Legislator Case Law & Legislation
108/2012 AI generated

108/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 108/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 108 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2012

Legislator headnote

AI generated

108/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 108 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 108 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. του Ν. και 2.Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Π. Α., κατοίκων ήδη ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 30 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 92/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Οκτωβρίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ. Δικ., όπως εκτιμάται, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 505 και 509 του Α.Κ. συνάγεται ότι η δωρεά ανακαλείται με δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, όταν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος προς το δωρητή ή το σύζυγο ή στενό συγγενή του. Ως αχαριστία νοείται οποιαδήποτε βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, η οποία αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων που επικρατούν στην κοινωνία για την ηθική ή την ευπρέπεια και οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού (ΑΠ 1982/2006). Η δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς λόγω αχαριστίας πρέπει να αναφέρει και τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν, το παράπτωμα του δωρεοδόχου προς διαμόρφωση σαφούς καταστάσεως, μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου (ΑΠ 648/2008), επιφέρει δε τα αποτελέσματά της αφότου περιέλθει στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος που τη θεμελιώνει είναι νόμιμος και αληθινός (Α.Π. 1529/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της έφεσης του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, έγινε δεκτή η αγωγή αυτού για αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης δήλωσης ανακλήσεως δωρεάς των αναιρεσειόντων-εναγομένων (δήλωση, που αφορούσε συσταθείσα, με τη δωρεά, δουλεία διόδου σε ακίνητο των αναιρεσειόντων υπέρ γειτονικού ακινήτου του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος), το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής ως προς ενδιαφέρον την υπόθεση κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης για ανάκληση της δωρεάς δουλείας διόδου λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, επειδή οι σχέσεις των διαδίκων, οι οποίες στην αρχή ήταν ομαλές, εξελίχθηκαν μεταγενεστέρως άσχημα με συχνούς διαπληκτισμούς και αντεγκλήσεις, οι εφεσίβλητοι επέδωσαν στις 29-12-2002 στον εκκαλούντα την υπ' αρ. 3796 από 18-10-2002 μονομερή ανάκληση της ως άνω δωρεάς με την οποία ανακαλούσαν τη δωρεά για τους λόγους ότι α) ..., δ) ο δωρεοδόχος επιδεικνύει απαράδεκτη συμπεριφορά εις βάρος των δωρητών με βλαπτικές υλικές πράξεις που διαταράσσουν την ιδιοκτησία τους αλλά και με λόγια που θίγουν την τιμή και την υπόληψή τους ... . Η επίκληση όμως της "επίδειξης από το δωρεοδόχο απαράδεκτης συμπεριφοράς εις βάρος του δωρητού με βλαπτικές υλικές πράξεις που διαταράσσουν την ιδιοκτησία του, αλλά και με λόγια που θίγουν την τιμή και την υπόληψη τους" πάσχει αοριστία, αφού δεν προσδιορίζονται στη δήλωση της ανάκλησης, ούτε περιγραφικά ούτε χρονικά σε τι συνίστανται τα λόγια με τα οποία φέρεται ότι θίγεται η τιμή και η υπόληψη των δωρητών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το αν ο επικαλούμενος λόγος ανάκλησης συνιστά το κατ' άρθρο 505 του Α.Κ. βαρύ παράπτωμα αχαριστίας των δωρεοδόχων και η άσκηση ανταπόδειξης εκ μέρους του εκκαλούντος ..., ενόψει μάλιστα και της διάταξης του άρθρου 510 του Α.Κ. κατά την οποία ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται αν περάσει έτος αφότου ο δωρητής πληροφορήθηκε το λόγος της ανάκλησης". Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι δεν προσδιόρισαν, με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, σε τί συνίστατο η εξυβριστική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος δωρεοδόχου, έτσι ώστε να καθίσταται αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης το εάν μπορούσε αυτή η συμπεριφορά να υπαχθεί στην αόριστη νομική έννοια της αχαριστίας και να αποτελέσει λόγο ανακλήσεως της δωρεάς, ήταν αόριστη η αγωγή κατά το μέρος αυτό και το Εφετείο με την πιο πάνω κρίση του δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 509 του Α.Κ., ο δε αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του Ν.Δ. 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου συστάσεως της επίδικης δουλείας διόδου, "απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπον σύστασις δουλειών επί των ακινήτων, μη ρητώς προβλεπομένων υπό του παρόντος Κανονισμού, εφόσον αύται συνεπάγονται περιορισμόν της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων ή των εγκαταστάσεων αυτών μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων υπό των εν ισχύι πολεοδομικών διατάξεων. Η μετά την ισχύν του παρόντος σύστασις των ως άνω απαγορευμένων δουλειών, είναι αυτοδικαίως άκυρος. Της απαγορεύσεως εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφ' όσον αύτη αποτελεί την μοναδικήν προς κοινόχρηστον χώρον δίοδον οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς δομικώς ορόφου αυτού". Κατά το άρθρο δε 125 παρ. 2 του ίδιου ν. δ/τος προβλέπεται ότι δεν ισχύει το άρθρο 100 "δια τας εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων των οικισμών περιοχάς όπως και δια τους οικισμούς τους στερημένους σχεδίου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για περιοχές εντός εγκεκριμένων σχεδίων οικισμών, καθιερώνεται ο κανόνας της απαγορεύσεως συστάσεως δουλείας που δεν προβλέπεται από τον ως άνω Κανονισμό, εφόσον η δουλεία συνεπάγεται περιορισμό της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων ή των εγκαταστάσεων αυτών μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων υπό των οικείων πολεοδομικών διατάξεων, η απαγόρευση όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και τη σύσταση δουλείας διόδου εφόσον αυτή αποτελεί τη μοναδική προς κοινόχρηστο χώρο δίοδο οικοπέδου ή κτιρίου κ.λ.π. Η ως άνω απαγόρευση της συστάσεως δουλείας διόδου, που συνεπάγεται, κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ., ακυρότητα της συνιστώμενης δουλείας, εφόσον δεν αποτελεί τη μοναδική προς κοινόχρηστο χώρο (οδό, πλατεία.λ.π.) δίοδο οικοπέδου ή κτιρίου κ.λ.π., δεν ισχύει και συνεπώς είναι επιτρεπτή η σύσταση δουλείας διόδου και υπέρ ακινήτου μη στερούμενου άλλης διόδου, όταν πρόκειται για ακίνητα κείμενα εκτός εγκεκριμένων σχεδίων οικισμών ή σε οικισμούς στερούμενους σχεδίου. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2 566 παρ. 1, 577 παρ 3 και 578 Κ. Πολ. Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ. Πολ. Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Σύμφωνα δε με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δικ, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου κατά την εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 536/1982) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Α.Π. 182/1992). Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δέχθηκε την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου προς έγερση της αγωγής του για αναγνώριση έναντι των αναιρεσειόντων της ακυρότητας της γενόμενης από αυτούς ανακλήσεως της επίμαχης δωρεάς δουλείας διόδου, ενώ το δεσπόζον ακίνητο του αναιρεσιβλήτου δεν εστερείτο διόδου και συνεπώς η δωρεά δουλείας (δεύτερης) διόδου ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου του άρθρου 100 παρ.1 του Ν.Δ. 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού". Επομένως, εφόσον δεν αναφέρεται με το αναιρετήριο, αν τα γειτονικά ακίνητα των διαδίκων ήταν κατά το χρόνο συστάσεως της δουλείας διόδου εντός εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου, ώστε να έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 100 του ν.δ. 8/1973 (αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 25 του ν. 1577/1985), ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της ένδικης αγωγής, είναι αόριστος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2009 αίτηση του Δ. Κ. κλπ για αναίρεση της 92/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ