108/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 6894/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1575/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2010 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated108/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 20-9-2005 και με αριθμό καταθέσεως 6894/20-9-2005 αγωγή. Σ' αυτή εξέθεσαν ότι είναι κυρίες των αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) του Α' συγκροτήματος της οικοδομής, που βρίσκεται στον … επί των οδών … αριθμός … και ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 108 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Σ. Κ. του Ι. και 2 Φ. Μ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Διονύσιο Στράνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλλίγερο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 6894/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1575/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2010 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 17-10-2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 109/29-7-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 405/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 20-9-2005 και με αριθμό καταθέσεως 6894/20-9-2005 αγωγή. Σ' αυτή εξέθεσαν ότι είναι κυρίες των αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) του Α' συγκροτήματος της οικοδομής, που βρίσκεται στον … επί των οδών … αριθμός … και ...
αρ. …, αποτελείται από τα υπό στοιχεία Α' και Β' .συγκροτήματα και διέπεται από τις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι κύριος των αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) του Β' συγκροτήματος της παραπάνω οικοδομής, προσβάλλει τα δικαιώματα αυτών (εναγουσών) εκ της οροφοκτησίας με τις εκτιθέμενες σ' αυτήν (αγωγή) αυθαίρετες και παράνομες ενέργειες, που συνίστανται στο ότι αυτός έχει καταλάβει και χρησιμοποιεί αποκλειστικά ακάλυπτο χώρο εκτάσεως 19,10 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στα δύο συγκροτήματα Α' και Β' της ως άνω οικοδομής :
α) με το να έχει αλλάξει την κλειδαριά της εξώθυρας του ως άνω ακάλυπτου χώρου και να έχει μόνο ο ίδιος κλειδί χωρίς να επιτρέπει την είσοδο των εναγουσών στο χώρο αυτό και β) με το να έχει τοποθετήσει στον ως άνω ακάλυπτο χώρο τέντες στους τοίχους και γλάστρες. Ότι ο εναγόμενος με τις ενέργειες του αυτές εμποδίζει την σύγχρηση του ως άνω κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου απ' αυτές (ενάγουσες).
Με βάση το παραπάνω ιστορικό οι ενάγουσες ζήτησαν: να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επιτρέψει την σύγχρηση από τις ενάγουσες του επίδικου κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου και να χορηγήσει σ1 αυτές κλειδί της εξώθυρας προς τον ως άνω ακάλυπτο χώρο, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αφαιρέσει τις παραπάνω τέντες και γλάστρες από τον επίδικο κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο και γ) να απαγορευθεί στον εναγόμενο κάθε στο μέλλον διατάραξη στον ως άνω ακάλυπτο χώρο με απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής σε βάρος του εναγομένου για κάθε παράβαση της απόφασης.
Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 1575/2006 οριστική απόφαση, με την οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι ενάγουσες, την από 18-6-2006 και με αριθμό καταθέσεως 775/19-7-2006 έφεσή τους και ζήτησαν την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη.
Το Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθ. 487/2007 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Κατά της εν λόγω απόφασης οι εκκαλούσες - ενάγουσες άσκησαν την από 24-7-2007 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 1170/2009 απόφαση του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που την έκανε δεκτή στο σύνολό της και αναίρεσε ολικώς την υπ' αριθ. 487/2007 απόφαση. Ειδικότερα η εν λόγω αναιρετική απόφαση έκρινε ότι, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, ως προς την έννοια της υπ' αριθμ. .../1969 σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβ/φου Πειραιώς Νικ.Κορδώση, της αποτελούσας τη βάση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της χρήσης του επιδίκου ακαλύπτου χώρου και ως εκ τούτου έπρεπε μετά από αυτό να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.
ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνισθεί το νόημα της αληθούς βούλησης των μερών, ως προς το ως άνω ζήτημα, με τα μέτρα της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, εν τούτοις παρέλειψε να εφαρμόσει, παρότι έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
και ούτε παρέθεσε, στην προσβαλλομένη απόφασή του στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των ως άνω κανόνων, με αποτέλεσμα να υποπέσει στη νομική πλημμέλεια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης. Ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Α.
θυγατέρα Ε. Α., ήταν αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως 172,11 τ.μ., κατά δε μεταγενέστερη καταμέτρηση 193,86 τ.μ., ευρισκομένου στην ... του ..., επί της συμβολής της δημοτικής οδού ... αριθμός … και της ..., οριοθετούμενου δε ανατολικά με οικόπεδο και ήδη οικία Δ. Χ.
επί πλευράς 9,95μ, δυτικά με την δημοτική οδό ... επί πλευράς 9,95μ, βόρεια με οικία Ε. Μ. και Σ. Σ. επί πλευράς 20,30μ και νότια επί πλευράς 20,30μ με την παραλιακή οδό .... Επί του εν λόγω οικοπέδου είχαν ανεγερθεί (υπήρχαν) τα ακόλουθα κτίσματα : α. τριώροφη ή ημιτριώροφη οικοδομή (στο δυτικό τμήμα του) και β. ισόγειο μαγαζί (στο ανατολικό τμήμα του).
Το ακίνητο αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ.. Ενδιαφερόμενη δε να μεταβιβάσει λόγω προικός τμήματα του εν λόγω ακινήτου της προς Π. Κ. (θυγατέρα της πρωτοξαδέλφης της Ε. συζ. Ι. Α.) και τον σύζυγο της Ι. Κ., στις 8-11-1969 η εν λόγω αποκλειστική κυρία του ακινήτου, ο προαναφερόμενος προικολήπτης και η σύζυγος του Π.
Κ. μετέβησαν στον Συμβολαιογράφο Πειραιά Νικόλαο Κορδώση και προέβησαν στην σύνταξη του υπ' αριθ. .../1969 συμβολαίου, που έχει ως επικεφαλίδα "προικοσύμφωνο διαμερισμάτων κατά το ν. 3741/1929...και πράξις συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας". Στο εν λόγω συμβόλαιο, στο οποίο προσαρτήθηκε και το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρονται μεταξύ άλλων επί λέξει και τα εν συνεχεία ενδιαφέροντα την προκείμενη υπόθεση στοιχεία : "συνιστώσι οριζοντίους ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και τμήματα ορόφων ιδιοκτησίας επί της ως άνω οικίας ως είναι αύτη σήμερον ..και υπάγωσι ταυτην εις τα περί οροφοκτησίας διατάξεις του ν.3741/1929" "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, ούτως ώστε εκάστη τοιαύτη κατ' όροφον ή τμήμα ορόφου ιδιοκτησία μετά της εξ αδιαιρέτου αναλογίας της επί του όλου οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων να αποτελεί, αντικείμενο χωριστής, αυτοτελούς διηρημένης και ανεξαρτήτου ιδιοκτησίας διεπομένη υπό των μνησθεισών περί οροφοκτησίας διατάξεων ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του παρόντος.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ. Η όλη πολυκατοικία απαρτιζόμενη εκ δύο συνεχόμενων αλλήλοις συγκροτημάτων υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α και Β, περιλαμβάνει ήδη κατά μεν το υπό ψηφίον Α' συγκρότημα αυτής το κείμενον επί της γωνίας των οδών ... και ... ημιϋπόγειον, ισόγειον υπερυψωμένον και πρώτον (Α) υπέρ το ισόγειον ορόφους, το δ' επί της ...
έτερον τοιούτον περιλαμβάνει ισόγειον μαγαζείον υπό το ψηφίον Β', δύο κουζίνας και προχείρου αποχωρητηρίου και τον μεταξύ τούτου και της πρώτης οικοδομής ακάλυπτον χώρον - (αυλήν) καλυφθησόμενον και τούτον δι' οικοδομών υπό του δευτέρου τούτου συγκροτήματος, ούτως ώστε τα δύο συγκροτήματα υπό τα ψηφία Α και Β να ευρίσκονται εν επαφή και ηνωμένα....Η όλη πολυκατοικία κατ' αμφότερα τα υπό ψηφία Α και Β συγκροτήματα της ως τελικώς θέλει ανοικοδομηθή, θα περιλαμβάνη ημιϋπόγειον όροφον, τον πρώτον, δεύτερον, τρίτον και τέταρτον υπέρ το ισόγειο ορόφους και το δώμα (ταράτσαν) ...Η όλη πολυκατοικία θα εξυπηρετείται ως εξής ήτοι :
το μεν υπό ψηφίο Α συγκρότημα δια τριών εισόδων εκ της οδού ... και της ..., εξ ων η μία εκ της ... άγει εις τον ημιυπόγειον όροφον, η ετέρα δια του χωλ εις τον ισόγειον όροφον και η τρίτη εις τον α' οροφον και τους λοιπούς καθ' ύψος ορόφους και ετέραν τοιαύτην εκ της ... εξυπηρετούσαν το υπό ψηφίον Β' συγκρότημα του ισογείου και δια του από του βάθους ταύτης αρχομένου κλιμακοστασίου, τους ύπερθεν τούτου μελλοντικούς ορόφους....ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΩΝ Α.
ΗΜΙΥΠΟΓΕΙΟΝ. εκ τούτου το υπό το ψηφίο Α ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ : τούτο εμφαινόμενον εν κατόψει εις το υπ' αριθ. 2 ως άνω σχεδιάγραμμα....συνορεύει ανατολικώς με φωταγωγόν και καλυφθησόμενον χώρον του Β συγκροτήματος...ΤΟ ΥΠΟ ΤΟ ΨΗΦΙΟ Β ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ : τούτο εμφαινόμενον εν κατόψει εις το αυτό ως άνω υπ' αριθ. 2° σχεδιάγραμμα θα περιλαμβάνει α.
κοινοχρήστους και ουχί αποκλειστικής κυριότητος χώρους εμφαινόμενους εις το υπ' αριθ. 1 σχεδιάγραμμα ήτοι της υπό τα αλφαβητικά μικρά ψηφία ζ', δ', δ" , ε', ε, ζ' κοινοχρήστου εισόδου των ύπερθεν του ισογείου ορόφων και εκ του εν συνεχεία και υπό τα μικρά αλφαβητικά ψηφία α, θ, η, θ, η, ζ, α κεντρικού κλιμακοστασίου και φωταγωγού...και β.
ατομικής κυριότητος ιδιοκτησίαν Β. ΙΣΟΓΕΙΟΣ ΟΡΟΦΟΣ : 1ον Α ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ : τούτο εμφαινόμενον εν κατόψει εις το υπ' αριθ. 3 ως άνω σχεδιάγραμμα....συνορεύει ανατολικώς με το υπό στοιχείο Β συγκρότημα και φωταγωγόν τούτου... Γ. ΠΡΩΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ Α ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ : τούτο εμφαινόμενον εν κατόψει εις το υπ' αριθ. 4 ως άνω σχεδιάγραμμα....συνορεύει ανατολικώς με το υπό στοιχείο Β συγκρότημα και κλιμακοστάσιο και φωταγωγό τούτου...Δ.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΤΡΙΤΟΣ, ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΟΡΟΦΟΙ Α ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ...έκαστος των ορόφων τούτων ....θα συνορεύει ανατολικώς με το υπό στοιχείο Β συγκρότημα της πολυκατοικίας και κλιμακοστάσιον και φωταγωγόν τούτου...".
Όπως είναι πρόδηλο, η εν λόγω αποκλειστική κυρία του προαναφερόμενου ακινήτου Α. Α. με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο συνέστησε επ' αυτού, όχι μόνο οριζόντια ιδιοκτησία, όπως αναγράφεται σ" αυτό, αλλά και κάθετη και δη μη γνήσια (μη αμιγή), αφού τα δύο οικοδομήματα του ενιαίου οικοπέδου, χωρίστηκαν και οριζοντίως σε ορόφους ή διαμερίσματα.
Η κάθετη αυτή ιδιοκτησία, συσταθείσα πριν ισχύσει το νδ 24/1971 που την θέσπισε, ισχυροποιήθηκε κατά τα προεκτιθέμενα στην & IV της παρούσης αναδρομικώς, καθόσον δεν κηρύχτηκε άκυρη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, (άρθρο 3 νδ 24/1971). Με το αυτό ως άνω συστατικό της οροφοκτησίας (και συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας) συμβόλαιο, που μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, η ως άνω αποκλειστική κυρία του όλου ακινήτου και των επ' αυτού δύο οικοδομικών συγκροτημάτων συνέστησε προίκα υπέρ της Π.
Κ. και μεταβίβασε λόγω προικός στον σύζυγο αυτής - προικολήπτη Ι. Κ. την ψιλή κυριότητα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου του καθώς και των υπέρ αυτού ανεγερθησόμενων μελλοντικών ορόφων Β, Γ και Δ του Α συγκροτήματος, παρακρατήσασα εφ' όρου ζωής της την επικαρπία τους. Λίγες ημέρες αργότερα με το υπ' αριθ. .../17-11-1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Νικολάου Κορδώση, που μετεγράφη νόμιμα στα αυτά βιβλία μεταγραφών, η εν λόγω Α.
Α. μετεβίβασε στον Κ. Μ. λόγω πωλήσεως και μόνο κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατήσασα εφ' όρου ζωής της την επικαρπία και ετέρα αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία της, ήτοι τον υπό στοιχείο 5Α ισόγειο όροφο του υπό ψηφίο Α συγκροτήματος. Το ποσοστό συμμετοχής της ιδιοκτησίας αυτής στο όλο οικόπεδο είναι 94/1000 εξ αδιαιρέτου Η εν λόγω αυτοτελής ιδιοκτησία δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-4-1982 προικοσυμφώνου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Λιώνη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο …και στον αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Πειραιώς, έχει ήδη περιέλθει στην κυριότητα της δευτέρας των εναγουσών - εκκαλουσών.
Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθ. .../26-10-1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Καλλέργη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … και στον αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, έχει περιέλθει λόγω γονικής παροχής στην κυριότητα της πρώτης των εναγουσών -εκκαλουσών ο πρώτος υπέρ το ισόγειο όροφος του υπό ψηφίο Α συγκροτήματος.
Το ποσοστό συμμετοχής όλων των ιδιοκτησιών της πρώτης ενάγουσας στο όλο οικόπεδο, (συμπεριλαμβανομένων και των μελλοντικών ορόφων) ανέρχεται συνολικά σε 393/1000 εξ αδιαιρέτου, (108+95+95+95). Σημειωτέον ότι το ημιυπόγειο του υπό ψηφίο Α συγκροτήματος έχει περιέλθει στο (μη διάδικο) Π. Δ.. Το ποσοστό συμμετοχής της ιδιοκτησίας αυτής σε ολόκληρο το οικόπεδο είναι 82/1000 εξ αδιαιρέτου.
Με την υπ' αριθ. .../1969 δημόσια διαθήκη της, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Πειραιώς Νικόλαος Κορδόσης και δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθ. 63/9-2-1972 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η Α. Α. κατέλειπε το υπό ψηφίο Β συγκρότημα στην Α. συζ. Α. Γ., η οποία αποδέχτηκε νόμιμα την επαχθείσα κληρονομιά, (βλ.
την υπ' αριθ....1987 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αγγελικής Μανούτσου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών). Η εν λόγω Α. Γ. με το υπ' αριθ. .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αγγελικής Μανούτσου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε στον γυιό της Γ. Γ., εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο τους Α και Β πάνω από το ισόγειο (μελλοντικούς) ορόφους του Β συγκροτήματος κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, ενώ με το υπ' αριθ. .../1988 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που επίσης έχει μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στη νύφη της Μ.
συζ. Γ. Γ. το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου των εν λόγω αυτοτελών ιδιοκτησιών του Β συγκροτήματος. Μετά τον θάνατο της Α. Γ., που έλαβε χώρα το έτος 1997 ο ισόγειος όροφος του υπό στοιχείο Β συγκροτήματος περιήλθε στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο γιό της ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, καθόσον αποδέχτηκε νόμιμα την επαχθείσα κληρονομιά της και μετέγραφε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών την σχετική περί αποδοχής δήλωση.
Επομένως ο εναγόμενος είναι αποκλειστικό κύριος του ισογείου ορόφου του υπό ψηφίο Β συγκροτήματος και συγκύριος κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του πρώτου και του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου. Το ποσοστό συμμετοχής των ως άνω ιδιοκτησιών του Β συγκροτήματος στο όλο οικόπεδο είναι 431/1000 εξ αδιαιρέτου.
Το ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι των αυτοτελών ιδιοκτησιών του A και Β συγκροτήματος, όπως ακριβώς αναφέρεται παραπάνω δεν αμφισβητήθηκε. Όπως προαναφέρθηκε, κατά τη σύσταση της οροφοκτησίας (μη αμιγούς κάθετης και οριζόντιας), στο μεν Α συγκρότημα υπήρχε τριώροφη ή ημιτριώροφη οικοδομή (στο δυτικό τμήμα του όλου οικοπέδου) στο δε Β συγκρότημα ισόγειο μαγαζί (στο ανατολικό τμήμα του).
Μεταξύ των εν λόγω οικοδομών υπήρχε ακάλυπτος χώρος διαστάσεων 9,55μ Χ 2 μ περίπου και επομένως εκτάσεως 19,10 τ.μ.. Ο χώρος αυτός αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αν και με βάση τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη αποτελεί ακάλυπτο χώρο που αφέθηκε ανάμεσα στα δύο συγκροτήματα για να εξυπηρετεί τη κοινή χρήση και επομένως έχουν δικαίωμα συγχρήσεώς του όλοι οι συνιδιοκτήτες των οριζόντιων ιδιοκτησιών αμφοτέρων των συγκροτημάτων, εν τούτοις ο εναγόμενος τον κατέλαβε και τον χρησιμοποιεί ο ίδιος αποκλειστικά, απαγορεύοντας στις ενάγουσες να τον χρησιμοποιούν.
Κατά τη κρίση του δικαστηρίου οι αγωγικοί ισχυρισμοί είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Τη κρίση του αυτή στηρίζει στο προμνησθέν υπ' αριθμ. .../1969 συμβόλαιο, με το οποίο συνεστήθησαν στο όλο ακίνητο οι παραπάνω κάθετες και οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, στο οποίο ο επίδικος χώρος ρητά συμπεριλαμβάνεται στον εδαφικό χώρο που καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο το υπό ψηφίο Β συγκρότημα.
Στο συμβόλαιο αυτό οι δηλώσεις βουλήσεως έχουν εκφρασθεί σαφώς και ορισμένως, χωρίς να καταλείπεται κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο του, έτσι ώστε να μη παρίσταται ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους με τη προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα : 1. η εν λόγω συστατική της οροφοκτησίας πράξη υπό την ένδειξη : "Περιγραφή πολυκατοικίας" αναφέρει ότι "Η όλη πολυκατοικία απαρτιζόμενη εκ δύο συνεχόμενων αλλήλοις συγκροτημάτων υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά ψηφία Α' και Β' περιλαμβάνει ήδη κατά μεν το υπό ψηφίον Α' συγκρότημα αυτής το κείμενον επί της γωνίας των οδών ...
και ... ημιυπόγειον, ισόγειον υπερυψωμένον και πρώτον υπέρ το ισόγειο ορόφους το δε επί της ... έτερον τοιούτον περιλαμβάνει ισόγειον μαγαζείον υπό το ψηφίον Β' με δύο κουζίνας και πρόχειρου αποχωρητηρίου και τον μεταξύ τούτου και της πρώτης οικοδομής ακάλυπτον χώρον - (αυλήν) καλυφθησόμενον και τούτον δι' οικοδομών υπό του δευτέρου τούτου συγκροτήματος, ούτως ώστε τα δύο συγκροτήματα υπό τα ψηφία Α και Β να ευρίσκονται εν επαφή και ηνωμένα ". (βλ. 1η σελίδα του 30U φύλλου αυτής). 2.
Η αυτή συστατική της οροφοκτησίας πράξη υπό την ένδειξη "Περιγραφή πολυκατοικίας" επίσης αναφέρει ότι "Η όλη πολυκατοικία θα εξυπηρετείται ως εξής ήτοι : το μεν υπό ψηφίο Α συγκρότημα δια τριών εισόδων εκ της οδού ... και της ..., εξ ων η μία εκ της ... άγει εις τον ημιυπόγειον όροφον, η ετέρα δια του χωλ εις τον ισόγειον οροφον και η τρίτη εις τον α' οροφον και τους λοιπούς καθ' ύψος ορόφους και ετέραν τοιαύτην εκ της ...
εξυπηρετούσαν το υπό ψηφίον Β' συγκρότημα του ισογείου και δια του από του βάθους ταύτης αρχομένου κλιμακοστασίου, τους ύπερθεν τούτου μελλοντικούς ορόφους...". (βλ. την 1η σελίδα του 4ου φύλλου αυτής). Σημειωτέον ότι η τελευταία των ως άνω εισόδων (εξυπηρετούσα το υπό ψηφίον Β' συγκρότημα αποτελεί τον επίδικο χώρο. 3.
Η αυτή συστατική της οροφοκτησίας πράξη υπό την ένδειξη "Περιγραφή των οριζοντίων ιδιοκτησιών", αναφέρει : "Υπό ψηφίο Β συγκρότημα: "τούτο εμφαινόμενο εν κατόψει εις το υπ' αριθ. 1 ως άνω σχεδιάγραμμα θα περιλαμβάνει α. κοινοχρήστους και ουχί αποκλειστικής κυριότητος χώρους εμφαινόμενους εις το υπ' αριθ. 1 ως άνω σχεδιάγραμμα ήτοι της υπό τα αλφαβητικά μικρά ψηφία ζ', δ', δ" , ε', ε, ζ' κοινοχρήστου εισόδου των ύπερθεν του ισογείου ορόφων και εκ του εν συνεχεία και υπό τα μικρά αλφαβητικά ψηφία α, θ, η, θ, η, ζ, α κεντρικού κλιμακοστασίου και φωταγωγόν....και β.
ατομικής κυριότητος ιδιοκτησίαν, ήτις σήμερον αποτελείται εκ καταστήματος διηρημένου εις δύο χώρους κουζίνας και προχείρου κατασκευάσματος χρησιμοποιουμένου ως αποχωρητηρίου.....Η ισόγειος αύτη οριζόντιος ιδιοκτησία, προστιθεμένων εις την ήδη υπάρχουσαν οικοδομήν των εμφαινομένων εις το υπ' αριθ. 1° ως άνω σχεδιάγραμμα Γ.
Γ. και των ακαλύπτων ήδη χώρων των εμφαινομένων υπό τα μικρά αλφαβητικά ψηφία θ-γ-γ'-η-γ και ε-δ-δ"- ε-ε' εις το ως άνω υπ' αριθ.1ο σχεδιάγραμμα και ούτω η οικοδομηθησομένη επιφάνεια του ισογείου τούτου ορόφου θα είναι η εμφαινομένη εις το αυτό υπ' αριθ. 1° σχεδιάγραμμα υπό τα αλφαβητικά ψηφία Γ-Β-γ-θ-η-δ'- δ"-ε'-ε-δ-Γ έχει ούτω επιφάνειαν μέτρα τετραγωνικά 65....συνορεύει...
δυτικώς με κοινόχρηστον είσοδον , κεντρικόν κλιμακοστάσιον και φωταγωγόν και δια τούτων με το υπό ψηφίο Α συγκρότημα της πολυκατοικίας... (4° φύλλο 2η σελίδα και 5° φύλλο 1η σελίδα). Οι ως άνω αναφερόμενοι ως κοινόχρηστοι χώροι ρητώς αναφέρεται ότι συμπεριλαμβάνονται μόνο στο Β κτηριακό συγκρότημα, που ανήκει στον εναγόμενο (και στη σύζυγο του).
Σημειωτέον ότι τμήμα του υπό στοιχεία α, θ, η, θ, η, ζ, α ακαλύπτου χώρου και ο υπό στοιχεία ε - δ- δ"- ε-ε' ακάλυπτος χώρος αποτελούν τμήμα του επιδίκου. Και είναι μεν αληθές cm μεταγενέστερα ο ακάλυπτος αυτός χώρος (επίδικος) δεν ανοικοδομήθηκε στο σύνολο του με οικοδομές του Β' συγκροτήματος, αλλά παρέμεινε ακάλυπτος, διότι με βάση την εκδοθείσα οικοδομική άδεια για το Β' συγκρότημα, η άμεση δικαιοπάροχος μητέρα του εναγομένου ανήγειρε δύο ορόφους καθ' ύψος του υπάρχοντος ισογείου καταστήματος του, με συνέπεια τα δύο αυτά συγκροτήματα να μην ενωθούν.
Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το υπό της συστατικής οροφοκτησίας ρητώς ορισθέν ότι δηλαδή ο επίδικος χώρος περιλαμβάνεται μόνο στο υπό ψηφίο Β συγκρότημα και ότι δικαιούμενοι ως εκ τούτου σε χρήση του είναι μόνο οι ιδιοκτήτες αυτοτελών ιδιοκτησιών του Β συγκροτήματος. 4. Στην περιγραφή των ορίων του ισογείου διαμερίσματος του Α' συγκροτήματος, που σήμερα ανήκει στην δεύτερη ενάγουσα, αναφέρεται κατά λέξη, ότι αυτό συνορεύει " ανατολικώς με το υπό το στοιχείο Β' συγκρότημα και φωταγωγόν τούτου....", (βλ.
τη 2η σελίδα του 5ου φύλου της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης), δηλαδή το φωταγωγό του Β' συγκροτήματος, που αποτελεί τμήμα του επιδίκου χώρου, 5. Στην περιγραφή των ορίων του διαμερίσματος α' ορόφου του Α' συγκροτήματος, που σήμερα ανήκει στην πρώτη ενάγουσα, η συστατική της οροφοκτησίας πράξη αναφέρει κατά λέξη, ότι αυτό συνορεύει "....ανατολικώς με το υπό στοιχείο Β' συγκρότημα και κλιμακοστάσιον και φωταγωγόν τούτου...." δηλαδή του Β' συγκροτήματος, 6.
Οι υπό τον τίτλο "Β - Γ και Δ μελλοντικοί όροφοι του Α' συγκροτήματος" κατά την περιγραφή των ορίων τους στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη αναφέρονται κατά λέξη, ότι αυτοί θα συνορεύουν "....ανατολικώς με το υπό στοιχεία Β συγκρότημα της πολυκατοικίας και κλιμακοστάσιον και φωταγωγόν τούτου" και 7. Στην περιγραφή των ορίων του ημιυπόγειου διαμερίσματος του Α' συγκροτήματος, που σήμερα ανήκει στον (μη διάδικο) Π.
Δ., η συστατική της οροφοκτησίας πράξη αναφέρει ότι αυτό συνορεύει "....ανατολικώς με φωταγωγόν και καλυφθησόμενον χώρον του Β' συγκροτήματος....", που είναι ο επίδικος χώρος. Εξάλλου από την επισκόπηση της παραπάνω πράξης συστάσεως οριζοντίων και κάθετων ιδιοκτησιών περιγράφονται λεπτομερώς και χωριστά για καθένα των συγκροτημάτων Α' και Β' οι κοινόχρηστοι χώροι και οι αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκουν σε καθένα απ' αυτά.
Έτσι, ως προς το στοιχείο Β' συγκρότημα, περιγράφονται, ότι ανήκουν σ' αυτό, οι εξής κοινόχρηστοι χώροι, με αναφορά σε σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., που είναι προσαρτημένο στην εν λόγω πράξη: 1) η υπό αλφαβητικά μικρά ψηφία ζ - δ' - δ" - ε' - ε - β - ζ' κοινόχρηστη είσοδος των "ύπερθεν του ισογείου ορόφων", δεδομένου ότι το ισόγειο κατάστημα του εναγομένου είχε αυτοτελή είσοδο και 2) το "εκ του εν συνεχεία (του προηγούμενου) και υπό τα μικρά αλφαβητικά ψηφία α - θ - η - δ' - ζ' - α κεντρικό κλιμακοστάσιο και φωταγωγό".
Συνεπώς, ολόκληρος ο υπό στοιχείο 1 προπεριγραφόμενος χώρος, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και συγκεκριμένα κοινόχρηστη είσοδο, μόνο όμως του υπό στοιχείο Β' συγκροτήματος της αποκλειστικής κυριότητος του εναγομένου και τμήμα του εν συνεχεία της εισόδου αυτής υφισταμένου φωταγωγού, αποτελούντος όμως και αυτού κοινόχρηστου χώρου μόνο του Β" συγκροτήματος, είναι ακριβώς ο επίδικος χώρος.
Το γεγονός ότι ο επίδικος χώρος ορίστηκε με την συστατική της οροφοκτησίας πράξη ως κοινόχρηστος χώρος μόνο του Β συγκροτήματος αποδεικνύεται σαφώς και από την περιγραφή της επίδικης κοινόχρηστης εισόδου του Β' συγκροτήματος στην εν λόγω πράξη, όπου αναφέρεται κατά λέξη "....και ετέρα τοιαύτη (είσοδος) εκ της ...
εξυπηρετούσαν το υπό στοιχείο Β' συγκρότημα του ισογείου και δια του βάθους ταύτης αρχομένου κλιμακοστασίου τους ύπερθεν τούτου μελλοντικούς ορόφους, έχει εγκαταστάσεις ύδατος (ΟΥΛΕΝ) και ηλεκτρικού προς φωτισμόν.". Δηλαδή, παρά το γεγονός, ότι ο εν λόγω επίδικος χώρος είχε επί των τοιχίων του υπάρχοντος τότε ομόρου Α' συγκροτήματος, (αφού το Β' συγκρότημα δεν είχε ακόμη ανεγερθεί) - ήδη εγκαταστάσεις ύδρευσης (ΟΥΛΕΝ) και φωτισμού, εν τούτοις ρητά καθορίστηκε, ότι αυτός θα αποτελεί κοινόχρηστη είσοδο αποκλειστικά και μόνο για το Β' συγκρότημα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση ήχθη στην αυτή παραδοχή σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι και έλαβε υπόψη τις σαφείς ρυθμίσεις της συστατικής της οροφοκτησίας τα δε περί του εναντίου υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους, είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα.
Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση εφέσεως τους οι ενάγουσες παραπονούνται αντιστοίχως ότι η εκκαλουμένη "δεν έλαβε υπόψη την πραγματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και υπήρχε στον επίδικο χώρο, ότι συνήγαγε εσφαλμένα τεκμήρια από την ανακληθείσα υπ'αριθ.51/1988 οικοδομική άδεια και τέλος ότι δεν έλαβε υπόψη της τα λογικώς προκύπτοντα σε σχέση με την λειτουργικότητα και χρηστικότητα της οικοδομής".
Τα παράπονα αυτά είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα για τους ακόλουθους λόγους : Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών γίνεται είτε με την συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας ή της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών ή οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 & 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν δεν γίνει τέτοιος προσδιορισμός ισχύει ο προσδιορισμός που ορίζει ο νόμος στα άρθρα 2 του ν 3741/1929 και 1117 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση με την συστατική της οροφοκτησίας πράξη ο επίδικος εδαφικός χώρος δεν ορίστηκε ότι αποτελεί κοινόχρηστο ή κοινόκτητο πράγμα αμφοτέρων των συγκροτημάτων. Αντίθετα προσδιορίζεται ως κοινόχρηστη είσοδος των ύπερθεν του ισογείου ορόφων του Β συγκροτήματος και κεντρικό κλιμακοστάσιο - φωταγωγός.
Επίσης δεν προέκυψε η ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας όλων των ιδιοκτητών αμφοτέρων των συγκροτημάτων, περιεχόμενη σε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μετεγράφη, η οποία να προσδιορίζει ότι ο χώρος αυτός αποτελεί πράγμα κοινής χρήσεως και για τους ιδιοκτήτες αυτοτελών ιδιοκτησιών και του Α συγκροτήματος.
Εξάλλου η συστατική της οροφοκτησίας πράξη, περιλαμβάνοντας στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα την κεντρική θέρμανση, ορίζει ότι αυτή θα εγκατασταθεί στον υπόγειο χώρο και όχι στον επίδικο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγουσες. Τέλος η επί σειρά ετών διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση επί ακινήτων υπαγομένων στο θεσμό της οροφοκτησίας δεν μπορεί να καταστήσει κοινόχρηστο πράγμα, ένα πράγμα που δεν έχει ορισθεί κατά ως άνω ως τοιούτο.
Σε κάθε όμως περίπτωση η επί σειρά ετών διαμορφωθείσα κατάσταση στον επίδικο χώρο είναι τελείως διαφορετική με την περιγραφόμενη στην αγωγή, καθόσον αποδείχθηκε ότι ούτε οι ενάγουσες, ούτε ο Π. Δ., ιδιοκτήτης του ημιυπόγειου του Α συγκροτήματος (ούτε οι δικαιοπάροχοι τους) είχαν ή χρησιμοποιούσαν ποτέ τον επίδικο χώρο για οποιαδήποτε χρήση ή την επίδικη είσοδο για την πρόσβαση τους στις ιδιοκτησίες τους, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχαν τρεις άλλες αυτοτελείς εισόδους αλλά και εγνώριζαν, ότι δεν είχαν δικαίωμα σύγχρησης του επιδίκου.
Αποδείχτηκε επιπλέον ότι παλαιότερα στην αρχή της επίδικης εισόδου υπήρχε σιδερένια πόρτα με κλειδαριά, τα κλειδιά της οποίας είχε αποκλειστικά και μόνο η δικαιοπάροχος μητέρα του εναγομένου, τον επίδικο δε ακάλυπτο χώρο χρησιμοποιούσε μόνο η ίδια, ως υπαίθριο αποθηκευτικό χώρο, κυρίως για την εναποθήκευση διαφορών πραγμάτων του παρακείμενου καταστήματός της (π.χ.
βαρελιών κλπ.). Μετά το έτος 1988 τοποθέτησε νέα σιδερένια αυλόπορτα, σε αντικατάσταση της παλαιότερης, πάλι με κλειδαριά, τα κλειδιά της οποίας είχε μόνο η ίδια (μητέρα του εναγομένου) και στη συνέχεια ο εναγόμενος, ο οποίος έκανε αποκλειστική χρήση τόσο της επίδικης εισόδου όσο και του επίδικου ακάλυπτου χώρου, στο δε συνεχόμενο αυτής της πόρτας ακάλυπτο χώρο αυτός έχει τοποθετήσει τέντες και ζαρντινιέρες, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από τις ενάγουσες".
Και υπό τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ" όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημα των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009). Δεν ιδρύεται επίσης ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (Α.Π. 45/2006).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 338 και 559 αριθ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και από το περιεχόμενο της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που προβάλλεται από τους διαδίκους δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, ώστε δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εφόσον το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά (Α.Π. 488/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8, διότι, κατά τις αναιρεσείουσες, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς τους, ότι το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστο χώρο όλων των ιδιοκτησιών και όχι μόνο του ενός κτιριακού συγκροτήματος, για τους λόγους που επικαλούνται. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όλοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, τα δε επιχειρήματα που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες δεν αποτελούν "πράγματα" και δεν μπορούν να στηρίξουν την εν λόγω πλημμέλεια.
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι δι' αυτής έγινε δεκτή η συνδρομή σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας στο ακίνητα των διαδίκων, χωρίς να προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από κάποια διάδικη πλευρά. Τα ανωτέρω δεν ιδρύουν, όπως προαναφέρθηκε, την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, διότι το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά στους προσήκοντες κανόνες δικαίου και, συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο και γι' αυτό η απόφαση του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως πλήσσεται με λόγο αναίρεσης.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δέσμευση δεν υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά απ' ό,τι η απόφαση που αναιρέθηκε, χωρίς η περί τούτου κρίση του να ελέγχεται αναιρετικώς, επιδέχονται νομική λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση (ΑΠ 146/2009, Α.Π. 1054/2010, Α.Π. 1450/2006, Α.Π. 194/2004, Α.Π. 7/2001).
Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις, που δηλώθηκαν.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει αυτή εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως.
Αν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτού, που καθιερώνουν οι πιο πάνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Α.Π. 1581/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης διατείνονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αρ. 1170/2009 αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αρ. 487/2007 απόφαση αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση.
Από την επισκόπηση όμως των δύο προαναφερόμενων αποφάσεων προκύπτει ότι το Εφετείο με την προηγούμενη αναιρεθείσα απόφαση δέχθηκε έμμεσα ότι υπήρχε κενό και αμφιβολία, ως προς το δικαίωμα χρήσης της ακάλυπτης έκτασης των 19,10 τ.μ. του ενιαίου οικοπέδου, στο οποίο είχαν ανεγερθεί δύο οικοδομές, στην υπ'αριθ. .../1969 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμ/φου Πειραιώς Νικ.
Κορδούση και ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., που έπρεπε να εφαρμόσει για να αποσαφηνίσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη μερών. Αντίθετα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι δηλώσεις βουλήσεως έχουν εκφρασθεί σαφώς και ορισμένως, χωρίς να καταλείπεται κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο τους, έτσι ώστε να μην παρίσταται ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους με την προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., περαιτέρω δε εξειδικεύθηκαν τα σημεία του περιεχομένου της ως άνω πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, από τα οποία προκύπτει ότι η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να καλυφθεί ο επίδικος ακάλυπτος χώρος (αυλή) δι' οικοδομών από τους κυρίους του δεύτερου συγκροτήματος, έτσι ώστε τα δύο κτιριακά συγκροτήματα υπό τα ψηφία Α και Β να βρίσκονται ενωμένα σε επαφή.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., αφού ο Άρειος Πάγος με την προαναφερόμενη απόφαση του δεν έκρινε ότι στην επίμαχη δικαιοπραξία υπήρχε κενό ή αμφιβολία αλλά ότι το Εφετείο προηγουμένως είχε κρίνει, έστω και έμμεσα, ότι υπήρχε κενό και αμφιβολία και ότι, συνεπώς, έπρεπε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στους οποίους δεν προσέφυγε υποπίπτοντας έτσι στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται λόγος, ότι τέτοιο κενό ή αμφιβολία, ως προς τη βούληση των συμβαλλομένων σχετικά με τη χρήση του ακάλυπτου χώρου των 21,10 τ.μ., δεν υπάρχει, χωρίς να υφίσταται δέσμευση του επανακρίνοντος την υπόθεση στο σύνολο της Εφετείου από την αναιρετική 1170/2009 απόφαση, αφού, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη νομική σκέψη, η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ημερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).
Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/192 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.
Περαιτέρω από την πιο πάνω διάταξη του ν. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (Κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο.
Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους (ΑΠ 115/2003).
Γι' αυτό δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Τέλος, με την συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, μπορεί να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση ενός κοινόκτητου πράγματος σε ένα ή περισσότερους συνιδιοκτήτες με αντίστοιχο αποκλεισμό άλλων.
Στην τελευταία όμως περίπτωση το παρεχόμενο στον ιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόκτητου πράγματος της οικοδομής δεν περιέχει και εξουσία άρσεως του προβλεπόμενου προορισμού αυτού (Α.Π. 532/2009 Α.Π. 847/2001).
Το Εφετείο με τις προαναφερθείσες κρίσεις του, που οδήγησαν στην απόρριψη της έφεσης, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, διαλαμβάνοντας ιδία ότι ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου που υφίσταται μεταξύ των δύο ομόρων οικοδομών, αποτελεί κοινόχρηστο χώρο μόνο του με στοιχ.Β συγκροτήματος. Οι παραδοχές αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ ως προς κάποιες αιτιάσεις του, που υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του αρ. 19 πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. "...δεν εξηγείται πως μπορεί ένας τέτοιος όρος να είναι ισχυρός όταν σε αυτόν (τον χώρο) υπάρχουν κοινές εγκαταστάσεις...."), ο τέταρτος λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 109/29-7-2010 αίτηση για αναίρεση της 405/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.-
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ