Legislator Case Law & Legislation
108/2015 AI generated

108/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 108/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

108/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή εννόμου προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλομένου δανειστού στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαιτήσεως του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη με την ανωτέρω έννοια και αντιστοίχως το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece requesting state lack of standing of association standing of shareholder institution called upon to act request for protection status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 108 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ.Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ζαραφέτα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και 2. Προϊστάμενο του Δημοσίου Ταμείου Β' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης, κατοικοεδρεύοντα στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2285/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-10-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1570/2013 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση ο εκκαλών με την από 28-3-2014 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη ανακοπή το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε την μεταρρύθμιση του προσβαλλομένου πίνακα κατατάξεως δανειστών, προκειμένου να αποβληθεί εξ αυτού ο αναιρεσείων για το χρηματικό ποσό των 15.517, 92 ευρώ, για το οποίο κατετάχθη προς μερική ικανοποίηση απαιτήσεως του και στην θέση του να καταταχθεί το ίδιο. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή και η ασκηθείσα από τον καθ' ού, ήδη αναιρεσείοντα, έφεση απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλομένη απόφαση.

Κατά την έννοια του αρθρ. 118 Κ.Πολ.Δ., δικόγραφο είναι το έγγραφο που πιστοποιεί διαδικαστική πράξη των διαδίκων, δηλαδή πράξη ρυθμιζομένη κατά το πραγματικό και τις έννομες συνέπειές της από το δικονομικό δίκαιο, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία, εξέλιξη ή περάτωση συγκεκριμένης διαδικασίας παροχής εννόμου προστασίας με τη μορφή είτε της οριστικής (ή και προσωρινής) δικαστικής κρίσεως της υποθέσεως κατά την αμφισβητουμένη ή την εκουσία δικαιοδοσία είτε της αναγκαστικής εκτελέσεως προς πραγμάτωση του περιεχομένου των ιδιωτικών δικαιωμάτων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτηση τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτελέσεως, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτηση του δεν κατοικεί στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαιτήσεως του δανειστή που αναγγέλλεται.

Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή εννόμου προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλομένου δανειστού στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαιτήσεως του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη με την ανωτέρω έννοια και αντιστοίχως το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου.

Ωστόσο δεν είναι αναγκαίο το αναγγελτήριο να υπογράφεται από δικηγόρο και μάλιστα μέλος του δικηγορικού συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός, με κύρωση τον αποκλεισμό του αναγγελλομένου δανειστή από τη διανομή του πλειστηριάσματος, αφού το άρθρο 118 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ. απαιτεί την υπογραφή του δικογράφου από δικηγόρο μόνον όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, αρκούμενο κατά τα λοιπά στην υπογραφή του δικογράφου από μόνο το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του.

Υποχρέωση, όμως παραστάσεως του δανειστή με δικηγόρο, προκειμένου να αναγγείλει τις απαιτήσεις του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, δεν προκύπτει από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 972 Κ.Πολ.Δ. ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 94 του ιδίου Κώδικα και 39, 44 και 54 του Κώδικος Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βουλήσεως του αναγγελλομένου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Αντιστοίχως, αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατατάξεως των δανειστών, στους οποίους θα διανεμηθεί το εκπλειστηρίασμα (αρθρ. 974 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεων τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπομένη στο άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ.

ανακοπή κατά του πίνακα (Ολ.ΑΠ 1 και 2/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, τα ακόλουθα: "Ενώπιον της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Χαλκιδικής Μαρίας Αδάμ διενεργήθηκε την 14 Φεβρουαρίου 2007, με επίσπευση του τρίτου δανειστού Ι. Σ., δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός ενός ακινήτου της οφειλέτριας Μ.

συζ. Κ. Ρ., που βρίσκεται στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής και συγκεκριμένα του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας διώροφης κατοικίας, η οποία εκπλειστηριάστηκε αντί του συνολικού ποσού των 17.610 ευρώ και κατακυρώθηκε στον τρίτο πλειοδότη Β. Ρ., ο οποίος προσέφερε τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπερθεματιστής κατέβαλε ολόκληρο το πλειστηριασμό σε μετρητά στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο...

οι δανειστές της οφειλέτριας, κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, ανήγγειλαν τις απαιτήσεις των στην υπάλληλο του πλειστηριασμού. Μεταξύ των δανειστών που αναγγέλθηκαν περιλαμβάνεται το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, διά του Προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, και ο καθ' ου η ανακοπή δικηγόρος Α. Λ.. Το ανακόπτον αναγγέλθηκε για απαίτηση ύψους 254.295,76 ευρώ.

Ο Α. Λ. αναγγέλθηκε με την από 22 Φεβρουαρίου 2007 έγγραφη αναγγελία του για απαίτηση ύψους 83.732 ευρώ, πλέον τόκων, ως προερχόμενη από δικηγορικές αμοιβές. Εξαιτίας του ότι το πλειστηρίασμα δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί ο υπέρ ου η εκτέλεση και οι αναγγελθέντες δανειστές, η υπάλληλος του πλειστηριασμού, ενεργώντας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 974 του Κ.Πολ.Δ., συνέταξε τον 12132/13-4-2007 προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως αναγγελθέντων δανειστών.

Αρχικώς προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα τα έξοδα της εκτελέσεως, τα οποία υπολόγισε στο ποσό των 1.792,08 ευρώ. Ακολούθως, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα, ύψους 15.817,92 ευρώ και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ., κατέταξε τον καθ' ού δικηγόρο, Α. Λ., τον οποίο κατέταξε για το ποσό των 15.517,92 ευρώ, καθώς επίσης και τον επισπεύδοντα Ι.

Σ. για ποσό 300 ευρώ που αφορούσε τα έξοδα. Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατατάχθηκε , διότι το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε". Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η από 22 Φεβρουαρίου 2007 αναγγελία του αναιρεσείοντος, με βάση την οποία αυτός κατετάγη στον ανωτέρω πίνακα είναι άκυρη για το λόγο ότι το σχετικό αναγγελτήριο υπεγράφη μόνο από τον ίδιο, που είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και δεν συνυπεγράφη και από δικηγόρο μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκιδικής, στην περιφέρεια του οποίου διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός και έχει την έδρα της η ως άνω συμβολαιογράφος.

Κατόπιν αυτού, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κρίνοντας με τον ίδιο τρόπο, δέχθηκε ως προς αυτόν την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και μεταρρύθμισε τον ανακοπτόμενο, ως άνω, πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, από τον οποίο απέβαλε τον αναιρεσείοντα και στη θέση του κατέταξε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, παρά το νόμο θεώρησε άκυρη την ανωτέρω αναγγελία, αφού σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, η έλλειψη υπογραφής του αναγγελτηρίου από δικηγόρο μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκιδικής δεν επηρεάζει την ισχύ του. Επομένως ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμη και συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2285/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ