108/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 108 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated108/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 108 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 108 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 108/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., αμφοτέρων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός τους και αρχικώς διαδίκου Μ. χας Ι. Μ., το γένος Κ. Ν., 3) Ε. χας Ι. Ν., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., 4) Κ. Ν. Ι., κατοίκου ..., 5) Σ. Ν. Ι., κατοίκου ..., 6) Α. χας Α. Ν., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 7) Σ. Ν. του Α., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ... και 8) Κ. Ν. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκπροσωπώντας και τον 1ο Σ. Μ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, οι 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Καραϊσκάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4ος, 5η και 8η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ για την 1η εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Κροκίδας, που δήλωσε ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω 1ης των αναιρεσιβλήτων και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2004 αίτηση των ήδη 3ης, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης και 8ης των αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. χας Ι. Μ., το γένος Κ. Ν., που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1757/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 22-12-2005 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 26-1-2007, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9-2-2007, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 3-12-2007 κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 132/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 19-1-2010 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκε η 1621/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-6-2015 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 4-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους...
Τέλος, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιός του που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του, κατά τα άρθρα 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδάφ.
β’ του ίδιου Κώδικα). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 15-6-2015 κλήση των Σ. Μ. κλπ., επαναφέρεται προς συζήτηση η από 22-12-2005 αίτηση των Μ. χήρας Ι. Μ. κλπ. για αναίρεση της 1757/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση των 132/2009 και 1621/2010 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους.
Την παρούσα συζήτηση επισπεύδουν με την πιο πάνω κλήση τους, που υπογράφεται από τον "πληρεξούσιο δικηγόρο" τους Στέλιο Αντ. Βαγιάνο, οι αναιρεσείοντες, από τους οποίους απεβίωσε, στις 11-6-2009, η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. χήρα Ι. Μ., αλλά τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί, εξ αδιαθέτου, κληρονόμοι της Σ. Μ. του Ι. και Π.
Μ. του Ι., τέκνα της, ήδη δύο πρώτοι των καλούντων. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, από τους καλούντες δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ’ άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, οι 3η (Ε. χήρα Ι. Ν.), 4ος (Κ. Ι. Ν.), 5η (Σ. Ι. Ν.) και 8η (Κ. Α. Ν.), ήτοι οι 2α, 2β, 2γ και 3γ, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, είχαν διορίσει νόμιμα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης, (και) τον Στυλιανό (Στέλιο) Αντ.
Βαγιάνο, δικηγόρο Αθηνών, ο οποίος και υπογράφει την πιο πάνω κλήση, όπως προαναφέρθηκε (σχετ. τα ... και ..., από 15-9-2010, ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Θεοχ. Βασιλάκη, το πρώτο από τους 3η, 4ο και 5η των καλούντων και το δεύτερο από την 8η απ’ αυτούς). Κατά συνέπεια, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί, αφού εγκύρως επέσπευσαν την παρούσα συζήτηση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Η παράθεση των κρίσιμων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι εξασφαλίζει την απ’ αυτό δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οποιασδήποτε μορφής, η οποία επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο ασφαλή κρίση (ΑΠ 1975/2007).
Λόγος αναίρεσης που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990). Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενοι το άρθρο 17 του Συντάγματος και παραθέτοντας την έννοια που αποδίδουν σ’ αυτό, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1757/2005 απόφασή του, παραβίασε τη συνταγματική αυτή διάταξη, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την από 8-9-2004 αίτησή τους για "επανακαθορισμό" αποζημίωσης-οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του αναφερόμενου ακινήτου τους που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνες της πρώτης αναιρεσίβλητης "ΟΣΚ Α.Ε", ήδη "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε", παρά το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με τις από 16-1-2003 και 22-4-2004 αποφάσεις του, έκρινε ότι το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο είχε παραβιάσει τα άρθρα 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, επειδή κατέλαβε το πιο πάνω ακίνητό τους, χωρίς να τους καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, που είχε καθοριστεί, προσωρινά, με τη 1542/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά δεν την εισέπραξαν, εξαιτίας της αμφισβήτησης της ιδιότητάς τους ως συγκυρίων του ακινήτου από αρμόδια όργανα αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) και, συνακόλουθα, της μη αναγνώρισής τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής που κατατέθηκε έγκαιρα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση.
Με αυτό το περιεχόμενο ο παρών λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται όλα τα προαναφερόμενα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο του και ιδίως οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε και το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε με τις επάλληλες αιτιολογίες ότι προσέκρουε στις διατάξεις 1) του δεδικασμένου, που προέκυπτε από την ομολογία για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με την παρακατάθεση του ποσού της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρ. 352 παρ.1, 321, 322 επ.
ΚΠολΔ, 7 παρ.1 ν.δ. 797/1971, ήδη άρθρ.7 παρ.1 ν.2882/2001), 2) των άρθρων 20 παρ.2 εδάφ.γ’ και 29 παρ.2 ν.2882/2001 κατά τις οποίες η αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής δεν είναι παραδεκτή μετά την πάροδο εξαμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας και 3) του άρθρου 544 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά προβλεπόμενους σ’ αυτό δέκα (10) λόγους (ενώ ειδικό λόγο επανάληψης της διαδικασίας προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ.2, 3 και 5 του ν.345/1976 "Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου", με την οποία αίρεται αμφισβήτηση για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου ή κηρύσσεται αναδρομικά ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική, ορισμένη διάταξη νόμου) και, συνεπώς, στην πολιτική δίκη δεν προβλέπεται αναψηλάφηση, 1) λόγω έκδοσης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που διαπιστώνει παραβίαση της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε εκ νέου από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εσωτερικού δικαίου με αυξημένη, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, νομοθετική ισχύ), όπως προβλέπεται στο άρθρο 525 παρ.1, αριθμ.5, του ΚΠοινΔ, αντίστοιχη, όμως, διάταξη δεν θεσπίστηκε και ως επιπρόσθετος λόγος αναψηλάφησης στην πολιτική δίκη (ΑΠ 2071/2006, ΑΠ 1845/2005), παρά την αρχική πρόταση που διατύπωσε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την τροποποίηση του ΚΠολΔ και 2) για λόγους εμφανιζόμενους από την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων της ΕΣΔΑ (ΑΠ 909/2011).
Επισημαίνεται ότι ούτε στο ν.2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων) προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο (άρθρ.22 παρ.1 εδάφ. α’ , 19 παρ.10 εδάφ. β’ του νόμου αυτού και παλαιότερα 19 παρ.16 και 18 παρ.10 ν.δ. 797/1971). Οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, η οποία καθιερώνει ρητά την υποχρέωση των κρατών που έχουν προσχωρήσει σ’ αυτήν να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι και έτσι κατέληξε στην απόρριψη της αίτησής τους. Και ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, για τις ίδιες αιτίες που αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το άρθρ.22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΕισΝΚΠοΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, αφού δεν υποβλήθηκε απ’ αυτήν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2005 και με αύξ. αριθμό κατάθεσης 1581/27-12-2005 αίτηση των Μ. χήρας Ι. Μ., το γένος Κ. Ν. κλπ., για αναίρεση της 1757/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ