Legislator Case Law & Legislation
108/2006 AI generated

108/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 108/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 441/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 4 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

108/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε επίσης την απόρριψη και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 108 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 108/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Κ. συζ. Κ. Ν., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαλέσκο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙ.Κ.Η. ΦΑΡΜ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Ανδρουτσόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται η "ΒΙΚΗ ΑΕ" ως καθολική διάδοχος της αναιρεσίβλητης. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 441/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 4 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, διάβασε την από 22 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε επίσης την απόρριψη και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Σε περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές πραγματικές παραδοχές, δηλαδή τα περιστατικά υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ούτως ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 27/98).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να προσδιορίζεται α) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ουσιώδους επιδράσεως στην έκβαση της δίκης ζήτημα β) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες άλλες αιτιολογίες θα έπρεπε να παρατίθενται ή από ποια μέρη των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση γ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τέταρτο λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν προσδιορίζει τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του φέρεται ότι παραβιάστηκαν ευθέως ή και εκ πλαγίου, ούτε αναφέρει τις περαιτέρω εκείνες αιτιολογίες, που, ενώ έπρεπε, δεν παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος του από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως από την προσβαλλομένη των ορισμών του νόμου σχετική με την δύναμη των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ενόρκων βεβαιώσεων, μαρτυρικών καταθέσεων και προς συναγωγή τεκμηρίου αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, αφού ο νόμος δεν προσδίδει σε κάποιο από αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την περιεχόμενη στην απόφαση διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη "οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι 283 και 284/2001 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων προσώπων που λήφθηκαν νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πρεβέζης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται" σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου ο αυτός λόγος κατά το μέρος που περιέχονται αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση καθενός αποδεικτικού μέσου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται όταν στο διατακτικό της αποφάσεως περιέχονται αντιφατικές διατάξεις. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 17 κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφάσεις αναγόμενες στην αξιολόγηση της καταθέσεως του αναφερομένου μάρτυρος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.2.2004 αίτηση της Κ. Ν. για αναίρεση της 194/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ