Legislator Case Law & Legislation
108/2011 AI generated

108/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 108/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 108 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 108/2011

Legislator headnote

AI generated

108/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 108 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 108/2011

Keywords

AI generated
rights of landowner previous legal status registration of legal lien title to property property rights proof of ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 108 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 108/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. χας Ι. Κ., το γένος Μ. Ε., 2. Α. θυγ. Ι. Κ. και 3. Ε. θυγ. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μανιάτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Α. Χ., το γένος Κ. Γ. , κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κοσμόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠΟλΔ, 2. Π. Σ. του Α., 3. Θ. συζ. Π. Σ., το γένος Β. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βραχά, 4. Γ. Β. του Δ. και 5. Α. συζ. Γ. Β., το γένος Χ.-Μ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 6-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, β) με την από 16-7-2003 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση των Γ. και Α. Β. ήδη 4ος και 5η αναιρεσιβλήτων, γ) και με την από 16-7-2003 προσεπίκληση των Π. Σ. και Θ. Σ., 2ος και 3η αναιρεσιβλήτων και δ) την από 20-10-2003 πρόσθετη παρέμβαση της Μ. Α. Χ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4483/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4482/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-5-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 2-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, ότι δηλαδή αυτές και ο δικαιοπάροχός τους άσκησαν στο επίδικο ακίνητο τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή τους πράξεις νομής από το έτος 1972 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (6.62003) κρίνοντας, ότι αυτές δεν απέκτησαν τη νομή του επιδίκου ακινήτου και κατ' επέκταση τη συγκυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../1925 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Θεοδώρου Τσάκωνα, που νόμιμα μεταγράφηκε, ο Γ. Σ. πώλησε στους συνεταιρισμούς : α) αποκατάστασης καλλιεργητών Πικερμίου - Λιόπεσι και β) αποκατάστασης καλλιεργητών Πικερμίου - Σπάτα, κοινά και αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, το αγρόκτημα Πικερμίου, που βρίσκεται στην Αττική, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Κρωπίας, και συνορεύει γύρωθεν με όρια Ντράφι, Νταού Πεντέλης, Ραφήνας, Βουρβά, Μεγάλη Γέφυρα, οδό Μαραθώνος και Παλιόμυλο, και αποτελείται από ένα τμήμα δασώδους έκτασης και από ένα άλλο τμήμα καλλιεργήσιμο (αγροί και αμπέλια). Το 1926 οι παραπάνω συνεταιρισμοί προέβησαν σε διανομή του αγορασθέντος κτήματος Πικερμίου, δυνάμει του .../1926 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Νίκα, που νόμιμα μεταγράφηκε. Ειδικότερα, με βάση το από 27-2-1926 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Π., διένειμαν το αγροτεμάχιο σε δύο ίσα τεμάχια προς ανατολάς της οδού Αγίας Παρασκευής, που εμφαίνονται με τα στοιχεία Α και Β και σε άλλα δύο ίσα τεμάχια, προς δυσμάς της οδού Αγίας Παρασκευής, που εμφαίνονται με τα στοιχεία Γ και Δ, και έλαβε ο μεν συνεταιρισμός Σπάτων τα με στοιχεία Α και Γ τεμάχια, ο δε συνεταιρισμός αποκατάστασης καλλιεργητών Πικερμίου - Λιόπεσι, συμμορφούμενος με το σκοπό του καταστατικού του και την 7981/1926 διαταγή του Υπουργείου Γεωργίας, κατένειμε στους συνεταίρους, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, την έκταση των τμημάτων Β και Δ, κατά ποσοστό 1/200 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσε σε μια λωρίδα δάσους και σε ένα διακεκριμένο τμήμα αγρού ή αμπέλου έκτασης 2.800 τμ περίπου. Έτσι, με το .../1926 συμβόλαιο του Συμ/φου Κρωπίας Αναστασίου Σπηλιανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο συνεταιρισμός αποκατάστασης καλλιεργητών Πικερμίου - Λιόπεσι μεταβίβασε ποσοστό 1/200 εξ αδιαιρέτου της παραπάνω δασικής έκτασης στο συνεταίρο Κ. Χ. του Σ. κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, και με το .../1926 συμβόλαιο του ίδιου Συμ/φου μεταβίβασε το αυτό ποσοστό στον επίσης συνέταιρο Α. Σ. του Δ. . Από την κτήση ταυ παραπάνω αγροτεμαχίου οι 200 αρχικοί συνέταιροι κατέλαβαν τη μεταβιβασθείσα έκταση κατά το ανήκον στον καθένα τους ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ενεργώντας επ' αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής. Στη συνέχεια, ο άνω συγκύριος Α. Σ. ή Τ. του Δ., μεταβίβασε στον προαναφερόμενο Κ. Χ. του Σ.και το δικό του ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του .../1929 συμβολαίου του ίδιου Συμβολαιογράφου, με αποτέλεσμα να αποκτήσει ο τελευταίος συνολικά ποσοστό 2/200 εξ αδιαιρέτου επί της παραπάνω έκτασης. Από τους συγκυρίους της όλης έκτασης, ο Σ. Γ., η Α. χήρα Α. Π., ο Ε. Π., ο Δ. Π., η Φ. σύζυγος Κ. Τ., ο Ε. Α., ο Σ. Α., ο Β. Α., η Φ. σύζυγος Χ. Ν., ο Κ. Χ., ο Γ. Κ. και ο Ν. Γ. ή Α., ισχυρίζονταν ότι αυτοί νέμονταν και κατείχαν από το 1926 διακεκριμένο ο καθένας τους τμήμα της παραπάνω δασώδους έκτασης δυνάμει άτυπης διανομής, που είχε γίνει μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί έκαστος κύριος των διακεκριμένων τμημάτων. Λόγω της παραπάνω αμφισβήτησης, ο συνεταιρισμός "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ", που ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 12,30/200 εξ αδιαιρέτου, καθώς και ο Α. Ζ., συγκύριος επίσης της ως άνω έκτασης κατά ποσοστό 132/200 εξ αδιαιρέτου, άσκησαν κατά των πιο πάνω και εναντίον όλων των λοιπών συγκυρίων την από 17-5-1967 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι αυτοί (οι ενάγοντες) και όλοι οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι της δασώδους έκτασης κατά το ανάλογο, ο καθένας τους, ποσοστό εξ αδιαιρέτου, και όχι κύριοι διακεκριμένων τεμαχίων αυτής. Με την 14603/1968 προδικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκαν αποδείξεις όσον αφορά τους παραπάνω εναγομένους, που αντέλεξαν. Κατά τη διάρκεια των αποδείξεων, οι τότε ενάγοντες, για να αποφύγουν τις δικαστικές διενέξεις, αναγνώρισαν ότι οι άνω αντιλέξαντες εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και ο Κ. Χ., νέμονταν από το 1926, συνεχώς και αδιαλείπτως διακεκριμένα τμήματα της προαναφερομένης έκτασης. Έτσι, κατόπιν της άνω αναγνώρισης, οι ενδιαφερόμενοι προέβησαν με τους τότε ενάγοντες στη σύνταξη της με αριθμό .../1972 πράξης καθορισμού ορίων της Συμ/φου Κρωπίας Αικατερίνης Μπραΐμη - Καρασίμου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Από την πράξη αυτή προκύπτει ότι το με αριθμό 1 του 150ου οικοδομικού τετραγώνου, που αποτυπώνεται στο από 20-1-1972 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Α. και το οποίο προσαρτάται στην εν λόγω πράξη, αναγνωρίστηκε ότι ανήκει εξ αδιαιρέτου σε όλους του πιο πάνω αντιλέξαντες τότε εναγομένους. Οι τελευταίοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και οι Σ. Χ., Δ. Χ., Γ.-Σ. Χ. και Ν. Χ., τέκνα του άνω Κ. Χ., που στο μεταξύ τον κληρονόμησαν, συμφώνησαν με τον τοπογράφο μηχανικό Γ. Α., που είχε εκπονήσει το άνω σχεδιάγραμμα, που προσαρτήθηκε στην πράξη (.../1972), να του πουλήσουν και να του μεταβιβάσουν έναντι τιμήματος 40.000 δραχμών το επίκοινο ακίνητο τους, δηλαδή το με αριθμό 1 του 150 οικοδομικού τετραγώνου. Για τη συμφωνία τους αυτή καταρτίστηκε το με αριθμό .../19-7-1972 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Λιακάκου. Πλην, όμως, οι παραπάνω δεν προχώρησαν και στην υπογραφή οριστικού συμβολαίου. Ο Γ. Α., ο οποίος είχε λάβει στη νομή του το παραπάνω ακίνητο από 19-7-1972, συμφώνησε εν συνεχεία με τον Η. Κ., που ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή του Ι. Κ. (συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, των εναγουσών - εκκαλουσών), μονίμου κατοίκου ..., να του πωλήσει και να του μεταβιβάσει την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, έναντι τιμήματος 95.000 δραχμών. Για το σκοπό αυτό συνάφθηκε μεταξύ τους το .../20-10-1972 συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Ειρήνης Ρουσσάκη και καταβλήθηκε από τον Η. Κ. ολόκληρο το τίμημα. Όμως, το οριστικό συμβόλαιο δεν υπογράφτηκε μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών. Παρά ταύτα, ο Γ. Α. μεταβίβασε τη νομή του οικοπέδου αυτού στον Η. Κ., που ενεργούσε με την προαναφερομένη ιδιότητα, και ο οποίος έκτοτε (20-10-1972) ασκούσε τη νομή επί του επιδίκου ακινήτου για λογαριασμό του ανιψιού του Ι. Κ. . Ειδικότερα, ο τελευταίος, μέσω του εν λόγω αντιπροσώπου του, περιέφραξε το 1973 το επίδικο οικόπεδο χρησιμοποιώντας το συνεργείο περιφράξεων του Β. Τ. . Άλλη πράξη νομής, όπως αυτή της φύτευσης ελαιοδέντρων και συκιών, που ισχυρίζονται οι ενάγουσες, δεν αποδείχθηκε, καθόσον το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα δασώδους έκτασης κατάφυτης με πεύκα και πουρνάρια και η μορφολογία του εδάφους της, που ήταν βραχώδες, δεν επέτρεπε την καλλιέργεια σ' αυτό των πιο πάνω δέντρων. Σχετικές για το θέμα αυτό είναι οι αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1972, 1982 και 1988, που συνοδεύονται από την από 24-8-2004 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού ΕΜΠ Δ. Τ. . Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η επίδικη έκταση από το 1972 έως και το 1988 ήταν δασική και στο σύνολο της διάσπαρτη με θάμνους και κωνοφόρα δέντρα (πεύκα), δεν είχε κανένα απολύτως τμήμα της οποιασδήποτε μορφής καλλιέργεια, εμφανίζεται δε με αυξανόμενη προοδευτικά βλάστηση, που οφείλεται στο μεγάλωμα των δέντρων και των θάμνων. Εξάλλου, η έλλειψη νερού στην περιοχή του επιδίκου και η δυσκολία προσπέλασης σ' αυτό με το αυτοκίνητο σε ακτίνα 300 μέτρων γύρω από αυτό, λόγω της άσχημης κατάστασης των διανοιχθέντων δρόμων ("κακόδρομοι" όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας των εναγουσών Δ. Κ.), καθιστούσε αδύνατη την ευδοκίμηση τέτοιων δέντρων. Η μέσω του άνω αντιπροσώπου άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον Ι. Κ., συνεχίστηκε μέχρι το 1985. Τότε, όλοι οι συγκύριοι του συνόλου της προκειμένης δασώδους έκτασης, επιφάνειας 3.158 στρεμμάτων, και συγκεκριμένα ο οικοδομικός συνεταιρισμός "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ", με ποσοστό 1.751,696/315 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου, ο Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός των Αξιωματικών (Α.Ο.Ο.Α), με ποσοστό 785,5/3.158 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου, και άλλοι 172 συνδικαιούχοι με μικρότερα ποσοστά (μεταξύ των οποίων όλοι οι πιο πάνω αντιλέξαντες, που υπέγραψαν την προαναφερόμενη .../1972 πράξη καθορισμού ορίων), αποφάσισαν τη διανομή της όλης παραπάνω έκτασης, με βάση το από Μαΐου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ., συμπεριλαμβάνοντας στη διανεμητέα έκταση και το επίδικο, που νεμόταν μέχρι τότε ο Ι. Κ. (βλ. το νόμιμα μεταγεγραμμένο .../1985 συμβόλαιο διανομής ακινήτου της Συμ/φου Αθηνών Κρυστάλλως Μακρή). Κατά τη διανομή αυτή το επίδικο οικόπεδο, έκτασης 2.000 τ.μ., που - πιο συγκεκριμένα - βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Πικερμίου Αττικής, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού και στο οικοδομικό τετράγωνο 150 με αριθμό 1, συνορεύει δε κατά το άνω σχεδιάγραμμα βόρεια με το 2 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, ανατολικά, νότια και δυτικά με εγκεκριμένες ανώνυμες οδούς, έλαχε στη Μ. Χ. (προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ των εναγομένων, νυν πρώτη εφεσίβλητη), η οποία ήταν συγκυρία της όλης έκτασης κατά τα 3/3158 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου .../1982 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Βέννη, λόγω αγοράς από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του Κ. Χ.. Η Μ. Χ. (δικαιοπάροχος των εναγομένων), από τότε που απέκτησε το επίδικο, ως διακεκριμένο πλέον οικόπεδο και ειδικότερα από το καλοκαίρι του 1986, οπότε έγινε για πρώτη φορά ο πραγματικός επί του εδάφους ορισμός όλων των οικοδομικών τετραγώνων και οικοπέδων από την εταιρεία "ΑΙΦΕΛ ΕΠΕ", βάσει του σχεδιαγράμματος του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου (ΦΕΚ 130 Δ/1970), όπως αυτό τροποποιήθηκε μερικά από το 1976, αλλά και βάσει του παραπάνω διανεμητηρίου συμβολαίου, άρχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με το άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, ενεργώντας επ' αυτού κάθε πράξη νομής και κατοχής, που αρμόζει στη φύση και τον προορισμό του. Ειδικότερα, το επισκεπτόταν με την οικογένεια της και το επέβλεπε κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ανάρτησε επ' αυτού πινακίδα που δήλωνε πως το επίδικο είναι ιδιοκτησία της, ανέθεσε στο μηχανικό Ι. Ρ. τη σύνταξη του από 25-9-1986 τοπογραφικού, παρενέβαινε εγγράφως προς το Δασαρχείο Πεντέλης, διαμαρτυρόμενη για την άρνηση του να χορηγήσει άδεια υλοτομίας προκειμένου να αρχίσει η κατασκευή των έργων διάνοιξης - διαπλάτυνσης των γύρωθεν του επιδίκου δρόμων (βλ. τα από 14-12-1993 και 18-1-1995 έγγραφα προς το Δασάρχη Πεντέλης), ανέθεσε το 1997 σε μεσίτες, που γνώριζαν την περιοχή, όπως στον Γ. Φ., να της βρουν αγοραστές για το οικόπεδο, καταμέτρησε και πάλι το επίδικο το 1997, προκειμένου να συστήσει σ' αυτό δύο κάθετες ιδιοκτησίες, τις με στοιχεία 1Α και 1Β, όπως αυτές περιγράφονται στην .../1997 πράξη σύστασης διηρημένων ιδιοκτησιών της Συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Λυκοπανάγου, που νόμιμα μεταγράφηκε, και αποτυπώνονται στο από Ιανουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι. Ρ., και, τέλος, πώλησε τις δύο κάθετες ιδιοκτησίες, τη με στοιχείο 1Α στον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων (νυν δεύτερο και τρίτη των εφεσίβλητων) και τη με στοιχείο 1Β στον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων (νυν τέταρτο και πέμπτη των εφεσίβλητων), συνταχθέντος προς τούτο, αντίστοιχα, του .../1977 συμβολαίου της άνω Συμ/φου και του .../1998 συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Γκατζάρου, που έκαστο νόμιμα μεταγράφηκε. Η παλιά περίφραξη του επιδίκου στο επίδικο είχε καταστραφεί πριν το 1985. Νέα περίφραξη δεν χρειάστηκε να γίνει, αφού το επίδικο στις τρεις πλευρές του συνόρευε με δρόμους, και επειδή αναμενόταν η οριστική διάνοιξη - διαπλάτυνση των δρόμων γύρω από το ακίνητο και η κατασκευή σ' αυτούς έργων υποδομής (ύδρευσης και αποχέτευσης), οπότε προβλεπόταν μετά βεβαιότητας μετατόπιση των ορίων συνεπεία των έργων αυτής. Ο μάρτυρας Γ. Φ., αναφερόμενος στην ύπαρξη παλιάς περίφραξης το έτος 1985, καταθέτει γι' αυτήν πως "δεν συνέπιπτε με τα όρια του οικοπέδου (επιδίκου), διότι αλλού έμπαινε μέσα και αλλού εξείχε και έβγαινε έξω απ' αυτά". Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο προαναφερόμενος Η. Κ., με την πιο πάνω ιδιότητα, δεν αντέδρασε καθόλου στις πράξεις αυτές νομής της Μ. Χ.. Πιο συγκεκριμένα, στην ανωτέρω διανομή του 1985 συμμετείχε και ο ίδιος (Η. Κ.), επειδή είχε και αυτός ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί της δασώδους έκτασης. Μάλιστα, μολονότι μέχρι το 1985 κατείχε τρία διακεκριμένα οικόπεδα στην περιοχή του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού των Αξιωματικών (Α.Ο.Ο.Α.), εντούτοις, στη διανομή συμπεριλήφθηκαν και αυτά τα ακίνητα, με αποτέλεσμα αυτός να λάβει στην αποκλειστική κυριότητα του, κατά τη διανομή, άλλο ακίνητο που αντιστοιχούσε στην ιδανική μερίδα του. Ο Η. Κ. υπέγραψε για λογαριασμό του το διανεμητήριο συμβόλαιο και συγχρόνως αναγνώρισε ότι όλοι όσοι συμμετείχαν στη διανομή (μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η Μ. Χ.) είναι αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι των οικοπέδων, που τους έλαχαν, και ότι η διανεμόμενη έκταση ανήκε πριν τη διανομή σε όλους τους συμβαλλόμενους κατά το αναφερόμενο στο συμβόλαιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, και ότι ως εκ τούτου ουδείς εξ αυτών είχε δικαίωμα κυριότητας ή νομής επί συγκεκριμένου τμήματος. Με βάση τα παραπάνω, ο Η. Κ., αφού γνώριζε ότι στη διανομή συμπεριλήφθηκαν και εκείνα τα ακίνητα της δασώδους έκτασης, που τα νέμονταν ορισμένοι ως διακεκριμένα τμήματα, όπως τα δικά του, θα διαπίστωσε μετά βεβαιότητας από το ίδιο τα διανεμητήριο συμβόλαιο, με την ιδιότητα του αντιπροσώπου του Ι. Κ., ότι και το επίδικο ακίνητο, που νεμόταν έως τότε ο τελευταίος, συμπεριλήφθηκε στη διανομή και έλαχε στην Μ. Χ. . Παρά τη γνώση από τον Η. Κ. των παραπάνω περιστατικών, ούτε αυτός, ούτε ο Ι. Κ. αντέδρασαν και διαμαρτυρήθηκαν, με αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος τη νομή του επί του επιδίκου από το χρόνο της διανομής. Η προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες απόδειξη της Ιονικής Τράπεζας με αριθμό 70819/09080060/10-10-1989 περί καταβολής 15.000 δρχ από τον Ι. Κ. στο συνεταιρισμό "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ", αφορά συνδρομή αυτού ως δικαιούχου στην περιοχή ..., και όχι στην επίδικη (βλ. την με αριθ. πρωτ. 26009/29-9-2004 απάντηση του οικοδομικού συνεταιρισμού προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα), όπως, επίσης, και η προσκομιζόμενη από τις ίδιες επιστολή με ημερομηνία 3-5-1993 προς τον Ι. Κ. από το σύλλογο δικαιούχων των εκτάσεων του αυτού οικοδομικού συνεταιρισμού στις περιοχές ...- ...- ... με την επωνυμία "Η ΕΝΟΤΗΤΑ". Οι ενάγουσες (νυν εκκαλούσες), είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Ι. Κ., που απεβίωσε στις 18-2-1992. Με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη .../1993 πράξη του Συμ/φου Αθηνών Δημητρίου Έρωτα, αποδέχθηκαν την κληρονομιά, στην οποία συμπεριέλαβαν το επίδικο ακίνητο, και υπέβαλαν σχετική δήλωση κληρονομιάς το 1993, προέβησαν δε σε περίφραξη του οικοπέδου το 1999, που την αφαίρεσαν οι εναγόμενοι (τρίτος και τέταρτη). Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο Ι. Κ. είχε απωλέσει τη νομή του επιδίκου το έτος 1985, και κατ' επέκταση με το θάνατο του στις 18-2-1992 δεν μεταβιβάστηκε νομή επ' αυτού στις ενάγουσες κληρονόμους του, αφού δεν υπήρχε τέτοια νομή του κληρονομουμένου πάνω στο επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό σημείο της επαγωγής της κληρονομιάς· Επομένως, οι ενάγουσες, που ούτε και οι ίδιες απέκτησαν νομή στο επίδικο οικόπεδο, δεν κατέστησαν κυρίες τούτου με έκτακτη χρησικτησία (βάση της αγωγής), αφού λείπει εν προκειμένω η προϋπόθεση αυτής που είναι η εικοσαετής νομή, υπολογιζόμενη από τις ενάγουσες από την 19-7-1972. Εξάλλου, η προαναφερόμενη .../1972 πράξη καθορισμού ορίων ουδόλως επηρεάζει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά τη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση της νομής επί του επιδίκου από το έτος 1985 και εξής, ασκούμενης αυτής έκτοτε πλέον από τη Μ. Χ. . Άλλωστε, όπως ήδη εκτέθηκε, η πράξη αυτή αφορά διάθεση συγκεκριμένου μέρους του κοινού ακινήτου των 3.158 στρεμμάτων χωρίς τη σύμπραξη όλων των συγκυρίων (συνδικαιούχων), οι οποίοι, τελικά, συμπεριλαμβανομένων και των συμβαλλομένων στην εν λόγω πράξη, συμμετείχαν στη διανομή της επίκοινης έκτασης το 1985 με το άνω συμβόλαιο .../1985". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε ότι οι ενάγουσες - αναιρεσείουσες δεν απέκτησαν τη συννομή του επιδίκου ακινήτου και άρα δεν έγιναν συγκυρίες τούτου με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειουσών. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής των αναιρεσειουσών που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο δικαιοπάροχός τους Ι. Κ. είχε απωλέσει τη νομή του επιδίκου, η οποία έτσι δεν μεταβιβάστηκε στις αναιρεσείουσες. Ο ερευνώμενος επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναφορικά με τις αιτιάσεις των αναιρεσειουσών ότι δεν αιτιολογείται από την προσβαλλόμενη απόφαση το γεγονός πότε ακριβώς διακόπηκε η άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο από το δικαιοπάροχό τους μέσω της καταστροφής της περίφραξης ως μοναδικής πράξης φυσικής εξουσίασης επί του επιδίκου πριν από το έτος 1985 (σε απροσδιόριστο χρόνο) και ποιες άλλες πράξεις νομής μετά την καταστροφή της περίφραξης άσκησε μέχρι το έτος 1985 ο ως άνω δικαιοπάροχός τους, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτές (πράξεις νομής) συνεχίστηκαν και μετά το 1985 και αν και πως διακόπηκαν, είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, διατυπώνεται σαφώς. II. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Αλλά η νομή, που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό. Εξάλλου η απώλεια της νομής επέρχεται όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα (άρθρο 981 ΑΚ). Απώλεια της νομής λόγω του πνευματικού στοιχείου (animus) υπάρχει, όταν ο νομέας εκδηλώσει την απόφαση του να μην κατέχει στο εξής ως δικό του το πράγμα δηλαδή παραίτηση από τη νομή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 981, 984, 1048 εδ. α' ΑΚ, επειδή με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν θεμελιώνεται απώλεια της νομής από τον προηγούμενο νομέα του επιδίκου και δικαιοπάροχο τους με την έννοια της αποβολής του από το επίδικο ακίνητο, η οποία (αποβολή) είναι αναγκαία προϋπόθεση για την απόκτηση της νομής από την πρώτη αναιρεσίβλητη. Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με αυτή έγινε δεκτό, ότι ο Η. Κ., αντιπρόσωπος στην άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο του Ι. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, και ότι το επίδικο ακίνητο που νεμόταν έως τότε ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών συμπεριελήφθη στη διανομή του συνεταιρισμού Α.Ο.Ο.Α. που έγινε με το .../1985 διανεμητήριο συμβόλαιο και ότι, μολονότι οι ίδιοι Ι. και Η. Κ. έλαβαν γνώση της εν λόγω διανομής από την οποία το επίδικο ακίνητο έλαχε στη Μ. Χ.,δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, δεν αντέδρασαν, ούτε διαμαρτυρήθηκαν αυτοί, με αποτέλεσμα να απωλέσει ο πρώτος τη νομή του επί του επιδίκου από τον παραπάνω χρόνο της διανομής. Ενόψει, συνεπώς, του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, δέχθηκε απώλεια της νομής του επιδίκου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών με την εκδήλωση αντίθετης διάνοιας του τελευταίου, η οποία (νομή) έτσι δεν μεταβιβάστηκε σ'αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.5.2007 αίτηση της Μ. χήρας Ι. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 4482/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ