Legislator Case Law & Legislation
108/2008 AI generated

108/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 108/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 431/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6298/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/12/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

108/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Keywords

AI generated
modification of maintenance government programme inclusion in the budget new public expenditure social policy measure degressive contribution scale
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 108 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 108/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΔΗΜΟΤΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ", που έχει έδρα την Καλλιθέα όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Θωμόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1)........, 2)........., 3)........, 4).........., 5)........., 6)........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 431/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6298/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/12/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/2/2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Περαιτέρω, με τη 2026439/3480/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β'462/6-6-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.

Το ίδιο επαναλαμβάνεται για τους εργαζομένους στους ΟΤΑ και στις από 17-2-2001 και 18-7-2002 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ (πράξη κατάθεσης Υπ. Εργασίας 92/17-12-2001 και 82/22-7-2002 αντίστοιχα). Με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 προβλέπεται χορήγηση σε διάφορες κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων μηνιαίου χρηματικού ποσού ως κινήτρου απόδοσης, για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και την πρόσθετη εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζονται δε τα κριτήρια για τη χορήγηση αυτού.

Εξάλλου, στην παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 ορίζεται ότι ποσοστό (εννέα τοις εκατό (9%)) των εσόδων του εθνικού Τυπογραφείου από καταχωρήσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ετήσιες συνδρομές, πωλήσεις φύλλων ή διάθεση φωτοαντιγράφων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κατατίθεται υπέρ του Δημοσίου και η αντίστοιχη πίστωση εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό.

Το προϊόν του προηγουμένου εδαφίου διατίθεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, του Εθνικού Τυπογραφείου και της Γραμματείας του Α.Σ.Ε.Π., περιλαμβανομένων και των με απόσπαση υπηρετούντων και των αποσπασμένων από το πρώην Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, με εξαίρεση τους αποσπασμένους από άλλες υπηρεσίες ελεγκτές δημόσιας διοίκησης.

Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης), του Εθνικού Τυπογραφείου και του Α.Σ.Ε.Π., αντίστοιχα και τακτοποιούνται απολογιστικώς από τα έσοδα του προηγουμένου εδαφίου. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά τη διαχείριση και διάθεση του σχετικού ποσού.

Με τα άρθρα 1-4 του ν. 2880/2001 "Πρόγραμμα ΠΟΛΙΤΕΙΑ για τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις" θεσπίσθηκε για τη διαρκή βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την επιμόρφωση και βέλτιστη χρήση του ανθρώπινου δυναμικού της, η εκπόνηση κάθε τρία χρόνια από το Υπουργείο Εσωτερικών του Εθνικού Σχεδίου Δράσεων για τη Δημόσια Διοίκηση (Πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"), το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και διαρθρώνεται ενδεικτικά στα αναφερόμενα υποπρογράμματα εξειδικεύεται δε σε κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα, τα τελευταία των οποίων αποτελούν την κατά περιφέρεια και τους υπαγόμενους σ' αυτή ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας εξειδίκευση των στόχων του προγράμματος (άρθρο 1), καθορίσθηκε το όργανο παρακολούθησης του προγράμματος αυτού (άρθρο 2), προσδιορίσθηκαν οι πόροι του (άρθρο 3) και προβλέφθηκε η θέσπιση Κανονισμού Εφαρμογής του (άρθρο4).

Με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου αυξήθηκε το ποσοστό της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 από 9% σε 25% και ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών καθορίζονται οι δικαιούχοι του προϊόντος της παραπάνω αυξήσεως, το ύψος της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, ο τρόπος καταβολής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκε η 2/19691/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β'341/2001), με την οποία χορηγήθηκε στους μόνιμους με θητεία καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθώς και άλλων υπηρεσιών αυτού, περιλαμβανομένων και των μεταταγέντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Π.Δ. 30/1996 ή μελλόντων να μεταταγούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2738/1999, στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, ειδική πρόσθετη αμοιβή, καλυπτόμενη από την αύξηση του ποσοστού της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995, με την αιτιολογία ότι αυτή (πρόσθετη αμοιβή) "συμπλέκεται με τα καθήκοντα των υπηρετούντων στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, λόγω της σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα, της πολυμορφίας τους και της ταχείας αντιμετώπισής τους, πολλές φορές και εκτός των εκάστοτε ισχυόντων ωραρίων εργασίας".

Από το περιεχόμενο της τελευταίας κοινής υπουργικής απόφασης σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 1-5 του ν. 2880/2001 προκύπτει ότι, η χορηγηθείσα με την παραπάνω υπουργική απόφαση ειδική πρόσθετη αμοιβή είναι διαφορετική από το κίνητρο απόδοσης που θεσπίζεται με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", ώστε να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο σχέση με υπαλλήλους των ΟΤΑ.

Η προαναφερόμενη ειδική αμοιβή χορηγήθηκε στις προαναφερόμενες κατηγορίες υπαλλήλων, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες των υπαλλήλων των ΟΤΑ και παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί σε όλους γενικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, όπως δεν μπορούν να χορηγηθούν στους δημοσίους υπαλλήλους, κατ' εφαρμογή της ίδιας αρχής και άλλες παροχές που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, με την επίκληση του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, όπως είναι 1) η αποζημίωση ύψους 100000 δραχμών κατά μήνα, που χορηγήθηκε για το αναφερόμενο διάστημα στους υπαλλήλους μονίμους κλπ του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με τη οικ. 2/89151/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, 2) διάφορα ποσά, που χορηγήθηκαν για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως διαφορά επιδομάτων ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας με την 63753/2000 απόφαση του υπουργού Γεωργίας και 3) η χρηματική παροχή που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

με τη 1567/22-12-2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνται ως μόνιμοι υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο αναιρεσείον από τα έτη 1983, 1984, 1982, 1994 και 1999 αντίστοιχα μέχρι και σήμερα.

Οι αποδοχές τους ρυθμίζονται από το Νέο Μισθολόγιο, όπως ισχύει μετά το ν. 2470/1997, που αντικατέστησε το ν. 1505/1984. Στους εργαζόμενους της Δημόσιας Διοίκησης καταβάλλονται διάφορες παροχές ή επιδόματα, λόγω ειδικών προσόντων, ιδιοτήτων, συνθηκών εργασίας κλπ., τα οποία μετά την καθιέρωση του Νέου Μισθολογίου ενσωματώθηκαν στις μηνιαίες αποδοχές, προκειμένου να επιτευχθεί η ισότιμη αντιμετώπιση όλων των κατηγοριών των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και των ΟΤΑ, ενώ παράλληλα θεσπίσθηκε το κίνητρο απόδοσης (συνδ. άρθρων 2 παρ. 15 Ν. 2349/1995, 10 παρ. 4, 13 παρ. 2 εδ. 4, 4, 13 και 26 του Ν. 2470/1997). Καθορίσθηκε έτσι το πλαίσιο μισθοδοσίας των ανωτέρω υπαλλήλων και ορίσθηκε ότι κάθε άλλη παροχή, εκτός όσων προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς τροποποίησή του (άρθρο 27 Ν.2470/1997).

Παρ' όλα αυτά με διάφορες Υπουργικές Αποφάσεις, όπως με την τις 2/29161/0022/4-12-2000, 1567/22-12-2000, χορηγήθηκαν κατά καιρούς σε μισθωτούς διαφόρων κατηγοριών χρηματικές παροχές υπό την ονομασία "ειδική αποζημίωση" ή "ειδική πρόσθετη αμοιβή". Με το άρθρο 26 του ν. 2470/1997 οι ειδικοί έντοκοι λογαριασμοί, που έχουν συσταθεί εκτός προϋπολογισμού, εποπτεύονται από τον Υπουργό Οικονομικών και διατίθενται για χορήγηση παροχών στο προσωπικό του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ., ενώ με το άρθρο 25 παρ. 3 εδ.

α' του ν. 2819/2000 ορίζεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται μετά τη 2073337/8012/00222/22-12-1998 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε σε εφαρμογή του άρθρου 13 του ν. 24670/1997 και οι οποίοι ρυθμίζουν την κατανομή των χρηματικών διαθεσίμων, που απομένουν ως υπόλοιπο, μετά την απόδοση του κινήτρου της απόδοσης από τον υπολογισμό του ποσοστού 9% επί των εσόδων του Εθνικού Τυπογραφείου, μπορεί να έχουν αναδρομική ισχύ μέχρι 2 έτη.

Εξάλλου με το άρθρο 5 του ν. 2880/2001 με το οποίο καθιερώνεται το πρόγραμμα "Πολιτεία", το ποσοστό αυξάνεται σε 25%, ρυθμίζεται δε με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης - Αποκέντρωσης και Οικονομικών και ορίζονται οι δικαιούχοι της πρόσθετης αμοιβής, οι σχετικές δε πιστώσεις εγγράφονται στους προϋπολογισμούς των φορέων του Υπουργείου Εσωτερικών και τακτοποιούνται απολογιστικώς με τα έσοδα της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, συνδέοντας έτσι προφανώς την παροχή αυτή με το κίνητρο απόδοσης, λόγω των αυξημένων αρμοδιοτήτων που αποκτούν τα όργανα που εμπλέκονται στην εφαρμογή του προγράμματος "Πολιτεία".

Εν συνεχεία με βάση τη 2/1969/28-3-2001 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης -Αποκέντρωσης και Οικονομικών χορηγείται ειδική πρόσθετη αμοιβή στους υπηρετούντες στο Υπουργείο Εσωτερικών, λόγω της σοβαρότητας ου παρουσιάζουν τα θέματα, που αντιμετωπίζουν καθώς και της ανάγκης ταχείας αντιμετώπισής τους.

Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό, αφού κατατεθεί το προϊόν του ποσοστού αυτού 16% υπέρ του Δημοσίου και χορηγείται στους μόνιμους και στους υπαλλήλους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που έχουν μεταταγεί ή θα μεταταγούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Όμως προκύπτει ότι η ειδική αυτή πρόσθετη αμοιβή συναρτάται με την εφαρμογή του προγράμματος "Πολιτεία", στην οποία εμπλέκονται και οι υπαγόμενοι στην περιφέρεια Ο.Τ.Α.

α' και β' βαθμού, οι υπάλληλοι των οποίων (ΟΤΑ) θα συμμετέχουν στην εφαρμογή του. Από τον τρόπο δε που προσδιορίζονται οι δικαιούχοι αυτής (πρόσθετης αμοιβής) στην ως άνω Υπουργική απόφαση, ήτοι υπάλληλοι που έχουν μεταταγεί στις Νομαρχίες, υπηρετούντες στα πολιτικά γραφεία Υπουργών, στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, στα γραφεία των βουλευτών κλπ, είναι φανερό ότι αυτή (πρόσθετη αμοιβή) συνδέεται μεν με το πρόγραμμα "Πολιτεία", δεν εξειδικεύεται όμως ο σκοπός παροχής αυτής σε συγκεκριμένους υπαλλήλους και για ειδικό λόγο, αποκλείοντας έτσι κάποιες κατηγορίες εργαζομένων με όμοιο ή παρεμφερές αντικείμενο εργασίας, οι οποίοι ασκούν όμοια καθήκοντα.

Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται ως υπάλληλοι του αναιρεσείοντος, οι αποδοχές των οποίων ρυθμίζονται από το Νέο Μισθολόγιο, να απολαμβάνουν την ανωτέρω μισθολογική παροχή που χορηγείται σε συναδέλφους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, άλλως παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα που καθιερώνεται με το ν. 2470/1997 και έρχεται σε αντίθεση ευθεία με τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1), σύμφωνα με τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας.

Συνεπώς προς άρση της άνισης διάκρισης και για την αποκατάσταση της συνταγματικής ως άνω αρχής, πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής πρόσθετης αμοιβής και στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι τελούν σε όμοιες συνθήκες απασχόλησης με τους συναδέλφους τους προς τους οποίους χορηγήθηκε αυτή, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, με την οποία να δικαιολογείται η επιλεκτική αυτή καταβολή, η οποία (ειδική αμοιβή) αντιμετωπίζεται καθ' όμοιο τρόπο με το κίνητρο απόδοσης και υπόκειται στις ίδιες κρατήσεις.

Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ζητούν την επιδίκαση της ένδικης μισθολογικής παροχής της προβλεπόμενης με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997, εφόσον δικαιούνται το χορηγούμενο με τις διατάξεις του άρ. 13 του ν. 2470/1997 κίνητρο απόδοσης, του οποίου προσαύξηση αποτελεί η χορηγηθείσα με την Κ.Υ.Α. 2/1969/0022/28-3-2001 ειδική πρόσθετη αμοιβή, νόμιμα ζητούν αυτό.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι, με βάση την αρχή της ισότητας πρέπει να χορηγηθεί και στους αναιρεσιβλήτους η χορηγηθείσα με την πιο πάνω ΚΥΑ στους πιο πάνω υπαλλήλους ειδική πρόσθετη αμοιβή. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 2470/1997, 5 του ν. 2880/2001, 4 και 22 του Συντάγματος και τις διατάξεις της ΚΥΑ 2/1969/28-3-2001.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Συνεπώς το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα για την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να αποδώσουν σ' αυτόν συνολικά το ποσόν των 34821,24 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτούς, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 26-11-2007 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη.

Περαιτέρω από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και ειδικότερα από αντίγραφο εξ απογράφου της 6298/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το από ......... κατασχετήριο έγγραφο των αναιρεσιβλήτων κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με το οποίο επιβλήθηκε στα χέρια της Τράπεζας κατάσχεση για συνολικό ποσό 34821,24 ευρώ (για επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα επιταγής) στον τηρούμενο στην Τράπεζα λογαριασμό του αναιρεσείοντος, το εμπιστευτικό ..........

ενημερωτικό έντυπο της ίδιας Τράπεζας (κατάστημα Καλλιθέας), με το οποίο ενημερώνεται ο αναιρεσείων ότι προέβη (η Τράπεζα) βάσει του κατασχετηρίου στη δέσμευση 34821,24 ευρώ από τον τηρούμενο σ' αυτή λογαριασμό του αναιρεσείοντος με αριθμό .......... και την από ....... επιστολή - εντολή του δικηγόρου της Τράπεζας προς το πιο πάνω κατάστημα και το αντίστοιχο λογιστικό παραστατικό εκταμίευσης και απόδοσης προς την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων του παραπάνω ποσού αποδεικνύεται ότι, στους αναιρεσιβλήτους έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, το συνολικό ποσόν των 34821,24 ευρώ, που δεν αμφισβητούν οι τελευταίοι, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να αποδώσουν το ανωτέρω ποσό στον αναιρεσείοντα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6298/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει την πρώτη αναιρεσίβλητη να αποδώσει στον αναιρεσείοντα 6.514,40 ευρώ, κάθε ένα από τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους 5661,36 ευρώ. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ