμός της (άρθρο 7 § 1γ εδ. β' και 8 § 2β), να προβεί αμέσως στην άρση αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος , ο οποίος μετά την αθώωση του, υπέβαλε στην εναγομένη την από 14-12-2007 αίτησή του, την οποία επανυπέβαλε στις 26-1-2010, με την οποία ζητούσε την επαναχορήγηση της άδειας του πρακτορείου του, αφού εξέλιπε πλέον ο λόγος της αναστολής λειτουργίας του.
Στην παραπάνω αίτηση ουδέποτε απάντησε η εναγόμενη, αλλά ούτε προέβη στην άρση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης του ενάγοντος. Η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης κρίθηκε τελεσίδικα ότι αποτελεί αδικοπραξία τελεσθείσα εξ υπαιτιότητας των οργάνων της, η οποία είχε ως συνέπεια, πέραν της ηθικής βλάβης, που κρίθηκε τελεσίδικα ότι υπέστη ο ενάγων, και την απώλεια κερδών ήτοι διαφυγόντα κέρδη, τα οποία μετά πιθανότητος απώλεσε εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης, η οποία εκδηλώθηκε από τον Δεκέμβριο του 2007 ότε κατέστη αμετάκλητη η προμνημονευθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ...
Σε αιτιώδη συνάφεια με την απώλεια των κερδών τελεί μόνον η παράνομη συμπεριφορά, που έγκειτο στην άρνηση της εναγόμενης να άρει την άρση τη λειτουργίας του πρακτορείου μετά την αμετάκλητη αθώωση του ενάγοντος και όχι και η παράλειψη κλήσης του ενάγοντας για την παροχή εξηγήσεων...Από την κατά τα ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης η οποία εκδηλώθηκε από 7.12.2007 ότε υποχρεούτο αυτή κατά τον ισχύοντα Κανονισμό, σε άμεση άρση της αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου ,ενέργεια στην οποία δεν προέβη, και την εξ αυτής παρεμπόδιση της συμμετοχής των πελατών του ενάγοντος στα παιχνίδια του ..., ο ενάγων υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία, συνιστάμενη στα διαφυγόντα κέρδη από την εν λόγω δραστηριότητα και συγκεκριμένα στη μη εκ μέρους του είσπραξη της προμήθειας που θα εισέπραττε από τις πωλήσεις οι οποίες μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων θα είχαν πραγματοποιηθεί μέσω του πρακτορείου του, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη και αδικαιολόγητη μη άρση της αναστολής λειτουργίας του για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2007 έως και τον Δεκέμβριο του 2011..." Κατόπιν αυτών το εφετείο προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος για το ως άνω διάστημα συνολικά σε 8.984.011,20 ευρώ τα οποία και επιδίκασε.
Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως (κατά το πρώτο του μέρος) προβάλει την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο επί προδικαστικού ζητήματος που απορρέει από την εκδοθείσα -επί προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατ' αυτής- τελεσίδικη υπ' αριθ. 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και συγκεκριμένα δεδικασμένο περί της εννόμου σχέσεως της αδικοπραξίας, ενώ αυτή που τελεσίδικα κρίθηκε αποτελούσε διαφορετική έννομη σχέση (αδικοπραξίας) και επομένως δεν συνιστούσε προδικαστικό για τις εξεταζόμενες τρεις αγωγές ζήτημα.
Όπως προκύπτει από την εν λόγω υπ' αριθ. 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί για την έρευνα του βασιμότητας του ως άνω προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτά τα ακόλουθα: "...και οι δυο επίμαχες αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, η μεν για τη λήψη του μέτρου της αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος χωρίς την προηγούμενη κλήση του για εξηγήσεις, η δε δεύτερη για τη μη επαναχορήγηση της άδειας μετά την τελεσίδικη αθώωσή του, εκτός από υπαίτιες, λόγω της γνώσης αφενός των οργάνων της των διατάξεων του κανονισμού της που παραβιάστηκαν και της έκβασης αφετέρου της ποινικής κατηγορίας σε βάρος τους ενάγοντος λόγω της παράστασής της ως πολιτικώς ενάγουσας στην ποινική δίκη, καθώς και λόγω της από 14-12-2007 αίτησής του προς αυτήν, είναι παράνομες γιατί αποτελούν παραλείψεις οφειλομένων νομίμων ενεργειών που προβλέπονται ρητά από τις κείμενες διατάξεις του κανονισμού της (ΥΑ 25148/1999), αλλά και από την αρχή της καλής πίστεως που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, καθώς και της συνταγματικής επιταγής για προηγούμενη ακρόαση, που της επέβαλαν τη νομική υποχρέωση για την επιχείρηση των θετικών ενεργειών που παρέλειψε.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το ύψος της δε ενόψει του είδους της προσβολής, του γεγονότος ότι οι ανωτέρω ενέργειες έγιναν άμεσα αντιληπτές από έναν ευρύ κύκλο προσώπων που στοιχημάτιζαν στο πρακτορείο του ενάγοντος, αλλά και στους δημοσιογραφικούς κύκλους που ασχολούνται με το αθλητικό στοίχημα και τα άλλα παίγνια της εναγομένης, του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου στο ποσό των 20.000 ευρώ ..." Από τη συγκριτική επισκόπηση των παραδοχών των ανωτέρω αποφάσεων, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, προκύπτει ότι η μεν τελεσίδικη υπ' αριθ. 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε επί διαφορετικής έννομης σχέσεως (έννομης συνέπειας) από εκείνη που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Η πρώτη έκρινε επί αδικοπραξίας, της οποίας οι (βεβαιωθείσες) παράνομες παραλείψεις, συνιστάμενες στο ότι τα διοικητικά όργανα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας υπαίτια αφενός μεν ανέστειλαν τη λειτουργία του πρακτορείου του ενάγοντος χωρίς προηγούμενη κλήση αυτού για παροχή εξηγήσεων (27.7.2006), αφετέρου δε μετά την τελεσίδικη αθώωσή του δεν του επαναχορήγησαν την αφαιρεθείσα άδεια (14.12.2007), είχαν ως συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω μείωσης της προσωπικής και επαγγελματικής του φήμης ως συνέπεια του ότι "οι ενέργειες αυτές έγιναν άμεσα αντιληπτές από έναν ευρύ κύκλο προσώπων που στοιχημάτιζαν στο πρακτορείο του ενάγοντος αλλά και του δημοσιογραφικού κύκλου που ασχολούνται με το αθλητικό στοίχημα και τα άλλα παίγνια της εναγομένης".
Η εν τέλει διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια ήταν ο ενάγων δικαιούνταν για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης χρηματική ικανοποίηση ποσού 20.000 ευρώ. Η δεύτερη απόφαση εκδόθηκε επί τριών, συνεκδικασθεισών, αγωγών του αυτού ενάγοντος κατά της αυτής εναγομένης, που αφορούσαν προσβολή του έννομου αγαθού της περιουσίας και έκρινε ότι, ειδικά από την ως παράνομη και υπαίτια παράλειψη των διοικητικών οργάνων της εναγομένης να μη επαναχορηγήσουν στον ενάγοντα μετά την αθώωσή του την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου του, αυτός υπέστη περιουσιακή ζημία και συγκριμένα απώλεσε κατά το χρονικό διάστημα των τριών αγωγών (Ιούνιος 2006 έως Δεκέμβριο 2011) διαφυγόντα κέρδη, τα οποία και επιδίκασε, όπως τα επί μέρους χρηματικά ποσά προσδιορίζοντα στην απόφαση αυτή.
Επομένως, η έννομη σχέση που κρίθηκε με την πρώτη τελεσίδικη απόφαση (αδικοπραξία με προσβολή του έννομου αγαθού της προσωπικότητας με συνέπεια την ηθική βλάβη) δεν ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα στη δεύτερη δίκη, στο οποίο φέρεται προς κρίση άλλη έννομη σχέση (αδικοπραξία με προσβολή του έννομου αγαθού της περιουσίας με συνέπεια περιουσιακή ζημία), έστω και αν και στις δύο περιπτώσεις συμπίπτουν εν μέρει τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν τη ζημιογόνα συμπεριφορά του υπαίτιου (παραλείψεις των οργάνων της εναγομένης), διότι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προπαρατιθέμενη νομική σκέψη στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ προδικαστικό ζήτημα αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες και όχι τα τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες.
Το δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει αυτοτελώς τις κρίσεις της πρώτης αποφάσεως για μεμονωμένα στοιχεία της επίδικης έννομης σχέσεως. Είναι άλλο το ζήτημα του αποδεικτικού κύρους των πραγματικών διαπιστώσεων της πρώτης απόφασης στη μεταγενέστερη δίκη, δεδομένου ότι από την πρώτη μπορούν να εξαχθούν δικαστικά τεκμήρια.
Η έννομη σχέση που κρίθηκε με την πρώτη υπ' αριθ. 3107/2014 τελεσίδικη απόφαση θα αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα στην ένδικη υπόθεση εάν με αυτή ζητούνταν, με βάση την κριθείσα προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, η αποκατάσταση άλλων επί πλέον συνεπειών που αιτία θα είχαν αποκλειστικά και μόνον την προσβολή της προσωπικότητάς του, οπότε οι άλλες αυτές συνέπειες θα προϋπέθεταν ως αναγκαίο όρο την κριθείσα τελεσιδίκως έννομη σχέση.
Ή αντίστροφα, τότε θα ήταν προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης δίκης, καλυπτόμενο από το δεδικασμένο, όταν η πρώτη απόφαση είχε κρίνει επί αγωγής αποζημιώσεως του ενάγοντος λόγω της ανωτέρω παράνομης συμπεριφορά της εναγομένης με αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας του λόγω διαφυγόντων κερδών για προγενέστερο του ενδίκου χρονικού διαστήματος.
Εφόσον λοιπόν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα κριθέντα από την υπ' αριθ. 3107/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποτελούν προδικαστικό ζήτημα στις ένδικες τρεις αγωγές και ακολούθως δέχθηκε ότι υφίσταται εξ αυτού δεδικασμένο ως προς το παράνομο και υπαίτιο για τη ζημιογόνα παράλειψη των οργάνων της εναγομένης να μη επαναχορηγήσουν στον ενάγοντα μετά την αθώωσή του την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, και επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος.
Ένα μέλος του δικαστηρίου όμως η Αρεοπαγίτης Α. Περιστεράκη είχε την γνώμη ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει δεδικασμένο από την 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το ζήτημα της αντικειμενικής υπόστασης της αδικοπραξίας ,της υπαιτιότητας των οργάνων της αναιρεσείουσας και της ζημίας. που υπέστη ο αναιρεσίβλητος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της 3107/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατόπιν αγωγής του αναιρεσίβλητου το δικαστήριο της ουσίας κρίνοντας ότι οι αποφάσεις των οργάνων της αναιρεσείουσας α) να ανασταλεί προσωρινά η λειτουργία του πρακτορείου του αναιρεσείοντος χωρίς την προηγούμενη κλήση του για εξηγήσεις και β) και να μην επαναχορηγηθεί η άδεια λειτουργίας του πρακτορείου του, μετά από αίτησή του λόγω της αθώωσής του από το ποινικό δικαστήριο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 2 παρ 2 ν2433/1996 είναι παράνομες γιατί αποτελούν παραλέιψεις νομίμων οφειλομένων ενεργειών που προβλέπονται ρητά από τις κείμενες διατάξεις του κανονισμου της αναιρεσείουσας αλλά και από την αρχή της καλής πίστης που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288ΑΚ καθώς και τη συνταγματική επιταγή για προηγουμένη ακρόαση που της επέβαλαν τη νομική υποχρέωση για την επιχείρηση θετικών ενεργειών που παρέλειψαν καθώς και ότι από την υπαίτια και παράνομη αυτή συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσειουσας ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, κατά τον καθορισμό δε του ύψους αυτής το δικαστήριο έλαβε υπόψη το είδος της προσβολής, το γεγονός ότι οι άνω ενέργειες έγινα άμεσα αντιληπτές από έναν ευρύ κύκλο προσώπων που στοιχημάτιζαν στο πρακτορείο του αναιρεισιβλήτου, αλλά και στους δημοσιογραφικούς κύκλους που ασχολούνται με το αθλητικό στοίχημα και άλλα παίγνια, το βαθμό του πταίσματος της αναιρεσείουσας, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και επιδίκασε το ποσό των 20000 ευρώ, χωρίς να προκύπτει από κάποιο στοιχείο της απόφασης, ότι η επιδικασθείσα άνω χρηματική ικανοποίηση δεν έγινε συνεπεία της άνω σαφώς περιγραφομένης αδικοπραξίας σε βάρος του αναιρεσίβλητου, αλλά λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του και μόνο, αφού δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της απόφασης τέτοια προσβολή της προσωπικότητάς του καθώς και διάταξη σχετικά με την προστασία της προσωπικότητας, η δε αναφορά στο γεγονός ότι οι άνω ενέργειες της αναιρεσείουσας έγιναν αντιληπτές από ένα ευρύ κύκλο προσώπων που στοιχημάτιζαν στο πρακτορείο του αλλά και από δημοσιογράφους που ασχολούνταν με το αθλητικό στοίχημα συνιστά στοιχείο που συνεκτιμάται για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο λόγω της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσείουσας.
Ομως ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο έγινε από την άνω απόφαση λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του, προκειμένου να επιδικαστεί στον προσβληθέντα αποζημίωση υλική ή ηθική θα πρέπει να συντρέχουν οι προυποθέσεις της αδικοπραξίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που συνίστανται στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, που αφενός μεν ανέστειλαν προσωρινά την λειτουργία του πρακτορείου του αναιρεσίβλητου χωρίς προηγούμενη ακρόασή του και αφετέρου δεν του επαναχορήγησαν την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου μετά από αίτησή του λόγω αθώωσής του από το ποινικό δικαστήριο, καίτοι γνώριζαν ότι όφειλαν να προβούν στις ενέργειες αυτές με βάση τον κανονισμό λειτουργίας της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα την ζημία του.
Από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης απορρέουν περισσότερες έννομες συνέπειες, δηλ τόσον προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος όσον και ζημία (υλική και ηθική) έτσι ώστε το δεδικασμένο από την αδικοπρακτική συμπεριφορά που οδήγησε στην προσβολή της προσωπικότητάς του για την οποία επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποιηση λόγω ηθικής βλάβης, να δεσμεύει το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται την επιδίκαση αποζημίωσης με βάση την ίδια αδικοπραξία.
Επομένως, αφού υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και η ιστορική και νομική αιτία είναι η ίδια δηλ. η αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας που συνίσταται στην εξεταζόμενη περίπτωση, στην παράνομη και υπαίτια μη επαναχορήγηση της αδείας λειτουργίας του πρακτορείου στον αναιρεσίβλητο από τα όργανα της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί ζημία και να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με την 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η προσβαλλομένη απόφαση κρίνοντας ότι υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της αδικοπραξίας που τέλεσαν τα όργανα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσίβλητου, με την μη επαναχορήγηση της αδείας λειτουργίας του πρακτορείου, μετά την αίτηση του λόγω αθωώσής του από το ποινικό δικαστήριο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 2 παρ 2 ν2433/1996, από την 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έτσι ώστε αυτός να υποστεί ζημία και επιδίκασε σε βάρος της αναιρεσείουσας διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2007 έως Δεκέμβριο 2011, το ύψος των οποίων από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν δέχθηκε ότι ανήλθε συνολικά στο ποσό των 8.984.011,20 ευρώ, δεν παραβίασε το άρθρο 559αρ 16 ΚΠοΛΔ.
Μετά ταύτα, λόγω της εμβέλειας του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός ως βάσιμος κατά πλειοψηφία, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης και προσθέτων λόγων αναίρεσης και πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ 580 παρ. 3 ΚΠολΔ),να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα (αρθ 495ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (αρθ 179 ,183 ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3154/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ